Νεοελληνική Λογοτεχνία Β΄ Γυμνασίου – Και πάλι στο σχολείο…

Ζωρζ Σαρή (πηγή: εφημερίδα Το Βήμα)

 

 

Ζωρζ Σαρή, Και πάλι στο σχολείο…

 

Βασικά σημεία:

 

1. Η πρώτη μέρα στο σχολείο

Μια τάξη συμμαθητριών συναντιούνται στο σχολείο μετά τις διακοπές, συζητούν τις καλοκαιρινές εμπειρίες τους και ανταλλάσσουν τα μικρά μυστικά της εφηβείας. Κυριαρχεί μια ατμόσφαιρα κεφιού, χαράς και νεανικότητας, που αναδύεται μέσα από τους ζωντανούς διαλόγους των κοριτσιών, σχετικά με τις φιλίες, τους χαρακτήρες και τα ενδιαφέροντά τους.

βιβλίο του καθηγητή, σελ.126

 

 

2. Οι σχέσεις

Σε μερικά σημεία μπορούμε να καταλάβουμε τις συμπάθειες και τις αντιπάθειες ανάμεσα στις μαθήτριες αλλά και τη σχέση των μαθητριών με τις δασκάλες τους.

Η Κική πήγε στη Μάνη.

         – Ε, και να βλέπατε τον πύργο των παππούδων μου! Στους τοίχους κρέμονται οι πρόγονοί μας, και στο σκαλιστό μακρόστενο τραπέζι κάθονται είκοσι τέσσερα άτομα, και πάνω από το τραπέζι έχει έναν πολυέλαιο μπρούντζινο με είκοσι τέσσερις λαμπτήρες…

         Η φαντασμένη. Άντε να ξεχωρίσεις, όταν μιλάει, το ψέμα από την αλήθεια…

[…]

         Η Ποζέλι δε θα ‘ρθει φέτος στο σχολείο. Πέρσι κουράστηκε πολύ, να ξυπνάει νωρίς για να προλαβαίνει τα μαθήματα. Πώς να ταιριάζει το νυχτερινό τραγούδι με τη Σχολή Θηλέων; Άλλωστε, τώρα το όνομά της μπήκε με μεγάλα γράμματα έξω από τη Μάντρα του Αττίκ. Γύρω του, τη νύχτα, αναβοσβήνουν πολύχρωμα λαμπιόνια. Αντίο, Ποζελάκι…

 

Στο παραπάνω απόσπασμα είναι φανερό ότι η αφηγήτρια αντιπαθεί την Κική, ενώ λυπάται για την απουσία της Ποζέλι. Η παρουσία της διευθύντριας, της κυρίας Ερασμίας, δεν προκαλεί κανένα σχόλιο από την πλευρά των μαθητριών. Το ύφος της είναι μάλλον τυπικό και δείχνει πως κρατά απόσταση από αυτές:

Όταν μπήκε στην τάξη η κυρία Ερασμία, με το ράσο της και τις μαύρες παντόφλες, όλες οι μαθήτριες ήταν αναψοκοκκινισμένες.

         – Αγαπηταί μαθήτριαι, σας εύχομαι καλήν πρόοδον… Η δεσποινίς Κλάρα θα σας ανακοινώσει το πρόγραμμα.

 

Αντίθετα, οι αντιδράσεις των μαθητριών και η ξεκάθαρη δήλωση της αφηγήτριας δείχνουν ότι η δεσποινίς Κλάρα είναι η αγαπημένη τους:

Μόλις απομακρύνθηκε η κυρία Διευθύντρια, έγινε χαλασμός από τα πολλά χειροκροτήματα. Η αγαπημένη καθηγήτρια ανέβηκε στην έδρα -ήταν όμορφη, πιο όμορφη από πέρσι. Καινούριο ταγεράκι, μπλε με άσπρες κουκκίδες, και μπλε γραβάτα. Μούρλια! Ευχαρίστησε για την υποδοχή και τους έκανε νόημα να σταματήσουν. Τους είπε:

         – Καλές μου φίλες, με πολλή χαρά σάς ξαναβρίσκω. Πιστεύω πως φέτος θα πούμε πολλά, πιο πολλά από πέρσι… Δε χρειάζεται να φωνάξω κατάλογο. Μόνο μια καινούρια μάς ήρθε. Καλώς όρισες, Μαριάννα…

 

 

3. Χαρακτήρες και κοινωνικές συνθήκες

Με μια πρώτη ματιά η αφήγηση φαίνεται να παρουσιάζει με συντομία τις μαθήτριες και τις καλοκαιρινές τους εμπειρίες. Η προσεκτική ανάγνωση, όμως, φανερώνει τον χαρακτήρα πολλών μαθητριών αλλά και τις συνθήκες της ζωής τους:

