Αρχαία Ελληνική Γλώσσα Γ΄ Γυμνασίου (5) – Ενότητα 6η

Νύμφες ακούν το τραγούδι του Ορφέα (Charles Jalabert, 1853) [πηγή: Βικιπαίδεια]

 

Ενότητα 6η Η μουσική εξημερώνει

 

Συμπληρωματικό υλικό για τον συγγραφέα και το έργο του

Ο Πολύβιος ήταν ιστορικός. Γεννήθηκε γύρω στο 200 π.Χ. στη Μεγαλόπολη της Αρκαδίας (πόλη που ανήκε στην Αχαϊκή Συμπολιτεία). Τα βιώματα του Πολυβίου ήταν τέτοια (για πα­ράδειγμα, ο πατέρας του Λυκόρτας είχε εκλεγεί πολλές φορές στρατηγός της συμμαχίας), που γρήγορα τον οδήγησαν να συμμετάσχει ενεργά στην πολιτική ζωή της πατρίδας του και της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Το 170/169 π.Χ. έγινε ίππαρχος της Συμπολιτείας, αλλά μετά την ήττα του Περσέα στην Πύδνα το 168 π.Χ. πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Ρωμαίους μαζί με άλλους εξέχοντες Αχαιούς και οδηγήθηκε στη Ρώμη για να δικαστεί, στην ουσία όμως ως όμηρος. Παρέμεινε στη Ρώμη δεκαεπτά χρόνια περιμένοντας τη δίκη του (που δεν έγινε ποτέ).

Κατά τη διάρκεια της ομηρίας έγινε δεκτός στον κύκλο της φιλελληνικής αριστοκρατίας της Ρώμης και συνδέθηκε φιλικά με τον Κορνήλιο Σκιπίωνα Αιμιλιανό, τον Γάιο Λαίλιο τον νεότερο, τον Κάτωνα κ.ά. Χάρη σε αυτούς μπόρεσε να παραμείνει στην πρωτεύουσα της αυ­τοκρατορίας και γύρω στο 149 π.Χ., ακολουθώντας τον φίλο του Σκιπίωνα Αιμιλιανό, πήρε μέρος στην εκστρατεία εναντίον της Καρχηδόνας. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 146 π.Χ., με­τά την άλωση της Καρχηδόνας και της Κορίνθου, αλλά συνέχισε τα ταξίδια του επισκεπτόμενος την Αλεξάνδρεια, τις Σάρδεις και άλλα μέρη. Πέθανε σε ηλικία 82 ετών πέφτοντας α­πό άλογο.

Τα ιστορικά γεγονότα της εποχής του και κυρίως η ραγδαία ρωμαϊκή επέκταση αποτέλεσαν το έναυσμα για να ασχοληθεί με την ιστοριογραφία. Ο ίδιος διακηρύσσει πολλές φορές στο έργο του ότι τον ενδιαφέρει να ερευνήσει με ποιον τρόπο και με ποιο πολίτευ­μα κατάφεραν οι Ρωμαίοι να επεκτείνουν την κυριαρχία τους. Η άποψη του Πολυβίου εί­ναι ότι μόνο εποπτεύοντας την αλληλουχία όλων των γεγονότων και εξετάζοντας τις ομοι­ότητες και τις διαφορές τους μπορεί κάποιος να αποκομίσει όφελος και απόλαυση από την Ιστορία.

Ο Πολύβιος χρησιμοποίησε μεθόδους παρόμοιες με αυτές του Θουκυδίδη (αυτοψία, έ­λεγχος και μελέτη των πηγών, αλλά και συστηματικός διαχωρισμός αρχών και αίτιων). Οι Ίστορίαι του αριθμούσαν 40 βιβλία και πραγματεύονταν την αύξηση της δύναμης της Ρώμης και την εδραίωση της εξουσίας της από την αρχή του Β΄ Καρχηδονιακού πολέμου (221 π.Χ.) -στα πρώτα δυο βιβλία γίνεται μια σύντομη επισκόπηση της περιόδου 264-220 π.Χ.- έως την ήττα του Περσέα (168 π.Χ.). Φιλοδοξία του ιστορικού ήταν να καλύψει και τα γεγονότα που ακολούθησαν, κι έτσι συνέχισε το έργο του φθάνοντας μέχρι την τελική υποταγή της Ελλά­δας το 146 π.Χ. Από το έργο του μόνο τα πέντε πρώτα βιβλία σώζονται ακέραια, ενώ τα υ­πόλοιπα σώζονται αποσπασματικά.

βιβλίο του καθηγητή, σελ.53-54 

 

