Κ.Π. Καβάφης, 27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ. (δημιουργική εργασία)

 

Βιογραφία του Κωνσταντίνου Καβάφη

 

Γεραντίδου Μαρία

Νταβίτκοβα Εληονώρα

 

O Κωνσταντίνος Kαβάφης, γιος του Πέτρου-Ιωάννη Ιωάννου Καβάφη και της Χαρίκλειας Γεωργάκη Φωτιάδη, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 29 Απριλίου 1863. Oι γονείς του ήταν Kωνσταντινουπολίτες και ο Φαναριώτης προπάππος του Πέτρος Kαβάφης (1740-1804) διετέλεσε Γραμματέας του Oικουμενικού Πατριαρχείου.

Ο Κ. Καβάφης είχε έξι μεγαλύτερους αδελφούς. Ο πατέρας του ήταν έμπορος με διπλή υπηκοότητα, Βρετανική και Ελληνική. Στην Αλεξάνδρεια η οικογένεια του Kαβάφη απέκτησε ιδιαίτερη οικονομική και κοινωνική άνεση, αλλά ο θάνατος του Πέτρου-Iωάννη το 1870, σε συνδυασμό με δυσχερείς οικονομικές συγκυρίες, ανάγκασε την μητέρα του Κ. Καβάφη να φύγει από την Αλεξάνδρεια μαζί με τα παιδιά της το 1872, όταν ο Kωνσταντίνος ήταν εννέα ετών, για να εγκατασταθεί στη Βρετανία. H μητέρα του έμεινε για δύο σχεδόν χρόνια στο Λίβερπουλ, στη συνέχεια για περίπου δύο χρόνια στο Λονδίνο και ύστερα για λιγότερο από έναν χρόνο ξανά στο Λίβερπουλ. Το 1877 η μητέρα του και τα μικρότερα παιδιά επέστρεψαν στην Αλεξάνδρεια λόγω οικονομικών προβλημάτων. 

Στην Αλεξάνδρεια φοίτησε στο εμποροπρακτικό λύκειο «Eρμής» και στα δεκαοκτώ του είχε αρχίσει να συντάσσει ένα ιστορικό λεξικό. Η οικογένεια επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη εξαιτίας αναταραχών και ενός στρατιωτικού κινήματος. Το σπίτι τους στην Αλεξάνδρεια καταστράφηκε από πυρκαγιά μαζί με όλα τα υπάρχοντα τους και τα χειρόγραφα έργα του Καβάφη. Έτσι το πρώτο χειρόγραφό του που διασώθηκε είναι το ημερολόγιο ταξιδιού προς Kωνσταντινούπολη, και το πρώτο του ποίημα είναι το «Leaving Therapia», γραμμένο στα αγγλικά και χρονολογημένο από τον ίδιο στις 16 Ιουλίου 1882. Τον Σεπτέμβριο του 1885 ο Καβάφης επέστρεψε οριστικά στην Αλεξάνδρεια. 

Το 1892 προσλήφθηκε στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου, πήρε θέση έκτακτου υπαλλήλου. Διατήρησε την θέση του αυτή για τριάντα χρόνια έως το 1922. Οι δημοσιεύσεις ποιημάτων και πεζών στην Αλεξάνδρεια ξεκίνησαν στις 3 Iανουαρίου 1886 με το άρθρο «Tο κοράλλιον υπό μυθολογικήν έποψιν». Στις 27 Μαρτίου του ίδιου χρόνου δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα, με τίτλο «Βακχικόν», στο περιοδικό Έσπερος της Λειψίας. Από την ηλικία 45 ετών η ζωή του άλλαξε ριζικά: ελάττωσε σταδιακά τις κοσμικές του εμφανίσεις και αφοσιώθηκε στην ποίηση. 

Το 1924 ο Παλαμάς έκανε μια σύντομη αλλά νηφάλια εκτίμηση του έργου του Καβάφη. Tο 1926, επί δικτατορίας Πάγκαλου, η Ελληνική Πολιτεία ανεγνώρισε την προσφορά του Kαβάφη στα Ελληνικά γράμματα, τιμώντας τον με το Αργυρό παράσημο του Τάγματος του Φοίνικος.

