Νεοελληνική Λογοτεχνία Γ΄ Γυμνασίου (8) – Τ’ αγνάντεμα

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (φωτογραφία του Παύλου Νιρβάνα) [πηγή: Βικιπαίδεια]

 

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τ’ αγνάντεμα

 

Θεματικές ενότητες

 

Ο βράχος και το εξωκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας

Η αρχή του διηγήματος μας φέρνει στον χώρο των γεγονότων, σ’ ένα μικρό ξωκλήσι κάποιας έρημης ακτής. Όλον τον χειμώνα το εκκλησάκι στέκεται -έρημο κι αυτό- πάνω στον απότομο βράχο να το δέρνουν οι βοριάδες. Έρημο, αφού δε γίνονται λειτουργίες, εκτός από την ημέρα των Φώτων: τότε κατεβαίνει ένας ιερέας από το μοναστήρι του Αγίου Χαραλάμπους, που βρίσκεται παραπάνω στο βουνό, και κάνει λειτουργία για μερικές οικογένειες βοσκών που ζουν απομονωμένοι εκεί κοντά.

Σ’ εκείνο το εκκλησάκι, συνήθως την άνοιξη, μαζεύονται γυναίκες και κόρες ναυτικών, για να αγναντέψουν τον απόπλου των πλοίων και να ευχηθούν στην Παναγία την Κατευοδώτρα να δώσει καλά ταξίδια στους δικούς τους. Έτσι, μαθαίνουμε γιατί οι κάτοικοι έχουν αφιερώσει το εκκλησάκι στην Παναγία και της έχουν δώσει αυτόν τον χαρακτηρισμό.

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί δύο παρομοιώσεις για τους ναυτικούς, θέλοντας να δείξει τη σκληρή δουλειά που κάνουν πάνω στα καράβια:

Βοϊδάκια λογικά, που όργωναν αντί της ξηράς την θάλασσαν·

Οι ναυτικοί παρομοιάζονται με τα βόδια, μόνο που αυτοί έχουν μυαλό και οργώνουν τη θάλασσα.

φρόνιμα, όπως τα δύο εκείνα τέκνα της ιερείας της Δήμητρος, τα μακαρισθέντα.

Η δεύτερη παρομοίωση, που δείχνει και αυτή τους υπεράνθρωπους κόπους και την αυτοθυσία των ναυτικών, μας πάει πίσω στους μύθους των αρχαίων Ελλήνων, στην ιστορία του Κλέοβη και του Βίτωνα, δύο αδελφών που ξεψύχησαν και δοξάστηκαν, αφού μετέφεραν την μητέρα τους, Κυδίππη, ιέρεια της Δήμητρας, στο ιερό. Την ιστορία διηγείται ο Ηρόδοτος στο επεισόδιο του Κροίσου και του Σόλωνα:

