Νεοελληνική Λογοτεχνία Β΄ Γυμνασίου – Γρηγόριος Ξενόπουλος, Κάποια Χριστούγεννα

Γρ. Ξενόπουλος (1867-1951)

Από το 1896 ο Γρηγόριος Ξενόπουλος ανέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της έκδοσης του μακροβιότερου και γνωστότερου περιοδικού για παιδιά Η Διάπλασις των παίδων, κατά τη δεύτερη περίοδο κυκλοφορίας του. Από τότε η πενηντάχρονη ενασχόλησή του με το περιοδικό λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό ως δημιουργική πρόκληση για το συγγραφέα, ο οποίος ανανέωσε την ύλη και εμπλούτισε το περιοδικό με νέες στήλες, με πιο αντιπροσωπευτική τη μόνιμη στήλη «Αθηναϊκές επιστολές» που έγραφε ο ίδιος με την υπογραφή «Σας ασπάζομαι, Φαίδων». Οι επιστολές αυτές αποτελούσαν ένα πρωτότυπο είδος χρονογραφήματος-σχολίου για παιδιά και νέους, με προσωπικό ύφος και με ιδιαίτερα αφηγηματικά χαρακτηριστικά. Αναφέρονταν κυρίως σε θέματα της πολιτικής, της κοινωνικής και της πολιτιστικής επικαιρότητας, και αποτελούσαν έναν ξεχωριστό τρόπο επικοινωνίας ανάμεσα στον κόσμο των ενηλίκων και στο παιδικό αναγνωστικό κοινό.

βιβλίο του καθηγητή, σελ.46

 

Βασικά σημεία

 

1. Το θέμα της επιστολής 

Ζακυνθινή κουλούρα

Ο συγγραφέας ξεκινά από ένα χαριτωμένο και αθώο θέμα, τη ζακυνθινή κουλούρα· από αυτό το έθιμο του τόπου του παίρνει αφορμή, για να μιλήσει για τις συνήθειες των ανθρώπων, που αλλάζουν καμιά φορά, όταν οι άνθρωποι μεγαλώνουν, όταν μπαίνουν σε άλλη φάση της ζωής τους ή όταν ξεκινούν μια νέα ζωή. Πέρα όμως από το κεντρικό θέμα, στην επιστολή θίγεται και το θέμα της εσωτερικής μετανάστευσης και της σχέσης των ανθρώπων με την ιδιαίτερη πατρίδα και την οικογένειά τους.

 

2. Δομή και περιεχόμενο του κειμένου

(α) ο πρόλογος ξεκινά με μια παράδοξη δήλωση:

Έναν καιρό στη ζωή μου, τα Χριστούγεννα τα γιόρταζα … την Πρωτοχρονιά. 

Στόχος του αφηγητή είναι βέβαια να δημιουργήσει εύλογη απορία, ώστε να διαβάσει ο αναγνώστης με ενδιαφέρον τα επόμενα. 

 

(β) στο κυρίως μέρος της επιστολής διακρίνουμε τρεις ενότητες:

– τα Χριστούγεννα της παιδικής ηλικίας του αφηγητή στη Ζάκυνθο. Εδώ εξηγείται το παράδοξο: ο αφηγητής, νέος σπουδαστής στην Αθήνα τότε, δεν μπορούσε να απολαύσει τη γιορταστική ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων στην πρωτεύουσα, γιατί του έλειπε η αγαπημένη του ζακυνθινή κουλούρα, το παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο έδεσμα του τόπου του. Του έστελναν το κομμάτι του (όπως γίνεται με τη βασιλόπιτα) και φυσικά το λάμβανε με καθυστέρηση την παραμονή της Πρωτοχρονιάς:

Συνέβαινε όμως να βγάζουν εκεί και το δικό μου το κομμάτι, -ε, φυσικά, τι κι αν έλειπα; Δεν είχα κιόλα πεθάνει!- και, μαζί μ’ ένα χριστόψωμο κι ένα τενεκεδένιο κουτί μαντολάτο, να μου το στέλνουν εδώ με κανένα επιβάτη ή με το ταχυδρομείο. Αλλά αργούσε. Δεν είχε εφευρεθεί, βλέπετε, ούτε εφευρέθηκε ακόμα και κανένας τηλέγραφος για δέματα. (Αχ, κι αυτός ο Έδισσον! Τι κάνει;…) Και το δέμα έφτανε μόλις την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Έτσι, με το κομμάτι εκείνο της κουλούρας, που το λάβαινα και το ‘τρωγα με τόση χαρά, με τόση συγκίνηση, με τόση αγάπη, έκανα κι εγώ τα Χριστούγεννά μου πρωτοχρονιάτικα.