Αρχαίο κείμενο Μετάφραση
Ὄφελος (ἐστι) πᾶσι μέν ἀνθρώποις ἀσκεῖν μουσικήν, Είναι ωφέλιμο για όλους τους ανθρώπους να ασκούνται στη μουσική,
Ἀρκάσι δέ καί ἀναγκαῖόν (ἐστι). για τους Αρκάδες όμως είναι και απαραίτητο.
Παρά μόνοις γάρ Ἀρκάσι Γιατί μόνο στους Αρκάδες
πρῶτον μέν οἱ παῖδες ἐκ νηπίων ἐθίζονται ᾄδειν τούς ὕμνους καί παιᾶνας τα παιδιά πρώτα από τη νηπιακή τους ηλικία συνηθίζουν να τραγουδούν τους ύμνους και τους παιάνες
κατά νόμους, σύμφωνα με τους μουσικούς ρυθμούς
οἷς ὑμνοῦσι ἕκαστοι τούς ἐπιχωρίους ἥρωας καί θεούς με τους οποίους υμνεί ο καθένας τους τους τοπικούς ήρωες και θεούς,
κατά τά πάτρια· κατά τα πατροπαράδοτα·
μετά δέ ταῦτα χορεύουσι πολλῇ φιλοτιμίᾳ κατ’ ἐνιαυτόν ἐν τοῖς θεάτροις έπειτα χορεύουν με μεγάλο συναγωνισμό κάθε χρόνο στα θέατρα
τοῖς Διονυσιακοῖς αὐληταῖς. με τη συνοδεία των αυλητών του Διονύσου.
Καί οὐδέν αἰσχρόν ἡγοῦνται μέν ἀρνηθῆναι Και δε θεωρούν καθόλου ντροπή να παραδεχτούν
μή γινώσκειν τι τῶν ἄλλων μαθημάτων, ότι δε γνωρίζουν κάτι από τα άλλα μαθήματα,
οὔτε γε μήν δύνανται ἀρνηθῆναι τήν ᾠδήν
όμως δεν μπορούν να αρνηθούν πως ξέρουν τραγούδι,
διά τό μανθάνειν πάντας κατ’ ἀνάγκην, επειδή υποχρεωτικά όλοι το μαθαίνουν,
οὔτε ὁμολογοῦντες (δύνανται) ἀποτρίβεσθαι ούτε, εάν το παραδεχτούν, μπορούν να απαλλαγούν από αυτό,
διά τό νομίζεσθαι τοῦτο τῶν αἰσχρῶν παρ’ αὐτοῖς. επειδή αυτό θεωρείται ντροπή στα μέρη τους.
Δοκοῦσί τέ μοι οἱ πάλαι παρεισαγαγεῖν ταῦτα Και μου φαίνεται ότι οι παλιοί τα θέσπισαν αυτά
οὐ χάριν τρυφῆς καί περιουσίας, όχι για να καλλιεργήσουν τη φιληδονία και την επίδειξη πλούτου,
ἀλλά θεωροῦντες μέν τήν αὐτουργίαν ἑκάστων αλλά επειδή παρατηρούσαν τον προσωπικό μόχθο του καθενός
καί συλλήβδην τό ἐπίπονον καί σκληρόν τῶν βίων, και, με λίγα λόγια, την κοπιαστική και σκληρή ζωή τους
θεωροῦντες δέ τήν αὐστηρίαν τῶν ἠθῶν, και επειδή ακόμα παρακολουθούσαν την αυστηρότητα των ηθών,
ἥτις παρέπεται αὐτοῖς η οποία έρχεται γι’ αυτούς ως συνέπεια
διά τήν ψυχρότητα καί στυγνότητα τοῦ περιέχοντος (τόπου) εξαιτίας του ψύχους και της τραχύτητας του τόπου στον οποίο ζουν
τήν ὑπάρχουσαν κατά τό πλεῖστον ἐν τοῖς τόποις. και που επικρατεί στο μεγαλύτερο μέρος της περιοχής.

 Πολύβιος, Ἱστορίαι 4.20.4-21.1

 

Συμπληρωματικά σχόλια για το κείμενο της ενότητας

Το κείμενο της Ενότητας περιέχεται στο 4ο βιβλίο των Ἱστοριών. Από το 3ο έως το 5ο βι­βλίο εξιστορούνται γεγονότα στην Ελλάδα και την Ιταλία από το 220 π.Χ. περίπου έως τη μά­χη των Καννών (πόλη όπου ο Αννίβας νίκησε τους Ρωμαίους το 216 π.Χ.). Λίγο πριν από το συγκεκριμένο απόσπασμα ο Πολύβιος επιχειρεί να εξηγήσει τη διαφοροποίηση των Κυναιθέων από τους άλλους Αρκάδες και να ερμηνεύσει την επιθετικότητα και την αγριότητά τους. Τα Κύναιθα ήταν πόλη της Αρκαδίας που εντάχθηκε στην Αχαϊκή Συμπολιτεία το 241/240 πε­ρίπου π.Χ. Ο Πολύβιος υποστηρίζει ότι ο ανθρώπινος χαρακτήρας διαμορφώνεται με βάση τις συνθήκες στις οποίες αναπτύσσεται. Έτσι, κατά τον Πολύβιο η σκληρότητα των Κυναιθέων οφείλεται στο ότι αποκόπηκαν από τα έθιμα και τις συνήθειες της υπόλοιπης Αρκαδίας. Αυτοί εγκατέλειψαν και την ενασχόληση με τη μουσική, αντίθετα με τους υπόλοιπους Αρκά­δες, που είχαν συνδέσει τη ζωή τους με τη μουσική και τον χορό.

βιβλίο του καθηγητή, σελ.54

 

 

 

Λεξιλογική άσκηση:

 

Θέλω κι άλλο!

Αρχαία ελληνική μουσική: Τώρα ξέρουμε τελικά πώς ακούγεται: Άρθρο στον ηλεκτρονικό τύπο με σχετικό βίντεο.

 

Αφήστε μια απάντηση