 

– Οι πλούσιες

Η Λένα πήγε στην Κηφισιά, έμενε σ’ ένα μεγάλο ξενοδοχείο, το «Σεμίραμις»… Έτρωγε μεσημέρι βράδυ στο εστιατόριο…
         Η Ίντα πήγε στο νησί των Ιπποτών, στη Ρόδο…

– Πού πήγες διακοπές; ρώτησα τη Λίλη.
         Κι αυτή, δίχως να χρωματίσει τη λέξη, απάντησε:
         – Στο Παρίσι.

Η Κική πήγε στη Μάνη.
         – Ε, και να βλέπατε τον πύργο των παππούδων μου! […] Η φαντασμένη. Άντε να ξεχωρίσεις, όταν μιλάει, το ψέμα από την αλήθεια…

 

– Η φτωχή

Παρ’ ολίγο να μην έρθει ούτε η Μίνα.

         – Ήθελε ο μπαμπάς μου να με στείλει στο Τορόντο, σ’ έναν αδερφό του που δεν έχει παιδί, πολύ πλούσιο… Εγώ δεν ήθελα, φοβόμουν να φύγω, και η μαμά έμπηξε τις φωνές: «Δε δίνω σε κανέναν τα παιδιά μου, τα θέλω όλα κοντά μου…».

         Η Μίνα έχει έντεκα αδέρφια.

Εδώ θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι ο πατέρας, αγωνιώντας για τη συντήρηση της πολυμελούς οικογένειας, θέλει να στείλει ένα του κορίτσι στον Καναδά. Η στάση της μητέρας όμως είναι απόλυτη…

 

– Η παραμελημένη

  Η Αθηνούλα πήγε στο σπίτι της γιαγιάς, στο Παλιοσέλι της Κόνιτσας.

         – Η γιαγιά μού έκανε όλα τα χατίρια.

         (Ο πατέρας της και η μητριά της πήγαν πάλι στην Ευρώπη…)

Το σχόλιο της αφηγήτριας δείχνει ότι η Αθηνούλα μεγαλώνει χωρίς τη φυσική της μητέρα. Ο πατέρας προτιμά να την αφήνει στη γιαγιά, όταν ταξιδεύει. Ίσως γι’ αυτό η γιαγιά να μην της χαλάει χατίρι.

 

– Η υπερπροστατευμένη

Η Αννούλα στο Φάληρο με καπέλο ως να γείρει ο ήλιος κι ύστερα μάλλινο ζακετάκι, να μην κρυολογήσει το παιδί…
         – Αχ!

 

– Οι ξένοιαστες

Η Άλκη στο αιώνιο Μαρούσι με τις βόλτες του.

         – … και το βράδυ πηγαίναμε με τη Λενιώ στον κινηματογράφο…

Η Ζωρζ ξυπόλυτη στο Καβούρι.

         – Φεύγαμε με τη Ρενέ πρωί, πολύ πρωί, να προλάβουμε τη θάλασσα λάδι, και γυρίζαμε για φαγητό περασμένες δύο. Τα βράδια…

 

– Η ερωτευμένη

Και η Άλμπα, η λιγομίλητη, τους είπε πως πήγε στην Αίγινα και πως τα είχε περάσει πολύ ωραία.

         (Δεν τους είπε πως ο Αιμίλιος, ο αδερφός της Μαρίνας, την τελευταία μέρα του καλοκαιριού τής γλίστρησε κι ένα ραβασάκι μέσα στην τσέπη. «Σ’ αγαπώ», της έγραφε, κι εκείνη δεν κοιμήθηκε όλη τη νύχτα. Τώρα τον σκέφτεται…)

 

– Η περήφανη

Η Κική πήγε στη Μάνη.

         – Ε, και να βλέπατε τον πύργο των παππούδων μου! […] Η φαντασμένη. Άντε να ξεχωρίσεις, όταν μιλάει, το ψέμα από την αλήθεια…

 

– Η μοναχική και σκεπτόμενη

Η Αθηνά πήγε στην Κερασιά, στο σπίτι της γιαγιάς. Διάβαζε, έγραφε στις φίλες της, έγραφε στίχους.

 

– Η επιτυχημένη καλλιτέχνιδα

Η Ποζέλι δε θα ‘ρθει φέτος στο σχολείο. Πέρσι κουράστηκε πολύ, να ξυπνάει νωρίς για να προλαβαίνει τα μαθήματα. Πώς να ταιριάζει το νυχτερινό τραγούδι με τη Σχολή Θηλέων; Άλλωστε, τώρα το όνομά της μπήκε με μεγάλα γράμματα έξω από τη Μάντρα του Αττίκ.