– τα Χριστούγεννα της νεότητας στην Αθήνα: κατά την περίοδο αυτή ο αφηγητής νιώθει μοναξιά, νοσταλγία για τον τόπο του και τα έθιμά του και λύπη. Το κομμάτι του από την σπιτική κουλούρα ερχόνταν, αλλά με καθυστέρηση. Παρόλο που αργότερα περνάει παραμονές σε σπίτια φίλων ζακυνθίων, η νοσταλγία για την σπιτική κουλούρα είναι πάντα έντονη:

– Χριστούγεννα αύριο, μου ‘λεγαν. Και του χρόνου!
– Πού είναι τα; Απαντούσα. Δεν τα βλέπω!…
Και δεν τα ‘βλεπα πραγματικώς. Ή, να πω καλύτερα, τα ‘βλεπα, αλλά με τη φαντασία μου, μακρινά, αμυδρά, νοσταλγικά, λυπημένα – τα ‘βλεπα εκεί κάτω, στην πατρίδα, στο πατρικό μου σπίτι, στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι με την κουλούρα στη μέση, με τους δικούς μου ολόγυρα και -αλίμονο!- με τη θέση μου σε μιαν άκρη αδειανή… Ήταν γιορτή αυτή για μένα; Αν δεν έκλαψαν τα μάτια μου, έκλαψε όμως η ψυχή μου, – ψυχή παιδιού που για πρώτη φορά ξενιτεύεται…
Συνέβαινε όμως να βγάζουν εκεί και το δικό μου το κομμάτι, -ε, φυσικά, τι κι αν έλειπα; Δεν είχα κιόλα πεθάνει!- και, μαζί μ’ ένα χριστόψωμο κι ένα τενεκεδένιο κουτί μαντολάτο, να μου το στέλνουν εδώ με κανένα επιβάτη ή με το ταχυδρομείο. Αλλά αργούσε. […] Και το δέμα έφτανε μόλις την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Έτσι, με το κομμάτι εκείνο της κουλούρας, που το λάβαινα και το ‘τρωγα με τόση χαρά, με τόση συγκίνηση, με τόση αγάπη, έκανα κι εγώ τα Χριστούγεννά μου πρωτοχρονιάτικα.
Αυτό βάσταξε κάμποσα χρόνια. Είναι αλήθεια ότι και στην Αθήνα, αργότερα, γνωρίστηκα με ζακυθινά σπίτια που έκοβαν την παραμονή ζακυθινή κουλούρα και με προσκαλούσαν και μένα στην τελετή. Αλλά δεν ήταν το ίδιο!

Τόμας Έντισον (1847 – 1931). Αυτοδίδακτος εφευρέτης.
Από τις γνωστότερες εφευρέσεις του είναι το μικρόφωνο, o φωνόγραφος και ο ηλεκτρικός λαμπτήρας.

 

– η περίοδος της ωριμότητας στην Αθήνα: καθώς περνούν τα χρόνια, ο αφηγητής, οικογενειάρχης πια, στέλνει κομμάτι χριστουγεννιάτικης βασιλόπιτας στη μητέρα του. Όμως, μια φορά πηγαίνει να γιορτάσει τα Χριστούγεννα στη Ζάκυνθο ξανά, μαζί με την ηλικιωμένη μητέρα του. Η λαχτάρα για την κουλούρα και η ελπίδα να αναβιώσει η ατμόσφαιρα της παιδικής ηλικίας είναι μεγάλη, αλλά έρχεται η απογοήτευση. Τώρα ο αφηγητής έχει αλλάξει συνήθειες (προτιμά το τσουρέκι) και η κουλούρα του τόπου του δεν του κάνει καμιά εντύπωση. Η πολύχρονη παραμονή του στην Αθήνα του άλλαξε συνήθειες. Άλλωστε, ο καθένας προσαρμόζεται στις συνήθειες του τόπου όπου ζει. Αυτός είναι και ο λόγος που φέρνει το παράδειγμα των Σπαρτιατών, που απολάμβαναν -μόνο αυτοί!- τον μέλανα ζωμό.

