Η χορηγία

Το διήγημα πήρε το βραβείο εκδ. Καστανιώτη το 2004, στο διαγωνισμό «Οι Ολυμπιακοί΄αγώνες στην Ελλάδα»

 

 

Αντώνης Καναβούρας, Η χορηγία

 

Η ιδέα ήταν απλή. Διαβολικά απλή. Μεγαλειώδης! Έστησα την μπίζνα σε μία εβδομάδα. Τον περισσότερο χρόνο τον έφαγα στις νομικούρες. Ξέρετε δα τι φασαρία είναι να ιδρύσεις ανώνυμο εταιρεία. Β.Υ.Τ.Ε S.A.

Παραγωγή και διάθεση καθετοποιημένα. Μόνος μου έφτιαξα το site, τον κύριο κορμό της επιχείρησης. Περιγραφή του προϊόντος, φωτογραφίες, φόρμα παραγγελίας. Αποστολή με αντικαταβολή. Πάνω στον μήνα άνοιξα το πρώτο κατάστημα λιανικής στα Λιόσια. Ακολούθησαν Τρίκαλα, Διδυμότειχο, ‘Aρτα, Κατερίνη, Νιου Γιόρκ, Λονδίνο, Μπόστον, Μπουένος ‘Aιρες, Βομβάη, Γιοχάνεσμπουργκ και έπειτα έχασα πια το λογαριασμό. Τα υποκαταστήματα νοικιασμένα με κανονικότατα συμβόλαια, αποδείξεις ενοικίων περασμένες στα έξοδα. Βιβλία Γ’ κατηγορίας. Όλα τα παιδιά γίνανε διευθυντές υποκαταστήματος, με μισθοδοσία και ολόκληρο ένσημο. Μεγαλεία! Tο ζόρι ήταν μέχρι να βρω το προϊόν. Λοιπόν, ήταν ένα πανάλαφρο τάβλι, ας το πούμε φορητό, που μπορούσες να το πάρεις μαζί σου στην παραλία στην τσάντα με τις πετσέτες, να το βάλεις στο ορειβατικό σου σακίδιο και να ρίχνεις τις ζαριές σου στην κορυφή του Ολύμπου (κάτι τέτοιες ανοησίες άγραφα στο site). Ήταν ένα τετράγωνο πανί με ζωγραφισμένη πάνω την ταβλιέρα και στην μπορντούρα του 8 τρύπες απ’ όπου περνούσε το κορδονάκι. Τραβούσες το κορδόνι και έκλεινε σαν ζεμπίλι. Μέσα στο ζεμπίλι 30 πούλια από νοβοπάν λακαρισμένο, 15 άσπρη λάκα 15 μαύρη, και δυο ζάρια. Ούτε 200 γραμμάρια. Εν ολίγοις κάτι που δεν θα αγόραζε ποτέ κανείς μα κανείς, όσο άρρωστος κι αν είναι αλλά που με μια επιπόλαια ματιά -άλλωστε ποιος κάθεται να ρίξει δεύτερη -δείχνει καταπληκτική ιδέα. Δε κίλλερ απλικέισον! «Ρε τους άτιμους! Δεν το σκεφτόμουν εγώ πρώτος να ταν δικό μου τώρα το κοφτήριο». Διότι στα μάτια όλου του κόσμου δικαιολογημένα ήταν κοφτήριο. Αλλά κανένας από τους θαυμάζοντες το δαιμόνιον της Φυλής δεν διενοήθη να αποκτήσει μια τέτοια ανοησία. Μόνο για σεμεδάκι έκανε. Στην αρχή φοβόμουν μήπως δεχτώ καμμιά παραγγελία και έχω μπλεξίματα και άντε να τρέχεις να ράβεις τορβάδες αλλά είπαμε: ήταν Η ΙΔΕΑ! Κρυστάλλινη! Για κάθε υποκατάστημα μια ταμειακή μηχανή να κόβει 15 με 20 ρολά αποδείξεις λιανικής τη μέρα (στην τιμή σοκ των 49 Ευρώ το κομμάτι, 62 $ στην αμερικανική αγορά). Λέμε τώρα, γιατί όλες οι ταμειακές ήταν μαζεμένες σ’ ένα και μοναδικό υπόγειο όπου δούλευαν φούλ τάιμ να προλάβουν τη… ζήτηση και δεν μπορούσες να σταθείς από τον θόρυβο. Όποιος απ’ την παρέα είχε βάρδια έβαζε ωτασπίδες. Τα μαγαζιά νοικιασμένα μεν αλλά φυσικά ποτέ κανένα δεν άνοιξε, όλα ήταν ακόμα με ασβεστωμένα τζάμια και λινάτσα «Προσεχώς Αντιπροσωπεία».Τζίρος δισεκατομμυρίων. Χώρια τα δελτία αποστολής από το ίντερνετ. Το τέλειο πλυντήριο χρήματος! Η δουλειά με την κόκα πήγαινε περίφημα και η Ζυρίχη δεν μπορούσε να μας καλύψει άλλο.

