• Η Μονή Χιλανδαρίου (σερβικά: Манастир Хиландар) είναι 4η στην ιεραρχία των Αγιορείτικων Μονών. Βρίσκεται μέσα στο βουνό, στη βορειανατολική πλευρά. Είναι σερβική Μονή.

    Για την ιστορία της μονής πατήστε εδώ.

  • Μικρογραφία

    Tίς ουκ επαινέσειε, Συμεών πάτερ,
    Σε τον βλύσαντα, μύρον εκ του σου τάφου;

    Βιογραφία
    Ο Όσιος Συμεών ήταν βασιλιάς των Σέρβων με το όνομα Στέφανος Α’ Νεμάνια (στις Βυζαντινές πηγές Νεεμάν) και […]

  • Οι διαφορές ανάμεσα στη Ορθοδοξία και τον παπισμό είναι πολλές και μεγάλες, παλαιές και νεότερες και αφορούν τόσο σε δογματικά ζητήματα όσο και σε θέματα εκκλησιαστικής εμπειρίας, λατρείας, τέχνης και γενικώτερα […]

  • Τριώδιο ονομάζεται το Λειτουργικό Βιβλίο της Εκκλησίας μας, το οποίο περιλαμβάνει τους Ύμνους που ψέλνονται τις δέκα Κυριακές πριν από το Πάσχα, δηλαδή από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι και το […]

  • Το δένδρο της Ορθοδοξίας υπεραιωνόβιο είναι ποτισμένο με αίμα ηρώων. Η Εκκλησία μας είναι Εκκλησία Μαρτύρων. Αναρίθμητες ψυχές απαρτίζουν την στρατιά των Μαρτύρων και κοσμούν τη Θριαμβεύουσα Εκκλησία. Ψυχές αγωνιστικές και θαρραλέες, τολμηρές και φλογερές, θυσιάζουν κάθε ανθρώπινη αγάπη μπροστά στη θεία Αγάπη.
    Μια τέτοια γυναικεία μορφή είναι η Αγία Περπέτουα.
    Πατρίδα της η πόλη Θουβρίτανα της Αφρικής. Γεννιέται από αρχοντική οικογένεια και ανατρέφεται μέσα στην πολυτέλεια. Σε ηλικία 22 ετών οι γονείς της την παντρεύουν με αξιωματούχο νέο και αποκτάει ένα παιδί. Από τον Σάτυρο κατηχείται στην πίστη του Χριστού. Η Περπέτουα ζει τις πρώτες στιγμές της Υψηλής γνωριμίας της με τον Κύριο. Ο σύζυγός της, φανατικός ειδωλολάτρης, πληροφορείται την χριστιανική ιδιότητά της και την εγκαταλείπει με το βρέφος. Η γενναία χριστιανή συνεχίζει τη χριστιανική της πορεία. Μελετάει, προσεύχεται και προσπαθεί να εναρμονίζει τη ζωή της με το θέλημα του Θεού. Κάθε μέρα και περισσότερο αυξάνει η πίστη και η αγάπη της στον Χριστό. Κι η ώρα της ομολογίας δεν αργεί. Ο αυτοκράτορας Βαλεριανός κηρύσσει διωγμό κατά των χριστιανών. Η Περπέτουα συλλαμβάνεται  μαζί με άλλους χριστιανούς και φυλακίζεται. Οι συνθήκες διαβίωσης στα σκοτεινά και υγρά κελλιά των φυλακών είναι τρομερές. Οι μαστιγώσεις και οι εξυβρίσεις, οι ραβδισμοί και οι εξευτελισμοί εξαπολύονται καθημερινά, αλλ’ αντικρούονται ηρωικά. Η περήφανη αρχοντοπούλα είναι αποφασισμένη να υποφέρει για τον Χριστό.
    Ο πατέρας της την επισκέπτεται και προσπαθεί να τη μεταπείσει. Η εμμονή και η ετυμηγορία της τον εξαγριώνουν και αποχωρεί νικημένος.
    Η Περπέτουα δέχεται το βάπτισμα και παίρνει την θεία Χάρη. Προσεύχεται θερμά, οραματίζεται κι ενδυναμώνεται. Στη φυλακή φέρνουν το βρέφος της για θηλασμό κι εκεί αναμένει τη μέρα της δίκης.
    Ο πατέρας της επανεμφανίζεται και προσπαθεί να την συγκινήσει προβάλλοντας τα γηρατειά, την οικογενειακή τιμή, το σπλάγχνο της. Η Περπέτουα ιεραρχεί τις αξίες  σέβεται τον πατέρα της, τιμά την οικογένειά της, αγαπάει το παιδί της, αλλά πάνω απ’ όλα υπεραγαπάει τον Χριστό. Η απάντησή της είναι κατηγορηματική: «Πατέρα, το όνομα χριστιανή τιμάει την οικογένειά μας, το δε παιδί μου το παραδίδω στην αμέριστη προστασία του Θεού».
    Σε λίγο η ανάκριση αρχίζει κι η Περπέτουα, παρά την συναισθηματική πίεση. ομολογεί σθεναρά την πίστη της και κατατροπώνει το δικαστή με τις απαντήσεις. Η απόφαση είναι καταδικαστική: Θα ριφθεί στα θηρία.
    Η ηρωίδα χριστιανή πανηγυρίζει. Μένει στη φυλακή κι αναμένει τη μέρα του μαρτυρίου. Προσεύχεται, κοινωνεί κι είναι πανέτοιμη. Ο Κύριος είναι μαζί της και την ενισχύει με οπτασίες. Η μέρα του μαρτυρίου φθάνει. Οι Μάρτυρες πασίχαροι παρελαύνουν για το αμφιθέατρο. Η Περπέτουα προχωρεί αγέρωχα, βαδίζει για τον Ουρανό. Σε λίγο μία δάμαλις τρυπάει με τα κέρατα το σώμα της και την εκσφενδονίζει. Πονάει, αλλά ορθοστατεί. Η αντοχή της προκαλεί τον θαυμασμό του κόσμου. Ένα ξίφος την αποκεφαλίζει για να δώσει το «παρών» στο προσκλητήριο κάλεσμα του Κυρίου, εκεί στα Ουράνια Σκηνώματα.
    Την τιμάμε την 1η Φεβρουαρίου.-

    πηγή: http://antilaloiorthodoxias.blogspot.gr/2014/02/blog-post.html

    Βρισκόμαστε στην Καρχηδόνα το έτος 203 μ. Χ.

    Η Βίβια Περπέτουα, από αρχοντική οικογένεια, μορφωμένη, είχε κάνει ένα καλό γάμο σε πολύ νεαρή ηλικία.

    Ήταν μητέρα ενός μικρού αγοριού. Στην εποχή, που θα παρακολουθήσουμε το μαρτύριο της, ήταν περίπου 22 ετών.

    Οι γονείς της ζούσαν, καθώς και τα δύο της αδέλφια.

    Ο ένας από αυτούς, όπως και η Περπέτουα, εκείνο τον καιρό, ήταν κατηχούμενος.

    Η ίδια πιό κάτω διηγείται όλη την ιστορία του μαρτυρίου της :

    -Βρισκόμουνα μαζί και με άλλους κατηχούμενους στο Θουμπούρμπο, όταν ήρθε ο πατέρας μου να με δει. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να μου κλονίσει την πίστη μου. Όταν είδε ότι εγώ ήμουν σταθερή εξαγριώθηκε. Χίμηξε επάνω μου. Κι’ ύστερα έφυγε γεμάτος θυμό. Πέρασαν αρκετές μέρες και δεν ξαναήρθε. Ευχαριστούσα το Θεό, γιατί αυτή η απουσία μου ήταν μία ανακούφιση. Ακριβώς μέσα σ’ αυτό το διάστημα δεχθήκαμε το άγιο Βάπτισμα. Το άγιο Πνεύμα μου έβαλε τη σκέψη εκείνη την ώρα του μυστηρίου να ζητήσω τη δύναμη, για να αντέξω σε ό,τι στη συνέχεια θα είχα ν’ αντιμετωπίσω.

    Ύστερα από λίγες μέρες μας μετέφεραν στις φυλακές της Καρχηδόνος. Τρόμαξα. Δεν είχα ποτέ βρεθεί σε τέτοια σκοτάδια. Η ατμόσφαιρα αποπνικτική. Οι στρατιώτες έπαιρναν ό,τι χρήματα έβρισκαν πάνω μας. Kι’ υστέρα με κατέτρωγε η ανησυχία για το παιδί μου, που ήταν ακόμη πολύ μικρό και με είχε ανάγκη, γιατί θήλαζε. Τότε ο Τέρτιος και ο Πομπόνιος, δύο αφοσιωμένοι διάκονοι που φρόντιζαν για μας, ύστερα από πολλά, πέτυχαν να μας μεταφέρουν σ’ ένα τόπο της φυλακής πιο υποφερτό. Εκεί μπόρεσα λίγο να περιποιηθώ το μωρό μου. Το πόσο ανησυχούσα γι’ αυτό το παιδί, το είπα στη μητέρα μου. Για λίγο ανέθεσα τη φροντίδα του στον αδελφό μου. Αλλά και αυτό δεν με ανέπαυε. Στο τέλος κατέληξα να το πάρω μαζί μου στη φυλακή. Αμέσως τότε το είδα να συνέρχεται και αυτό με ανακούφισε. Μου φάνηκε τότε και η φυλακή ένα λαμπρό παλάτι.

    Ύστερα από μερικές μέρες κυκλοφόρησε η είδηση πως θα πάμε για ανάκριση. Ο πατέρας μου γεμάτος πόνο κατέφθασε Προσπάθησε και πάλι να με πείσει ν’ αλλάξω τη πίστη μου. «Λυπήσου, κόρη μου, τα γερατειά μου, μου είπε. Αν ακόμη μου αξίζει να με λες πατέρα, λυπήσου με. Σ’ ανάθρεψα με τα χέρια μου. Σ’ αγαπούσα περισσότερο από όλα τα άλλα παιδιά, Μη με κάνεις τώρα περίγελο του κόσμου. Σκέψου τ’ αδέρφια σου, τη μητέρα σου, το παιδί σου, που δεν θα μπορέσει, αν του λείψεις, να ζήσει. Έλα στα λογικά σου και μη θέλεις να διαλύσεις την οικογένειά σου».

    Και ενώ μου έλεγε αυτά, φιλούσε τα χέρια μου, έπεφτε στα πόδια μου. Πονούσα πολύ βλέποντας τον πατέρα μου σ’ αύτη την κατάσταση. Ήταν ο μόνος απ’ την οικογένειά μας, που δεν μπορούσε να με καταλάβει.

    -Δεν θα συμβεί και στο δικαστήριο κάτι που δεν θα το θέλει ο Θεός, πατέρα, του έλεγα. Πίστεψέ το, πως δεν εξαρτάται από μας η πορεία του καθενός μας, αλλά από το Θεό.

    Έφυγε, μετά από αυτά, θλιμμένος.

    Ξαφνικά ένα μεσημέρι μας οδήγησαν στο δικαστήριο. Το νέο διαδόθηκε στις γειτονιές. Μαζεύτηκε κόσμος. Ανεβήκαμε στο εδώλιο. Ανέκριναν πρώτα τους άλλους. Σαν έφτασε η σειρά μου, βλέπω τον πατέρα μου νάρχεται προς το μέρος μου, κρατώντας στην αγκαλιά του το παιδί μου. Με τράβηξε και μου είπε: «Θυσίασε, λυπήσου το βρέφος». Ο Ιλαριανός, ο εισαγγελέας με τη σειρά του τότε μου είπε: «Λυπήσου τα γεράματα του πατέρα σου, την τρυφερή ηλικία του παιδιού σου, θυσίασε για την ευτυχία των αυτοκρατόρων».

    Εγώ απήντησα : Δεν  θυσιάζω !

    Ιλαριανός : Είσαι χριστιανή ;

    Του είπα : Ναι, είμαι χριστιανή !

    Ο δικαστής δεν άργησε να βγάλει την απόφαση : Όλοι θα γινόμαστε τροφή των θηρίων. Φύγαμε για τη φυλακή νοιώθοντας ευτυχισμένοι.