To 1932 όμως άρχισε να αισθάνεται ενοχλήσεις στο λάρυγγα, και τον Ιούνιο οι γιατροί στην Αλεξάνδρεια διέγνωσαν καρκίνο. O Kαβάφης ταξίδεψε στην Αθήνα για θεραπεία, η οποία δεν απέδωσε. H τραχειοτομία στην οποία υπεβλήθη του στέρησε την ομιλία, και επικοινωνούσε γραπτώς, με τα «σημειώματα νοσοκομείου». Επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια για να πεθάνει λίγους μήνες αργότερα στο ελληνικό νοσοκομείο που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του.

Δεν τύπωσε ποτέ τα ποιήματά του σε βιβλίο, και μάλιστα αρνήθηκε δύο σχετικές προτάσεις που του έγιναν, μία για ελληνική έκδοση και μία για αγγλική μετάφραση των ποιημάτων του. Προτιμούσε να δημοσιεύει τα ποιήματά του σε εφημερίδες, περιοδικά και ημερολόγια, και να τα τυπώνει ιδιωτικά σε μονόφυλλα, κάνοντας στη συνέχεια αυτοσχέδιες συλλογές που μοίραζε στους ενδιαφερόμενους.

Έτσι η πρώτη συλλογή με τα 154 ποιήματα του καβαφικού «Kανόνα» κυκλοφόρησε σε βιβλίο μετά θάνατον στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα για πρώτη φορά το 1948, από τις εκδόσεις «Ίκαρος» του Mάριου Πλωρίτη. Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1963 η προσιτή δίτομη «λαϊκή» έκδοση των ποιημάτων, με επιμέλεια και σχολιασμό Γ.Π. Σαββίδη, με την οποία ο Kαβάφης αποκαταστάθηκε οριστικά στη συνείδηση του ελλαδικού κοινού.

O ποιητής άφησε ένα τακτοποιημένο αρχείο το οποίο πέρασε στην κατοχή του Σαββίδη το 1969. Τμήματα του Αρχείου Kαβάφη αξιοποιήθηκαν και δημοσιεύτηκαν από πολλούς ερευνητές, αλλά οι σημαντικότερες εκδόσεις (πάντοτε από τις εκδόσεις «Ίκαρος») ήταν τα “Aνέκδοτα” (1968) ή “Kρυμμένα” (1992) ποιήματα, με επιμέλεια Σαββίδη, και τα “Aτελή” (1994) ποιήματα, με επιμέλεια Renata Lavagnini, ενώ είχαν προηγηθεί τα “Aποκηρυγμένα” (1983) ποιήματα. Έτσι ολοκληρώθηκε η έκδοση όλων των ποιητικών καταλοίπων του Kαβάφη και το 2003 εκδόθηκε ο πρώτος τόμος των “Πεζών” του, με επιμέλεια Mιχάλη Πιερή, ενώ ακλούθησε η έκδοση των Σχολίων του Kαβάφη στα ποιήματά του, με επιμέλεια Diana Haas.

Ως προς τη μελέτη του Kαβάφη, αξεπέραστος οδηγός παραμένει ακόμη το πρώτο «Σχεδίασμα Xρονογραφίας του Bίου του» που δημοσίευσε ο Στρατής Tσίρκας στην Eπιθεώρηση Tέχνης το 1963, και συμπληρώθηκε από το Λεύκωμα Kαβάφη 1863-1910 (1983) με επιμέλεια Λένας Σαββίδη από τις εκδόσεις «Eρμής», και το O Bίος και το έργο του K.Π. Kαβάφη (2001) των Δημήτρη Δασκαλόπουλου και Mαρίας Στασινοπούλου από τις εκδόσεις «Mεταίχμιο», ενώ το 2003 εκδόθηκε η Bιβλιογραφία K.Π. Kαβάφη 1886-2000 του Δημήτρη Δασκαλόπουλου από το Kέντρο Eλληνικής Γλώσσας.

O Kωνσταντίνος Kαβάφης πέθανε στο ελληνικό νοσοκομείο της γενέτειράς του Aλεξάνδρειας τα ξημερώματα των εβδομηκοστών του γενεθλίων, στις 29 Απριλίου 1933.

