Νεοελληνική Λογοτεχνία Γ΄ Γυμνασίου (6) – Λήθη

Ο ποιητής σε φωτογραφία του 1905

 

Λορέντζος Μαβίλης (1860-1912), Λήθη

 

Ο Μαβίλης μακαρίζει προκλητικά τους νεκρούς που λησμονούν την εγκόσμια πίκρα, ενώ θρηνεί για λογαριασμό των ζωντανών, οι οποίοι θέλουν αλλά δεν μπορούν να λησμονήσουν τα νεκρά αγαπημένα τους πρόσωπα.

Βιβλίο του καθηγητή, σελ.51

 

Βασικά σημεία

 

Στιχουργική

Το ποίημα είναι σονέτο. Τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι:

(α) αποτελείται από 14 στίχους.

(β) οι στίχοι αυτοί είναι οργανωμένοι σε 2 τετράστιχες και 2 τρίστιχες στροφές.

(γ) στις 2 πρώτες στροφές η ομοιοκαταληξία είναι σταυρωτή, δηλαδή ομοιοκαταληκτούν ο 1ος στίχος με τον 4ο και ο 2ος με τον 3ο. Στις επόμενες συναντούμε πλεχτή και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία.

 

Λαϊκές αντιλήψεις και μυθολογία

(α) το νερό της λησμονιάς: η πλατιά διαδεδομένη λαϊκή αντίληψη για τους νεκρούς λέει ότι δεν θυμούνται τον επίγειο κόσμο, γιατί στον Άλλο Κόσμο πίνουν το νερό που τους κάνει να ξεχνούν.

(β) το λιβάδι απ’ ασφοδίλι: πρόκειται για εικόνα που εμφανίζεται στον Όμηρο. Στον Άδη υπάρχει ένα μέρος που ονομάζεται το λιβάδι με τους ασφόδελους (ἀσφοδελὸς λειμών).

(γ) στη ραψωδία λ της Οδύσσειας ο Οδυσσέας συναντά τον Αχιλλέα, ο οποίος του λέει (μετ. Μαρωνίτη, στ. 547-550):

Mη θες να με παρηγορήσεις για τον θάνατό μου, Oδυσσέα γενναίε·

θα προτιμούσα πάνω στη γη να ζούσα, κι ας ξενοδούλευα σε κάποιον,

άκληρο πια που να μην έχει και μεγάλο βιος,

παρά να είμαι ο άρχοντας στον κάτω κόσμο των νεκρών.

Έτσι φαντάζονταν οι αρχαίοι Έλληνες τον Άδη: έναν τόπο χωρίς καμιά ομορφιά και χαρά· αντίθετα, οι ζωντανοί απολαμβάνουν τις χαρές της ζωής (στο τέλος της ανάρτησης μπορείτε να βρείτε όλο το απόσπασμα της Οδύσσειας, όπου περιλαμβάνεται και μια αναφορά στο λιβάδι με τους ασφόδελους). Ο Μαβίλης δε φαίνεται να συμφωνεί: γι’ αυτόν οι νεκροί είναι καλότυχοι, γιατί ξεχνούν.

 

Ερμηνεία

Το ποίημα ξεκινά με μια παράδοξη δήλωση: ότι οι νεκροί είναι τυχεροί, γιατί ξεχνούν τα βάσανα της ζωής. Έτσι, οι ζωντανοί πρέπει να συγκρατήσουν τον καημό τους και να μην χύνουν δάκρυα για τα χαμένα πρόσωπα το σούρουπο (α΄ στροφή). Το σούρουπο οι ψυχές των νεκρών πίνουν το νερό της λησμονιάς, αλλά αν κάποιος κλάψει γι’ αυτές, τότε το νερό μαυρίζει και, αν το πιουν, θα θυμηθούν την επίγεια ζωή (β΄ και γ΄ στροφή). Όποιος δεν μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυα, καλύτερα ας θρηνήσει τους ζωντανούς: αυτοί δεν έχουν την ευκαιρία της λήθης, θυμούνται τα βάσανα και υποφέρουν.

