Φιλοσοφία Β΄ λυκείου (4) – 1.3 Κλάδοι της φιλοσοφίας και επιστήμες

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: Ξεκινώντας από την απορία

Ενότητα τρίτη: Κλάδοι της φιλοσοφίας και επιστήμες

 

1. Βασικοί κλάδοι της φιλοσοφίας

 

Κλάδοι

Τι ερευνούν;

Γνωσιολογία Τις  δυνατότητες της γνώσης
Μεταφυσική ή οντολογία Την ουσία της πραγματικότητας
Πρακτική φιλοσοφία ή αξιολογία

(ηθική, πολιτική φιλοσοφία, αισθητική)

Τις αρχές ή αξίες που ρυθμίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά
Λογική Την ορθή σκέψη

 

2. Επιχειρήματα

(α) είναι απαραίτητα στη φιλοσοφική αναζήτηση, γιατί οι απόψεις πρέπει να τεκμηριώνονται.

(β) η οργάνωση ενός επιχειρήματος: μια σειρά προτάσεων (προκείμενες) που καταλήγουν με λογική διαδικασία σε ένα συμπέρασμα. [δείτε την έννοια του επιχειρήματος στο Γλωσσάρι Όρων (σελ.279), όπου εξηγείται τι είναι προκείμενες και τι εγκυρότητα.]
(γ) εγκυρότητα και αλήθεια επιχειρήματος: για τις έννοιες αυτές δείτε παρακάτω την ενότητα επιχειρήματα.

 

3. Φιλοσοφία και επιστήμες

(α) Σε παλαιότερες εποχές στον όρο φιλοσοφία συμπεριλαμβάνονταν και τα άλλα επιμέρους γνωστικά αντικείμενα. Η διάκριση ανάμεσα στη φιλοσοφία και στις επιμέρους επιστήμες είναι σχετικά πρόσφατη.

(β) Η φιλοσοφία συνιστά μια διαφορετική εκδήλωση του πνεύματος με κύρια χαρακτηριστικά τα εξής:

– παρουσιάζει μεγαλύτερο βαθμό γενικότητας απ’ αυτόν των επιστημών.

– δίνει έμφαση στη διερεύνηση εννοιών.

– αιτιολογεί βαθύτερα βασικές κοινές ή επιστημονικές πεποιθήσεις.

– νοηματοδοτεί την ανθρώπινη ύπαρξη. Δηλαδή αναζητεί και διερευνά το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης.

 

 

Το βίντεο που ακολουθεί (έχει ελληνικούς υπότιτλους) επιχειρεί μία προσέγγιση σε αυτό που η φιλοσοφία ονομάζει μεταφυσική, δηλαδή μελέτη της πραγματικότητας, της ύπαρξης. Παρουσιάζονται τα στοιχειώδη σωματίδια της ύλης, από τα οποία αποτελείται η ύλη στο σύμπαν, καθώς και οι θεμελιώδεις δυνάμεις που αναγκάζουν τα σωματίδια (και τις διάφορες μορφές της ύλης) να συμπεριφέρονται με συγκεκριμένο τρόπο:

 

 

 

Επιχειρήματα

 

Εγκυρότητα και αλήθεια

Ένας από τους αποτελεσματικότερους τρόπους που διαθέτει κάποιος για να πείσει είναι η παράθεση επιχειρημάτων: πρόκειται για λογικές προτάσεις (προκείμενες) που χρησιμοποιούνται για την απόδειξη μιας άλλης πρότασης (συμπέρασμα). Τις προκείμενες τις συνδέει ένας κοινός όρος που δεν υπάρχει στο συμπέρασμα. Παράδειγμα:

1ο ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ   α΄ προκείμενη: όλοι οι οργανισμοί (κοινός όρος) είναι θνητοί.

β΄ προκείμενη: ο σκύλος είναι οργανισμός (κοινός όρος).

συμπέρασμα: ο σκύλος είναι θνητός.

Το παραπάνω συμπέρασμα έχει άμεση σχέση με τις προκείμενες, γιατί η σκέψη κινήθηκε με αυστηρή λογική διαδικασία προς αυτό. Στην περίπτωση αυτή το συμπέρασμα θεωρείται έγκυρο. Το επόμενο, όμως, συμπέρασμα:

 

2ο ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ   α΄ προκείμενη: μερικοί άνθρωποι είναι μηχανικοί.

β΄ προκείμενη: ο Πέτρος είναι άνθρωπος.