    Την παραμονή είδα ένα όνειρο που πολύ με ενίσχυσε. Ότι πολέμησα με ένα Αιγύπτιο άνδρα, τον οποίον και νίκησα. Ότι όλο το πλήθος γύρω μου ξέσπασε σε επευφημίες. Σαν ξύπνησα, κατάλαβα ότι η μάχη που θα δώσω δεν θάναι με τα άγρια θηρία, αλλά με το Διάβολο. Κι’ ήμουν βεβαία για τη νίκη.

    Η διήγηση του μαρτυρίου.

    Ανάμεσα στους άλλους κρατουμένους ήταν και η Ευτυχία                        (Φιλικιτάτη). Όταν την συνέλαβαν, ήταν οχτώ μηνών έγκυος. Όταν πλησίασε η ήμερα της θηριομαχίας,  στενοχωριόταν στη σκέψη, πώς το ­διko της μαρτύριο θα έπαιρνε αναβολή, λόγω της καταστάσεως της: Γιατί ο νόμος απαγόρευε τη θανατική εκτέλεση στις εγκύους· Όσοι βρίσκονταν μαζί της, κι’ αυτοί ήταν βαθιά λυπημένοι στη σκέψη, πως θ’ αφήσουν μόνη μια τόσο καλή κι’ αγαπητή τους αδελφή, που μαζί τους βάδιζε προς την ίδια ελπίδα.

    Τρεις μέρες πριν απ’ το μαρτύριο, όλοι μαζί έκαναν θερμή ικεσία προς τov Κύριο. Μόλις είχαν τελειώσει την προσευχή τους, όταν έπιασαν την Ευτυχία οι πόνοι του τοκετού. Οι συνθήκες στις όποιες βρισκόταν η επίτοκος, καθώς και ο πρόωρος τοκετός (ήταν στους οχτώ μήνες) την έκαναν να υποφέρει πολύ και να βογγάει. Τότε ένας απ’ τους δεσμοφύλακες της είπε: «Αν τώρα τόσο πολύ βογγάς, τι θα κάνεις όταν βρεθείς ανάμεσα στ’ άγρια θηρία, που τ’ αψήφησες με την άρνησή σου να θυσιάσεις στους θεούς ;».

    Η Ευτυχία τότε του απάντησε : «Τώρα είμαι εγώ που υποφέρω αυτό που υποφέρω. Ενώ εκεί ένας άλλος θάναι μέσα μου, που θα υποφέρει για μένα, γι’ αυτό για χάρη του θα υποφέρω». Η Ευτυχία έφερε στον κόσμο ένα κοριτσάκι, που το υιοθέτησε μια χριστιανή και το είχε σαν παιδί της…

    Το Άγιο Πνεύμα μας επέτρεψε να σημειώσουμε γραπτώς το χρονικό του μαρτυρίου. Έτσι, παρά την αναξιότητά μας, συμπληρώνομε το ιστορικό ενός τόσο αξιόλογου μαρτυρίου. Κι’ εκπληρώνουμε και την επιθυμία και την αποστολή, που μας εμπιστεύθηκε η Αγία Περπέτουα.

    Άς αναφέρομε κάτι από τη σταθερότητα και τη μεγαλοψυχία της μάρτυρος. Ο δήμαρχος μεταχειρίζεται με σκληρό τρόπο τους κρατουμένους. Η Περπέτουα τότε του είπε κατά πρόσωπον : «Γιατί στερείς από την επιείκεια σου τους τόσο ευγενείς κατάδικους, που θ’ αγωνιστούν για τα γενέθλια του Καίσαρος ; Δεν θάναι συμφέρον για την υπόληψή σου να φέρεις στη κονίστρα φυλακισμένους ευτραφείς;»

    Ο δήμαρχος κατακοκκίνισε. Έδωσε διαταγή να χρησιμοποιούν τους φυλακισμένους πιο ανθρώπινα. Έτσι και τα αδέλφια της Περπέτουας και όλοι οι άλλοι επισκέπτες είχαν την ευκολία να μπαίνουν στη φυλακή και να φέρνουν στους δικούς τους τα απαραίτητα.

    Την παραμονή της θηριομαχίας, γινόταν το τελευταίο γεύμα των καταδίκων, που το ονόμαζαν «ελεύθερο γεύμα». Οι μάρτυρες, όσο μπορούσαν, μετέβαλαν αυτό το δείπνο από δείπνο οργίων σε δείπνο αγάπης. Μιλούσαν εκεί στα πλήθη με το θάρρος που τους χαρακτήριζε, υπογραμμίζοντας τους την κρίση του Θεού. Διαλαλούσαν την ευτυχία τους, που δίνουν τη ζωή τους για το Θεό και κινούσαν την απορία των ακροατών. Πολλοί από τους ειδωλολάτρες συγκινιόνταν και πίστευαν.

    Η ήμερα της νίκης έφθασε. Οι μάρτυρες άφησαν τη φυλακή για να πάνε στο αμφιθέατρο. Θάλεγε κανείς, πως πάνε στον ουρανό. Τα πρό­σωπά τους ήταν φωτεινά, χαριτωμένα.Ήταν συγκινημένοι όχι από φόβο, αλλά από χαρά. Η Περπέτουα βάδιζε πίσω, μ’ ένα βήμα ήρεμο, σταθερό, σαν η μικρή αγαπημένη του Θεού. Η λάμψη των ματιών της έκανε όλους να ρίξουν το βλέμμα κάτω.

    Όταν έφτασαν στην πόρτα του αμφιθεάτρου, θέλησαν να τους φορέσουν ειδικές στολές: στους άνδρες τη στολή των ιερέων του Κρόνου, στις γυναίκες τη στολή της ιέρειας Δήμητρας. Ή Περπέτουα όμως αντιστάθηκε μέχρι τέλους.

    Αρνήθηκε να δεχθεί κάτι τέτοιο. «Αν ήρθαμε εδώ θεληματικά, είπε, ήταν για να υπερασπίσουμε την ελευθερία μας. Αν θυσιάζουμε τη ζωή μας, είναι για να μη κάνουμε παρόμοια με αυτό που μας ζητάτε. Πάνω σ’ αυτό έχομε κάνει μαζί σας μια συμφωνία».

    Η αδικία έπρεπε να υποχώρηση μπρος στη δικαιοσύνη. Ο δήμαρχος δέχτηκε να περάσουν με τα συνηθισμένα τους ρούχα.

    Η Περπέτουα τραγουδούσε. Για τις γυναίκες μάρτυρες είχαν φυλάξει οι δήμιοι μια από τις άγριες αγελάδες να τις κατασπαράξει. Τις έκλεισαν μέσα στα δίχτυα και έτσι τις έφεραν μέσα στο στάδιο. Εδώ άρχιζε η πάλη με το άγριο θηρίο.

    Η Περπέτουα συμμάζεψε το σχισμένο φόρεμα επάνω της, μάζεψε τα  μαλλιά της, που ήταν λυμένα. Γιατί μια μάρτυς δεν πρέπει να πεθάνει με ξέπλεκα τα μαλλιά, όπως όταν κανείς πενθεί, αφού είναι ήμερα χαρμόσυνη γι’ αυτήν. Έτσι όπως την είδαν άφοβη και αλύγιστη ξέσπασαν σε μίσος τα πλήθη έξαλλα και την έβγαλαν από την πόρτα των Ζώων, όπως έλεγαν μια πόρτα της Καρχηδόνος.

    Εκεί την περιμάζεψε ένας κατηχούμενος, ο Ρούστικος.

    Εκείνη φαινόταν σαν τότε να ξυπνά από ένα βαθύ λήθαργο. Κοίταξε γύρω της και όλοι ξαφνιάστηκαν σαν την άκουσαν να ρωτά: «Πότε λοιπόν θα μας ρίξουν στην άγρια αγελάδα ;» Κι’ όταν της είπαν ότι αυτό είχε ήδη γίνει, δεν το πίστευε, αν δεν της το επιβεβαίωναν τα σημάδια επάνω στο σώμα της και στο φόρεμα της. Εν συνεχεία κάλεσε τον αδελφό της και τον κατηχούμενο. Τους είπε : «Μείνετε σταθεροί στην πίστη σας. Αγαπάτε ο ένας τον άλλον. Οι δοκιμασίες οι δικές μας μη σας κλονίσουν ποτέ».

    Εν τω μεταξύ οι άλλοι μάρτυρες έδωκαν μέσα στο στάδιο ο καθένας με τη σειρά του το αίμα του για τη πίστη του. Την Περπέτουα την κτύπησαν στα πλευρά. Έβγαλε μια φωνή. Ύστερα έπιασε η ίδια το χέρι του άπειρου μονομάχου και έφερε το ξίφος στο λαιμό της. Δεν μπορούσε μια τέτοια γυναίκα να πεθάνει με άλλον τρόπο απ’ αυτόν…

    Ω σεις άγιοι κι ευτυχισμένοι μάρτυρες ! Είσαστε οι εκλεκτοί και οι διαλεγμένοι για τη δόξα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αυτός που τιμάτε και λατρεύετε, ας χρησιμοποιήσει και σας για την οικοδομή της Εκκλησίας. Είσαστε και σεις μια μαρτυρία, ότι το αυτό Πνεύμα ενεργεί το ίδιο παντού, καθώς και ο Πατήρ και ο Υιός, στον οποίον ανήκει η δόξα και η τιμή  στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

    ( Άγιες Γυναίκες της αρχαίας Εκκλησίας, Εκδ. Ι. Μ. Κεχροβουνίου Τήνου. Επιμέλεια Αρχ. Ηλία Μαστρογιαννοπούλου).

    πηγή: http://www.diakonima.gr/2010/02/01/%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CF%84%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%80%CE%AD%CF%84%CE%BF%CF%85%CE%B1%CF%82-1-%CF%86%CE%B5%CE%B2%CF%81/
    Ἡ Ἁγία Περπέτουα ἡ Μάρτυς καὶ οἱ σὺν αὐτῇ

    Ημ. Εορτής:
    1 Φεβρουαρίου

    Ημ. Γέννησης:

    Ημ. Κοιμήσεως:
    202 μ.Χ.

    Ημ. Ανακομιδής Λειψάνων:

    Πολιούχος:

    Λοιπές πληροφορίες:
    Σάτυρος, Ροβεκάτος, Φιλικητάτη, Σατουρνίνος καὶ Σεκοῦνδος

    Εορταζόμενο όνομα:

