Νεοελληνική Λογοτεχνία Β΄ Γυμνασίου – Ο λύκος

 

Έρμαν Έσε, Ο λύκος

 

Το θέμα του κειμένου 

Το διήγημα επικεντρώνεται στον αγώνα των λύκων για επιβίωση μέσα στο σκληρό περιβάλλον. Παράλληλα, αναδεικνύει και το σοβαρό θέμα της κακομεταχείρισης των ζώων από τους ανθρώπους και, γενικότερα, των αδύναμων από τους ισχυρούς.

 

Δομή του κειμένου – θεματικά κέντρα

α΄ ενότητα: Άνθρωποι και ζώα αγωνίζονται να επιβιώσουν στο δύσκολο χειμώνα (Ποτέ άλλοτε … απειλή και παράπονο, σ.240) 

Στην αρχή του διηγήματος ο συγγραφέας προσπαθεί να αποδώσει την παγωνιά που επικρατεί, κάνοντας αναφορά στον βοριά που πνέει συνεχώς (Εδώ και βδομάδες ο αέρας ήταν διαυγής, ξηρός και ψυχρός), στο χιόνι που έχει καλύψει όλα τα γύρω βουνά και στις καθαρές αλλά και παγωμένες νύχτες. Δραστική η μεταφορική έκφραση «κατεψυγμένο φεγγάρι», που δείχνει το σκληρό και διαπεραστικό κρύο της νύχτας.

Οι συνθήκες αυτές αναγκάζουν τους ανθρώπους να κλείνονται στα σπίτια και, όταν κυκλοφορούν, να αποφεύγουν τις ανοιχτωσιές.

Όμως, η παγωνιά εξοντώνει και τα ζώα: τα μικρά, μην μπορώντας να εξασφαλίσουν τροφή, ψοφούν και οι λύκοι υποχρεώνονται να κάνουν συμμαχίες, για να αναζητήσουν τροφή πιο ισχυροί στα επικίνδυνα γι’ αυτούς κατοικημένα από ανθρώπους μέρη. Η παγωνιά, λοιπόν, επηρεάζει και μεταβάλλει και τη συμπεριφορά των ζώων.

 

β΄ ενότητα: Προς αναζήτηση τροφής – η αντίδραση των ανθρώπων. (Ένα μικρό τμήμα… βγήκε και πάλι ένα αδύναμο ουρλιαχτό, σ.240-242)

Στο κομμάτι αυτό ο αφηγητής παρακολουθεί τις κινήσεις των λύκων που βγήκαν για κυνήγι. Λίγα μέλη της αγέλης, αφού δε βρίσκουν τροφή στην περιοχή τους, αποφασίζουν να φύγουν για άλλη περιοχή. Τρεις από αυτούς στρέφονται ανατολικά προς ένα βουνό, τον Ιούρα, και πετυχαίνουν ζώα που χορταίνουν κάπως την πείνα τους. Όμως, οι χωρικοί σημαίνουν συναγερμό:

Οι μετανάστες χωρίστηκαν το μεσημέρι. Τρεις απ’ αυτούς τράβηξαν προς ανατολάς, προς τον ελβετικό Ιούρα, οι άλλοι προς νότον. Οι τρεις ήταν όμορφα και δυνατά ζώα, φοβερά όμως αποσκελετωμένα. Η κοιλιά τους ήταν στενή σαν μια ζώνη, στο στήθος τα πλευρά τους είχαν τιναχθεί έξω, τα στόματα ξερά και τα μάτια γουρλωμένα από την απελπισία. Έφτασαν στον Ιούρα, τη δεύτερη μέρα πέτυχαν ένα κριάρι, την τρίτη ένα σκύλο κι ένα γαϊδούρι, αλλά όλος ο πληθυσμός της περιοχής ξεσηκώθηκε εναντίον τους. Οι απροσδόκητοι εισβολείς είχαν τρομάξει τους πάντες. Οι ταχυδρόμοι κυκλοφορούσαν οπλισμένοι, κανείς δεν πήγαινε από το ένα χωριό στο άλλο χωρίς να κρατάει όπλο ή να συνοδεύεται από οπλοφόρους. 