συμπέρασμα: ο Πέτρος είναι μηχανικός.

 

δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρο, γιατί παραβιάστηκε η λογική διαδικασία: η διατύπωση του επιχειρήματος δεν μας υποχρεώνει να δεχτούμε ότι ο Πέτρος ανήκει στους «μερικούς» που είναι μηχανικοί. Επειδή είναι άνθρωπος, δεν είναι υποχρεωτικά και μηχανικός.

Για να αποδεχτούμε ένα συμπέρασμα, εκτός από την εγκυρότητα, είμαστε υποχρεωμένοι να εξετάζουμε και την αλήθεια των προτάσεών του, δηλαδή αν το περιεχόμενό τους ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Για παράδειγμα, παρατηρούμε ότι οι προτάσεις του 1ου επιχειρήματος, που ήδη το χαρακτηρίσαμε έγκυρο, αποδίδουν την πραγματικότητα, όπως τη βιώνουμε. Επομένως, το συμπέρασμα είναι έγκυρο και αληθές. Στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζουμε το συμπέρασμα ορθό και το αποδεχόμαστε ανεπιφύλακτα.

Είναι απαραίτητο να ελέγχουμε και την αλήθεια των προτάσεων ενός επιχειρήματος, γιατί αν εξετάζαμε μόνο την εγκυρότητα, θα ήμασταν αναγκασμένοι να αποδεχτούμε συμπεράσματα εμφανώς παράλογα, όπως το παρακάτω:

 

3ο ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ   α΄ προκείμενη: το νερό ξεδιψά.

β΄ προκείμενη: η θάλασσα είναι νερό.

συμπέρασμα: η θάλασσα ξεδιψά.

 

Το 3ο επιχείρημα είναι έγκυρο, γιατί δεν παραβιάστηκε η λογική διαδικασία που οδήγησε στο συμπέρασμα. Όμως, δεν μπορούμε να δεχτούμε το συμπέρασμα, γιατί δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: όλοι γνωρίζουμε ότι η θάλασσα δε σβήνει τη δίψα. Επομένως, επειδή το συμπέρασμα δεν είναι αληθές, το επιχείρημα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ορθό.

Στην ίδια κατηγορία ανήκει και το επιχείρημα του ακόλουθου παραθέματος. Και εδώ, παρόλο που το επιχείρημα είναι έγκυρο, οι προκείμενες είναι παράλογες. Επομένως, το επιχείρημα δεν είναι ορθό:

Και ένας τελευταίος παραγωγικός συλλογισμός:

  • α΄ προκείμενη: όλα τα γουρούνια είναι πρόβατα.
  • β΄ προκείμενη: όλα τα πρόβατα είναι κατσίκες.
  • συμπέρασμα: άρα, όλα τα γουρούνια είναι κατσίκες.

Παραδόξως, παρόλο που τόσο οι δύο προκείμενες όσο και το συμπέρασμα είναι παράλογα, το επιχείρημα αυτό είναι Λογικό, επειδή οι προκείμενες συνεπάγονται αναγκαία το συμπέρασμα. Γνωρίζουμε εμπειρικά ότι τα γουρούνια δεν είναι πρόβατα και ότι τα πρόβατα δεν είναι κατσίκες. […] Αυτό που έχει σημασία στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η μορφή ή δομή του επιχειρήματος και όχι το περιεχόμενό του. Η μορφή είναι Λογική, έστω κι αν το περιεχόμενο είναι παράλογο. Αντί, όμως, να σας προκαλώ σύγχυση με τα γουρούνια, τα πρόβατα και τις κατσίκες, θα ήταν προτιμότερο να αφήσουμε κατά μέρος το περιεχόμενο του επιχειρήματος και, αντίθετα, να δώσουμε έμφαση στη μορφή λέγοντας: «Αν όλα τα α είναι β και όλα τα β είναι γ, τότε όλα τα α είναι γ«.

