Θουκυδίδη, Περικλέους Επιτάφιος (2) – Κεφάλαιο 35

Ο αρχαιολογικός χώρος του Κεραμεικού (πηγή: ιστότοπος Οδυσσεύς του Υπουργείου Πολιτισμού)

 

Κεφάλαιο 35

 

Βασικά σημεία

  1. Οι επιφυλάξεις του Περικλή σχετικά με την εκφώνηση επιταφίου. Αληθινές ή τέχνασμα;
  2. Η τελική του απόφαση. Τα ζητούμενα του προοιμίου.
  3. Οι ἄπειροι ακροατές. Εδώ κρύβεται η λύση της πατρότητας του λόγου;

 

Σχολιασμός

 

1. οι περισσότεροι απ’ όσους έχουν μιλήσει…: αναφέρεται στους ρήτορες που μίλησαν στο παρελθόν στον Κεραμεικό και από τους οποίους δε γνωρίζουμε κανένα, εκτός απ’ τον ίδιο τον Περικλή, που είχε εκφωνήσει επιτάφιο λόγο το 440 π.Χ. προς τιμή των νεκρών του Σαμιακού πολέμου. Από το λόγο αυτό, πέρα από μια εντυπωσιακή παρομοίωση της απώλειας των νέων για μια πόλη με την αφαίρεση της άνοιξης απ’ το χρόνο [την παρομοίωση διασώζει ο Αριστοτέλης στη Ρητορική (Α΄, 7)], δε σώζεται τίποτε.

γιατί είναι δύσκολο…την αλήθεια: κοινός τόπος για τους εκφωνητές εγκωμιαστικών λόγων η υπογράμμιση της δυσκολίας να ισοσταθμιστούν τα κατορθώματα με τα λόγια (facta dictis exaequare), στα πλαίσια της προσπάθειας να κερδίσει ο ρήτορας την εύνοια των ακροατών (captatio benevolentiae).

 

Οι απόψεις του Περικλή Επιχειρηματολογία
1. Ο επιτάφιος λόγος δεν έχει θέση στην τελετή ταφής των στρατιωτών, γιατί: (α) η έμπρακτη τιμή, δηλαδή η τελετή που αναλαμβάνει η πολιτεία, είναι αρκετή (με έργα διακρίθηκαν, με έργα πρέπει να τιμηθούν)  
(β) τίθεται ζήτημα αξιοπιστίας: ο λόγος μπορεί να μην είναι αντάξιος των περιστάσεων· δύσκολα ο ρήτορας θα καταφέρει να φανεί αξιόπιστος στο ακροατήριό του. γιατί: (α) ο ενημερωμένος ακροατής δε θεωρεί τα λόγια ισάξια με τα κατορθώματα,

(β) ο ἄπειρος θεωρεί τα λόγια υπερβολές.

 

γιατί μόνο ως εκείνο το σημείο ανέχεται…δεν δίνει πίστη: αιτιολογεί την προηγούμενη άποψη και διατυπώνει μια βαθιά ψυχολογική παρατήρηση, ότι δηλαδή κανείς δεν ακούει με ευχαρίστηση εγκώμια που απευθύνονται σε άλλους, ιδίως για πράξεις που ξεπερνούν τις δυνατότητές του.

Κατά πρώτο λόγο χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε τη σημασία (μάλλον τις σημασίες) των δύο όρων (λόγοι και ἔργα), με την οποία τους συναντούμε στον Επιτάφιο: λόγος λοιπόν είναι και ο εκφερόμενος (ανακοίνωση πληροφοριών, διαθέσεων, διανοημάτων κτλ.) και ο ενδιάθετος (στοχασμός, σκέψη)· ἔργα είναι τα (σημαντικά) αποτε­λέσματα της ανθρώπινης προσπάθειας, π.χ. τα κάθε είδους οικοδο­μήματα, αλλά και τα «πολεμικά έργα», οι μάχες, τα κατορθώματα.