Οι λύκοι κάνουν την μοιραία κίνηση: επιτίθενται τη μέρα σ’ έναν στάβλο. Οι άνθρωποι σκοτώνουν δύο και τραυματίζουν με τσεκουριά τον τρίτο, ο οποίος τελικά ξεφεύγει. Ο αφηγητής αποδίδει με λεπτομέρειες την προσπάθειά του: αιμόφυρτος το βάζει στα πόδια και απομακρύνεται πολύ· τρώει χιόνι, αφού δε βρίσκει νερό· πλησιάζει ένα χωριό στην άλλη πλευρά του βουνού· κρύβεται σ’ ένα δάσος και τη νύχτα μπαίνει στο χωριό· ενώ όλα φαίνονται ήσυχα, κάποιος κρυμμένος χωρικός που παραμονεύει τον πυροβολεί και τον πληγώνει· ο λύκος ξεφεύγει, φτάνει στο δάσος και, επειδή οι χωρικοί πλησιάζουν, μαζεύει όσες δυνάμεις του έχουν απομείνει και ανεβαίνει στο βουνό· οι ώρες πέρασαν και έχει πια νυχτώσει· κουρνιάζει εξαντλημένος σε μια κουφάλα ενός ελάτου και περιμένει τους χωρικούς που, ακολουθώντας μάλλον τις κηλίδες του αίματος και τα ίχνη στο χιόνι, τον εντοπίζουν.

 

γ΄ ενότητα: Σκληρός θάνατος (Πλησίασαν φώτα και βήματα … του σκοτωμένου λύκου, σ.242) 

Στις δύο τελευταίες παραγράφους οι χωρικοί αποτελειώνουν τον λύκο. Ο αφηγητής δίνει με λεπτομέρειες τη σκηνή, που δείχνει την καρτερία του άγριου ζώου μπροστά στο αναπόφευκτο τέλος και την ανανδρία των ανθρώπων: ο λύκος δεν αντιδρά καθόλου, ενώ οι άνθρωποι πυροβολούν από μακριά και, μόνο όταν αντιλαμβάνονται ότι το ζώο δεν έχει δυνατότητες αντίδρασης, πλησιάζουν και το αποτελειώνουν:

Πλησίασαν φώτα και βήματα. Χωρικοί κουκουλωμένοι με τις κάπες τους, κυνηγοί και νεαρά αγόρια με χιονοπέδιλα και άσχημες γκέτες προχωρούσαν βουλιάζοντας στο χιόνι. Κραυγές. Κάποιος είχε ανακαλύψει τον ετοιμοθάνατο λύκο. Έπεσαν δυο πυροβολισμοί χωρίς να βρουν στόχο. Καθώς όμως είδαν πως ήταν στα τελευταία του, έπεσαν επάνω του με ραβδιά και ρόπαλα. Εκείνος δεν ένιωθε πια τίποτα.

Η εξόντωση του λύκου είναι αφορμή για πανηγύρι στο χωριό. Ο βασανισμός στον οποίο υποβάλλουν οι χωρικοί τον λύκο δείχνει μόνο βαρβαρότητα και αποκαλύπτει την άγρια, κτηνώδη πλευρά του ανθρώπου, ο οποίος αδιαφορεί για την ομορφιά της φύσης και δε συνειδητοποιεί πως και ο λύκος –και όλα γενικά τα ζώα- είναι αναπόσπαστα κομμάτια του ίδιου συστήματος. Όπως ο άνθρωπος, έτσι και τα ζώα –και τα θηρία ακόμη- αγωνίζονται να επιβιώσουν.