    Ἡ Ἁγία Μάρτυς Βίβια Περπέτουα, νέα 22 ἐτῶν, νυμφευμένη καὶ ἔχουσα τέκνο σὲ θηλασμό, καταγόταν ἀπὸ ἐπιφανὴ οἰκογένεια τῆς Καρχηδόνος. Συνελήφθη τὸ ἔτος 203 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορα Σεπτιμίου Σεβήρου (193 – 211 μ.Χ.), ἀπὸ τὸν ἀνθύπατο τῆς Ἀφρικῆς Ἰλαριανὸ μαζὶ μὲ ἄλλους κατηχούμενούς της Ροβεκάτο καὶ Φιλικητάτη, πιθανῶς συζύγους, Σατουρνίνο καὶ Σεκοῦνδο καὶ ὅλοι τους ὁδηγήθηκαν στὸν χιλίαρχο, στὸν ὁποῖο καὶ ὁμολόγησαν μὲ παρρησία τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Ὁ διδάσκαλός τους Σάτυρος, μὴν ἀντέχοντας νὰ βλέπει τοὺς μαθητές του νὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τὰ βασανιστήρια καὶ τὴ φυλακή, προσῆλθε οἰκειοθελῶς στὴ φυλακή.Ὁ πατέρας τῆς Περπέτουας, ἄλλοτε μὲ ἤπιους λόγους καὶ ἄλλοτε μὲ ἀπειλὲς ἐπιχείρησε μάταια νὰ τὴν μεταπείσει καὶ σὲ μία στιγμὴ ὀργῆς θέλησε νὰ τῆς ἐξορύξει τοὺς ὀφθαλμούς. Λίγες ἡμέρες μετὰ τὴν σύλληψή τους βαπτίσθηκαν, ἔπειτα δὲ ρίχτηκαν σὲ σκοτεινὴ φυλακή, ἀλλὰ οἱ διάκονοι τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ δωροδόκησαν τοὺς φύλακες, πέτυχαν τὴν μεταφορά τους σὲ καλύτερα κελιά, ὅπου ἡ Περπέτουα μποροῦσε νὰ βλέπει τοὺς συγγενεῖς της καὶ νὰ τρέφει τὸ παιδί της. Κατὰ παράκληση τοῦ ἀδελφοῦ της ζήτησε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅραμα, γιὰ νὰ πληροφορηθεῖ περὶ τῆς τύχης τους. Τῆς δείχθηκε λοιπὸν κλίμακα ὀρειχάλκινη, ποὺ ἔφθανε μέχρι τὸν οὐρανό, μὲ ἑκατέρωθεν μπηγμένα ξίφη, δόρατα, ἄγκιστρα, μαχαίρια, ὀβελίσκους, ὥστε κάθε ἀμελὴς ἀναβάτης νὰ σκίζεται, ἐνῷ κάτω ἀπὸ αὐτὴν παραμόνευε ὑπερμεγέθης δράκοντας, ποὺ ἐκφόβιζε αὐτοὺς ποὺ ἐπιχειροῦσαν νὰ ἀνέλθουν. Ὁ Κατηχητὴς Σάτυρος, ποὺ εἶχε ἤδη ἀνέλθει τὴν σκάλα, στράφηκε πρὸς αὐτὴν καὶ τὴν παρακάλεσε νὰ περπατήσει, αὐτὴ δὲ μὲ θάρρος πάτησε τὴν κεφαλὴ τοῦ δράκοντος καὶ ἀνέβηκε. Εὑρεθεῖσα σὲ μεγάλο κῆπο, εἶδε ὑπερμεγέθη πολιὸ ἄνδρα ποὺ ἄρμεγε πρόβατα καὶ περιστοιχιζόταν ἀπὸ χιλιάδες λευκοφορούντα πρόσωπα. Τῆς ἀπηύθυνε τὸν λόγο λέγοντάς της «καλῶς ἦλθες τέκνον», τῆς ἔδωσε τυρὶ «ὡς ψωμί», αὐτὴ δὲ συνέπλεξε τὰ χέρια καὶ ἔφαγε, ἐνῶ οἱ παριστάμενοι εἶπαν «Ἀμήν». Ὁ ἦχος αὐτοῦ τοῦ ἐπιφωνήματος τὴν ξύπνησε, ὁπότε διηγηθεῖσα τὸ ὅραμα στὸν ἀδελφό της, ἔδωσε τὴν ἐξήγηση ὅτι θὰ μαρτυρήσουν.Ὁ πατέρας της, ποὺ εἶχε ἐξαφανιστεῖ γιὰ λίγο ἐλπίζοντας ὅτι ἡ κόρη του θὰ μεταστρεφόταν, ἐπανεμφανισθεῖς, πιὸ εὐγενὴς καὶ συγκρατημένος, τῆς ζητοῦσε νὰ λυπηθεῖ τὰ γηρατειά του καὶ τὴν τιμὴ τῆς οἰκογένειας καὶ τὴν καταφιλοῦσε, ἀλλὰ αὐτὴ παρὰ τὴν συγκίνησή της παρέμεινε ἀμετάπειστη.

    Τέλος οἱ κρατούμενοι ὁδηγήθηκαν στὸν ἀνθυπατεύοντα Ἰλαριανὸ γιὰ ἀνάκριση. Τὸ μαρτύριο ὁρίσθηκε γιὰ τὴν ἑορτὴ τῶν γενεθλίων τοῦ Καίσαρος Γέτα, ἐπὶ αὐτοκράτορα Σεπτιμίου Σεβήρου (193 – 211 μ.Χ.). Οἱ Ἅγιοι τέλεσαν δεῖπνο ἀγάπης καὶ οἱ παρατηροῦντες Ἐθνικοὶ ἐκπλήττονταν ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Σάτυρου.
    Οἱ Μάρτυρες εἰσήχθησαν στὸ ἀμφιθέατρο καὶ βάδιζαν χαρούμενοι καὶ ὑπερήφανοι. Ἀπέλυσαν τὰ θηρία. Ὁ Σατουρνίνος, ὁ Ροβεκάτος, ὁ Σεκοῦνδος καὶ ὁ Σάτυρος δέχθηκαν τὴν ἐπίθεση τῶν ἄγριων ζῴων. Ἡ Περπέτουα καὶ ἡ Φιλικητάτη ἀφοῦ δέχθηκαν τοὺς κερατισμοὺς δαμάλεως, κατερρίφθησαν ματωμένες καὶ στὴ συνέχεια ἀποκεφαλίσθηκαν. Τὸ μαρτύριο συντελέσθηκε τὸ ἔτος 202 μ.Χ.. Ἔτσι καὶ οἱ ἕξι Ἅγιοι ἔλαβαν τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς δόξας.
    Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.

    Θείας πίστεως, ἔγνως τὸν πλοῦτον, καὶ κατέλιπες, εἰδώλων πλάνην, Περπετούα θεολήπτῳ φρονήματι· καὶ σὺν πεντάδι Μαρτύρων ἀθλήσασα, μαρτυρικῆς ἠξιώθης λαμπρότητος· μεθ’ ὧν πρέσβευε, Κυρίῳ τῷ σὲ δοξάσαντι, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

     

    Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
    Τῶν Μαρτύρων χορείαν τὴν ἑξαστέλεχον, Περπετούαν Ῥευκᾶτον καὶ θεῖον Σάτυρον, Σατορνῖνον τὸν κλεινὸν Σεκοῦνδον ἔνδοξον, Φιλικητάτην τὴν σεμνήν, ὡς ἀστέρας φαεινούς, τῆς πίστεως τῆς ἁγίας, καὶ πρέσβεις πρὸς τὴν Τριάδα, ἡμῶν συμφώνως εὐφημήσωμεν.
    Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
    Καταλιποῦσα τοῦ πατρός σου τὴν πλάνην, θεογνωσίας τῷ φωτὶ κατηυγάσθεις, καὶ μυστηρίου ἤνυσας τὸ στάδιον, Περπετούα ἔνδοξε, σὺν Μαρτύρων πεντάδι· μεθ’ ὧν ἀεὶ πρέσβευε, τῇ Ἁγία Τριάδι, ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς, ἐπιτελούντων, τὴν πάνσεπτον μνήμην σου.
    Μεγαλυνάριον.
    Χαίροις Περπετούα Μάρτυς Χριστοῦ, ἡ ἄθλοις ἁγίοις, καθελοῦσα τὸν δυσμενῆ· χαίροις ἡ Κυρίῳ, πρεσβεύουσα ἀπαύστως, ὑπὲρ τῶν προσιόντων, τῇ προστασίᾳ σου.

    πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/sid/1978/sxsaintinfo.aspx


  • Ο πατήρ Ηλίας Διαμαντίδης γεννήθηκε το 1880 στο χωριό Χουρμικιάντο των Σουρμένων του Πόντου, το οποίο απέχει οκτώ ώρες με το καΐκι από την Τραπεζούντα.
    Οι γονείς του, Παναγιώτης και Αθηνά, ήταν φτωχοί αλλά με φόβο Θεού. Απέκτησαν τρία παιδιά, τον Κωνσταντίνο, τον Γεώργιο και τον Ηλία. Το 1888 αφού στερέωσε τα παιδιά της στην ευλάβεια εκοιμήθη η Αθηνά. Ο Παναγιώτης ξαναπαντρεύτηκε και πήρε μια γυναίκα βάρβαρη και κακιά, την Καντίνα. Η μητρυιά κακομεταχειριζόταν και βασάνιζε τον μικρό Ηλία. Με δάκρυα διηγείτο αργότερα πολύ εμπιστευτικά σε μια ορφανή τα βάσανα της παιδικής του ηλικίας, με σκοπό να την στηρίξη.
    Η μητρυιά του τον κρεμούσε ανάποδα σε δένδρο επί μια ώρα και παρακολουθούσε ανάλγητη το μαρτύριο του, ενώ εκείνος την παρακαλούσε με δάκρυα να τον λύση. Τον ξεγύμνωνε και με ένα μάτσο τσουκνίδες τον χτυπούσε στα απόκρυφα μέρη. Τύλιγε τα γεννητικά του όργανα με κλωστή προξενώντας αφόρητους πόνους, όχι μόνο από το δέσιμο αλλά και από την αδυναμία διούρησης. Έβαζε φωτιά στα ρούχα του και το παιδί έτρεχε τρομαγμένο να την σβήση. Όλη την ημέρα τον άφηνε νηστικό, δίνοντας του μόνο λίγο ξερό ψωμί. (Αυτή ήταν η απαρχή της μεγάλης του εγκράτειας που ετήρησε σ’ όλη του την ζωή. Τον έστελνε σ’ αυτήν την ηλικία να βόσκη μοσχάρια και τον απειλούσε με βασανιστήρια, αν τα ζώα έκαναν ζημιά. Όταν επέστρεφε το βράδυ τον ρωτούσε ο πατέρας του, αν έφαγε τίποτε και απαντούσε γι’ αυτόν η μοχθηρή μητρυιά του: «Τον τάισα, τον τάισα».
    Στα πολλά βασανιστήρια ποτέ δεν παραπονέθηκε. Εφάρμοσε το «ασχημοσύνην μητρός σου ουκ αποκαλύψεις»1. Από όλα αυτά που υπέμεινε με αμνησικακία έλαβε από μικρός ο Ηλίας άφθονη την θεία Χάρι.
    Αργότερα που εκοιμήθη ο πατέρας του, η μητρυιά του, γηρασμένη πια, είχε τον φόβο μήπως ο Ηλίας την εκδικηθή για όσα του έκανε. Εκείνος την καθησύχαζε: «Μη φοβάσαι μητέρα, θα σε κοιτάξω καλά». Έμεινε κατάκοιτη στο κρεββάτι και ο Ηλίας δεν άφηνε κανέναν άλλο να την περιποιείται. Ο ίδιος με πολλή αγάπη την τάιζε, την έπλενε, προσέφερε τα πάντα. Αντί της χολής και του όξους της ανταπέδωσε μάννα και ύδωρ. Εκείνη συντετριμμένη έλεγε και ξανάλεγε: «Ηλία, πολύ σε τυράννησα, πολλά κακά σου έκανα, συγχώρεσε με, παιδί μου», και εκείνος ανεξίκακα της έλεγε: «Μη στενοχωριέσαι, μητέρα, είσαι συγχωρημένη».
    Ο Ηλίας, λόγω οικονομικής δυσχέρειας, δεν πήγε στο σχολείο και δεν έμαθε γράμματα. Μέχρι τα δεκαεπτά του εργαζόταν ως ντενεκετζής στα Πλάτανα Τραπεζούντος, στον ξάδερφο του Πέτρο Διαμαντίδη.