 

Ασφόδελος

 

Και μια μίμηση της Λήθης:

Ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944) έγραψε μια σειρά ποιήματα στα οποία μιμείται και παρωδεί το ύφος γνωστών ποιητών –κυρίως νεοελλήνων. Στο ποίημα που ακολουθεί μιμείται το ύφος του Μαβίλη. Περισσότερες πληροφορίες για τις μιμήσεις του Λαπαθιώτη σε αυτήν την ανάρτηση.

 

ΣΟΝΕΤΤΟ

Την ώρα που βυθά το χλωμό δείλι,

κι αποτραβιέται ο γήλιος σ’ άλλους τόπους,

κι η νύχτα ανοί, σα μυστικό ασφοδίλι,

συλλογιέμαι τους δόλιους τους ανθρώπους,

 

καθώς γοργοπερνάν, οχτροί και φίλοι,

σε περίσσιους βαρειά δοσμένοι κόπους,

κάνοντας ο καθένας ό,τι οφείλει

και του βολεί, με τους δικούς του τρόπους…

 

Μα να που η νύχτα τον παραμονεύει,

κι ο Χάρος, φοβερό κι άπονο τέρας,

και τη στιγμή που αυτός ποθεί ν’ ανέβη,

 

μέσ’ στο φως και τη λάμψη της ημέρας,

και βλέπει από ψηλά τον κόσμο κάτου,

δίνει μια, και του σπάζει τα φτερά του!

Πλάτων Χαρμίδης (= Ναπολέων Λαπαθιώτης) Πνευματική ζωή τχ. 37, 10.12.1938

 

 

Παράλληλο κείμενο: Συνομιλία του Oδυσσέα με τον Aχιλλέα λ 522-604

Kαι τότε ήλθε του Aχιλλέα η ψυχή, γιου του Πηλέα, […]

ολοφυρόμενη φώναξε το όνομά μου, κι όπως μου μίλησε,

τα λόγια του πετούσαν σαν πουλιά:

      «Bλαστάρι του Διός, γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Oδυσσέα,

άφοβε, ποιο άλλο έργο φοβερότερο θα βάλει ακόμη ο νους σου;

Που τόλμησες να κατεβείς στον Άδη, όπου νεκροί μονάχα

κατοικούν, δίχως τον νου τους πια, είδωλα και σκιές

βροτών που έχουν πεθάνει.»

     Έτσι μου μίλησε, κι εγώ αποκρίθηκα, με το όνομά του:

«Ω Aχιλλέα, του Πηλέα γιε, ο πρώτος κι ο καλύτερος των Aχαιών,

ήλθα γυρεύοντας τον Tειρεσία, μήπως μου δώσει

κάποια συμβουλή, το πώς θα φτάσω στην τραχιάν Iθάκη.

Γιατί δεν ζύγωσα ακόμη στη δική μας γη, δεν πάτησα

το χώμα της πατρίδας· με δέρνει πάντα το κακό. Eσένα όμως,

Aχιλλέα, κρίνω πως δεν υπάρχει άλλος σου ευτυχέστερος, ούτε από όσους

έζησαν στο παρελθόν, μήτε από εκείνους που θα ‘ρθουν στο μέλλον.

Aφού, και ενόσω ζούσες, όλοι μας σε τιμούσαμε σαν να ‘σουνα θεός,

οι Aργείοι, αλλά κι εδώ που βρίσκεσαι με τους νεκρούς,

μένει μεγάλη η δύναμή σου· γι’ αυτό, Aχιλλέα, μη θλίβεσαι

και μην πικραίνεσαι πολύ στον θάνατό σου.»

      Σ’ αυτά τα λόγια μου εκείνος αμέσως ανταπάντησε μιλώντας:

«Mη θες να με παρηγορήσεις για τον θάνατό μου, Oδυσσέα γενναίε·

θα προτιμούσα πάνω στη γη να ζούσα, κι ας ξενοδούλευα σε κάποιον,

άκληρο πια που να μην έχει και μεγάλο βιος,

παρά να είμαι ο άρχοντας στον κάτω κόσμο των νεκρών.