Gary Cox, Πώς να γίνεις φιλόσοφος ή Πώς να είναι σχεδόν βέβαιος ότι σχεδόν τίποτα δεν είναι βέβαιο, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ.40-41

 

 

Παραγωγικοί, επαγωγικοί και αναλογικοί συλλογισμοί

 

Κατά τη διαδικασία της σκέψης χρειάζεται κάποτε να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα αυτά είναι άλλοτε ασφαλή (αναμφισβήτητα) και άλλοτε επισφαλή (αμφισβητήσιμα). Η βεβαιότητα ή η αβεβαιότητα ενός συμπεράσματος εξαρτάται από τα στοιχεία που διαθέτουμε (υλικό) και από την πορεία της σκέψης (τεχνική). Υπάρχουν διάφοροι τρόποι, για να οδηγηθεί η σκέψη μας σε συμπεράσματα. Οι πιο συνηθισμένοι αναφέρονται παρακάτω:

Ο πρώτος τρόπος σκέψης ξεκινά από μια φράση που μοιάζει με ορισμό, με κανόνα κλπ. και αφορά ένα σύνολο ανθρώπων, πραγμάτων, καταστάσεων κλπ. Καταλήγει σε ένα μέρος, ένα κομμάτι του συνόλου αυτού. Η τεχνική αυτή -ονομάζεται παραγωγή- μάς οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα, αφού ό,τι ισχύει για το σύνολο θα ισχύει υποχρεωτικά και για το μέρος του συνόλου.

Ας παρατηρήσουμε τους παρακάτω συλλογισμούς:

α΄ προκείμενη: όλοι οι φοιτητές έκαναν ιατρικές εξετάσεις, για να εγγραφούν στο πανεπιστήμιό μας.
β΄ προκείμενη: ο Π. είναι φοιτητής του πανεπιστημίου μας.
συμπέρασμα: ο Π. έκανε ιατρικές εξετάσεις, για να εγγραφεί στο πανεπιστήμιό μας.
σύνολο

μέρος

α΄ προκείμενη: η ελληνική ταχυδρομική υπηρεσία τοποθετεί τα γραμματοκιβώτια στην κεντρική πλατεία μιας πόλης.
β΄ προκείμενη: η Ξάνθη διαθέτει κεντρική πλατεία.
συμπέρασμα: στην Ξάνθη το γραμματοκιβώτιο βρίσκεται στην κεντρική πλατεία.

σύνολο

μέρος

 

Ένας άλλος τρόπος σκέψης -ονομάζεται επαγωγή- ξεκινά από κάποια μεμονωμένα στοιχεία και επιχειρεί να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα που αφορά όλα τα ομοειδή στοιχεία. Δεν είναι απολύτως ασφαλής, γιατί κάτι που ισχύει για μερικά πράγματα (ή ανθρώπους, καταστάσεις κλπ.), δεν ισχύει απαραιτήτως για όλα τα πράγματα.

 

α΄ προκείμενη: στην Ξάνθη το γραμματοκιβώτιο βρίσκεται στην κεντρική πλατεία.

β΄ προκείμενη: στην Έδεσσα και στα Ιωάννινα το ίδιο.

συμπέρασμα: η ελληνική ταχυδρομική υπηρεσία τοποθετεί τα γραμματοκιβώτια στην κεντρική πλατεία των πόλεων.

σύνολο

μέρος

Το συμπέρασμα είναι λογικό αλλά πιθανό· αν θέλουμε να ελέγξουμε την απόλυτη αλήθεια του, πρέπει να αποδείξουμε ότι σε όλες τις ελληνικές πόλεις υπάρχει γραμματοκιβώτιο στην κεντρική πλατεία.

 

Ένας τρίτος τρόπος σκέψης -ονομάζεται αναλογικός συλλογισμός– ξεκινά από κάποια μεμονωμένα στοιχεία και επιχειρεί να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα που αφορά πάλι μεμονωμένα στοιχεία. Είναι ακόμη πιο επισφαλής από την επαγωγή, γιατί στηρίζεται απλώς στην ομοιότητα που έχουν κάποια στοιχεία (ή άνθρωποι, καταστάσεις κλπ.). Στην ουσία ο αναλογικός συλλογισμός είναι υποκατηγορία του επαγωγικού συλλογισμού. Για παράδειγμα:

α΄ προκείμενη: στην Ξάνθη το γραμματοκιβώτιο βρίσκεται στην κεντρική πλατεία.
β΄ προκείμενη: στη Βέροια και στα Γιαννιτσά το ίδιο.
συμπέρασμα: στη Νάουσα το γραμματοκιβώτιο μάλλον βρίσκεται στην κεντρική πλατεία.
μέρος
μέρος

Εδώ η εξέταση μεμονωμένων περιπτώσεων δε μας οδηγεί σε συμπέρασμα που αφορά το σύνολο (όλες τις ελληνικές πόλεις), αλλά σε συμπέρασμα που αφορά πάλι μεμονωμένη περίπτωση (τη Νάουσα).