Σε ένα χρόνο είσοδος στη Σοφοκλέους. Για κάμποσους μήνες η B.Y.T.E. (Bring Your Tavli Everywhere S.A.) έκλεινε 8 με 10 μονάδες πάνω από χτες. Στη μεγάλη βουτιά βγήκαμε με 32 δις. Μπορούσαμε πια να στοκάρουμε σε δικές μας αποθήκες σε Βενεζουέλα, Παναμά, Ουρουγουάη. Με μια μας απόφαση χαρμάνιαζε η Ευρώπη για 3-4 μήνες και μετά ρίχναμε φορτίο τρεις φορές καπέλο. Σε μια τέτοια «επιχείρηση χαρμάνα» βρήκε έδαφος και μπήκε στην πιάτσα ο Κατερινιώτης. Του στήσαμε μια καρφωτή και πάνω που γλιτώσαμε από δαύτον και τον κυνήγαγε η Ιντερπόλ -τελειωμένος ο χοντρός- τη βρήκαμε από κεί που δεν το περιμέναμε.

Ντριιιννν

– B.Y.T.E. SA παρακαλώ;

– Χαίρετε, τηλεφωνούμε από τον Αθήνα 2004. Θα ήθελα τον υπεύθυνο μάρκετινγκ.

Μισό λεπτό παρακαλώ.

Βάζω 3 λεπτά 1η του Μάλερ σε τηλεφωνική διασκευή και ξανασηκώνω.

– Τμήμα Μάρκετινγκ. Σε τι θα μπορούσαμε να φανούμε χρήσιμοι;

– Σκεφτόμασταν μήπως, τόσο εύρωστη εταιρεία, θα θέλατε να γίνετε Χρυσός Χορηγός.

– Μα παραμονές των αγώνων;

– Εννοείτε ότι δεν αρκεί ο χρόνος για να αξιοποιήσετε διαφημιστικά τη χορηγία σας…

– Ακριβώς.

– Καλώς, θα το μεταφέρω.

– Τιμή μας αλλά… καταλαβαίνετε.

– Καταλαβαίνω, αντίο σας.

– Αντίο.

Αντίο, ίσον για πάντα. Πλην εξαιρέσεων. Το δικό μας ήταν αντίο για μισή ώρα..

– B.Y.T.E. SA παρακαλώ;

– Καλημέρα σας, τον πρόεδρο της B.Y.T.E.

– Βρίσκεται σε μήτινγκ. Ποιός τον ζητεί παρακαλώ;

– Από Αθήνα 2004.

– Ποιός ακριβώς;

– Ας πούμε αυτοπροσώπως. Σε παρακαλώ πέστου πως τον θέλω επειγόντως και αν γίνεται να διακόψει το μήτινγκ για λίγο.

– Μα….

– Ενημέρωσέ τον σε παρακαλώ παιδί μου και δώσε μου γραμμή!