Στη συνέχεια, θα θυμηθούμε ότι η ταυτόχρονη διάκριση ενός α­τόμου στα λόγια και στα έργα ήδη από την ομηρική εποχή θεωρή­θηκε ως ολοκλήρωση του ἀγαθοῦ ἀνδρός, που ήταν μύθων τε ῥητὴρ καὶ ἔργων πρηκτήρ (Ιλιάδα, Ι 443). Στον Επιτάφιο όμως η σχέση των δύο όρων εμφανίζεται συνήθως αντιθετική, και συγκεκριμένα:

–  τα ἔργα θεωρούνται ανώτερα από τους λόγους (κεφ. 35, 40, 41, 42 και 43)·

–  ἔργα και λόγοι εμφανίζουν σχέση ισοτιμίας (κεφ. 40, 42, 43 και 46)·

–  τα ἔργα εμφανίζονται ως κατώτερα από τους λόγους (κεφ. 36 και 43).

[Η. Σπυρόπουλος, βιβλίο του καθηγητή]

 

2. Παρόλες τις επιφυλάξεις του, που διατυπώνονται με λεπτό τρόπο (θα ήμουν της γνώμης…), ο Περικλής θα συμμορφωθεί με το έθιμο και θα εκφωνήσει τον επιτάφιο λόγο· αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι ενστάσεις που διατύπωσε ήταν μάλλον ένα ρητορικό τέχνασμα, για να εντυπωσιάσει, να κολακέψει και, τέλος, να κερδίσει το ακροατήριό του. Με αυτόν τον κάπως ανορθόδοξο τρόπο καταφέρνει να ανταποκριθεί στα βασικά ζητούμενα ενός προοιμίου ρητορικού λόγου: να κατατοπίσει τους ακροατές για το θέμα (εὐμάθεια), να κεντρίσει το ενδιαφέρον τους (πρόσεξις) και να κερδίσει την εύνοια του ακροατηρίου του (εὔνοια).

Η πρώτη παράγραφος βάζει το λόγο του ρήτορα αντιμέτωπο με το έργο των νεκρών. Συμπληρώνοντας το συλλογισμό ο Περικλής θα είχε να τονίσει πόσο δύσκολο είναι το facta dictis exaequare, να ισοσταθμίσει έργα τόσο σημαντικά με λόγια μόνο – κάτι που συχνά ακούγεται και σ’ επιταφίους και σ’ άλλους εγκωμιαστικούς πιο πολύ λόγους, όχι μόνο για να εξαρθούν τα έργα, αλλά και για να κερδίσει ο ομιλητής από την αρχή των ακροατών του την εύνοια, τονίζοντας τις δυσκολίες που προβάλλει τα θέμα του. [Ι. Κακριδής]

3. Ο Περικλής χωρίζει τους ακροατές σε αυτούς που ξέρουν καλά τα γεγονότα και σε αυτούς που δεν τα γνώρισαν. Όμως, το 431 π.Χ. ποιος μπορούσε να αγνοεί τα κατορθώματα των μαχητών, αλλά και την ισχύ της Αθήνας; Κάποιοι μελετητές θεωρούν πως εδώ κρύβεται μια απόδειξη για το ότι στην πραγματικότητα ο Θουκυδίδης έγραψε τον Επιτάφιο, με σκοπό να ενημερώσει την απογοητευμένη και ντροπιασμένη μεταπολεμική γενιά, τους ἀπείρους του αθηναϊκού μεγαλείου, για όσα συντελέστηκαν πριν την έναρξη του πολέμου· πριν η Αθήνα, η πόλη τους, ηττημένη, συνθηκολογήσει με τους νικητές.

Η αντίθετη άποψη λέει πως εδώ απλώς ο Περικλής θεωρεί ἀπείρους αυτούς που δεν πολέμησαν μαζί με τους νεκρούς που κηδεύονταν εκείνη την ημέρα.

 

 

Παράλληλο κείμενο

 

Το παρακάτω απόσπασμα από τον Μενέξενο του Πλάτωνα ανοίγει γόνιμο διάλογο με το κεφάλαιο 35 του Επιταφίου. Στο πλατωνικό κείμενο ο Σωκράτης ειρωνεύεται τις υπερβολές και τις μεγαλοστομίες των ρητόρων και έρχεται να διαφωνήσει με την περίκλεια άποψη περί της δυσκολίας εξασφάλισης αξιοπιστίας· οι ρήτορες πάντα πετυχαίνουν, αφού στην ουσία επαινούν το ακροατήριό τους. Ποιος δεν απολαμβάνει τους επαίνους, ακόμη και όταν γνωρίζει καλά ότι είναι υπερβολικοί;

 