Έτσι μιλώντας για τον Τέλλο ερέθισε ο Σόλων τον Κροίσο με όσα είπε για την ευτυχία του, ώστε εκείνος τώρα ρωτούσε ποιόν έβρισκε ο Σόλων δεύτερο στη σειρά μετά τον Τέλλο, πιστεύοντας ακράδαντα πως τη δεύτερη θέση θα την έπαιρνε βέβαια ο ίδιος. Όμως ο Σόλων αποκρίθηκε: «Τον Κλέοβη και τον Βίτωνα. Αυτοί, που ήταν από αργίτικη γενιά, και αγαθά αρκετά είχαν και επιπλέον σωματική δύναμη τέτοιας λογής· και οι δύο είχαν κερδίσει βραβεία σε αγώνες και λένε μάλιστα γι᾽ αυτούς την ακόλουθη ιστορία: Πως σε μια γιορτή που έκαναν οι Αργίτες προς τιμή της Ήρας, έπρεπε η μητέρα τους να πάει οπωσδήποτε με ζεμένο αμάξι στο ιερό, όμως τα βόδια δεν έφταναν στην ώρα τους από το χωράφι· καθώς ο χρόνος δεν τους έπαιρνε να περιμένουν, μπήκαν οι ίδιοι οι νέοι κάτω από το ζυγό και έσερναν το αμάξι, ενώ πάνω του πήγαινε η μητέρα τους. Κι αφού έσυραν το φορτίο τους σαράντα πέντε στάδια, έφτασαν στο ιερό. Το κατόρθωμά τους, που το είδε όλος ο μαζεμένος κόσμος στο πανηγύρι, το επισφράγισε λαμπρά το τέλος της ζωής τους, και έδειξε στην περίσταση αυτή ο θεός πόσο είναι για τον άνθρωπο καλύτερο να πεθαίνει παρά να ζει. Γιατί οι Αργείοι τούς περικύκλωσαν και μακάριζαν τα παλικάρια για τη ρώμη τους, ενώ οι Αργίτισσες μακάριζαν τη μάνα τους, που της έτυχαν τέτοια παιδιά. Και η μητέρα τους γεμάτη χαρά για το έργο και τους επαίνους των παιδιών της, στάθηκε αντίκρυ στο άγαλμα της θεάς και ευχόταν για τον Κλέοβη και το Βίτωνα, τα παιδιά της, που τόσο πολύ την τίμησαν, να τους δώσει η θεά ό,τι καλύτερο μπορεί να τύχει σε άνθρωπο. Ύστερα από αυτή την ευχή έκαναν θυσίες κι έφαγαν, και σαν κοιμήθηκαν τα παλικάρια στο ίδιο το ιερό, δεν ξύπνησαν πια, αλλά η ζωή τους τέλειωσε έτσι. Και οι Αργείοι τούς έφτιαξαν αγάλματα και τα αφιέρωσαν στους Δελφούς, να τους τιμήσουν που στάθηκαν άριστοι άνδρες».

Ο συναισθηματικός κόσμος των γυναικών δίνεται στο τέλος της πρώτης ενότητας λιτά αλλά εύστοχα:

Νεαραί γυναίκες ρεμβάζουσαι και μητέρες συλλογισμέναι ήρχοντο δια να καθίσουν και αγναντέψουν.

 

Ο απόπλους των πλοίων

Οι ναυτικοί αναχωρούν στις αρχές της άνοιξης, γιατί τότε βέβαια οι καιρικές συνθήκες επιτρέπουν ασφαλέστερα ταξίδια. Οι καιροί μπορεί να είναι καλύτεροι για ταξίδια, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι και η διάθεση των ναυτικών είναι ανάλογη· κάνουν τα πάντα για να καθυστερήσουν την αναχώρηση:

Η βάρκα επερίμενε διπλαρωμένη έξω εις την προκυμαίαν. O καπετάνιος δεν ετελείωνε τους αποχαιρετισμούς εις την οικίαν· και ο λοστρόμος εμάκρυνε τις παινετάδες εις τα καπηλειά. Κι η βάρκα επερίμενε. Και ο μούτσος έχασκε καθήμενος έξω, επάνω εις το κεφαλόσκαλον. Και ο νεαρός ναύτης, όστις είχεν έλθει με τον μούτσον τώρα από την σκούναν, που ήτον στα πανιά, εγίνετο άφαντος. Δύο άλλοι σύντροφοι, περασμένοι στα χαρτιά, ναυτολογημένοι, έλειπαν. Κανείς δεν ήξευρε πού ήσαν. Και μέσα εις το πλοίον, οπού έφερνε βόλτες-βόλτες κι εστρέφετο ως δεμένον περί κέντρον αόρατον –το κέντρον ήτο μέσα εις τας καρδίας και τας εστίας των ναυτικών– άλλος δεν ήτο ειμή ο πηδαλιούχος, ο μάγειρος, κι ένας επιβάτης, ξένος κι έρημος, εις τον οποίον είχαν ειπεί, «τώρα, στη στιγμή, να, τώρα-τώρα θα φύγουμε», κι είχε μπαρκάρει, ο άνθρωπος, από δώδεκα ώρας πριν.