 

 

Η Βρετανική παρουσία στην Αίγυπτο

 

Βάσω Αθανασιάδου 

Μαρία Μακρίδου

 

Η Βρετανία έκανε αισθητή για πρώτη φορά την παρουσία της στην Αίγυπτο επί βασιλείας του Ισμαήλ πασά (1863-79), όταν το 1875 αγόρασε αιγυπτιακές μετοχές της Εταιρείας της Διώρυγας του Σουέζ, τις οποίες το αιγυπτιακό κράτος αναγκάστηκε να εκποιήσει για να καλύψει τους τόκους των δανείων που είχε συνάψει κυρίως με γαλλικές τράπεζες. Την ίδια περίοδο η Βρετανία ανέλαβε τον έλεγχο του νεοσυσταθέντος Ταμείου Δημοσίου Χρέους και διόρισε ελεγκτή για να εποπτεύει τα έσοδα και τα έξοδα της αιγυπτιακής κυβέρνησης. Τον Σεπτέμβριο του 1882 επενέβη στρατιωτικά για να καταστείλει μια εθνικιστική και αντιμοναρχική εξέγερση, κατέλαβε τη χώρα και το 1914 τη μετέτρεψε σε προτεκτοράτο, που διατηρήθηκε ως το 1922.

Οι Βρετανοί διατήρησαν το δικαίωμα να χειρίζονται κατά την απόλυτη κρίση τους και μέχρι την επίτευξη σχετικής συμφωνίας τα ακόλουθα ζητήματα: τη διώρυγα του Σουέζ, την εθνική άμυνα, την προστασία των ξένων συμφερόντων και των μειονοτήτων και τον έλεγχο του Σουδάν. Κύριος στόχος τους ήταν να διασφαλίσουν έναν ειδικό πολιτικό ρόλο στην Αίγυπτο, που θα τους επέτρεπε να εξυπηρετήσουν άμεσα τα στρατηγικά τους συμφέροντα στη Μέση Ανατολή και την Ινδία. Έτσι οι Βρετανοί επιδίωκαν να εντάξουν την Αίγυπτο σ’ ένα παναραβικό σύστημα ασφάλειας στη Μέση Ανατολή που θα λειτουργούσε ως ανάχωμα στη Σοβιετική Ένωση.

Ένας από τους κυριότερους στόχους των αιγύπτιων Ελεύθερων Αξιωματικών, που κατέλαβαν πραξικοπηματικά την εξουσία στην Αίγυπτο τον Ιούλιο του 1952, ήταν η απομάκρυνση των βρετανικών δυνάμεων από τη χώρα, χωρίς όμως να διαρρήξουν τις σχέσεις τους με τη Δύση, από την οποία ήλπιζαν να λάβουν μεγάλη οικονομική και στρατιωτική βοήθεια. Η αταλάντευτη θέση τους ήταν ότι η Αίγυπτος δεν έπρεπε να ενταχθεί σ’ ένα αμυντικό σύμφωνο για τη Μέση Ανατολή στο οποίο θα συμμετείχαν οι ΗΠΑ ή η Βρετανία, αφού στην αραβική κοινή γνώμη αυτό θα φαινόταν ως διαιώνιση της δυτικής κυριαρχίας. 

 

 

Κ.Π. Καβάφης «27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.»

 

Το ιστορικό πλαίσιο του ποιήματος 

 

Ευθυμία Καρασαρλίδου

 

Για τους Αιγύπτιους, και όσους γνωρίζουν κάπως την ιστορία της Αιγύπτου, η 27 Ιουνίου 1906 σημαίνει ό,τι περίπου η 3 Μαΐου 1808 για κάθε Ισπανό και η 1 Μάιου 1944 για κάθε Έλληνα: την ομαδική εκτέλεση αθώων ανθρώπων από τον κατακτητή της πατρίδας τους.