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Λοιπόν, Μενέξενε, φαίνεται ότι από πολλές απόψεις είναι ωραίο πράγμα να πεθαίνει κανείς στον πόλεμο. Ενταφιάζεται με τιμή και μεγαλοπρέπεια, έστω και αν πεθάνει φτωχός, και εγκωμιάζεται ανεξάρτητα πάλι από το αν μπορεί να είναι φτωχός. Και τιποτένιος αν είναι, επαινείται από σοφούς άνδρες, οι οποίοι δεν κάνουν πρόχειρο εγκώμιο, αλλά έχουν από πολύ χρόνο προετοιμάσει τους λόγους τους και τόσο θαυμάσια επαινούν, ώστε μαγεύουν τις ψυχές μας, όταν περιγράφουν με ένα υπέροχο λεκτικό στολισμό όσες αρετές έχει και όσες δεν έχει ο καθένας. Και την πόλη εγκωμιάζουν με όλους τους τρόπους και τους πεσόντες στον πόλεμο και όλους τους προγόνους μας τους πριν, ακόμη και εμάς, όσους βρισκόμαστε στη ζωή, μας επαινούν. Σε εμένα προσωπικά, Μενέξενε, οι έπαινοι των ανθρώπων αυτών προκαλούν διάθεση μεγάλης γενναιοψυχίας και κάθε φορά μένω ακίνητος στο άκουσμα και τη μαγεία των λόγων με την εντύπωση, ότι αμέσως εκείνη τη στιγμή έχω γίνει ψηλότερος, ευγενέστερος και ωραιότερος. Και έρχονται πάντοτε μαζί μου ξένοι, πράγμα συνηθισμένο για μένα, και ακούν και αυτοί, απέναντι των οποίων εγώ αμέσως παίρνω αγερωχότερο ύφος. Γιατί κι εκείνοι ανάλογα επηρεάζονται στην εκτίμησή τους προς εμένα και προς την πόλη. Την βρίσκουν δηλαδή θαυμαστότερη από ό,τι την νόμιζαν πριν, γιατί πείθονται από τον ρήτορα για το μεγαλείο της. Και αυτή η έπαρσή μου διαρκεί περισσότερο από τρεις ημέρες. Τόσο έντονα εισδύει στην ακοή μου ο λόγος και η απαγγελία από το στόμα του ομιλητού, ώστε μόλις την τέταρτη ή την πέμπτη ημέρα αναγνωρίζω τον εαυτό μου και αντιλαμβάνομαι σε ποιο μέρος της γης βρίσκομαι, ενώ μέχρι τότε έχω σχεδόν την αίσθηση ότι κατοικώ στα νησιά των μακάρων. Τόσο δεινούς ρήτορες έχουμε εμείς.

ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ

Εσύ Σωκράτη, πάντα ειρωνεύεσαι τους ρήτορες. Εν τούτοις, όποιος εκλεγεί τώρα θα βρεθεί, νομίζω, σε δύσκολη θέση. Γιατί η απόφαση έχει ληφθεί ξαφνικά, ώστε θα αναγκασθεί ο ρήτορας να μιλήσει κάπως αυτοσχέδια.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Από πού το συμπεραίνεις αυτό, αγαπητέ μου; Έχει ο καθένας τους έτοιμους λόγους, και εξάλλου δεν είναι δύσκολο να αυτοσχεδιάζει κανείς τέτοια θέματα μάλιστα. Βέβαια, αν έπρεπε ο ρήτορας να επαινέσει Αθηναίους σε ακροατήριο Πελοποννησίων ή Πελοποννήσιους σε Αθηναίων, θα χρειαζόταν να είναι ικανός ρήτορας, για να πείσει και για να πετύχει. Όταν όμως μιλάει κανείς έχοντας ακροατές αυτούς ακριβώς τους οποίους και εγκωμιάζει, δεν είναι καθόλου δύσκολο να κάνει εντύπωση καλού ρήτορα.

ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ

Δεν το νομίζεις αυτό δύσκολο, Σωκράτη;

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Όχι, μα το Δία.

 

 

Θέλω κι άλλο!

Περισσότερες πληροφορίες για τον Κεραμεικό στην ιστοσελίδα Οδυσσεύς του Υπουργείου Πολιτισμού και στο σχετικό άρθρο της Βικιπαίδειας.

 

Αφήστε μια απάντηση