 

 

Κείμενα για επέκταση

 

[Η χρησιμότητα της Λογικής]

Όπως ανέφερα, η Λογική συνεπάγεται τον εντοπισμό αντιφάσεων -ή τη διαπίστωση ότι δεν υπάρχουν- σε πεποιθήσεις και επιχειρήματα. Είναι συναρπαστικό να εντοπίζεις μια αντίφαση και να αποδεικνύεις σε κάποιον ότι δεν ξέρει τι λέει -όμως, τι ακριβώς είναι η αντίφαση; Ένας  άνθρωπος αντιφάσκει όταν δεν υπάρχει συνέπεια σε αυτά που λέει. Πολύ συχνά ένας άνθρωπος αντιφάσκει όταν λέει ψέματα, επειδή προσπαθεί να εναρμονίσει μεταξύ τους όλες τις παραμέτρους μιας επινοημένης ιστορίας, αλλά και να εναρμονίσει την επινοημένη ιστορία με γνωστά γεγονότα. Για παράδειγμα, κάποιος που είναι ύποπτος για ένα αδίκημα μπορεί να πει «δεν πίνω αλκοόλ» και αργότερα να πει «ήμουν πολύ μεθυσμένος και δεν θυμάμαι τι έγινε». Ακόμα και χειρότεροι ψεύτες επεξεργάζονται καλύτερα τα ψέματά τους, όμως καταλαβαίνετε τι εννοώ. Οι ντετέκτιβ πρέπει να εντοπίζουν αντιφάσεις που είναι πολύ λιγότερο προφανείς όταν ανακρίνουν υπόπτους. Ο εντοπισμός μιας αντίφασης είναι συχνά το πρώτο βήμα για να προκληθούν ρωγμές στα μυθεύματα ενός ένοχου υπόπτου προκειμένου να αποκαλυφθεί η αλήθεια.

Ασφαλώς, δε χρειάζεται να λέει κάποιος ψέματα για να αντιφάσκει. Μερικές φορές ένας άνθρωπος αντιφάσκει επειδή απλά δεν έχει σκεφτεί αρκετά όσα λέει ώστε να αντιλαμβάνεται ότι δεν έχουν συνέπεια. Όλοι μας το κάνουμε κατά διαστήματα, επειδή είναι πολύ δύσκολο -αν όχι αδύνατον- να επιβλέπουμε αν έχουν συνέπεια όλα όσα σκεφτόμαστε και λέμε. […]

Όσο περισσότερο θα εξοικειώνεστε με τη φιλοσοφία, τόσο περισσότερο θα προσέχετε τη σχεδόν απόλυτη έλλειψη Λογικής και λογικής με την οποία μιλούν και δρουν πολλοί άνθρωποι. Και όσο περισσότερο την προσέχετε -και ιδίως αν δεν μπορείτε να αντισταθείτε στον πειρασμό να την επισημαίνετε-, τόσο συχνότερα οι άλλοι θα πιστεύουν ότι είστε ένας εξυπνάκιας που νομίζει ότι τα ξέρει όλα. Να φοβάστε, λοιπόν, την εκδίκησή τους! Σε τελική ανάλυση, είναι άνθρωποι και κυριαρχούνται από τα συναισθήματά τους, με συνέπεια πρώτα να βρουν και μετά να σκέφτονται -αν σκέφτονται. Αν είστε πραγματικά σοφός, θα έχετε συνειδητοποιήσει ότι μερικές φορές το πιο σοφό πράγμα που μπορείτε να κάνετε σε κάποιες καταστάσεις είναι να κρατήσετε το στόμα σας κλειστό ώστε να ζήσετε για να  πολεμήσετε μια άλλη μέρα.

Gary Cox, Πώς να γίνεις φιλόσοφος ή Πώς να είναι σχεδόν βέβαιος ότι σχεδόν τίποτα δεν είναι βέβαιο, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ.41-42

 

 

Το πρόβλημα της επαγωγής 

Ο Bertrand Russell και η επαγωγίστρια γαλοπούλα (στην πραγματικότητα κοτόπουλο)

 

Υπάρχει κανείς που αμφιβάλλει ότι αύριο ο ήλιος θα ανατείλει και πάλι; Προφανώς όχι. Επειδή κάθε μέρα, ανελλιπώς, ο ήλιος ανατέλλει. Εφόσον δεν υπήρξε ως τώρα καμία εξαίρεση, ένας επαγωγιστής θεωρεί λογικό να συμπεράνει ότι ούτε αύριο θα υπάρξει εξαίρεση, κάνοντας έτσι μια πρόβλεψη για το μέλλον.