Ο αφηγητής κλείνει το διήγημα με μια εικόνα του τοπίου: οι άνθρωποι γλεντούν αδιάφοροι για τη φύση. Η εικόνα συμβολίζει την αρπακτική διάθεση του ανθρώπου απέναντι στο περιβάλλον: όλα υποτάσσονται στις ανθρώπινες ανάγκες και ό,τι δεν τις εξυπηρετεί ή απειλεί (όπως τα θηρία) τα συμφέροντα του ανθρώπου εξοντώνεται, χωρίς την παραμικρή μέριμνα για την πιθανή διαταραχή της ισορροπίας του οικοσυστήματος:

Με σπασμένα τα μέλη του έσυραν το λύκο στο χωριό. Γελούσαν, πανηγύριζαν, γιόρταζαν με ρακή και καφέ, τραγουδούσαν, έβριζαν. Κανείς τους δεν έβλεπε την ομορφιά του χιονισμένου δάσους ούτε τη λάμψη των υψιπέδων ούτε το κόκκινο φεγγάρι που κρεμόταν πάνω από το Σασσεράλ και που το αδύναμο φως του αντανακλούσαν οι κάννες των όπλων τους, οι κρύσταλλοι του χιονιού και τα γυάλινα μάτια του σκοτωμένου λύκου.

Ο Έρμαν Έσσε (Hermann Hesse, 1877 – 1962) ήταν Γερμανός νομπελίστας λογοτέχνης [πηγή: Βικιπαίδεια]

Αφηγηματική τεχνική

Η ιστορία δίνεται με διήγηση από τη φωνή ενός απρόσωπου αφηγητή, που δεν συμμετέχει στην ιστορία. Διάλογος δεν υπάρχει και οι περιγραφές είναι λίγες (του τοπίου στην αρχή και των τριών λύκων πριν το απελπισμένο κυνήγι τους) και σύντομες:

Ποτέ άλλοτε τα γαλλικά βουνά δεν είχαν γνωρίσει τόσο κρύο ούτε τόσο μακρύ χειμώνα. Εδώ και βδομάδες ο αέρας ήταν διαυγής, ξηρός και ψυχρός. Τις μέρες οι χιονισμένες κορυφές φάνταζαν ατελείωτες κάτω από το διαπεραστικό γαλάζιο του ουρανού, τις νύχτες το φεγγάρι, διαυγές και μικροσκοπικό, σκαρφάλωνε πάνω τους, ένα φοβερό κατεψυγμένο φεγγάρι από κίτρινη λάμψη, που το έντονο φως του χλώμιαζε πάνω στο χιόνι κι έμοιαζε με σώμα από πάγο.

Οι τρεις ήταν όμορφα και δυνατά ζώα, φοβερά όμως αποσκελετωμένα. Η κοιλιά τους ήταν στενή σαν μια ζώνη, στο στήθος τα πλευρά τους είχαν τιναχθεί έξω, τα στόματα ξερά και τα μάτια γουρλωμένα από την απελπισία.

Στο διήγημα συναντούμε, επίσης, αρκετά σχήματα λόγου:
– παρομοιώσεις: «σαν από καπνό», «σαν φάντασμα», «σαν ένα ανείπωτα βαρύ φορτίο», «σαν αίμα».

– μεταφορές: για να σβήσει τη δίψα του … , έπειτα γλίστρησε προσεκτικά … , Βάζει τα πόδια στον ώμο … , … ένιωθε το χέρι του θανάτου να τον πιέζει … (σ. 241), το βλέμμα του μελλοθάνατου ζώου κρεμάστηκε με θλίψη από το θαμπό δίσκο του φεγγαριού. (σ. 242)
– προσωποποίηση: ο ουρανός … έμοιαζε να υπόσχεται χιονόπτωση. (σ. 241)

 

 

Παράλληλα κείμενα:

 

Ιβάν Κριλώφ, Ο λύκος και οι βοσκοί

 Παραμονεύει ο λύκος στο μαντρί.
Σκύβει, και τι να δει!…

Οι τρεις τσοπάνηδες γλυκά ξεκοκαλιάζαν
Το πιο αγαπημένο τους αρνί,
κι οι σκύλοι χάσκοντας βουβοί,
τα δόντια των αφέντηδων θαυμάζαν.
Κι είπεν ο λύκος: «Τι κακό,
Τι κόσμο θα χαλούσανε, αν το ’τρωγα εγώ!». 

 

Ο Ιβάν Αντρέγιεβιτς Κριλώφ (1769 – 1844) είναι ο διασημότερος Ρώσος παραμυθάς.