 

Το ξωκλήσι παίρνει ζωή

Τις μέρες που οι ναυτικοί με δυσκολία αφήνουν τα σπίτια τους για να μπαρκάρουν, πολλές γυναίκες, παρέες παρέες (καραβάνια γυναικών, ασκέρια, φουσάτα γυναικών) θυμούνται το παρεκκλήσι της Παναγιάς της Κατευοδώτρας και το ανοίγουν. Εκεί όμως της περιμένουν οι φωνές της κλησάρισσας γριάς Μαλαμίτσας, η οποία μαλώνει τις γυναίκες που, θέλοντας να δείξουν την ευσέβειά τους, βρωμίζουν τελικά με λάδια το χώρο και τα βιβλία. Οι κουβέντες είναι έμμεση νουθεσία: η ευσέβεια και η ταπεινότητα δε δείχνονται με υπερβολές.

Αυτή επήρε το καλαθάκι της, την ρόκα της, τ’ αδράχτι της, και ήλθεν από τον άγιον Νικόλαον επίτηδες, κατά παραγγελίαν του κυρ Αγγελή, του επιτρόπου,… διά να μαλώση τις γυναίκες τις ευλαβητικές (αλίμονον! η ευλάβειά μας είναι για το συφέρο, έλεγε σείουσα την κεφαλήν), να μην το παρακάνουν και χύνουν λάδια πολλά και καταλαδώνουν το έδαφος του ναού, και τα στασίδια, και τ’ αναλόγι, και τα δύο-τρία παμπάλαια βιβλία που ήσαν εκεί, και τα μανάλια, και τον τοίχον, και το τέμπλο, και τις ποδιές, και αυτάς τας αγίας εικόνας.

 

Αποχαιρετισμός στα πλοία

Σε αυτήν την ενότητα, τη συντομότερη του διηγήματος, αν εξαιρέσει κανείς τον επίλογο, ο αφηγητής δίνει αλλεπάλληλα στιγμιότυπα απόπλου των πλοίων. Ο σκοπός του είναι να δώσει παραδείγματα των αποχαιρετισμών που απευθύνουν συνήθως οι γυναίκες στα πλοία που αναχωρούν:

[…] Κατευόδιο καλό. Η προσευχή των μικρών παιδιών τους ας είναι η πνοή στα πανιά, στα ξάρτια του καραβιού σας… στο καλό, στο καλό!

Ιδού το καράβι του καπετάν-Σταμάτη του Σύρραχου. Υπερήφανα, καμαρωμένα, αδελφωμένα τα δυο, αυτό κι ο πλοίαρχός του πάνε να μας φέρουν καλά, να μας φέρουν στολίδια. Στο καλό, πουλί μου, στο καλό!

Ιδού και η γολέτα του καπετάν-Μανώλη του Χατζηχάνου… Η ψυχή μου, η πνοή μου, να είναι πάντα στα πανιά σου, ωσάν λαμπάδα του Επιταφίου, να διώχνη τα μαύρα, τα κατακόκκινα τελώνια, πριν προφτάσουν να κατακαθίσουν στα πινά σου. Σύρε, πουλί μου, στο καλό, και στην καλή την ώρα! Στο καλό!… […]

 

Η ιστορία της γριάς Συρραχίνας

Λίγο πριν το τέλος του διηγήματος διαβάζουμε την εκτενέστερη ενότητα, που μπορεί να θεωρηθεί και η κορύφωση του κειμένου. Εδώ παίρνει τον λόγο μια ογδοντάχρονη καπετάνισσα, η γριά Συρραχίνα, για να εξηγήσει γιατί βρίσκεται εκεί το εκκλησάκι της Παναγίας. Όλα οφείλονται στην ιστορία μιας κοπέλας που έζησε στην αρχαιότητα και παρακάλεσε τους θεούς να τη γλιτώσουν από τα βάσανά της μεταμορφώνοντάς της σε βράχο. Η Φλάνδρα ή Φλανδρώ, από το Φιλανδρώ, δηλαδή αυτή που αγαπά τον άνδρα της (< φιλῶ + ἀνήρ, ανδρός), αγάπησε και παντρεύτηκε έναν νέο καπετάνιο. Αυτός μπάρκαρε κι εκείνη ήρθε στο εκκλησάκι για να αγναντέψει την αναχώρηση. Δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυά της, που κυλούσαν πικρά και πίκραναν κι αγρίεψαν τα κύματα. Τα κύματα βρήκαν το καράβι του άντρα της στ’ ανοιχτά και το βούλιαξαν. Ο καπετάνιος δε γύρισε ποτέ και η Φλανδρώ, μην μπορώντας να αντέξει την απουσία του, παρακάλεσε τους θεούς να την απαλλάξουν από τον καημό της κάνοντάς τη πέτρα: είναι κάτω στον θαλασσοδαρμένο γιαλό και έχει ακόμη το ανθρώπινο σχήμα. Πολλά χρόνια αργότερα, μια άλλη γυναίκα, της οποίας τα παιδιά ταξίδευαν, εκπλήρωσε ένα τάμα που είχα κάνει στην Παναγία και της αφιέρωσε το εκκλησάκι, για να προστατεύει τα παιδιά της στα ταξίδια.