 

 

4. Αφηγηματική τεχνική

(α) αφηγητής

Στο απόσπασμα η αφήγηση δίνεται από μία μαθήτρια της σχολής, άρα από πρόσωπο που συμμετέχει στην ιστορία που αφηγείται:

– Πού πήγες διακοπές; ρώτησα τη Λίλη.

         Κι αυτή, δίχως να χρωματίσει τη λέξη, απάντησε:

         – Στο Παρίσι.

 

Η αφηγήτρια δείχνει να ξέρει τα πάντα για τις συμμαθήτριές της, ακόμα και πράγματα που δεν θα έπρεπε να γνωρίζει (παντογνώστρια):

Και η Άλμπα, η λιγομίλητη, τους είπε πως πήγε στην Αίγινα και πως τα είχε περάσει πολύ ωραία.

         (Δεν τους είπε πως ο Αιμίλιος, ο αδερφός της Μαρίνας, την τελευταία μέρα του καλοκαιριού τής γλίστρησε κι ένα ραβασάκι μέσα στην τσέπη. «Σ’ αγαπώ», της έγραφε, κι εκείνη δεν κοιμήθηκε όλη τη νύχτα. Τώρα τον σκέφτεται…)

Πριν ακόμη χτυπήσει το κουδούνι, δίχως μολύβι και χαρτί, έτσι στον αέρα, η καθεμιά είχε ξεκινήσει την έκθεσή της. «Πρέπει η δική μου να είναι η καλύτερη…», σκεφτόταν η Ζωρζ. Ήθελε να ξεπλύνει την περσινή ντροπή της αντιγραφής. Αν τα κατάφερνε να πάρει άριστα ή έστω ένα λίαν καλώς, τότε θα ομολογούσε στη δεσποινίδα Κλάρα την απάτη και θα της ζητούσε συγγνώμη. Δε θα δυσκολευόταν να γράψει την έκθεση, είχε τόσα και τόσα ζήσει στο Καβούρι της! Θα τα έγραφε όλα, για την καφασωτή παράγκα, τη θάλασσα στα πόδια τους, τις βουτιές από τον ψηλό βράχο και τα τραγούδια της παρέας στην ακρογιαλιά με την πανσέληνο που ανατέλλει. Αχ, πώς να περιγράψει αυτή την ασημένια γραμμή που σκίζει στα δυο την ασάλευτη θάλασσα!

         Να σταματήσει το χρόνο πάνω σε μια κόλλα χαρτί, να ζήσει για πάντα την ομορφιά του καλοκαιριού της! Όταν σαν θεά Αθηνά κατέβαινε το λοφάκι, με το σεντόνι άσπρη χλαμύδα και με το χρυσαφί κοντάρι, το ξύλο που είχε βάψει η χρυσοχέρα η Ρενέ! Κυρίαρχος του κόσμου!

 

(β) αφηγηματικοί τρόποι:

Στο απόσπασμα κυριαρχεί ο διάλογος. Πρόκειται για μια απολύτως φυσιολογική επιλογή, αφού έτσι αναδεικνύεται καλύτερα η ψυχική διάθεση των κοριτσιών και η ζωντάνια και η ευθυμία της πρώτης μέρας της σχολικής χρονιάς. Υπάρχουν βέβαια και κάποιες σύντομες περιγραφές:

Η τάξη γιορτάζει τη χαρά της πρώτης μέρας. Αγκαλιές, φιλιά, γέλια, φωνές και ψίθυροι, μικρά και μεγάλα μυστικά, φρεσκοσιδερωμένες ποδιές, καινούρια παπούτσια, καινούριες τσάντες, μαλλιά κοντά, μαλλιά μακριά, κοτσιδάκια, κοτσίδες, πιαστράκια, μπαρέτες, χτενάκια, κορδέλες. Μάτια λαμπερά γεμάτα θάλασσες και βουνά, γεμάτα παιχνίδια, γεμάτα τρέλες. Η τάξη ξεχείλισε από τις καλοκαιριάτικες αναμνήσεις.

 

Η αγαπημένη καθηγήτρια ανέβηκε στην έδρα -ήταν όμορφη, πιο όμορφη από πέρσι. Καινούριο ταγεράκι, μπλε με άσπρες κουκκίδες, και μπλε γραβάτα. Μούρλια!

 

 

Θέλω κι άλλο!

 

 ❦

Αφήστε μια απάντηση