 

 

Συχνά οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα ζώα σαν πλάσματα χωρίς λογική και δε τα σέβονται. Στο παρακάτω απόσπασμα, όμως, μια μικρή αλεπού της ερήμου, ένας φενέκος, δίνει στον αφηγητή ένα πολύ σημαντικό μάθημα για τη στάση που οφείλουν να τηρούν τα έμβια όντα απέναντι στη φύση. 

Ο αφηγητής είναι πιλότος. Σε μια νυχτερινή πτήση με προορισμό το Κάιρο βγαίνει από την πορεία του και λόγω έλλειψης καυσίμων κάνει αναγκαστική προσγείωση στην έρημο. Αυτός και ο σύντροφός του βγαίνουν σώοι από το κατεστραμμένο αεροπλάνο, αλλά δεν έχουν ιδέα πού βρίσκονται. Ο αγώνας για την επιβίωση αρχίζει… 

Το απόσπασμα προέρχεται από την έκδοση Γαλαξία (1963), σελ.107-109. Τηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου, αλλά όχι το πολυτονικό.

 

Η μικρότερη αλεπού στον κόσμο, το φενέκ, ζει αποκλειστικά στη Βόρεια Αφρική

 

Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, Γη των ανθρώπων (απόσπασμα) 

Φεύγω λοιπόν και δεν ξέρω μάλιστα αν θάχω τη δύναμη να ξαναγυρίσω. Στη μνήμη μου ξανάρχονται όλα όσα ξέρω για την έρημο της Λιβύης. Μένει ακόμα 40% υγρασία στη Σαχάρα, όταν εδώ πέφτει στο 18%. Και η ζωή ξεθυμαίνει σαν αχνός. Οι Βεδουίνοι, οι στρατοκόποι, οι αξιωματικοί των αποικιών λένε πως αντέχει κανείς δεκαεννιά ώρες χωρίς να πιή. Ύστερα από είκοσι ώρες τα μάτια γεμίζουνε φως κι αρχίζει το τέλος: η δίψα προχωρεί σαν κεραυνός. 

Όμως ο βορειοανατολικός, ο όχι κανονικός αυτός άνεμος που μας ξεγέλασε, που αντίθετα από κάθε πρόβλεψη μας κάρφωσε σ’ αυτό το πλάτωμα, τώρα σίγουρα μας παρατείνει τη ζωή. Μα πόση διορία θα μας δώση, προτού αρχίσουν νάρχονται τα πρώτα φώτα; 

Φεύγω λοιπόν, αλλά μου φαίνεται πως ξεκινώ με σχεδία να περάσω ωκεανό. 

Και όμως, με την αυγή μου φαίνεται λιγώτερο πένθιμος αυτός ο διάκοσμος. Και περπατάω στην αρχή με τα χέρια στις τσέπες, σαν αργόσχολος. Χτες βράδυ απλώσαμε θηλειές πάνω από κάτι παράξενες τρύπες στην άμμο, κ’ έχει ξυπνήσει μέσα μου ο λαθροθήρας. Πάω πρώτα να κοιτάξω τις παγίδες: είναι άδειες. 

Δε θα πιω λοιπόν αίμα. Εδώ που τα λέμε δεν τόλπιζα τόσο. 

Δεν ένοιωσα λοιπόν απογοήτευση, μου ξύπνησε όμως η περιέργεια. Από τι ζουν αυτά τα ζώα μέσα στην έρημο; Σίγουρα είναι «φενέκοι» ή αλεπούδες της άμμου, σαρκοβόρα μικρά σαν κουνέλια, με τεράστια αυτιά. Δεν αντέχω στον πειρασμό κι ακολουθώ τα χνάρια ενός απ’ αυτά. 

Με τραβούν σ’ ένα στενό ποτάμι από άμμο, όπου όλα τα πατήματα είναι καθαρά αποτυπωμένα. Θαυμάζω τ’ ωραίο τριφύλλι που σχηματίζουν τα τρία δάχτυλα, καθώς ανοίγουν σαν βεντάλια. Φαντάζομαι το φίλο μου να χοροπηδά μαλακά την αυγή και να γλύφη τη δροσιά πάνω στις πέτρες. Εδώ τα χνάρια αραιώνουν. Ο φενέκος μου έχει τρέξει… Εδώ ένας φίλος ήρθε να τον συναντήση κ’ έχουν χοροπηδήσει μαζί, πλάι πλάι. Παρακολουθώ έτσι, με παράξενη χαρά, τον πρωινό αυτό περίπατο. Μ’ αρέσουν αυτά τα σημάδια της ζωής. Και ξεχνώ λίγο τη δίψα μου…