– Μα έχω εντολή…

– Όταν μάθει ότι τον ζητούσα εγώ και δεν με πέρασες ποιός λές να ψάχνει για δουλειά;

(1η του Μάλερ κλπ.) Πρώτη φορά γυναικεία φωνή μου μιλάει εμένα με τέτοιο θράσος. Μωρέ έπρεπε νά ‘μασταν αλλού να στην κάνω εγώ αρσακειάδα!

– Παρακαλώ.

– Ο πρόεδρος της B.Y.T.E. S.A.;

– Ο ίδιος. Ποιός στο τηλέφωνο;

– Ο γραμματέας σας δείχνει ξύπνιος, εσείς επιμένετε να κάνετε το χαζό! Τέλος πάντων, κάποιος δικός μου μίλησε με τον υπεύθυνο μάρκετινγκ.

– Ναι, κάτι μου είπε.

– Να μη μακρηγορούμε: είστε Χρυσοί Χορηγοί και

– Κάτσε…

– Μη με διακόπτεις! Χορηγείτε 35 εκ. Ευρώ. Μέχρι…

– Μισό λεπτ…

– Με διακόπτεις! 35 μέχρι αύριο το μεσημέρι.

– Η εταιρία μάλλον δεν ενδιαφέρεται.

– Ίσως η εταιρεία ενδιαφέρεται να ακούσει μια ιστορία: Αν θυμάμαι καλά, προ ολίγων ετών, μία Κυριακή όλη η Ελλάδα είδε ένα τηλεοπτικό σποτ στο ημίχρονο του τελικού κυπέλλου ότι η B.Y.T.E. Α.Ε. καλεί όλους τους Έλληνες επενδυτές να συμβάλλουν στην αλματώδη ανάπτυξη του οικονομικού γίγαντα με τη στιβαρή παραγωγική υποδομή χάρη στην οποία το εθνικό μας σπορ -«επιτραπέζιο» είχατε πει για την ακρίβεια- κατακτά τη διεθνή κοινότητα κλπ κλπ. Ήσασταν ο ίδιος που απευθύνατε την έκκληση με χαμόγελο σιγουριάς. Θυμάμαι καλά;

– ….

– Επίσης, αν θυμάμαι καλά, η τιμή εκκίνησης ήταν 4.500 δρχ. Τη Δεύτερη μέρα εκτοξεύτηκε στις 12.352. Την τέταρτη στις 23.728. Λέγεται ότι από τη δεύτερη κιόλας μέρα εσείς ο ίδιος πουλούσατε από μυστική μερίδα, στο όνομα κάποιου που όλως τυχαίως βρέθηκε πνιγμένος σε χαντάκι δυο χρόνια μετά. Ξεφορτωθήκατε περίπου το 48% των μετοχών σας. Θυμάμαι επίσης οτι δυο μήνες μετά τον Μαύρο Οκτώβρη αρχίσατε να ξαναγοράζετε τα χαρτιά σας, από τη δική σας μερίδα αυτή τη φορά, σε τιμή από 70 μέχρι 105 δρχ. Μέχρι τον Ιούνιο ξαναποκτήσατε το σύνολο σχεδόν και τώρα το μερίδιό σας φτάνει το 97%. Θυμάμαι καλά;

– Ακούστε,

– Μη με διακόπτεις! Λοιπόν παραδόξως ο εισαγγελέας δεν ασχολήθηκε με την υπόθεση. Μάλλον δεν υπέπεσε εις την αντίληψήν του…

– …..

– Λοιπόν; 35 εκ μέχρι αύριο το μεσημέρι; ‘Aκου τώρα και το πακέτο, μη νομίσεις ότι ζημιώνεσαι: 1ον το πάνινο ταβλάκι σου είναι το επίσημο τάβλι του 2004. Χρειάζομαι γύρω στα 16.000 κομμάτια με στάμπα Αθηνά και Φοίβο για τα press kits, για δωράκια σε επίσημους και αθλητές. Απαγορεύεται η είσοδος στις εγκαταστάσεις με άλλο τάβλι υπό μάλης πλην του χορηγού. Θα πωλείται σε όλα τα ολυμπιακά περίπτερα ως επίσημο αξεσουάρ. Τα κυλικεία των εγκαταστάσεων θα το έχουν στα τραπεζάκια τους. 2ον τρία λεπτά δωρεάν διαφημιστικός χρόνος παγκόσμιας μετάδοσης, ένα στην τελετή έναρξης, ένα πριν τον τελικό των 200 και ένα στη μέση της ενόργανης. Επίσης σε κάθε αθλητική εγκατάσταση διαφημιστική πινακίδα. Αμέσως μετά την απονομή μεταλλίων στα 100 μέτρα ανδρών κλήρωση για τους 3 τυχερούς με τον αριθμό του εισιτηρίου. Δελεαστικό, δεν μπορείς να πεις… (πάει ο πληθυντικός, γίναμε και κολλητάρια τώρα και ψιλοκουβεντιάζουμε για μπίζνες)