Η ιστορία της Συρραχίνας εντάσσεται σε μια σειρά λαϊκών μύθων που πλάστηκαν για να εξηγήσουν ένα υπερφυσικό γεγονός. Αντίστοιχη με τη δραματική ιστορία της Φλανδρώς ήταν στην αρχαιότητα και η τραγική ιστορία της Νιόβης (μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω στα παράλληλα κείμενα).

Πέρα από το εξηγήσει μια ιδιοτροπία της φύσης και την παρουσία ενός παρεκκλησίου, η ιστορία της Συρραχίνας έχει και ένα βαθύτερο νόημα· στην πραγματικότητα, η Φλανδρώ και οι γυναίκες που ακούν δίπλα στο εκκλησάκι την αφήγηση έχουν κάποια κοινά στοιχεία: όπως η Φλανδρώ, έτσι και αυτές έχουν άντρες (ή αδέλφια) ναυτικούς· όπως η Φλανδρώ, έτσι και αυτές έρχονται στο ίδιο μέρος, για να ευχηθούν καλό κατευόδιο και να προσευχηθούν για την καλή επιστροφή.

Έτσι, η ιστορία της Συρραχίνας είναι μια έμμεση νουθεσία για τις γυναίκες:

(α) οφείλουν ν’ αγαπούν και να είναι αφοσιωμένες στον άντρα ναυτικό, όπως η Φλανδρώ στον άντρα της.

(β) πρέπει να αποφεύγουν τις αρνητικές σκέψεις, που μόνο βλαβερές συνέπειες έχουν (παράδειγμα η Φλανδρώ).

(γ) αντίθετα, πρέπει να εύχονται στην Παναγία για την καλή επιστροφή (παράδειγμα η Χατζηγιάνναινα).

 

Επίλογος

Με τις ιστορίες η ώρα έχει περάσει. Το σούρουπο πλησιάζει, τα καράβια έχουν χαθεί από τα μάτια των γυναικών, που μαζεύουν χόρτα πριν πάρουν τον δρόμο της επιστροφής. Πίσω στην πόλη, το κεντρικό θέμα του διηγήματος, οι ευχές για το καλό ταξίδι, επανέρχεται στο τραγούδι μιας τελευταίας παρέας ναυτικών, που θα αποπλεύσουν την επομένη:

«Σύρε, πουλί μου, στο καλό – και στην καλή την ώρα!».

 

 

Παράλληλα κείμενα

 

Ο μύθος της Νιόβης

Η […] Νιόβη είναι κόρη του Τάνταλου και επομένως αδελφή του Πέλοπα. Παντρεύτηκε τον Αμφίονα και του έδωσε (λένε οι περισσότεροι μυθογράφοι) επτά γιους και επτά κόρες. Οι επτά γιοι ονομάζονταν Σίπυλος, Ευπίνητος, Ισμηνός, Δαμασίχθων, Αγήνωρ, Φαίδιμος, Τάνταλος· οι κόρες ήταν η Εθοδαία (ή Νέαιρα), Κλεοδόξα, Αστυόχη, Φθία, Πελοπία, Αστυκράτεια και Ωγυγία. Ο αριθμός αυτός μεταβάλλεται ανάλογα με τους συγγραφείς. Στην ομηρική παράδοση γίνεται λόγος για δώδεκα παιδιά, έξι γιους και έξι κόρες· τέλος ο Ηρόδωρος από την Ηράκλεια δεν τα έβγαζε παρά πέντε, δύο γιους και τρεις κόρες. Από το γάμο της η Νιόβη κατατάσσεται ανάμεσα στις Θηβαίες ηρωίδες.