Φτάνω τέλος στα κελλάρια των αλεπούδων μου. Μέσ’ απ’ τη άμμο ξεφυτρώνει εδώ, κάθε εκατό μέτρα, ένα μικροσκοπικό στεγνό δεντράκι, όχι πιο μεγάλο από μια σουπιέρα, με τα κλαδάκια του φορτωμένα μικρά χρυσά σαλιγκάρια. Κάθε αυγή, ο φενέκος ξεκινά για το εστιατόριό του. Και πέφτω εδώ πάνω σ’ ένα μεγάλο φυσικό μυστήριο. 

Ο φενέκος μου δεν σταματά σ’ όλα τα δεντράκια. Υπάρχουν πολλά, φορτωμένα σαλιγκάρια, που τα περιφρονεί. Είναι άλλα που κάνει το γύρο τους με φανερή περίσκεψη. Κι άλλα που τα πλησιάζει, αλλά χωρίς να τα ρημάζη. Τραβά απ’ αυτά δύο ή τρία σαλιγκάρια κ’ ύστερα αλλάζει τραπέζι. 

Παίζει άραγε, για να μη χορτάση μονοκοπανιά την πείνα του, για να παρατείνη τη χαρά του πρωινού περίπατου; Δεν το πιστεύω. Το παιχνίδι του συμφωνεί μια χαρά με μια τακτική, που είναι απαραίτητη. Αν ο φενέκος καθόταν να χορτάση με τα σαλιγκάρια που θάβρισκε στο πρώτο δεντράκι, σε δύο-τρία γεύματα θα το απογύμνωνε από το ζωντανό φορτίο του. Κ’ έτσι, από δεντράκι σε δεντράκι, θα κατέστρεφε όλο το ζωοτροφείο του. Όμως ο φενέκος προσέχει πολύ να μην χαλάσει την αναπαραγωγή. Όχι μόνο κορφολογεί*, για ένα μόνο γεύμα του, εκατό από τις καφετιές αυτές τούφες, αλλά και δεν ξεκολλά ποτέ δύο γειτονικά σαλιγκάρια από το ίδιο κλαδί. Τα πράγματα γίνονται σαν να έχη συνείδηση για τον κίνδυνο. Αν καταβρόχθιζε χωρίς προφύλαξη, δεν θάμεναν πια σαλιγκάρια. Κι αν δεν υπήρχαν σαλιγκάρια, δεν θα υπήρχαν και φενέκοι. 

Τα χνάρια μ’ οδηγούν στη φωλιά. Ο φενέκος είναι σίγουρα εδώ και μ’ ακούει, τρομαγμένος από τον κρότο των βημάτων μου. Κ’ εγώ του λέω: «Μικρό μου αλεπουδάκι, είμαι για τα θυμαράκια, όμως περίεργο, αυτό δεν μ’ εμποδίζει να νοιάζωμαι για τα κέφια σου…».

 Και στέκομαι εκεί κι ονειρεύομαι και μου φαίνεται πως σ’ όλα κανείς προσαρμόζεται. Η ιδέα πως θα πεθάνη ίσως τριάντα χρόνια αργότερα, δε χαλάει τις χαρές ενός ανθρώπου. Τι τριάντα χρόνια, τι τρεις μέρες … είναι ζήτημα προοπτικής. 

 

* κορφολογώ: (προφ.) 1. κόβω τις κορφές των βλαστών ή τις άκρες των κλαδιών σε ορισμένα καλλιεργούμενα φυτά για να τα βοηθήσω να αναπτυχθούν καλύτερα. 2α. συλλέγω τις τρυφερές κορφές των βλαστών. β. (μτφ.) επιλεκτικά παίρνω το καλύτερο: Kορφολογώντας από τις παλιές ιδέες ό,τι του ταίριαζε περισσότερο. [Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη]

 

Αφήστε μια απάντηση