    Το 1897 ο μεγάλος του αδελφός Κωνσταντίνος και η μητρυιά του επέμεναν να τον παντρέψουν με μια κοπέλλα τριάντα χρόνων που όμως δεν ήταν από καλή γενεά για την περιουσία της. Ο Ηλίας δεν ήθελε, γι’ αυτό τη νύχτα του γάμου έφυγε και μέσα από τα βουνά Χοτσεράντο έφτασε στο χωριό Καρακατζή. Πήγε στους γονείς μιας φτωχής νέας, της Σωτήρας, την οποία συμπαθούσε και ήθελε για γυναίκα του. Με την ευχή των γονέων της, Κωνσταντίνου και Ελένης, νυμφεύφθηκε την δεκαεπτάχρονη Σωτήρα Γεροντίδου.
    Έζησε με την γυναίκα του στην αρχή πολύ φτωχικά. Δούλευε ως υπάλληλος στον φούρνο του Παναγιώτη Χατζηλιά. Ο Παναγιώτης είδε τον Ηλία που δούλευε τίμια και φιλότιμα και του έδωσε τον φούρνο του. Αλλά και ο Θεός τον ευλογούσε και κέρδιζε πολλά. Τότε αγόρασε ένα μεγάλο σπίτι στο Καρακατζή στο Χάνι. Το σπίτι του έγινε πανδοχείο για ξένους και φτωχούς. Βοηθούσε κρυφά τους πεινασμένους. Χρησιμοποιούσε τουρκάλες για να κρύβεται ο ίδιος, να νομίζουν ότι Τούρκοι κάνουν τις ελεημοσύνες. Τις πλήρωνε και μετέφεραν τη νύχτα τρόφιμα σε σπίτια που είχαν ανάγκη. Έδινε αυστηρή εντολή να μην τον μαρτυρήσουν. Σε μια χήρα με τέσσερα μωρά έστελνε με μια τουρκάλα αλεύρι και καθόταν η τουρκάλα και βοηθούσε την χήρα στο ζύμωμα.
    Ο Ηλίας με την Σωτήρα απέκτησαν έξι κορίτσια. Την Αγάπη, η οποία παντρεύτηκε και μετά την χηρεία της έγινε μοναχή με το όνομα Μαρία στην Κούμα του Σοχούμ, την Βασιλική, την Ελένη, την Καλλιόπη (Κάλη), την Αθηνά και την Όλγα.
    Ο Ηλίας ήταν προκομμένος και αγαπούσε πολύ τον Θεό. Στενοχωριόταν όμως που δεν ήξερε γράμματα. Φάνηκε λοιπόν κάποτε στον ύπνο του Άγγελος και άρχισε να του μαθαίνη γράμματα, ψαλτική και αγιογραφία. Κάθε βράδυ τον έβλεπε στον ύπνο του και συνέχιζε το μάθημά του, μέχρι που έμαθε ο Ηλίας να διαβάζη, να γράφη καλά, να ψέλνη και να αγιογραφή. Τις Κυριακές έψελνε στην Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού, στο χωριό Τσίτα των Σουρμένων. Ήταν εξαιρετικά καλλίφωνος και έψελνε με ευλάβεια, όπως είχε διδαχθή από τον Άγγελο. Έχοντας αγάπη και έφεση για την προσευχή, ξυπνούσε πάντα νωρίς για να προσεύχεται.
    Το 1918 η ζωή τους, όπως και όλων των Ελλήνων του Πόντου, έγινε αφόρητη από τις βιαιότητες των Τούρκων. Ανήμερα των Φώτων, την ώρα του Αγιασμού, οι Τούρκοι περικύκλωσαν την Εκκλησία του χωριού. Ο στρατός των Αρμενίων όμως τους διεσκόρπισε. Έτσι ξεκίνησαν την ίδια μέρα πολλές οικογένειες να φύγουν για την Ρωσσία. Μεταξύ αυτών και η οικογένεια του Ηλία. Ο ίδιος έφυγε αργότερα, οδοιπορώντας επί δεκαπέντε ημέρες μέσα στα χιόνια.
    Στο Βατούμ, στο χωριό Μαχμουτία, ήταν εγκατεστημένη η κόρη του Αγάπη με τον σύζυγο της Αβραάμ, ο οποίος ήταν πολύ πλούσιος. Αγόρασε για τον πεθερό του Ηλία μια μεγάλη έκταση στο βουνό και εκεί ο Ηλίας έχτισε μόνος του το σπίτι του. Εξακολουθούσε να ασκή το επάγγελμα του φούρναρη αλλά και να βοηθά τους φτωχούς. Ανάγκαζε τους ξένους να έρθουν να φιλοξενηθούν στο σπίτι του. Έστελνε την κόρη του Κάλλη στα σταυροδρόμια με την διεύθυνσή του γραμμένη στο χαρτί να την δίνη στους ξένους και να τους προσκαλή για φιλοξενία. Έκλαιγε από χαρά όταν τον επισκέπτονταν ζητιάνοι, πρόσφυγες και φτωχοί. Κάθε βράδυ είχε πέντε-δέκα άτομα. Έβαζε τα παιδιά του να τους ξεψειρίσουν, να τους πλύνουν τα πόδια, τα ρούχα τους και μετά τους οδηγούσαν στο μεγάλο δωμάτιο, το «μουσαφίρ-οντά», που το είχε ειδικά για την φιλοξενία των πτωχών. Ο ίδιος τους υπηρετούσε και τους τάιζε μέχρι να χορτάσουν. «Φάτε, πιέτε, μην ντρέπεστε», έλεγε. Ο ίδιος έτρωγε τελευταίος. Είχε ξεχωριστό δωμάτιο για τους άρρωστους.
    Κάποτε φιλοξένησε για χρόνια δυό αδέλφια μοναχούς, τον Παχώμιο και τον Ιωάννη, οι οποίοι ήταν ντυμένοι με κοσμικά ρούχα για τον φόβο των αθέων κομμουνιστών και ασκήτευαν σε βράχο του Σοχούμ. Από αυτούς ο Ιωάννης κοιμήθηκε αργότερα στον Πόντο και ο Παχώμιος στο Άγιον Όρος.
    Η καλή του σύζυγος τον βοηθούσε στην φιλοξενία και τον συναγωνιζόταν στην ελεημοσύνη. Ρωτούσαν να μάθουν ποιος έχει ανάγκη και τη νύχτα έστελναν τσουβάλια αλεύρι, τυριά, φρούτα σε χήρες και ορφανά, σε φυλακές και ιδρύματα.
    Μια νύχτα, η ορφανή Αυγούλα που την μεγάλωναν στο σπίτι τους, είδε την Σωτήρα να βγαίνη κρυφά από το σπίτι και την ρώτησε που πάει τέτοια ώρα. «Ησύχασε», της είπε, «πάω ν’ αρμέξω τις αγελάδες». «Τέτοια ώρα;», ρώτησε πάλι η Αυγούλα. «Θα πάω το γάλα στις φυλακές».
    Έκτος από την Αυγή μεγάλωσε και πάντρεψε και άλλο ορφανό κοριτσάκι, την Ελπινίκη.
    Μια νύχτα ο Ηλίας είδε στον ύπνο του τον άγιο Γεώργιο ο οποίος του παρήγγειλε να κτίση κοντά στο σπίτι του Εκκλησία στο όνομα του. Του υπέδειξε μάλιστα και το σημείο που θα κρεμούσε την εικόνα του καθώς και τις άλλες εικόνες, ενώ του υποσχέθηκε ότι θα τον βοηθούσε και θα ενεργούσε θαύματα.
    Κάποια ημέρα που ο Ηλίας έσκαβε στο κτήμα του σφηνώθηκε ο κασμάς και δεν έβγαινε. Έσκαψε γύρω του με κοπίδι και σφυρί και τότε βρήκε τοίχο Εκκλησίας. Έσκαψε με προσοχή. Αμέσως φάνηκαν οι τρεις πλευρές του ναού και στον τοίχο μια τοιχογραφία του Αγίου Γεωργίου, που διετηρείτο καλά.
    Έφτιαξε την Εκκλησία με σανίδια και την σκέπασε με χορτάρια. Από έξω έμοιαζε με αχυρώνα, ώστε να μην δίνη υποψία στους κομμουνιστές. Ζωγράφισε μόνος του τις εικόνες και τις τοποθέτησε όπως ήθελε ο άγιος Γεώργιος. Η κόρη του Αγάπη, που ήταν κρυφή μοναχή, περιποιείτο την Εκκλησία. Ο Ηλίας της παρήγγειλε να κρατά ακοίμητο το καντήλι του αγίου Γεωργίου. Όταν πήγαινε να σβήση, αυτή άκουγε έναν ήχο χαρακτηριστικό και τότε πήγαινε να προσθέση λάδι και να καθαρίση το φυτίλι του. Αισθάνονταν με διάφορους τρόπους την παρουσία του Αγίου Γεωργίου. Όταν ερχόταν ο Άγιος άκουγαν ποδοβολητό και έβλεπαν τα πατήματα του αλόγου του στον χωμάτινο δρόμο.
    Ο Ηλίας αγωνιζόταν πολύ και το παράδειγμά του παρακινούσε και τους άλλους. Ξυπνούσε στις 3 τη νύχτα και μέχρι το πρωί προσευχόταν. Βίαζε τον εαυτό του πολύ στην προσευχή. Έκανε κομποσκοίνι και έτρεχαν τα δάκρυά του συνέχεια. Αν κάποτε δεν ξυπνούσε, τον σκουντούσε ο άγιος Γεώργιος λέγοντας: «Σήκω, η ώρα πέρασε». Ο ίδιος ξυπνούσε και την οικογένειά του για να προσευχηθούν, ενώ την ορφανή Αυγούλα την ξυπνούσε στις 3.30′ με πραεία φωνή.
    Πήγε στον ιερέα της περιοχής ο Ηλίας και του ανέφερε για την Εκκλησία που ανακάλυψε. Εκείνος ήταν γέρος και για τον φόβο των αθέων κομμουνιστών, δεν φορούσε ράσα. Παρακίνησε τον Ηλία να χειροτονηθή ιερέας για να μπορή να βαπτίζη και να κοινωνά τους χριστιανούς. Δέχθηκε και χειροτονήθηκε ιερέας από τον επίσκοπο του Βατούμ. Φορούσε μια ιερατική στολή που είχε κληρονομήσει από ένα θείο του ιερέα, τον παπα-Γιώργη, και λειτουργούσε κρυφά στην Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και σ’ άλλα ερημοκκλήσια.
    Όταν οι πιστοί της περιοχής έμαθαν ότι υπάρχει Ιερέας στο χωριό, πήγαιναν για να λειτουργηθούν τη νύχτα στο Εκκλησάκι του αγίου Γεωργίου. Οι Τούρκοι της περιοχής το πληροφορήθηκαν και το κατέδωσαν στην Αστυνομία, η οποία έκανε εφόδους. Όμως ο πατήρ πάντα ειδοποιείτο έγκαιρα από καλούς ανθρώπους και πριν έρθη η Αστυνομία, σκορπίζονταν και έκαναν ότι μαζεύουν ξύλα ή ότι απασχολούνται με κάποια άλλη εργασία. Ο π. Ηλίας δήλωνε ευθαρσώς ότι ήταν χριστιανός, και οι άνθρωποι έλεγαν στην Αστυνομία ότι ήταν εργάτες του. Σε κάθε έφοδο των αστυνομικών τον συνελάμβαναν, τον ανέκριναν, τον έκλειναν στην φυλακή, τον χτυπούσαν και τον άφηναν νηστικό. Υπέστη πολλά βασανιστήρια χωρίς να λυγίση, όμως παρέμεινε σταθερός ομολογητής. Όταν έβγαινε από την φυλακή, ενώ ακόμη πονούσε από τα βασανιστήρια, πήγαινε κρυφά κάθε νύχτα στο Εκκλησάκι του και με τους πιστούς τελούσαν την θεία Λειτουργία.
    Ήταν ασκητικός και λιτοδίαιτος. Συνήθως το φαγητό του ήταν λίγο ρυζάκι νερουλό η λίγα καρύδια η λίγο λάχανο βραστό. Στα τέλη του έπινε τσάι με παξιμάδι. Κρατούσε τα τριήμερα και το βράδυ έτρωγε μόνο τρία φουντούκια. Νήστευε με ζήλο τις Σαρακοστές. Συχνά πάθαινε γαστρορραγίες και ήταν πολύ αδύνατος. Συνήθισε και τα παιδιά του από μικρά στη νηστεία.
    Την ημέρα εργαζόταν στο κτήμα του. Καλλιεργούσε λαχανικά και πολλών ειδών καρποφόρα δένδρα, ακόμη και τσάγια.
    Ο πατήρ είχε ως ευλογία το δεξί χέρι του παπα-Γιάννη Τριανταφυλλίδη που άγιασε. Επίσης μια ηγουμένη από το Σοχούμ του χάρισε την καρδιά και το δακτυλάκι μιας παιδούλας, ονόματι Μαρίας, που διατηρήθηκαν άφθαρτα μετά την εκταφή της. Το κοριτσάκι αυτό καταγόταν από την Σάντα του Πόντου. Οι γονείς της ήταν πάμπλουτοι αλλά υπερβολικά φιλάργυροι και άσπλαχνοι. Όταν εκοιμήθη η μητέρα της, η μητρυιά εβασάνιζε τη Μαρία και την άφηνε νηστική. Αυτή μοίραζε κρυφά τις νύχτες σε φτωχούς και εγκυμονούσες γυναίκες πολλά υλικά αγαθά. Έδινε ακόμη και το λιγοστό ψωμάκι της σε πεινασμένους και αυτή έμενε νηστική. Εκοιμήθη σε ηλικία δώδεκα χρόνων και στην εκταφή της βρέθηκαν άφθαρτα το δεξί της χέρι και η καρδιά της μέσα σε μύρο. Έβλεπαν πριν στον τάφο της κάθε νύχτα ένα φως που ανεβοκατέβαινε τρεις φορές, και αυτό τους παρακίνησε να κάνουν ανακομιδή, όπότε και βρέθηκε ο τάφος της να ευωδιάζη γεμάτος μύρο.
    Όπως υποσχέθηκε ο άγιος Γεώργιος, έδωσε στον παπα-Ηλία το χάρισμα να θεραπεύη ασθενείς. Τους διάβαζε το Ευαγγέλιο, τους σταύρωνε και τους έδινε να ασπασθούν τα λείψανα του Αγίου Ιωάννου του νέου ελεήμονος και της Μαρίας.
    Σταύρωνε ακόμη και Τούρκους και Αρμενίους οι οποίοι θεραπεύονταν. Για κάποιον είπε ότι θα έλθει από μακρυά αλλά δεν θα γίνει καλά, γιατί δεν έρχεται με πίστη. Έτσι του είπε ο άγιος Γεώργιος και έτσι έγινε.
    Ένα ορφανό παιδί, ο Κώστας από την Κριμαία, έπασχε από επιληψία. Τον θεράπευσε ο π. Ηλίας και η κόρη του, η Αγάπη, τον στεφάνωσε.
    Μια μέρα ο άγιος Γεώργιος του έδειξε στο βουνό ένα λουλούδι που έμοιαζε με μαργαρίτα. Είχε δύο χρώματα, άσπρο και κίτρινο. Του είπε να τα βράζη ξεχωριστά. Τα άσπρα, αφού τα βράσει, να τα δίνη στους άτεκνους άνδρες και το ζουμί από τα κίτρινα στις γυναίκες. Επειδή φοβήθηκε μήπως είναι από τον πειρασμό για να φαρμακώση τους ανθρώπους, έβρασε, ήπιε πρώτα ο ίδιος και, αφού είδε ότι δεν έπαθε τίποτε, το έδινε και στους άτεκνους και τεκνοποιούσαν. Ο ίδιος βάπτιζε τα παιδιά τους.
    Η εγγονή του π. Ηλία Μαρία, κόρη της Κάλλης, που ζει ακόμη, θυμάται το εξής περιστατικό: -Κάποια ημέρα ήμασταν έξω στο κτήμα και σκαλίζαμε. Ξαφνικά ακούστηκε από το δρόμο θόρυβος και γαύγιζαν τα σκυλιά. Εμείς δεν βλέπαμε γιατί παρεμβάλλονταν το δάσος. Ο παππούς (π. Ηλίας) μονολογούσε: «Κάτι γίνεται». Μας είπε να μπούμε μέσα στο σπίτι και αυτός κάθησε έξω. Μετά από λίγο φάνηκαν δύο καβαλλάρηδες αγανακτισμένοι και ρωτούσαν: «Ποιος ήταν αυτός με το άσπρο άλογο που μας εμπόδιζε τόση ώρα να έρθουμε; Πού είναι να τον σκοτώσουμε;». Ο παππούς τους είπε να καθήσουν να ξεκουραστούν και τους κέρασε. Ύστερα τους ρώτησε αν τον δουν, θα τον γνωρίσουν, και είπαν «ναι». Τότε τους έφερε την εικόνα του Αγίου Γεωργίου και αυτοί έκπληκτοι αναγνώρισαν τον καβαλλάρη που τους εμπόδιζε. Συγκλονίστηκαν και βαπτίστηκαν και οι δύο χριστιανοί».
