Νεοελληνική Λογοτεχνία Α΄ Γυμνασίου (3) – Το πιο γλυκό ψωμί (λαϊκό παραμύθι)

Ο Ορφέας Περίδης υπογράφει τους στίχους και τη μουσική αυτού του όμορφου τραγουδιού με τίτλο Παραμύθι.

 


 

 Λαϊκό παραμύθι, Το πιο γλυκό ψωμί

 

Βασικά σημεία: 

1. Γιατί είναι σημαντικά τα παραμύθια;

(α) ήταν βασικό μέσο ψυχαγωγίας του λαού,

(β) αύξαναν τις γνώσεις και διεύρυναν τη φαντασία του κοινού,

(γ) μέσα στα παραμύθια βρίσκουμε πολλά παραδείγματα λαϊκής σοφίας και πείρας,

(δ) επίσης, μέσα από τα παραμύθια μπορούμε να μάθουμε πολλά για τον χαρακτήρα, τη νοοτροπία και τον πολιτισμό ενός λαού.

 

2. Δομή

Το παραμύθι απαρτίζεται από τα εξής μέρη/μοτίβα:

(α) πρόβλημα: ο βασιλιάς, αν και δεν έχει καμιά έγνοια, είναι ανόρεχτος και γίνεται παράξενος.

(β) συμβουλή: ένας σοφός γέρος του προτείνει ως γιατρικό το πιο γλυκό ψωμί. Οι φουρνάρηδες του βασιλείου βάζουν τα δυνατά τους για να τον ευχαριστήσουν, αλλά αυτός ικανοποιείται με τίποτα και απειλεί τον γέρο.

(γ) δοκιμασία: ο γέρος ζητά από τον βασιλιά να τον ακολουθήσει για τρεις μόνο μέρες. Πηγαίνουν σε έναν μακρινό κάμπο και κάτω από τις οδηγίες του γέρου ο βασιλιάς θερίζει, αλωνίζει, αλέθει το στάρι, ζυμώνει και ψήνει το ψωμί.

(δ) ικανοποίηση: μετά από τόσες δουλειές ο βασιλιάς κατάκοπος πεινάει σαν λύκος. Μόλις βγαίνει το ψωμί από τον φούρνο, το τρώει με ανυπομονησία και του φαίνεται νόστιμο και γλυκό! Τότε  συνειδητοποιεί το πρόβλημά του: δεν είχε δουλειά και ενδιαφέροντα· η αδράνεια τον είχε κάνει νωθρό και ιδιότροπο. Η εργασία τού δίνει στόχο και χαρά στη ζωή.

 

3. Τα πρόσωπα

Πρωταγωνιστούν δύο, ο βασιλιάς και ο γέρος. Ο γέρος δείχνει το ίδιο πρόσωπο από την αρχή: είναι ήρεμος, γνωστικός και βοηθά τον βασιλιά να φτάσει στην αυτογνωσία. Ο βασιλιάς παρουσιάζεται αλλιώς στην αρχή και αλλιώς στο τέλος της ιστορίας: αρχικά είναι δυστυχισμένος, δύστροπος και αυταρχικός, ενώ στο τέλος, αφού καταλαβαίνει το πρόβλημά του, ηρεμεί και δείχνει ευτυχισμένος.

 

4. Βασικοί αφηγηματικοί τρόποι

(α) αφήγηση: η φωνή του αφηγητή εξιστορεί τα γεγονότα. Παραδείγματα: 

Κάποτε ήταν ένας πλούσιος βασιλιάς, πολύ πλούσιος, που ό,τι επιθυμούσε η καρδιά του το ’χε. Όλα τα είχε, και τον έλεγαν ευτυχισμένο, ώσπου έπαθε μια παράξενη ανορεξιά και δεν είχε όρεξη να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σιγά σιγά αδυνάτιζε, κι άρχισε να γίνεται γκρινιάρης και παράξενος. Πολλοί γιατροί επήγαιναν και τον έβλεπαν, μα τα γιατρικά τους τίποτα δεν μπορούσαν να του κάμουν. Η ανορεξιά του βασιλιά όλο και κρατούσε, κι εκείνος έρεβε μέρα με την ημέρα. Τίποτα δε λιμπιζόταν να φάει· ούτε «του πουλιού το γάλα», που λέει ο λόγος.

Έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά οι ψωμάδες σ’ όλο το βασίλειο, ποιος θα κάμει στο βασιλιά το πιο γλυκό ψωμί! Ζύμωσαν με ζάχαρη κι ανθόγαλα κάθε λογής ψωμιά και του τα ’φερναν στο παλάτι να τα δοκιμάσει. Μα κανένα απ’ όλα εκείνα τα ψωμιά δεν άνοιγε την όρεξη στο βασιλιά. Oύτε κι ήθελε να τα φάει. Το ’να του μύριζε, τ’ άλλο του βρομούσε. Ώσπου μια μέρα, έξω φρενών ο βασιλιάς, έστειλε ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Έτσι λοιπόν κι έγινε.

(β) διάλογος: όπου ακούμε τη φωνή των πρωταγωνιστών σε α΄ πρόσωπο. Παραδείγματα:

«Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;», τον ρώτησε. «Τι λες, γιατρέ μου», του λέει ο βασιλιάς. «Όλη μέρα ξαπλωμένος απάνου στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ». «Μήπως έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;» «Όχι, κάθε άλλο. Εγώ ζω ξέγνοιαστος, και καρφάκι δε μου καίεται για κανέναν!» «Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το ’χεις;» «Oύτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι, κι ό,τι γυρέψω, το βλέπω μπροστά μου!…».

«Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες!», του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε. «Γιατί, βασιλιά μου;», τον ρώτησε ο γέροντας. «Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!» «Μπα;», έκαμε ο γέροντας. «Φαίνεται πως το ψωμί που σου ζύμωσαν, δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε!»

 
(γ) περιγραφή: όταν ο αφηγητής αποδίδει την εξωτερική εμφάνιση τόπων, αντικειμένων ή ανθρώπων. Παραδείγματα:

Φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα, ποδέθηκε παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, εκεί που καθόταν ο γέροντας, σε μια καλύβα, μέσα σ’ ένα χωράφι σπαρμένο.

Σε λίγο βγήκανε τα καρβέλια, αχνιστά και ροδοψημένα.

 

Αφήστε μια απάντηση