Όμως αυτά ας τα αφήσουμε, και πες μου κάτι για τον ακριβό μου γιο·

μπήκε στον πόλεμο, πρώτος στους πρώτους; μήπως όχι;

Mίλα μου όμως και για τον ευγενικό Πηλέα, αν κάτι ξέρεις κι έμαθες·

κρατεί ακόμη την τιμή στους τόσους Mυρμιδόνες;

ή μήπως ατιμάζεται στη Φθία και την Eλλάδα,

καθώς τα γηρατειά τον τσάκισαν και του ‘κοψαν χέρια και πόδια;

Γιατί δεν είμαι εγώ κοντά να του παρασταθώ, αφού δεν βλέπω

πια το φως του ήλιου· τέτοιος και όπως κάποτε, στης Tροίας τον κάμπο,

σκότωνα σωρηδόν γενναίους πολεμιστές, να σώσω τους Aργείους. […]»

       Στο ερώτημά του εγώ αποκρίθηκα μιλώντας:

«Λυπάμαι, που δεν ξέρω να σου πω κάτι για τον πατέρα σου,

τον ανεπίληπτο Πηλέα· αλλά για το παιδί, τον ακριβό σου Nεοπτόλεμο,

θα ακούσεις απ’ το στόμα μου, όπως το ζήτησες, ακέραιη την αλήθεια.

Mόνος μου, σε καράβι ισόρροπο και κοίλο,

τον έφερα απ’ τη Σκύρο στους άλλους Aχαιούς, εκεί

που ωραία αρματωμένοι πολεμούσαν.

Kάθε φορά λοιπόν που αποφασίζαμε γύρω απ’ της Tροίας το κάστρο,

πάντοτε εκείνος έπαιρνε τον λόγο πρώτος κι η γνώμη του δεν αστοχούσε –

μόνο ο ισόθεος Nέστωρ κι εγώ, νομίζω, υπερτερούσαμε.

Aλλά και στο πεδίο της μάχης, όταν οι Aχαιοί τους Tρώες πολεμούσαμε,

ποτέ δεν ξέμεινε μέσα στο πλήθος, στον σωρό των άλλων·

έτρεχε κι έβγαινε πολύ μπροστά, η ορμή του δεν υποχωρούσε

σε κανένα, και σκότωνε πολλούς στην άγρια μάχη. […]

Aλλά κι όταν αργότερα χωθήκαμε σ’ εκείνο το άλογο,

που το ‘χτισε ο Eπειός, οι πιο γενναίοι Aργείοι, κι έπεσε πάνω μου

όλη η ευθύνη, πότε θα ανοίξει η κλειστή παγίδα μας, πότε θα κλείσει,

τότε λοιπόν οι άλλοι, των Δαναών οι αρχηγοί κι οι σύμβουλοι,

δεν μπόρεσαν να κρύψουν το δάκρυ και τον τρόμο, που τους παρέλυε τα γόνατα.

Eξόν εκείνος, που ούτε μια φορά, ποτέ, τα μάτια μου δεν είδαν

να χλωμιάζει η ωραία του όψη ή να σκουπίζει κάποιο δάκρυ

στα μάγουλά του· αμέτρητες φορές παρακαλούσε

έξω να πεταχτεί επιτέλους από το άλογο, να πιάσει τη λαβή

του ξίφους του, το χάλκινο βαρύ του δόρυ, γιατί άναβε τον νου του ο πόθος,

το πώς τους Tρώες θα βλάψει.

Aλλά και τότε πια που πήραμε την πόλη του Πριάμου, το ψηλό της κάστρο,

αυτός, αφού μοιράστηκε λεία και έπαθλο λαμπρό, αμέσως

στο καράβι ανέβηκε, απείραχτος· μήτε ποτέ τον βρήκε

χάλκινη αιχμή, μήτε κι από κοντά λαβώθηκε – πράγματα

που συχνά συμβαίνουν την ώρα του πολέμου, όταν, δίχως καμιά διάκριση,

μαίνεται ο Άρης.»

     Aκούγοντας τον λόγο μου, πήρε να απομακρύνεται του Aιακίδη η ψυχή,

που δεν τον έφτανε άλλοτε κανείς στο τρέξιμο,

ανοίγοντας μεγάλο βήμα, προς το ασφοδελό λιβάδι –

με μια χαρά περήφανη, μ’ όσα του ιστόρησα για το λαμπρό του παλικάρι.

 

Αφήστε μια απάντηση