    Ένας Τούρκος, ονόματι Χουσεΐν, ζούσε στο σπίτι της κόρης του στην Μαχμουτία. Δίπλα τους έμενε ένας Διοικητής Αστυνομίας που η γυναίκα του ήταν τρελλή και την έδεναν με αλυσίδες. Ο Χουσεΐν τον λυπήθηκε και του είπε ότι υπάρχει ένας Έλληνας που μπορεί να θεραπεύση την γυναίκα του. Αμέσως ζήτησε να τον φέρη στο σπίτι του. Ο π. Ηλίας είπε να φέρουν την άρρωστη στο σπίτι της κόρης του Χουσεΐν. Εκεί επί δώδεκα ημέρες την διάβαζε, την σταύρωνε και μετά έγινε καλά και ήρθε στα λογικά της. Από τότε η Αστυνομία δεν τον ξαναενόχλησε. Ο Διοικητής έγινε κρυφά χριστιανός και ο π. Ηλίας βάπτισε όλη την οικογένειά του.
    Τρεις Τούρκοι που ζούσαν στην Ρωσσία έμαθαν ότι ο πατήρ κάνει θαύματα και αποφάσισαν να τον σκοτώσουν ή να τον απαγάγουν και να σφραγίσουν την Εκκλησία. Πηγαίνοντας με τ’ άλογά τους τη νύχτα, ένας καβαλλάρης με άσπρο άλογο τους έκοβε τον δρόμο. Τ’ άλογά τους φοβήθηκαν και γύρισαν πίσω. Ήταν ο άγιος Γεώργιος που τους έδιωξε. Μετανοιωμένοι διηγήθηκαν το πάθημά τους στον π. Ηλία ζητώντας συγχώρηση.
    Το ιαματικό χάρισμα του πατρός έγινε γνωστό παντού. Έρχονταν από πολύ μακρυά Αρμένιοι, Γεωργιανοί, ακόμη και Τούρκοι για να θεραπευθούν. Ο παπα-Ηλίας, κοιτάζοντάς τους προσεκτικά, προγνώριζε αν θα γίνουν καλά. Καταλάβαινε ποιοι θα θεραπεύονταν και τους το έλεγε. Μετά τους διάβαζε. Όταν όμως «έβλεπε» ότι δεν θα γίνονταν καλά, τους έλεγε να φύγουν.
    Ο γυιός ενός αξιωματικού του στρατού αρρώστησε βαριά. Οι γιατροί στο Λένιγκραντ και στην Μόσχα τον απογοήτευσαν. Άκουσε για τον παπα-Ηλία και έφερε τον γυιό του στην Μαχμουτία. Ο πατήρ τον κράτησε λέγοντας στον πατέρα: «Πήγαινε στο σπίτι σου ήσυχος. Ο γυιός σου θα μείνει τρεις βδομάδες εδώ. Αν θέλης, να ‘ρχεσαι να τον βλέπης». Κάθε φορά που ερχόταν τον έβλεπε καλύτερα μέχρι που θεραπεύθηκε τελείως.
    Εκτός από τα πολλά θαύματα που έκανε προέλεγε γεγονότα που επαληθεύονταν, γιατί είχε το προορατικό χάρισμα. Είπε στην ορφανή Αυγούλα κάποτε: «Κορίτσι μου, Αυγή, αυτόν τον δρόμο που βαδίζεις σ’ αυτόν θα μείνεις και θα βγεις στο τέλος καθαρή. Θα πας στον ουρανό, Χριστού νύμφη. Ρώτησα τον Άη-Νικόλα και μου είπε πως η Αυγή θα πάει Χριστού νύμφη επάνω. Εσύ δεν θα παντρευτείς». Πολλοί την ζήτησαν να την παντρευτούν. Έγινε όμως όπως προέβλεψε ο π. Ηλίας.
    Ό,τι είχε ο άλλος στην καρδιά του το γνώριζε» ( πολλές φορές το έλεγε. Ξεκινούσαν να ‘ρθούν στην Ρωσσία μερικοί από τον Πόντο και αυτός το γνώριζε. Ξεκίνησαν κάποτε τρεις Έλληνες από το χωριό Αχαλσενί για να τον επισκεφθούν. Έχασαν τον δρόμο και νυχτώθηκαν στην ύπαιθρο. Ο π. Ηλίας ανέφερε για τους τρεις που χάθηκαν και μόλις έφθασαν τους είπε: «Καλά ευλογημένοι, πως χάσατε τον δρόμο και ταλαιπωρηθήκατε;».
    Έλεγε μερικές φορές: «Σήμερα θα έλθουν οι τάδε, πιστεύουν και θα γίνουν καλά», ή «αυτός που έρχεται δεν πιστεύει και δεν θα γίνει καλά», και γινόταν όπως έλεγε ο π. Ηλίας. Άλλοτε έβλεπε με το χάρισμά του κάποιον που ερχόταν να τον δη και είχε χαθή στο δάσος. Τότε έστελνε ένα γνωστό του στο σημείο που βρισκόταν ο χαμένος, τον εύρισκε και τον έφερνε κοντά του. Είπε κάποτε: «Έρχεται ο Πέτρος και έχει αυτήν την αρρώστια και θα γίνει καλά. Πέντε η ώρα το πρωί θα είναι εδώ», και έτσι έγινε.
    Συχνά προφήτευε λέγοντας: «Θα ‘ρθεί ένας καιρός που θα γίνουν οι άνδρες γυναίκες και οι γυναίκες άνδρες. Τότε θα πέσει μεγάλη κατάρα στον κόσμο. Θα γίνει πόλεμος στην Κωνσταντινούπολη και ο Ρώσσος θα νικά• θα πάει ως τον Ευφράτη ποταμό. Θ’ ανοίξει η Αγιά Σοφιά και θα λειτουργηθή. Ένας εξαδάκτυλος βασιλιάς θα είναι τότε». Και έλεγε: «Ξύπνα Ρωσσία και δράξον τα όπλα σου». Δηλαδή έλα σε μετάνοια, σε πίστη και απόρριψε την αθεΐα.
    Έβλεπε συχνά τον άγιο Γεώργιο. Κάποτε του είπε: «Θα ‘ρθουν Τούρκοι να κάψουν την Εκκλησία και θα προσπαθήσουν να σας σκοτώσουν». Το είπε στην οικογένειά του αλλά δυσπίστησαν. Το κτήμα τους το ζήλευαν οι Τούρκοι και ήθελαν να το πάρουν. Μαζεύτηκαν πολλοί με επικεφαλής τον Αχμέτ Κιτιάκ και τη νύχτα πήγαν και χτύπησαν την πόρτα τους, ζητώντας δήθεν να τους δείξη τον δρόμο. Δεν τους άνοιξαν, αυτοί όμως σκότωσαν το σκυλί και άρχισαν να πυροβολούν. Οι σφαίρες πήγαιναν δώθε-κείθε αλλά καμία δεν άγγιξε το σπίτι. Η Κάλλη έβλεπε στην πόρτα τον άγιο Γεώργιο με ανοιχτά τα χέρια να τους προστατεύη. Τέλος έβαλαν φωτιά δίπλα στον αχερώνα όπου μέσα ήταν η Εκκλησία και κάηκε. Πήρε φωτιά και η σκεπή του σπιτιού, αλλά την έσβησαν. Ο π. Ηλίας ύστερα πήγε και προσευχήθηκε μπροστά στα εικονίσματα και ρώτησε τον Χριστό: «Ποιοι είναι αυτοί που έκαψαν την Εκκλησία;» Και ο Χριστός τους απαρίθμησε έναν-έναν.
    Ο φθόνος όμως των ανθρώπων δεν τον άφησε ήσυχο. Ένας εξ αγχιστείας συγγενής του τον κατηγόρησε στους κομμουνιστές ότι κρύβει χρυσαφικά. Είπε ότι με τα θαύματα που κάνει μαζεύει ότι του δίνουν, ενώ ο π. Ηλίας δεν έπιανε χρήματα στα χέρια του. Ήρθαν και ρήμαξαν το σπίτι του, άρπαξαν τα πάντα, ενώ αυτόν και την πρεσβυτέρα του Σωτήρα τους φυλάκισαν. Τον π. Ηλία τον βασάνισαν πολύ γιατί ήταν πιστός, δεν ήξεραν ότι είναι και ιερέας. Τον έβαλαν σ’ ένα λάκκο στενό, τόσο που να μην μπορή να καθήση ούτε να γυρίζη από την μια και την άλλη μεριά. Ουρούσαν και αποπατούσαν πάνω του και τον άφηναν νηστικό.
    Όταν το έμαθε ο Ρώσσος Διοικητής της Αστυνομίας, του οποίου είχε θεραπεύσει την γυναίκα, ενήργησε και απελευθέρωσε σ’ ένα μήνα την Σωτήρα και στους τρεις μήνες τον π. Ηλία, το έτος 1938. Του έδωσε ρούχα, χρήματα και τρόφιμα, αλλά ο π. Ηλίας πλέον ήταν πολύ άρρωστος από τις κακουχίες και τα βασανιστήρια που του έκαναν. Είχε αιματουρία από τον προστάτη και πονούσε πολύ.
    Όταν κάπως συνήλθε άρχισε πάλι να λειτουργή και να βαπτίζη. Οι λειτουργίες γίνονταν τη νύχτα κρυφά και με προφυλάξεις. Έρχονταν είκοσι -τριάντα πιστοί. Ο π. Ηλίας λειτουργούσε στα ελληνικά με πολλή ευλάβεια και κατάνυξη. Τις νύχτες επίσης έκανε τις βαπτίσεις στο σπίτι κάποιου καλού Τούρκου, για να μην δίνη υποψίες. Κάποια μέρα βάπτισε τριάντα επτά, που τους αναδέχθηκε η Σωτήρα, και άλλους ενενήντα εννιά με ανάδοχο Την κόρη του Αγάπη (Μαρία μοναχή).
    Μια γυναίκα διηγήθηκε πως κάποτε την ώρα που λειτουργούσε ο π. Ηλίας, βγήκε φως από την εικόνα του Αγίου Γεωργίου και στάθηκε πάνω του.
    Έκανε συχνά λιτανείες, γιατί προέβλεπε κάποια συμφορά που ερχόταν. Έλεγε: «Από τα ξερά ξύλα καίγονται και τα χλωρά. Από τους αμαρτωλούς καίγονται και οι καλοί», «χωρίς καλά έργα η πίστις νεκρά εστί».
    Ένα απόγευμα μόλις άρχισε να σκοτεινιάζη, ο εγγονός του π. Ηλία Γιώργος Κυριακίδης, είδε ένα περίεργο φως που άρχισε να ανεβαίνη από το δάσος χαμηλά προς το βουνό που ήταν το σπίτι, και όλο δυνάμωνε. Σαν να πήρε φωτιά όλος ο τόπος και το παιδί άρχισε να κλαίη. Τον ρώτησε ο π. Ηλίας γιατί κλαίει και το παιδί του ανέφερε για το φως. Γέλασε ο πατήρ και του είπε: «Μην κλαις παιδί μου, αυτός είναι ο άη-Γιώργης. Είναι ο καιρός που έρχεται στην Εκκλησία».
    Στα τελευταία του χρόνια δεν μπορούσε να περπατήση. Οι συχνές γαστρορραγίες, ο καρκίνος του προστάτη, η αιματουρία τον είχαν καταβάλει αφάνταστα. Σηκωτό τον πήγαιναν στην Εκκλησία. Όλη την μέρα ήταν σαν νεκρός αλλά την ώρα της προσευχής σαν να έμπαινε μια θεία δύναμη στο αδύνατο σώμα του και παρακαλούσε να τον πάνε στον άη-Γιώργη. Διάβαζε επί τρεις ώρες το Μεσονυκτικό και τον Όρθρο, ύστερα λειτουργούσε και κοινωνούσε τους ανθρώπους που έρχονταν από μακρυά μέσα στα χιόνια.
    Στις 6 Δεκεμβρίου 1939 ημέρα Παρασκευή, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Νικολάου, άργησε, δεν σηκώθηκε κατά το σύνηθες στις 3. Ο άγιος Νικόλαος τον αγαπούσε πολύ, συχνά του εμφανιζόταν και συνομιλούσαν. Ήρθε λοιπόν εκείνη την ημέρα ο άγιος Νικόλαος λουσμένος σε φως, τον ξύπνησε μ’ ένα θωπευτικό απαλό χτύπημα και γελούσε όλος από ιλαρότητα.
    Το ίδιο έτος 1939 έφυγαν τα παιδιά του για την Ελλάδα. Ο π. Ηλίας ενέτεινε τους αγώνες του και άρχισε να προετοιμάζεται για την έξοδό του από αυτόν τον κόσμο.
    Όταν πλησίασε ο καιρός της κοιμήσεώς του, τις τελευταίες μέρες έμεινε κατάκοιτος. Δεν δεχόταν φαγητό, τρεφόμενος από την προσευχή. Κοιμήθηκε οσιακά με μεγάλη ειρήνη τον Ιούλιο του 1946. Την ώρα της κοιμήσεώς του, ένα φως κατέβηκε από τον ουρανό και το δωμάτιό του πλημμύρισε από ευωδία. Το δεξί του χέρι έγινε σαν το κερί και μαρτυρούσε τις κρυφές του ελεημοσύνες. Ετάφη κατά την επιθυμία του στην αυλή της Εκκλησίας του αγαπημένου του Αγίου. Δεξιά του αργότερα ετάφη η πρεσβυτέρα του Σωτήρα που κοιμήθηκε το 1963 σε ηλικία 83 ετών και αριστερά του η κόρη του Αγάπη (Μαρία μοναχή).
    Από τον τάφο του τις νύχτες έβγαινε φως. Οι στρατιώτες από τα γύρω ρωσσικά φυλάκια το έβλεπαν χωρίς να μπορούν να το εξηγήσουν, και αυτό τους φόβιζε. Κάθε νύχτα στις δώδεκα ακριβώς μεσάνυχτα, έβγαινε το φως από τον τάφο του και έρρεε μύρο. Όσοι χρίονταν από το μύρο, από όποια αρρώστια και αν έπασχαν, αμέσως γίνονταν καλά. Αυτά έγιναν γνωστά και πλέον ήταν τόσοι αυτοί που πήγαιναν να θεραπευθούν στον τάφο του π. Ηλία, που δεν μπορούσαν να κρυφθούν. Έγινε φανερό προσκύνημα.
    Τότε ο Διοικητής της Αστυνομίας βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Ήθελε μεν να προστατεύση την Εκκλησία, αλλά η μεγάλη συρροή των πιστών στον τάφο του π. Ηλία δημιουργούσε προβλήματα και η κατάσταση ξέφευγε από τον έλεγχό του, γι’ αυτό αποφάσισε να κάνουν την ανακομιδή των οστών. Άνοιξαν τον τάφο σηκώνοντας την πλάκα και βγήκε φως από τον τάφο. Το λείψανο του παπα-Ηλία ήταν ακέραιο και ευωδίαζε. Το έθαψαν πάλι και απαγόρευσαν στον κόσμο να προσέρχεται στον τάφο. Αργότερα, όταν άλλαξαν τα πράγματα και δόθηκε ελευθερία, οι πιστοί άρχισαν πάλι να πηγαίνουν στον τάφο του π. Ηλία, τον ανακήρυξαν Άγιο στο Βατούμ και έβαλαν την εικόνα του στην Εκκλησία.
    Το 1962 Γεωργιανοί Επίσκοποι άνοιξαν πάλι τον τάφο του. Το λείψανο του δεν βρέθηκε. Ο τάφος του είχε συληθή. Μετά την κοίμησή του ανέβλυσε Αγίασμα που θαυματουργεί σε όσους αρρώστους πλύνονται ή πίνουν.
    Σήμερα στο ναό του Αγίου Γεωργίου λειτουργεί ο δισέγγονος του π. Ηλία, ο π. Αβραάμ Παρασκευόπουλος.
    Πρεσβίαις του Αγίου Ηλία του μυροβλήτου, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.