Περήφανη και ευτυχισμένη για τα παιδιά της, η Νιόβη δήλωσε μια μέρα ότι ήταν ανώτερη από τη Λητώ, που δεν είχε παρά ένα μόνο γιο και μία μόνο κόρη. Η θεά την άκουσε, προσβλήθηκε και ζήτησε από τον Απόλλωνα και την Άρτεμη να πάρουν εκδίκηση. Πράγμα που έκαμαν οι δύο θεοί και σκότωσαν τα παιδιά της με τα βέλη τους. Ή Άρτεμη σκότωσε τα κορίτσια και ο Απόλλωνας τα αγόρια. Μόνο δύο, καθώς λένε, σώθηκαν, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Η κόρη από τον τρόμο, που της είχε προξενήσει ο χαμός των αδελφών της, χλώμιασε και πήρε το όνομα Χλωρίδα. Παντρεύτηκε αργότερα τον Νηλέα. Στην παραλλαγή του μύθου, όπως τη διηγείται η Ιλιάδα, τα παιδιά της Νιόβης έμειναν άταφα για δέκα μέρες· την ενδέκατη οι θεοί οι ίδιοι τα έθαψαν. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη παραλλαγή, η Νιόβη από τον πόνο της έτρεξε κοντά στον πατέρα της Τάνταλο στη Σίπυλο (ή στο βουνό Σίπυλο, στη Μικρά Ασία), όπου οι θεοί τη μεταμόρφωσαν σε βράχο, αλλά τα μάτια της συνέχισαν να κλαίνε. Για πολύ καιρό έδειχναν αυτόν το βράχο, που κάποτε ήταν η Νιόβη. Από εκεί κυλούσε μια πηγή.

Υπήρχε και άλλος μύθος της Νιόβης, που εξηγεί διαφορετικά το φόνο των παιδιών της. Σύμφωνα με αυτόν, η Νιόβη ήταν κόρη του Ασσάωνα, ο οποίος την είχε παντρέψει με έναν Ασσύριο, τον Φίλοττο· αυτός σκοτώθηκε σε κυνήγι και ο Ασσάωνας ερωτεύτηκε την κόρη του. Η Νιόβη αρνήθηκε να του δοθεί· τότε ο Ασσάωνας κάλεσε τους εγγονούς του (ήταν είκοσι) και την ώρα του γεύματος έβαλε φωτιά στο παλάτι. Όλοι κάηκαν. Ο Ασσάωνας από τις τύψεις του αυτοκτόνησε. Η Νιόβη ή μεταμορφώθηκε σε πέτρα ή ρίχτηκε κάτω από ένα βράχο.

πηγή: P. Grimal, Λεξικό της ελληνικής και ρωμαϊκής μυθολογίας, επιμ. ελλ. έκδ. Β. Άτσαλος, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1991

 

Δημοτικό τραγούδι Κόκκιν’ αχείλι φίλησα

 

Κόκκιν’ αχείλι εφίλησα κ’ έβαψε το δικό μου,

και στο μαντήλι το ’συρα κι έβαψε το μαντήλι,

και στο ποτάμι το ’πλυνα κι έβαψε το ποτάμι,

κι έβαψε η άκρη του γιαλού κι η μέση του πελάγου.

Κατέβη ο αϊτός να πιεί νερό κι έβαψαν τα φτερά του,

κι έβαψε ο ήλιος ο μισός και το φεγγάρι ακέριο.

 

Ν. Πολίτης, Δημοτικά τραγούδια, εκδ. γράμματα, 1991, σ.188

 

 

Αφήστε μια απάντηση