Η αλήθεια είναι ότι το πακέτο ήταν τεφαρίκι υπό άλλας συνθήκας. Υπό τας συνθήκας κατά τας οποίας: 1ον υπάρχει η B.Y.T.E. Α.Ε (πληρούται) και 2ον παράγει και πωλεί ταβλομάντηλα, εκ της προαναφερθείσης δε πωλήσεως προέρχονται τα έσοδά της (δεν πληρούται). Τα 35 δεν ήταν το πρόβλημα. Μακάρι να μπορούσα να τα δώσω και να τέλειωνα. Της κυρίας όμως δεν της φτάνει να της μπαλώσουμε τα 35 χαρτιά που της λείπανε τελευταία στιγμή. Οοόχι! Η κυρία ήθελε και σουβενίρ για τους υψηλούς καλεσμένους της. Και τι υποψίες θα κινούσε να δίνεις που το δίνεις το παραδάκι και να μην παίρνεις το γλυκό; Έστω κι ένας να άρχιζε να ψυλλιάζεται… Η λέξη «εισαγγελέας» αντήχησε σαν σιδεροπρίονο και μου πάγωσε το αίμα. Λοιπόν, ως τώρα το «προϊόν» υπήρχε σε φωτογραφίες στο internet. Για να ακριβολογούμε όχι φωτογραφίες αλλά φωτορεαλιστικά σχέδια από υπολογιστή. Ήρθε λοιπόν η στιγμή -η αποφράς στιγμή- να κατασκευαστεί στ’ αλήθεια. Ποιος όμως να το κάνει; ‘Aντε, να πας σε φασονατζή να πεις δεν προλαβαίνω, καίγομαι. Αλλά να μην έχεις ένα δείγμα; Ούτε προδιαγραφές; Τίποτα; Όχι, βρωμάει από μακρυά. Ποιος λοιπόν;

Και, ω! οι καλπάζοντες συνειρμοί μου, ω! ο από μηχανής θεός, βοσκός των πιο μύχιων αναμνήσεών μου, ω! το φλας του φώτο φίνις που ουκ ολίγες φορές μ’ έσωσε τελευταία στιγμή στο παρελθόν! Τι ποιος; Ποιος άλλος: Ο Ηρακλής ο Μπεχλιβάνης. Το Τέρας!

Ο Ηρακλής ο Μπεχλιβάνης, το Τέρας που στοίχειωνε τους παιδικούς εφιάλτες μας. Όλοι ξέραμε πως ζούσε σ’ ένα σπίτι πέρα κι απ’ τα ψηλότερα του χωριού, προς το βουνό, μετά που το μονοπάτι έστριβε και χάνονταν στο δάσος. Στο μέρος εκείνο δεν παίζαμε ποτέ. Να πάμε το βράδυ στο νεκροταφείο ναι. Να παίζουμε στο ποτάμι δεξιά του χωριού, να πηδάμε από το βράχο, τέσσερα μπόγια ύψος, στη βάθρα πού κανε ο ποταμός ναι. Να τρέχουμε με τα ποδήλατα στη γέφυρα πάνω από το λάκκο, τη στενή χωρίς κάγκελα ναι. Αλλά να ξεστρατίσουμε προς το μονοπάτι που ‘φευγε προς το βουνό ποτέ. Γιατί εκεί καραδοκούσε ο Ηρακλής ο Μπεχλιβάνης, το Τέρας.