    Σημειώσεις:
    1. Τα στοιχεία που συνθέτουν τον σύντομο βίο του π. Ηλία προέρχονται από διηγήσεις της κόρης του Καλλιόπης (Κάλλης) και των εγγονών του Μαρίας και Όλγας (κόρες της Καλλιόπης). Ευχαριστίες οφείλονται στους κ. Κλημεντίδη Παναγιώτη και κ. Πιλιτσίδη Μιχαήλ, δισέγγονο του π. Ηλία, που κατέγραψαν αντιστοίχως τις διηγήσεις. Ο Γέροντας Παΐσιος είχε διαβάσει τον βίο, έκανε τις παρατηρήσεις του και τόνισε ότι ο π. Ηλίας από μικρός πήρε την θεία Χάρι γιατί υπέμεινε με ανεξικακία τα βασανιστήρια της μητρυιάς του.
    1. Λευϊτ. ιη’, 7.

    Από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», 5η διήγηση.
    Κεντρική διάθεση βιβλίου: Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής

    Από το ιστολόγιο «Προσκυνητής«

  •  
    Ο Βαλέριος Γκαφένκου γεννήθηκε στις 24 Ιανουαρίου 1921 στην Βεσσαραβία κοντά στην πόλη Μπάλτσι.Οι γονείς του Βασίλειος και Έλενα ήταν εύποροι χωρικοί. Απ’ όταν ήταν μαθητής ο Βαλέριος ξεχώριζε για τις σχολικές του επιδόσεις και ήταν πολύ αγαπητός από τους συμμαθητές του και τους καθηγητές.Τέλειωσε το λύκειο το καλοκαίρι του 1940 και εγγράφηκε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Ιασίου.Αυτήν την περίοδο η πατρίδα του η Βεσσαραβία πέρασε υπό την κατοχή των Σοβιετικών και έτσι η οικογένειά του πέρασε τον Προύθο και κατέφυγαν στο Ιάσιο της Ρουμανίας ως πρόσφυγες. Μαζί με τον πατέρα του, γεμάτοι προφυλάξεις επιστρέφουν στην Βεσσαραβία να τακτοποιήσουν κάποιες υποθέσεις.Τότε ο πατέρας του έχοντας εξασφαλίσει την ασφάλεια της οικογενείας του,του ανακοινώνει ότι θα μείνει για να πολεμήσει για την ανεξαρτησία της πατρίδας τους και αναθέτει στον Βαλέριο την φροντίδα της μητέρας του και των τριών αδελφών του.Το φθινόπωρο του 1941 συλλαμβάνεται εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων και καταδικάζετε σε 25 χρόνια φυλακή.Ήταν 20 ετών.Την περίοδο 1942-1948 έμεινε φυλακισμένος στο Αιούντ. Εδώ ο Βαλέριος και κάποιοι άλλοι κρατούμενοι γίνονται μέρος της ομάδας των δικηγόρων Τραιάν Τριφάν και Τραιάν Μαριάν των οποίων η βασική  ενασχόληση ήταν η χριστιανική βιοτή σε πνεύμα φιλοκαλικό. Η πνευματική ατμόσφαιρα στη φυλακή του Αιούντ είχε έναν ρόλο βασικό στην πνευματική διαμόρφωση του Βαλέριου. Εδώ με θείο φωτισμό θα φτάσει να δει τις αμαρτίες του. Ο καρπός της μετανοίας του θα είναι μια κατάσταση ψυχικής ευφορίας η οποία θα τον συνοδεύσει σε όλες τις δοκιμασίες του.
    Μετά το Αιούντ ακολουθεί η φυλακή στο Πιτέστι (1948-1949), λίγοι μήνες στο Βακαρέστι και η φυλακή-σανατόριο στην Τίργκου-Όκνα (1950-1952)

    Στην Τίργκου-Όκνα, όντας σε κατάσταση προχωρημένης φυματίωσης, θα γίνει το λιμάνι στο οποίο όλοι κατέφευγαν για να ενισχυθούν και να παρηγορηθούν. Η μεταστροφή στο Θεό πολλών αθέων κρατουμένων, η αγάπη μεταξύ των κρατουμένων, το πνεύμα θυσίας που έδειχναν προς τους πιο άρρωστους, όλα λαμβάνουν μέρος υπό την επιρροή του Βαλέριου Γκαφένκου. Η γεμάτη χάρη παρουσία του δημιούργησε μια πνευματική ατμόσφαιρα μοναδική στην ιστορία του κομμουνιστικού γκούλαγκ. «Έχω επιθυμήσει τόσο πολύ την Τίργκου Όκνα»! θα πει μετά από πολλά χρόνια κάποιος που πέρασε απ’ αυτήν την φυλακή.
    «Αυτό που δημιούργησε και αυτό που έζησε ο Βαλέριος κατά την μακροχρόνια κράτησή του για κάθε ψυχή με την οποία ερχόνταν σε επαφή, είναι δύσκολο να το φανταστείς και ακόμη πιο δύσκολο να το περιγράψεις με λόγια» θα πει ένας πρώην συγκρατούμενος του.
    Προγνωρίζοντας την ημέρα της κοιμήσεώς του, ο Βαλέριος θα βρεθεί εκείνη τη στιγμή σε μια τόσο υψηλή πνευματική κατάσταση ώστε ο φίλος του Ιοάν Ιανωλίδης ό οποίος βρισκόνταν δίπλα του κατά τη στιγμή του θανάτου του θα πει μετά από χρόνια:«Στον αιώνα τον άπαντα δεν επιθυμώ να ζήσω μια τόσο υψηλή πνευματική εμπειρία, αφού εκείνη τη στιγμή ήμουν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένος»