Ο Bertrand Russell, το 1912, στο 6ο κεφάλαιο του βιβλίου του The Problems of Philosophy, με τίτλο «On Ιnduction», επανέρχεται σε ένα ζήτημα που είχε απασχολήσει τον σκεπτικιστή φιλόσοφο David Hume. Ο Hume, μιλώντας για την αιτιότητα στη φύση, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει αναγκαία σύνδεση στην εμφάνιση δύο συμβάντων Α και Β. Απλώς έχουμε τη «συνήθεια» να αναμένουμε ότι η εμφάνιση ενός γεγονότος Α θα οδηγήσει σε ένα γεγονός Β.

Ο Russell αποδεικνύει πως ο Hume έχει δίκιο: η επαγωγή δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Όπως το θέτει ο Russell, πρέπει να προβληματιστούμε εάν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε σε ό,τι ονομάζουμε «ομοιομορφία της φύσης». Πρόκειται για την πίστη πως ό,τι συνέβη ή θα συμβεί είναι ένδειξη ενός γενικού νόμου στον οποίο δεν χωρούν εξαιρέσεις. Μπορούμε όμως να βεβαιώσουμε ότι υπάρχει μια τέτοια «ομοιομορφία της φύσης»;

Κι εδώ εμφανίζεται η περίπτωση της επαγωγίστριας γαλοπούλας, την οποία χρησιμοποιεί παραδειγματικά ο Russell για να δείξει τους περιορισμούς της επαγωγής, και η οποία έχει ως εξής:

Όταν η γαλοπούλα μεταφέρθηκε στη φάρμα, διαπίστωσε ότι ο αγρότης τάιζε όλα τα πουλερικά του την ίδια ώρα κάθε μέρα. Επειδή ήταν μια πολύ προσεκτική επαγωγίστρια, δεν βιάστηκε να βγάλει συμπεράσματα, αλλά περίμενε να συγκεντρώσει περισσότερα στοιχεία. Μετά από κάμποσο καιρό, μπορούσε πια να πει με βεβαιότητα ότι ο αγρότης, κάθε μέρα, με ζέστη ή με κρύο, με ήλιο ή με βροχή, τάιζε τα πουλερικά του την ίδια ώρα. Τα στοιχεία ήσαν, λοιπόν, αρκετά και πλέον ήταν σε θέση να προβλέψει τεκμηριωμένα πως την επόμενη ημέρα, τη συνηθισμένη ώρα, ο αγρότης θα ταΐσει και πάλι τα πουλερικά του. Συνέβη όμως, δυστυχώς, η επόμενη ημέρα να είναι η παραμονή των Χριστουγέννων. Εκείνη την ημέρα, ο αγρότης, αντί να φέρει φαγητό στα πουλερικά του, τους έκοψε τον λαιμό.

Επομένως, η επαγωγή μπορεί μόνο να μας πει το εξής: όταν βρεθεί πως ένα πράγμα Α συνδέεται με ένα πράγμα Β, και δεν βρεθεί ποτέ να μην συνδέεται με το πράγμα Β, τότε, όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των περιπτώσεων που το Α συνδέεται με το Β, τόσο μεγαλύτερες είναι πιθανότητες τα δύο πράγματα να συνδέονται και σε μια άλλη περίπτωση στην οποία να εμπλέκεται το ένα από τα δύο.

Η επαγωγή δεν μπορεί, λοιπόν, να εγγυηθεί την αλήθεια, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως ένας τρόπος για να βγάλουμε συμπεράσματα για τον κόσμο. Γιατί τότε θεωρούμε ότι η επαγωγή είναι αποτελεσματική; Επειδή ήταν αποτελεσματική στο παρελθόν. Όμως, έτσι, μπλεκόμαστε σε ένα φαύλο κύκλο, αφού προσπαθούμε να τεκμηριώσουμε την επαγωγή με την επαγωγή. Και αυτή η λογική πλάνη πρέπει να προβληματίσει όχι μόνον τους φιλοσόφους αλλά και όσους, σαν τον εντιμότατο κύριο Sherlock Holmes, ερευνούν το έγκλημα.

[πηγή: https://sarantakos.wordpress.com/2019/12/23/turkey-2/ σχόλιο 31]