Τρία μέτρα ψηλός, θηριώδης, δασύτριχος, μαλλιά, φρύδια, γένια όλα ένα, μόνο τα δόντια ξεχώριζαν έτσι που ‘χε το στόμα μισάνοιχτο σα λυσσασμένο αγρίμι και τρέχαν τα σάλια και ‘βγαινε βαριά η ανάσα του, ανάσα και βρυχηθμός μαζί. Τα μάτια του γουρλώνανε, πετάγονταν από τις κόγχες τους σαν έπιανε κάνα παιδί και το ‘πνιγε με το ‘να του χέρι, το ‘σφιγγε μέχρι που σπάγανε τα κόκαλα. Μετά το δάγκωνε χαμηλά στη ραχοκοκαλιά ίσα ν’ ανοίξει τρύπα, ρουφούσε το μεδούλι και πέταγε το αδειανό κουφάρι στο λάκκο με τον ασβέστη και ρεύονταν χορτασμένος. Αυτά δεν μας τα ‘παν ούτε οι μάνες μας για φοβέρα να φάμε το φαΐ μας ούτε άλλος κανείς. Ούτε βέβαια και τον είδαμε ποτέ με τα μάτια μας. Τα ξέραμε από μόνοι μας, όπως όλοι. Μόνο οι μεγάλοι είχαν το δικαίωμα να σιμώνουν στο άντρο του, το ξέραμε μα και πάλι η ψυχή μας σφίγγονταν όταν ανηφόριζε η μάνα με κάνα φουστάνι για στένεμα παραμάσχαλα μήπως και δεν την ξαναδούμε. Στεκόμασταν αμίλητοι μέχρι να δούμε να κατηφορίζει και πάλι προς το σπίτι. Σαν να ορφανεύαμε κάθε φορά, σκέτο παράπονο και κρατημένο δάκρυ.

Ήταν στο γυμνάσιο που αρχίσαμε τα πάρτυ με βερμούτ κρυφά μέσα στη λεμονάδα και κρατάγαμε τσίλιες για να σβήσουμε τα φώτα και να χορέψουμε μπλούζ. Χρόνια των ερώτων! Σαν είχαμε κορίτσια στην παρέα ξεχαρβαλωνόμασταν ποιος να ανεβεί ψηλότερα στο δέντρο, ποιος να πετάξει πιο μακριά την πέτρα, ποιος να χορέψει καλύτερα σέικ, οτιδήποτε να κάνει εντύπωση. Κι αυτά να κρυφογελάνε πονηρά και να χαχανίζουν μεταξύ τους, τάχατες αδιάφορα. Ο Θεοδόσης ήταν ο πρώτος που τόλμησε και ζήτησε από την καλή του να τα φτιάξουνε. Και φυσικά την έφαγε. Κεραμίδα! Απαρηγόρητος! Ήταν βέβαια φως φανάρι πως και η Σταματία τον ήθελε αλλά έτσι έπρεπε, να τον παιδεύει. Τρεις μήνες την περικύκλωνε, χρυσή την έκανε. Ώσπου στο τέλος, απελπισμένος της λέει: «Πες μου τι θέλεις επιτέλους να κάνω για σένα; Θες να πάω να παλέψω με τον Ηρακλή τον Μπεχλιβάνη, το Τέρας;» «Θα το κάνεις αυτό για μένα;» «Κι αυτό κι άλλα τόσα!» «Ε, άντε!». Αυτό ήταν! Δεν υπήρχε γυρισμός.