Αρχές του Ιουνίου 1906, μια βρετανική μονάδα δραγόνων κατεβαίνει από το Κάιρο προς την Αλεξάνδρεια. Στις 13 Ιουνίου οι Άγγλοι στρατοπεδεύουν πάνω στη διώρυγα Μπαγκουρία. Το μεσημέρι, πέντε αξιωματικοί ξεκινούν με τ’ άλογά τους, πιο κάτω οι τέσσερις τα παρατούν κι ανεβαίνουν σ’ αμάξια, κι ύστερα από μερικά μίλια φτάνουν σ’ ένα χωριουδάκι, το Ντενσουάι. Εκεί χωρίζονται σε δυο ομάδες κι αρχίζουν να ντουφεκάνε τα ήμερα περιστέρια που ανατρέφαν οι φελάχοι στους περιστερώνες τους. Όταν έφταναν, ένας γέρος προεστός του χωριού, τους ειδοποίησε με το δραγουμάνο τους, πως και πέρυσι είχαν κατασκοτώσει τα περιστέρια των ανθρώπων κι αυτό είχε κακοφανεί στους φελάχους. Μα οι Εγγλέζοι δεν του δώσανε σημασία. Ύστερα από είκοσι λεπτά βάλανε φωτιά σ’ ένα αλώνι με άχερα και στο γειτονικό σπίτι, και πληγώσανε βαριά μια μάνα με παιδί. Τότε τους ρίχτηκαν οι φελάχοι με πλίνθους και ρόπαλα. Οι Άγγλοι, αμυνόμενοι, ξαναπυροβόλησαν και πλήγωσαν τέσσερις άντρες. Μα οι φελάχοι κατόρθωσαν να τους αφοπλίσουν. Έτσι όλοι έσπευσαν να γυρίσουν πίσω, εκτός από έναν άνδρα, τον κάπταιν Μπούλο οποίος έκανε πεζός όλη την απόσταση στον μεσημεριανό ήλιο, έπαθε ηλίαση και μόλις έφτασε στο στρατόπεδο πέθανε. Στο μεταξύ, οι Άγγλοι, αποθηριωμένοι, ξεχύθηκαν στο γειτονικό χωριό Σερσένα και σκότωσαν ένα φελάχο συντρίβοντάς του το κρανίο.

 

 

Στον λόγο του Εθνικού ηγέτη Μουσταφά Κάμελ αναφέρονται όλες οι πληροφορίες του Υπουργείου Εσωτερικών σχετικά με το θέμα που προέκυψε. Στις 27 Ιουνίου βγαίνει η απόφαση: Τέσσερις Αιγύπτιοι καταδικάζονται σε απαγχονισμό, δυο σε ισόβια καταναγκαστικά, ένας σε 15 χρόνια καταναγκαστικά, έξι σε επτά χρόνια καταναγκαστικά, τρεις σε φυλάκιση ενός χρόνου και τέλος πέντε σε δημόσια μαστίγωση δίχως φυλακή, ο καθένας τους από πενήντα κουρμπατσιές (μαστίγιο με πέντε λουριά!). Στις τέσσερις η ώρα το πρωί, Τετάρτη 27 Ιουνίου, οι τέσσερις θανατοποινίτες και οι οχτώ καταδικασμένοι σε μαστίγωση μεταφέρονται από το Σιμπίν, πρωτεύουσα της επαρχίας της Μενουφία, στο χωριό Σοχαντά, τέσσερα χιλιόμετρα από το Ντενσουάι. Εκεί επί εννέα ώρες, περίμεναν την τρομερή εκδίκηση. Στη μία το απόγευμα της Πέμπτης 28 Ιουνίου τους μεταφέρουν στο Ντενσουάι. Οι Άγγλοι κυβερνήτες θέλησαν να γίνει η εκτέλεση την ίδια ώρα και στο ίδιο μέρος της συμπλοκής. Το μαρτύριο τελείωσε γύρω στις 2 και 30΄. Οι κραυγές των καταδίκων ήταν φριχτές και ο γόος γινόταν ακόμα πιο σπαραχτικός από τα ουρλιάσματα των γυναικών και των παιδιών. Τα πτώματα των τεσσάρων κρεμασμένων δεν αποδόθηκαν στις οικογένειές τους.

 

 

 

Το ποίημα

 

 

«27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.»

 

Σαν τόφεραν οι Χριστιανοί να το κρεμάσουν 
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριο ήλιο,
πότε ούρλιαζε και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε 
«Δεκαεφτά χρόνια μοναχά με τά ‘ζησες παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας, 
κ’ επέρασάν το το σχοινί και το ‘πνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κι ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν,
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένον σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα∙
«Δεκαεφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαεφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα παιδί μου».
 