    -Η επίσκεψη της Παναγίας στον Βαλέριο
    Ο άγιος μάρτυς Βαλέριος αξιώθηκε και της επισκέψεως της Θεοτόκου. Αναφέρει ο ίδιος σε μία διήγησή του:

    – Αυτή τη νύχτα αγρυπνούσα. Περίμενα να ακούσω τη μελωδία από τα κάλαντα που συνέθετα. Ήθελα να είναι πολύ ωραία. Την έψαλλα στο νου μου. Την αισθάνθηκα να κατεβαίνει από τους ουρανούς. Λοιπόν, ήμουν άγρυπνος, νηφάλιος και ήρεμος όταν ξαφνικά είδα ότι έχω στο χέρι τη φωτογραφία της Σέτας (της δεσποινίδας που είχε αγαπήσει). Κατάπληκτος από το γεγονός, σήκωσα τα μάτια μου και στην άκρη του κρεβατιού είδα την Παναγία, ντυμένη στα λευκά, όρθια, ζωντανή, πραγματική. Ήταν χωρίς το Βρέφος. Η παρουσία της μου φαινόταν ζωντανή. Η Παναγία ήταν πραγματικά δίπλα μου. Ήμουν πολύ ευτυχής. Είχα ξεχάσει τα πάντα. Τότε Αυτή μου είπε:
    Εγώ είμαι η αγάπη σου! Να μη φοβάσαι! Να μην αμφιβάλλεις! Η νίκη θα είναι του Υιού μου! Αυτός αγίασε τώρα αυτόν τον τόπο και τον ετοίμασε για όσα θα γίνουν στο μέλλον. Οι δυνάμεις του σκότους αυξάνουν και ακόμη θα φοβίζουν τον κόσμο, αλλά θα αφανιστούν. Ο Υιός μου περιμένει τους ανθρώπους να επιστρέψουν στην πίστη. Σήμερα οι υιοί του σκότους είναι πιο ατρόμητοι από τους υιούς του φωτός. Έστω και αν σας φαίνεται ότι δεν υπάρχει πια πίστη στη γη, να ξέρετε ότι η απολύτρωση θα έλθει, αλλά με φωτιά και εμπρησμούς. Ο κόσμος πρέπει ακόμη να υποφέρει. Εδώ, όμως, υπάρχει πολλή πίστη και ήρθα να σας ενθαρρύνω. Κρατείτε την ομολογία σας. Ο κόσμος ανήκει στον Χριστό!
    Μετά η Παναγία εξαφανίστηκε και εγώ έμεινα πλημμυρισμένος από ευτυχία. Κοίταξα το χέρι μου, αλλά δεν είχα τη φωτογραφία της Σέτας.
    (Πηγή κειμένου για την εμφάνιση της Παναγίας: Ιωάννη Ιανολίδε, Συνταρακτικά περιστατικά φυλακισμένων Ρουμάνων Ομολογητών και Μαρτύρων του 20ου αιώνα, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 170-171.)από vatopaidi.wordpress.com

    -Οι τελευταίες στιγμές του
    Ο Βαλέριος εκοιμήθη στις 18 Φεβρουαρίου 1952. Δυο εβδομάδες νωρίτερα είχε καλέσει εναν συγκρατούμενο τον Νικολάε Ίτουλ, ομολογώντας ότι του απεκαλύφθη η ημέρα της κοιμήσεώς του: 18 Φεβρουαρίου. Τον παρακάλεσε να του ετοιμάσει ένα άσπρο πουκάμισο, εσώρουχο, ένα σπίρτο και ένα κομματάκι κερί. Επίσης του ζήτησε όπως μετά τον θάνατό του να του βάλει έναν σταυρό στο στόμα, έτσι ώστε εαν κάποτε το θελήσει ο Θεός να μπορέσουν να τον ταυτοποιήσουν.
    Τη 18η Φεβρουαρίου-αφού το πρωί είχε εξομολογηθεί και είχε κοινωνήσει-ο Βαλέριος παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Κυρίου «Ήταν από τις ωραιότερες στιγμές που έζησα, αν και πέθαινε ο καλύτερός μου φίλος. Αλλά εκείνος ήταν που μου μετέδωσε μια εσωτερική ειρήνη και πληρότητα που με συνοδεύουν μέχρι και σήμερα» (μαρτυρία Ιοάν Ιανολίντε)
    Γνωρίζοντας από καιρό ότι ο Βαλέριος θα πεθάνει, όλοι οι συγκρατούμενοί του πέρασαν με τη σειρά για να τον αποχαιρετήσουν. Παρά το ότι ήταν αδυνατισμένος για όλους είχε έναν καλό λόγο να πει.
    Μεταξύ αυτών ήταν και ο Wurmbrand (πρόκειται για τον εβραϊκής καταγωγής προτεστάντη πάστορα Richard Wurmbrand). Κάποια στιγμή οι συγγενείς των κρατουμένων προμήθευσαν κάποιους απ΄αυτούς με στρεπτομυκίνη το οποίο τότε έκανε θαύματα στη θεραπεία των ασθενειών του πνεύμονα.Ο κρατούμενος Λεωνίντα Στρατάν, επειδή είχε καλυτερεύσει έδωσε την δική του στον Βαλέριο.Αυτός, ενώ θα μπορούσε να γίνει ο ίδιος καλά έδωσε την στρεπτομυκίνη στον πάστορα σώζοντάς του έτσι τη ζωή!) συγκινημένος και γεμάτος ευλαβεια, κάτι που δεν συνήθιζε:
    «Δόξα τω Θεώ που έφτασα εδώ! Ο Θεός με έφερε εδώ για να σωθώ. Εδώ γνώρισα το Χριστό. Τα λόγια που μου είπες, όπως και η ορθόδοξη αλήθεια που μου απεκάλυψες, δεν θα μείνουν χωρίς καρπό. Συγχώρεσέ με για ό,τι κακό σου έκανα. Προσευχήσου για μένα γιατί έχω ανάγκη αυτήν την προσευχή. Επιθυμώ όπως να μπούμε από την ίδια θύρα στην Βασιλεία του Θεού»!
    Ο Βαλέριος του απάντησε:«Χαίρομαι που συναντηθήκαμε. Καταλαβαίνω την ταραχή σας. Αλλά σας παρακαλώ να έρθετε στον Χριστό όπως κάποτε ο Απ.Παύλος, χωρίς δισταγμό. Να προσευχηθούμε μαζί για τον εκχριστιανισμό του εβραϊκού λαού. Η χάρη του Θεού να σας φέρει την Αλήθεια»!
    Ο Wurmbrand ήταν βαθιά συγκινημένος. Γύρισε στο κρεβάτι του και συνέχισε να κοιτάει τον Βαλέριο…
    Απολύτως εξαντλημένος ο Βαλέριος εμπιστεύεται τις τελευταίες του σκέψεις στον φίλο του Ioan Ianolide: «Πρώτα απ΄όλα η σκέψη και η ψυχή μου βρίσκονται στον Κύριο. Ευχαριστώ που έφτασα εδώ.Τώρα πηγαίνω σ’ Εκεινον. Σας παρακαλώ να Τον ακολουθείτε  να Τον δοξάζετε και να Τον υπηρετείτε. Είμαι ευτυχισμένος που πεθαίνω για το Χριστό.Όλα είναι ένα θαύμα. Εγώ φεύγω αλλά εσείς έχετε μια ιερή αποστολή και έναν δύσκολο σταυρό να σηκώσετε. Στο βαθμό που θα μπορώ, από εκεί που θα βρίσκομαι θα προσεύχομαι για εσάς και θα είμαι δίπλα σας. Θα αντιμετωπίσετε πολλές θλίψεις. Να είστε δυνατοί. Να έχετε θάρρος και να προσεύχεσθε! Διατηρήστε την Αλήθεια αναλλοίωτη, χωρίς φανατισμούς. Η τρέλα της πίστεως είναι θεϊκή δύναμη, αλλά ακριβώς χάρη σ’ αυτήν είναι ισορροπημένη και βαθιά ανθρώπινη. Να αγαπάτε και να υπηρετείτε τους συνανθρώπους σας.Έχουν ανάγκη βοήθειας αφού οι εχθροί προσπαθούν να τους ξεγελάσουν.
    Ο αθεϊσμός θα νικηθεί αλλά προσέξτε από τι θα αντικατασταθεί»!
    Που και που σταματούσε για να ανακτήσει δυνάμεις.
    Σας ευχαριστώ απο τα βάθη της ψυχής μου για όσα όλα κάνατε για μένα. Παρακαλώ να με συγχωρήσετε… Εάν κάποιον στενοχώρησα παρακαλώ να με συγχωρέσει… Σκέφτομαι με πολλή αγάπη την μητέρα μου και τις αδελφές μου. Ελπίζω να ακολουθήσουν το δρόμο του Κυρίου. Σας παρακαλώ να την φροντίζετε…Αυτά τα λόγια είναι η διαθήκη μου. Ο χριστιανισμός πρέπει να βάλει μια αρχή πιο κοντά στην αλήθεια… Παρακαλώ τους χριστιανούς πολιτικούς να ακολουθούν τη διδασκαλία του Χριστού. Οι ευθύνες τους είναι πολύ μεγάλες.

    Ο άλλος μέγας ομολογητής π.Γκεόργκε-Κάλτσιου Ντουμιτρεάσα,συγκρατούμενος του νεομάρτυρος Βαλερίου,με την εικόνα του στα χέρια του

    Παρακάτω θα παραθέσουμε κάποιες μαρτυρίες συγκρατουμένων του Βαλέριου
    1)Ο Βαλέριος μιλούσε σε όλους για τον Χριστό.Ήταν εκεί στο δωμάτιο 4 (σ.σ. στην Τίργκου Όκνα ήταν η φυλακή όπου έπαιρναν τους φυματικούς. Στο δωμάτιο 4 ήταν όλοι οι ετοιμοθάνατοι) ένας φοιτητής ιατρικής ο Τραιάν Μανίου.Ήταν παραπληγικός δηλαδή κατά το ήμισυ παράλυτος με κατακλίσεις σ΄όλο το σώμα. Από τις κατακλίσεις (πληγή που προκαλείται λόγω της ανεπαρκούς αιμάτωσης στο σώμα κατάκοιτου ασθενούς) μύριζε σαν βόθρος.Του έβαζα κάθε μέρα επίδεσμο και του έβγαζα το πύον με τον καθετήρα. Συζητούσα μαζί του. Δεν ήταν πιστός. Ο Βαλέριος ο οποίος καθόνταν στο διπλανό κρεβάτι, μιλούσε μαζί του πολύ. Μια μέρα αποφάσισε να προσευχηθούμε μία εβδομάδα για τον Τραιάν και να λέμε όλοι πολλές φορές τον 50ο ψαλμό. Μετά από λίγες ημέρες ο Τραιάν ζήτησε να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει. Μου έλεγε: «Μιχάλη, βρίσκομαι σε μια κατάσταση ευφορίας, την οποία δεν μπορώ να περιγράψω. ισθάνομαι μια ανεκλάλητη χαρά».
    2)Μια μέρα ο Βαλέριος πλησίασε τον πιο σκληρο φύλακα, για τον οποίο το ξύλο και οι βρισιές ήταν κάτι το συνηθισμένο:

    -Κύριε Τζεορτζέσκου,του λέει.Μια φορά ήρθε στον Χριστό ο πιο μεγάλος από τους ιερείς και έφερε μαζί του μια γυναίκα που είχε μοιχεύσει.Απευθυνόμενος στον Ιησού είπε: «Τι να κάνουμε με αυτήν την γυναίκα, αφού σύμφωνα με τον νόμο μας πρέπει να λιθοβοληθεί.Τότε ο Ιησούς τους απάντησε: «Ο αναμάρτητος υμών πρώτος βαλέτω λίθον επ’ αυτήν» Εκείνοι που το άκουσαν έφυγαν και τότε λέει στη γυναίκα «Γύναι που εισίν; ουδείς σε κατέκρινεν»
    Μετά από μερικές ώρες,ο Τζεορτζέσκου άνοιξε την πόρτα του κελιού και είπε:Δεν είχαν που να βασιστούν γι’ αυτό δεν την σκότωσαν!Από εκείνη την ημέρα πάντως ο Τζεορτζέσκου άρχισε να δείχνει λίγη ανθρωπιά και να συμπεριφέρεται καλύτερα σε όσους είμασταν στην απομόνωση (μαρτυρία του Νικολάε Τριφόιου)
    3)Εξαιτίας της πείνας, από την οποία υποφέραμε όλοι, όταν ερχόνταν η στιγμή να διαλέξουμε το ζυμαράκι μας εμφανίζονταν διαφωνίες.Ο Βαλέριος το γνώριζε αυτό και από ταπείνωση και χαλιναγώγηση έμπαινε τελευταίος στη σειρά, δηλαδή έπαιρνε το μικρότερο. Μερικοί ήταν ευχαριστημένοι για την εγκράτεια την οποία έδειχνε, άλλοι όμως επέμεναν όταν ήταν η σειρά του να πάρει εκείνος πρώτος.Ο Βαλέριος υπάκουσε στην επιθυμία τους και όταν ερχόνταν η σειρά του να διαλέξει πρώτος έπαιρνε κάποιο στην τύχη για να αποφύγει την λαιμαργία και για να μην το στερήσει από κάποιον αδελφό του. Αυτή η απλή πράξη του έγινε αργότερα παράδειγμα για όλους (μαρτυρία Ιοαν Ιανολίντε).