Ξεπροβοδίσαμε το Θεοδόση σαν σε κηδεία, δεύτε τον τελευταίον ασπασμόν. Γιατί κανείς μας δεν τον λογίκεψε; Να τον βάλει να πάρει το λόγο πίσω, και η ντροπή θα ξεχνιότανε μια μέρα; Η, καλύτερα, να πιάσει τη Σταματία, να του πει εκείνη πως αν την αγαπά να μην πάει; Μήπως πλάι στο θρήνο της απωλείας κρυφόκαιγε και κείνη η σαρκοβόρος, άγρια κι ανομολόγητη χαρά που φέρνει τον όχλο θεατή στις δημόσιες εκτελέσεις; Και γιατί μείναμε και μετά που ο μελλοθάνατος έστριψε προς το δάσος και χάθηκε απ’ τα μάτια μας; Για δυο λεπτά γδούποι, μακάβριες κραυγές και οιμωγές. Κι ύστερα σιωπή. Δεν είχαμε κουράγιο να σηκώσουμε ματιά ο ένας στον άλλον. Δεν ξέρω πόση ώρα υπομέναμε κι εμείς το δικό μας μαρτύριο. Και φανταστείτε τη σαστιμάρα μας όταν ξεπρόβαλλε απ’ τη στροφή και πάλι ο Θεοδόσης. Απορημένος πιο πολύ ίσως από μας. Δεν του ‘λειπε μήτε χέρι μήτε πόδι. Ούτε μελανιά! Το δεξί μανίκι ήταν λιγάκι σκισμένο. Στο βλέμμα του όμως έβλεπες την αλλοφροσύνη.

Δεν αλλάξαμε κουβέντα την υπόλοιπη μέρα. Κι ούτε είπαμε πολλά όλη τη βδομάδα. Ο Θεοδόσης τα ‘βαλε με τον Ηρακλή τον Μπεχλιβάνη, το Τέρας και γύρισε ολόκληρος. Όχι πως τον νίκησε, πως τον σκότωσε, κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν. Μα γύρισε πίσω κι αυτό ήταν άθλος. Μέρα τη μέρα ξαναβρίσκαμε τη μιλιά μας. Ο Θεοδόσης ήταν ο αναμφισβήτητος ήρωας του σχολείου! Ο ένας και μοναδικός. Τα κορίτσια δεν είχαν μάτια παρά μονάχα γι αυτόν, πράγμα που δεν μας καλάρεζε εδώ που τα λέμε. Ξαναγύρισε στην παρέα μας πέντε πόντους ψηλότερος. Όταν όμως η κουβέντα γύριζε στο συμβάν και αναθυμόταν τη μάχη το μάτι του σκοτείνιαζε και ζωγραφίζονταν η ίδια φρίκη και αλλοφροσύνη.

Όπως εύκολα φαντάζεστε κάθε απόπειρα να πλησιάσουμε κορίτσι κατέληγε σε κάτι τέτοιο: «Άμα το λες αλήθεια να πας να παλέψεις με τον Ηρακλή τον Μπεχλιβάνη, το Τέρας!». Και πήγε ο δεύτερος της παρέας. Και γύρισε. Και ο τρίτος, και ο τέταρτος. Με το ίδιο αλλοπαρμένο βλέμμα. Ένας ένας, όλος σχεδόν ο αντρικός πληθυσμός του σχολείου γύρναγε σώος από τα μαρμαρένια αλώνια. Σαν ήρθε κι η σειρά μου πήρα το δρόμο -με κάποιο φόβο βέβαια- αλλά πιότερη περιέργεια. Περνώ τη μοιραία στροφή, αντικρίζω το άντρο του τέρατος, και με την καρδιά μου να χτυπά σαν ταμπούρλο φωνάζω με όλη μου τη δύναμη:

– Είσαι εδώ Ηρακλή Μπεχλιβάνη, Τέρας;

– Ωχ, όχι πάλι… Ποια καριόλα σ’ έστειλε πάλι εσένα;

Μια σκιά ξεμυτίζει από την πόρτα και αντικρίζω για πρώτη φορά τον Ηρακλή! Ένα κοντό, καχεκτικό φαλακρό ανθρωπάκι. Το μισό του πρόσωπο καμένο. Καμένο και κατσιασμένο και το αριστερό χέρι. Το ένα πόδι κομμένο από το γόνατο. Μα πιο εντυπωσιακή από το παραμορφωμένο του πρόσωπο ήταν η καμπούρα του. Ένα μισερό ανθρωπάκι. Ένα απολειφάδι. Πώς να δείρεις μισή μερίδα άνθρωπο σακάτη; Αλλά ο λόγος είναι λόγος! Με βαριά καρδιά μεν αλλά με την αποφασιστικότητα του καθήκοντος σήκωσα το χέρι μου για την πρώτη μπουνιά. Τον έκανα μαύρο. Να πως εξηγείται λοιπόν η σκοτεινιά στο βλέμμα και η βουβαμάρα όσων γυρνούσαν από τη δοκιμασία: Ήταν η ντροπή.