Ναι, αυτό το ψωμί με το λάδι και με τη σταφίδα, που άλλη φορά με τρέλαινε, που το προτιμούσα από καθετί και που δεν έκανα Χριστούγεννα αν δεν το ‘χα, δε μου άρεσε πια. Το είχα ξεσυνηθίσει. Προτιμούσα το τσουρέκι. Κι ούτε όψη τού έβρισκα πια, ούτε γεύση, ούτε μυρωδιά εξαιρετική. Ένα κοινό πράμα, χοντρό, βαρύ, που απορούσα μάλιστα πώς μ’ ενθουσίαζε τόσο άλλη φορά…
Μη δεν ήταν το ίδιο;
Όχι, το ίδιο ήταν απαράλλαχτο. Εγώ μόνο είχα αλλάξει, εγώ δεν ήμουν πια ο ίδιος… Τόσα χρόνια στην Αθήνα, είχα ξεσυνηθίσει τα πράματα της πατρίδας μου και είχα συνηθίσει τ’ αθηναίικα. Όλα στον κόσμο μια συνήθεια είναι. Κι ακόμα, κάθε πράμα ταιριάζει στον τόπο του. Μόνο η νοσταλγία των πρώτων χρόνων της ξενιτιάς μ’ έκανε να βρίσκω τόσο ωραία και στην Αθήνα τη ζακυθινή κουλούρα και να την προτιμώ απ’ το καλύτερο τσουρέκι. Αλλά όταν, με τον καιρό, λιγόστεψε κι έσβησε η νοσταλγία, χάθηκαν μαζί κι όλες οι παλιές, οι νοσταλγικές μου προτιμήσεις.

 

– η τελευταία παράγραφος λειτουργεί ως επίλογος της επιστολής: χαρακτηριστικό σημείο η έμπνευση του ζακυνθινού ποιητή Ανδρέα Μαρτζώκη, ο οποίος σε ένα ποίημά του, του οποίου η υπόθεση διαδραματίζεται στην αρχαία Ιθάκη, βάζει έναν μνηστήρα να προσφέρει στην Πηνελόπη … χριστόψωμο!

 

Χριστόψωμο

 

Αφηγηματικές τεχνικές

Στην επιστολή κυριαρχεί η διήγηση: ο αφηγητής, που διηγείται περιστατικά της ζωής του, παρεμβάλλει στην αφήγησή του σύντομα και λίγα διαλογικά κομμάτια, για να δώσει ποικιλία και ζωντάνια στο κείμενό του. Επίσης, στην αρχή χρησιμοποιεί και την περιγραφή, για να δώσει καθαρή εικόνα του παραδοσιακού ζακυνθινού εδέσματος:

Φανταστείτε ένα ωραίο ψωμί σιμιγδαλένιο, πιασμένο με λάδι, βαμμένο κίτρινο με ζαφουράνα, σπαρμένο μέσα με σταφίδες άσπρες και μαύρες, με κουκουνάρια, πορτοκαλόφλουδες κι ένα σωρό μπαχαρικά, και με μια κρούστα όλο σουσάμι και πυκνά φυτεμένα καρύδια, κάποτε μάλιστα και πασπαλισμένη με ψιλή ζάχαρη χρωματιστή. Αυτή είναι η ζακυθινή κουλούρα.

 

Ύφος

Η επιστολή αυτή του Ξενόπουλου είναι αντιπροσωπευτική του ύφους του: χωρίς περίτεχνες εκφράσεις, απλό, λιτό, με λεξιλόγιο και έκφραση προσιτή στον καθένα. Κείμενο εύκολα κατανοητό ακόμη και από μικρά παιδιά.

 

 

Θέλω κι άλλο!

Διαβάστε εδώ μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία για τον Ξενόπουλο από τον επιτυχημένο θεατρικό συγγραφέα, σεναριογράφο και σκηνοθέτη Αλέκο Σακελλάριο.

 

Αφήστε μια απάντηση