 

 

 

 

Ερμηνεία του ποιήματος

 

Μάρθα Κολοβού

 

Στην Αίγυπτο το 1906 οι Άγγλοι κατακτητές αποφασίζουν να εκτελέσουν πέντε Αιγύπτιους, για να αποτρέψουν έτσι κάθε άλλη αντίδραση μέσω του φόβου που θα προκαλούσε η σκληρή αυτή τιμωρία στους άλλους. Ο ποιητής παρακολουθεί τον απαγχονισμό του νεότερου Αιγύπτιου, που του αποδίδει την ηλικία των 17 περίπου ετών, και καταγράφει την φρίκη του περιστατικού μέσα από τις αντιδράσεις της μητέρας του νέου. Εκείνη βρίσκεται κοντά στο χώρο όπου έχουν τοποθετήσει την κρεμάλα και όταν φέρνουν το παιδί της, για να το κρεμάσουν, σέρνεται και χτυπιέται στα χώματα. 

Τα πρόσωπα του ποιήματος είναι η μάνα και το παιδί της. Μέσα από το κείμενο καταλαβαίνουμε πως το πρόσωπο που πρωταγωνιστεί είναι η μάνα, καθώς όλο το κείμενο παρακολουθεί τις αντιδράσεις της. Η μάνα είναι συντετριμμένη, γιατί κλαίει, σέρνεται και χτυπιέται στα χώματα για τον χαμό του γιου της.

Στο ποίημα διακρίνουμε 3 στίχους στους οποίους ο συγγραφέας επέλεξε να χρησιμοποιήσει α΄ πρόσωπο και στους οποίους ακούμε τα λόγια της μητέρας. Με γλώσσα λιτή μα τόσο παραστατική παρουσιάζει τη σκηνή της εκτέλεσης καθώς και τον πόνο και την αγωνία της μάνας. Έτσι, ο ποιητής δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον μητρικό πόνο και την αγωνία, στοιχεία που επέλεξε να αποδώσει σε α΄ πρόσωπο.

 

 

Ο Καβάφης επιλέγει να προσδιορίσει τους εκτελεστές του νεαρού Αιγύπτιου ως χριστιανούς και όχι σαν Άγγλους: με την επιλογή αυτή θέλει να τονίσει πως ως χριστιανοί θα έπρεπε να δείχνουν σεβασμό απέναντι στην ανθρώπινη ζωή και να μην καταφεύγουν σε τέτοιου είδους πράξεις ακραίας βίας. 

Ιδιαίτερος είναι ο τίτλος του ποιήματος, ο οποίος παρέχει τα στοιχεία της ιστορικής του αφετηρίας. Μας ενημερώνει ήδη από την αρχή για τον χρόνο που έγινε το γεγονός και δίνει περισσότερες λεπτομέρειες για την ώρα του απαγχονισμού: ήταν ένα μεσημέρι. Ο Καβάφης με τον συγκεκριμένο τίτλο μας αφήνει μία αίσθηση περιέργειας για το περιεχόμενο του ποιήματος. Επιπλέον, από τον τρόπο με τον οποίο είναι γραμμένος ο συγκεκριμένος τίτλος θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί πως ό,τι ακολουθεί έχει τον χαρακτήρα ημερολογιακής καταγραφής. 

 

 

Βιβλιογραφία-Δικτυογραφία:

Το ποίημα στον επίσημο δικτυακό τόπο του ιδρύματος Ωνάση.

– Κ.Π. Καβάφης, Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Φιλολογική Επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδης, Ίκαρος 2000.

– Τσίρκας Στρατής, Ο Καβάφης και η εποχή του, Κέδρος 1983.

– Τσίρκας Στρατής, Ο Καβάφης και η σύγχρονη Αίγυπτος, περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης, Δεκέμβριος 1963, σελ. 549-565 και 740-742. 

– Ιλίνσκαγια Σόνια, Κ.Π. Καβάφης, Οι δρόμοι προς το ρεαλισμό στην ποίηση του 20ου αιώνα, Κέδρος 1983, σελ.149-151. 

– Πολίτης Λ., Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. ΜΙΕΤ.

– Παπαθεοδώρου Γιάννης (εισαγωγή), 27 ΙΟΥΝΙΟΥ 1906, 2 μ.μ., Δύο γράμματα για ένα καβαφικό ποίημα από την αλληλογραφία Τσίρκα-Σαββίδη, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2015.
– kavafis.gr/kavafology/bio.asp
http://www.kathimerini.gr/499284/article/epikairothta/kosmos/o-naser-kai-h-agglikh-vash-toy-soyez
– https://el.wikipedia.org

 

 

Αφήστε μια απάντηση