Όπως μου ‘πε ο πατέρας μου το βράδυ, ο Ηρακλής, παλιός συμμαθητής του, ήταν που ήταν ραχιτικό παιδί, πάτησε και μια νάρκη ξεχασμένη, έχασε το ένα του πόδι, κάηκε το μισό του σώμα και σώθηκε από θαύμα. Η ανελέητη πιτσιρακαρία του κόλλησε το παρατσούκλι «το Τέρας». Παράτησε το σχολείο κλαμένος, αποσύρθηκε στο ραφείο του πατέρα του κι έμαθε την τέχνη. Δεν ξαναφάνηκε στην πλατεία, ούτε σε κάνα απόμερο σοκάκι. Ζούσε με την αδερφή του, μια ξερακιανή γεροντοκόρη, που παραλάμβανε τις παραγγελίες για ράψιμο ή στένεμα από τους λιγοστούς που τον θυμόντουσαν. Και αυτή παρέδιδε το ρούχο έτοιμο.

Μετά τη δοκιμασία αυτή οι, συνήθως επιπόλαιες, γυμνασιακές σχέσεις γίνονταν τόσο βαθιές και στέρεες που κατέληγαν σε γάμο, και μάλιστα ευτυχή. Και φυσικά το κουστούμι και το νυφικό τα έραβε -ποιος άλλος;- ο Ηρακλής ο Μπεχλιβάνης, το Τέρας.

Αυτός ήταν ο Ηρακλής! Στέριωνε τον έρωτα με τη θυσία του, τον σφράγιζε με τη ραπτομηχανή! Ο στυλοβάτης του ιερού μυστηρίου στο χωριό μας! Ένα σύμβολο! Αφού όταν ρωτούσαν κάποιον πότε με το καλό δεν λέγανε «πότε θα φάμε κουφέτα» ή «πότε θα χορέψουμε τον Ησαΐα» αλλά «πότε θα δείρουμε τον Ηρακλή»!

Λίγο λοιπόν το χρέος προς τον μπάρμπα Ηρακλή -χρέος ολόκληρης γενιάς- λίγο πως η απομόνωσή του ήταν εγγύηση μυστικότητας, του πρότεινα τη δουλειά. Τρεις τα μεσάνυχτα του πάω το πρώτο φορτηγό καραβόπανο και μια πρέσα για στάμπες. Ζάρια αγοράζαμε με το τσουβάλι από βιοτεχνία. Τα πούλια τα παράγγειλα σε μαραγκό χωρίς να πω τι τα θέλω. Το βράδυ έπαιρνα τα έτοιμα και πήγαινα το πανί και το κορδόνι σε κουβάρια για τα επόμενα. Οκτώ μέρες πριν την έναρξη παρέδωσα την πρώτη χιλιάδα.

