Νεοελληνική Λογοτεχνία Β΄ Γυμνασίου – Ένας αριθμός

Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχωφ (1860 – 1904). Πηγή: Βικιπαίδεια

 

Άντον Τσέχωφ, Ένας αριθμός

 

Βασικά σημεία

 

1. Τα πρόσωπα

(α) Ο αφηγητής και ο χαρακτήρας του
Ο αφηγητής είναι παράλληλα και ο πρωταγωνιστής του διηγήματος. Είναι ο πατέρας που έχει αναθέσει τη μόρφωση των παιδιών του σε μια δασκάλα, την δεσποινίδα Ιουλία. Η αφήγησή του ξεκινά τη στιγμή που την προσκαλεί, για να της πληρώσει τους μισθούς της. Από τα πρώτα του λόγια, θα σχημάτιζε κανείς την εντύπωση ότι πρόκειται για άνθρωπο που σκέφτεται τις ανάγκες των συνανθρώπων του:

Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα ‘χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου…

Αμέσως μετά, όμως, δείχνει τελείως διαφορετική στάση, γιατί με διάφορες προφάσεις, ψέματα και επινοημένα περιστατικά φαίνεται ότι έχει σκοπό να της πληρώσει λιγότερα από τα συμφωνημένα: 

... Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια το μήνα…
– Για σαράντα.
– Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες… Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ…
– Δύο μήνες και πέντε μέρες…
– Δύο μήνες ακριβώς… Το ‘χω σημειώσει… Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές… δε δουλεύετε τις Κυριακές. Πηγαίνετε περίπατο με τα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές…
Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.

– Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του… Βγάζουμε δύο ρούβλια… Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει… Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του… Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια… Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να ‘χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι’ αυτό σε πληρώνουμε… Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια…
– Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα. μουρμούρισε η Ιουλία.
– Το ‘χω σημειώσει!
– Καλά…
– Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.
Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!

Ολοφάνερα, η παραπάνω στάση ταιριάζει σε έναν άνθρωπο άδικο, ψεύτη, υποκριτή, εκμεταλλευτή και εκβιαστή. Τη στιγμή, όμως, που ο αναγνώστης είναι έτοιμος να εκραγεί από τον κυνισμό με τον οποίο το αφεντικό κοιτά να στερήσει από την εργαζόμενη όσα δικαιούται, το σκηνικό αλλάζει τελείως: το αφεντικό (ο αφηγητής) παραδέχεται την αδικία και δίνει τα οφειλόμενα στη δασκάλα! Ομολογεί πως όλα αυτά ήταν ένα παιχνίδι, για να της γίνει μάθημα ότι δεν πρέπει να πέφτει θύμα του κάθε επιτήδειου. Στο τέλος, λοιπόν, ο αφηγητής φαίνεται δίκαιος, μεγαλόψυχος και συμπονετικός: ενώ θα μπορούσε πανεύκολα να κλέψει την άβουλη και υποχωρητική δασκάλα, αυτός όχι μόνο τηρεί τη συμφωνία, αλλά επιπλέον προσπαθεί να την εμψυχώσει, ώστε στο εξής να διεκδικεί το δίκιο της.

 

(β) Η δεσποινίς Ιουλία

Η δασκάλα των παιδιών, η δεσποινίς Ιουλία, είναι ένα παθητικό άτομο: ενώ αντιλαμβάνεται την κατάφωρη αδικία, εντούτοις δεν προβάλλει παρά χλιαρή αντίσταση:

– Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές… δε δουλεύετε τις Κυριακές. Πηγαίνετε περίπατο με τα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές…
Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.

 

Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακκόκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.τις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια…
– Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα. μουρμούρισε η Ιουλία.
– Το ‘χω σημειώσει!
– Καλά…
– Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.
Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!

Πρόκειται ολοφάνερα για μια νέα υποχωρητική, άβουλη, διστακτική, φοβισμένη και υποταγμένη, που δεν ξέρει να κερδίζει το δίκιο της. Είναι όμως και τυχερή, γιατί όλα αυτά είναι ένα παιχνίδι, μια φάρσα: το αφεντικό της δεν έχει σκοπό να την εκμεταλλευτεί, αλλά να της διδάξει πως χρειάζεται να διεκδικεί κανείς όσα του οφείλονται. Εντούτοις, η τελευταία αντίδρασή της δείχνει ότι μάλλον ο κόπος του αφεντικού της πήγε χαμένος, γιατί η ίδια δε φαίνεται να έχει τη διάθεση ή τις δυνάμεις να υιοθετήσει στο μέλλον την κατάλληλη στάση:

Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ’ αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;

Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.

 
2. Αφηγηματικές τεχνικές

Στο διήγημα κυριαρχεί ο διάλογος. Πολύ ταιριαστά, ο Τσέχωφ επέλεξε τον συγκεκριμένο αφηγηματικό τρόπο, για να δώσει ταχύτητα και ζωηράδα στο διήγημα. Καθώς προχωρά η αφήγηση, ο αναγνώστης νιώθει την ένταση της ατμόσφαιρας και έχει την εντύπωση ότι οι χαρακτήρες ζωντανεύουν μπροστά του, όπως σε μια θεατρική παράσταση.

Η κορύφωση έρχεται στο φινάλε του διηγήματος, όπου ο συγγραφέας αξιοποιεί το στοιχείο της έκπληξης. Εντελώς αναπάντεχα ο αφηγητής παραδέχεται την απαράδεκτη συμπεριφορά του και ομολογεί τους πραγματικούς σκοπούς του. Με την πλήρη ανατροπή της κατάστασης, με το εντυπωσιακό και απροσδόκητο τέλος, το διήγημα κερδίζει σε ένταση και μεταφέρει το μήνυμα αποτελεσματικότερα στον αναγνώστη.

 

Σχήματα λόγου
Στο διήγημα συναντούμε αρκετές μεταφορές, που δίνουν ποικιλία στο λόγο και τονίζουν σημαντικές εκφράσεις, π.χ.:

… ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου.
… μα δεν έβγαλε άχνα.
Πρέπει να ‘χεις τα μάτια σου τέσσερα…
Με έπιασαν τα δαιμόνια μου. 

Μπορείς να ζήσεις σ’ αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου;

 

Αφήστε μια απάντηση