Η συνέχεια λίγο πολύ είναι γνωστή: κατά την τελετή έναρξης η κάμερα συνέλαβε έναν Αθάνατο κι έναν Γάλλο πολιτικό απορροφημένους στο ταβλάκι τους στις κερκίδες των επισήμων, αγνοώντας προκλητικά το υπερθέαμα που εκτυλίσσονταν μπροστά τους. Ζουμάρισε κιόλας! Παγκόσμια μετάδοση! Τις επόμενες μέρες τρία θέματα μονοπωλούσαν τον διεθνή τύπο: τα εγκώμια για την τελετή, το κρυφτούλι Κεντέρη-Θάνου και το παράδοξο των δύο επισήμων που αδιαφορούν για την «αφήγηση της ελληνικής ανακάλυψης του κόσμου με λιτά, αναγνωρίσιμα σύμβολα, ιδέες, αισθητοποιημένες αξίες»1. Σε συνέντευξή τους είπαν πως, στο κάτω κάτω, και το «συναρπαστικό αυτό επιτραπέζιο» μέρος της ελληνικής ανακάλυψης του κόσμου ήταν, το είχαν λέει μάθει στο Παρίσι από Έλληνες αυτοεξόριστους επί επταετίας, άλλωστε την τελετή την είχαν δει στις πρόβες και ήταν μεγαλειώδης. Στις μεγαλύτερες εφημερίδες του πλανήτη δισέλιδα αφιερώματα με την ιστορία και τους κανόνες του παιχνιδιού, φωτογραφία της ταβλοσακούλας μας και -φευ- την ηλεκτρονική μας διεύθυνση. Τίτλοι όπως «Το παιχνίδι των αθανάτων». Ο σέρβερ κατέρρευσε την πρώτη μέρα, αφού πρόλαβε πρώτα να δεχτεί κοντά 400.000 παραγγελίες. Τον αλλάξαμε μ’ ένα κτήνος ίσαμε δυο ψυγεία. Οι ταμειακές έφυγαν αυθωρεί για τα πέρατα του κόσμου, όπου και τα υποκαταστήματά τους. Τα οποία ανακαινίστηκαν και σε τρεις μέρες άνοιξαν τις πόρτες στο κοινό που στο μεταξύ είχε σχηματίσει ουρές χιλιομέτρων. Κοπτοραπτικά και πρέσες γέμισαν το υπόγειο προσωρινά, μέχρι να ετοιμαστούν οι εγκαταστάσεις σε Ουκρανία, Ταϊβάν και Κορέα. Ο Ηρακλής ο Μπεχλιβάνης διευθυντής παραγωγής και κάτοχος του 33%. Το μόνο που έμενε ήταν να μεταβιβάσουμε το εμπόριο κόκας. Πείσαμε τον Κατερινιώτη να παραδοθεί. Στο μεταξύ στήσαμε παγίδα σ’ έναν ηλίθιο που, μην μπορώντας να κάνει αλλιώς, τα πήρε όλα πάνω του. Ο χοντρός αθωώθηκε πανηγυρικά και ανέλαβε έτοιμη δουλειά, στρωμένη. Απ’ αυτές τις ιστορίες δεν εξαφανίζεσαι έτσι απλά. Αν όμως φύγεις σαν κύριος κι αφήσεις κάποιον πίσω σου σημαίνει ότι σέβεσαι και το αντικείμενο και τους καλούς πελάτες και δεν σε ενοχλεί κανείς. Όλοι ευχαριστημένοι.

Ίσως είναι καλύτερα έτσι. Από αυτά κάποτε πρέπει να ξεκόβεις. Αυτό δεν έκανε και ο Κορλεόνε; Το γύρισε στο νόμιμο, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και τα τοιαύτα. Και στήσαμε, το λοιπόν, ένα γλέντι στην πλατεία του χωριού όπου εμφανίστηκε ξανά, μετά από μισόν αιώνα και βάλε, ο Ηρακλής στην κοινωνία. Γελαστός και πρόσχαρος, αστειάκια με τους φίλους τους παλιούς και «τι λες βρε Γιώργη, ντιπ δεν άλλαξες» και αγκαλιές και τέτοια. Κι όχι μόνο εμφανίστηκε, αλλά έριξε κι ένα βαρύ τσάμικο με το ‘να του ποδάρι, αλλά τέτοιο τσάμικο που τρίβανε τα μάτια τους όλοι οι τάχαμου τάχαμου χορευταράδες. Κι από τότε οι βαρυσεκλέτηδες της περιοχής παραγγέλνουν στα κλαρίνα «για πιάσε ωρέ μάστορα ένα μπεχλιβάνικο».

πηγή: exares.gr

 

1. Κ.Γεωργουσόπουλος, εφ. «ΤΑ ΝΕΑ» 14/8/2004

Αφήστε μια απάντηση