    4)Στην καθημερινή ζωή στις φυλακές εμφανίζονταν και κάποια προβλήματα σε κάθε κελί. Διαφωνίες για παράδειγμα που προέκυπταν για το πώς και πόσο θα αεριστεί ο καθένας,(σ.σ.επειδή απο κάποια στιγμή και μετά οι φύλακες σταμάτησαν να τους βγάζουν ακόμη και στο προαύλιο, οι κρατούμενοι έπαιρναν βαθιές ανάσες σκύβοντας και βάζοντας την μύτη τους στην κάτω χαραμάδα της πόρτας), για το πότε θα περπατήσει ο καθένας σ’ αυτά τα δυο μέτρα που έμεναν ακάλυπτα από τα κρεβάτια κ.τ.λ.
    Ο Βαλέριος σώπαινε όταν εμφανίζονταν τέτοιου είδους συζητήσεις.
    -Εσύ τι λες; τον ρωτούσαν
    -Εγώ θα κάνω ότι εσείς αποφασίσετε. Αλλά εάν σ’ αυτά τα μεγάλα βάσανα που περνάμε δεν μπορούμε να ζήσουμε αδελφικά, πώς μπορούμε να περιμένουμε οι άνθρωποι να μοιράσουν με δικαιοσύνη και αγάπη τα πλούτη όλης της γης; Εάν εδώ δεν μπορούμε να είμαστε καλοί, πώς θα μπορούμε να είμαστε όταν θα είμαστε ελεύθεροι και δυνατοί; Με λίγη αγάπη θα αισθανθούμε την χαρά να κάνουμε το θέλημα του αδελφού μας. Μας χρειάζεται μία βαθιά κατανόηση των ανθρώπων, εάν θέλουμε να ζήσουμε ειρηνικά (μαρτυρία Ιοάν Ιανολίντε).
    5)Το φθινόπωρο του 1949 ο Βαλέριος εξαιτίας της φυματίωσης παρουσίασε την πρώτη αιμοπτυσία. Έπεσε κατακρέβατα. Μέρα με τη μέρα αδυνάτιζε. Ένας φίλος του πρόσφερε μία κόρα ψωμί από το μερίδιό του. Ο Βαλέριος αρνήθηκε λέγοντάς του: »Εγώ είμαι άρρωστος δεν είναι ανάγκη να αρρωστήσεις και εσύ.
    Ωστόσο, όπως ο ίδιος έλεγε αργότερα συγκινημένος, εκείνη η αγνή ψυχή,το βράδυ έβαζε κρυφά τη μερίδα του στο δισάκι του ή στην καραβάνα του. Μπρος σε μια τόσο μεγάλη δύναμη αφοσίωσης ο Βαλέριος αισθανόνταν την προστασία του Θείου ελέους.
    Οι αιμοπτύσεις συνεχιζόνταν και δεν ήταν «ανθρωπιστικό»(εδώ ο συγγραφέας ειρωνεύεται τους κομμουνιστές) να αφήσουν τον κρατούμενο να πεθάνει. Τον πήγαν λοιπόν στο νοσοκομείο, τον έκλεισαν σ΄ένα δωμάτιο και τον φύλαγαν μέρα-νύχτα. Οι γιατροί έρχονταν να τον εξετάσουν συνοδευόμενοι από τους φύλακες.
    Κάποιο βράδυ μπήκε μέσα μια νοσοκόμα.Ο Βαλέριος την είχε δει κατά την επίσκεψη του γιατρού και είχε προσέξει ότι τα μάτια της ήταν δακρυσμένα. Είχε μεθύσει τον φύλακα και βρέθηκε γονατιστή δίπλα από τον Βαλέριο. Πήρε το χέρι του και το φίλησε.
    -Πώς μπήκατε εδώ;ρώτησε εκείνος
    -»Κοίμησα» τον φύλακα, χαμογέλασε εκείνη
    -Τι θέλετε;
    -Θέλω να σας βοηθήσω. Ζητήστε μου ότι θέλετε
    Ο Βαλέριος αισθάνθηκε την ειλικρίνειά της και βαθιά συγκινημένος είπε: «Διακινδυνεύσατε την ελευθερία σας για μένα… Ο Θεός να σας το ξεπληρώσει. Δε μπορείτε να με βοηθήσετε με τίποτα. Εάν πεθάνω εδώ, σας παρακαλώ να πείτε στην οικογένειά μου ότι έμεινα πιστός μέχρι τέλους και ότι είμαι χαρούμενος που δίνω τη ζωή μου για το Χριστό και για τον πλησίον. Ίσως γι’ αυτό σας έδωσε ο Θεός θάρρος να έρθετε έως εδώ επειδή ότι κάνει ο άνθρωπος μπαίνει στην οικονομία του Θεού. Σας ευχαριστώ, δεν θα σας ξεχάσω και θα προσεύχομαι για σας….Τώρα πηγαίνετε!…Μην διακινδυνεύετε πιο πολύ! Εγώ βρίσκομαι στα χέρια του Θεού (μαρτυρία Ιοαν Ιανολίντε).
    6)Η κατάσταση του Βαλέριου χειροτέρευε. Εξαιτίας της μακροχρόνιας παραμονής του στο κρεβάτι, της ακινησίας και της μη καλής κυκλοφορίας του αίματος του είχαν εμφανιστεί στο σώμα κατακλίσεις μεγάλες οι οποίες ήταν δύσκολο να θεραπευθούν και είχαν καλύψει ένα μεγάλο μέρος της πλάτης και των ποδιών. Άλλοι ασθενείς σε παρόμοιες καταστάσεις ούρλιαζαν και βλαστημούσαν, εξαιτίας του τρομερού πόνου και του τσούξιμου που προκαλούσαν οι πληγές.Τον Βαλέριο δεν τον άκουσα ποτέ να παραπονείται, αν και έβλεπες στο πρόσωπό του τον πόνο, ενώ στο πρόσωπό του έβλεπες δάκρυα πόνου όταν τον επίδεναν με αδελφική αγάπη οι μεταπτυχιακοί φοιτητές Ιον Γ., Ναε Φ.,και Αριστίντε Λ.Τους επιδέσμους τους έφτιαχναν από κομμάτια σχισμένων πουκαμίσων, αλλά ελλείψει φαρμακευτικών ουσιών, το ύφασμα κολλούσε πάνω στην πληγή και όταν το ξεκολλούσαν προκαλούσε τρομερούς πόνους. Από το στόμα του Βαλέριου δεν ακούγονταν κουβέντα, παρά μεγάλες σταγόνες ιδρώτα κάλυπταν το μέτωπό του. Οι γιατροί το παρατηρούσαν. Ήταν σημάδι ότι η υπομονή του είχε φτάσει στα όρια.Τότε σταματούσαν και τον άφηναν λίγο να συνέλθει.
    μετάφραση-www.proskynitis.blogspot.com
    πηγή το βιβλίο-»Sfantul Inchisorilor»

    από το ιστολόγιο «Προσκυνητής

  • Από το ιστολόγιο «Προσκυνητής»

    Στην Μονή Πέτρου Βόντα της Ρουμανίας,κατά το ειδικό τυπικό που τηρεί η Εκκλησία μας έγινε η ακολουθία για την εκταφή του π.Γεωργίου Κάλτσιου Ντουμιτρεάσα, με την συμπλήρωση επτά ετών από την κοίμησή του (+21 Νοεμβρίου 2006). Το λείψανό του βρέθηκε άφθαρτο επιβεβαιώνοντας έτσι την αγιότητα του βίου του.

    Έζησε τον κομμουνισμό στο απόγειο της κτηνωδίας του,όταν φυλάκιζε και βασάνιζε με τον πιο απάνθρωπο τρόπο τους χριστιανούς. Πέρασε βασανιστήρια που δεν μπορεί να τα συλλάβει ο κοινός ανθρώπινος νους.Τον βασάνισαν φριχτά, τον κράτησαν στο κρύο και στο σκοτάδι,τον χλεύασαν,τον τρομοκράτησαν, είδε τους συντρόφους του να πεθαίνουν ένας-ένας.

    Έδειξε όμως ένα απίστευτο θάρρος, θάρρος που συνορεύει με την σαλότητα,την δια Χριστόν σαλότητα. Είχε καταλάβει πως πρόκειται για μια μάχη του Θεού με τον σατανά και αυτός πάλευε για αυτά που θεωρούσε ουσιώδη:Την Εκκλησία,την πίστη,την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ελευθερία.

    π.Γεώργιος Κάλτσιου Ντουμιτρεάσα-Ο προσωπικός εχθρός του Νικολάε Τσαουσέσκου


    Ο μεγαλύτερος ομολογητής του 20ου αιώνα

    Ο π. Γκεόργκε Καλτσίου-Ντουμιτρεάσα γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1925. Ήταν ο μικρότερος από τα 11 παιδιά της οικογένειας Κάλτσιου και καταγόταν από το χωριό Μαχμουντία νομός Tulcea.
    Από μικρό παιδί οι γονείς του, του εμφύσησαν την αγάπη για το Θεό. «Μεγάλωσα σε μια απλή αλλά θρησκευόμενη οικογένεια, πάντα θυμάμαι τον εαυτό μου σε μια εκκλησία κοντά σ’ έναν ιερέα. Νέος είχε σκέψεις να γίνει μοναχός. Τελικά αποφάσισε να υπηρετήσει τους ανθρώπους με άλλον τρόπο. Το 1945 γράφτηκε στη Θεολογική Σχολή του Βουκουρεστίου. Το 1948 οι κομμουνιστές φυλάκισαν όλη την αφρόκρεμα της ρουμανικής διανόησης αλλά και τους φοιτητές αλλά και όσους αντιτείνονταν ή νόμιζαν οι κομμουνιστές ότι αντιτείνονταν στην ιδεολογία τους, είτε για πολιτικούς είτε για θρησκευτικούς λόγους. Έτσι συνελήφθη και ο φοιτητής Γκεόργκε Κάλτσιου με την κατηγορία της «υπονόμευσης της ασφάλειας του κράτους».

    ¨Σχολή¨ Πιτέστι
    Για τον νεαρό Γκεόργκε το στρατόπεδο εξόντωσης του Πιτέστι γίνεται ένα νέο σχολείο. Από τον αφελή με τα γαλάζια μάτια μετατρέπεται σε «ατρόμητο μαχητή» για το Χριστό και την πατρίδα. Σ’ αυτή τη φυλακή έπεσε στην πιο μεγάλη αμαρτία της ζωής του (απαρνήθηκε το Χριστό) αλλά και τις πιο μεγάλες αρετές (αγάπη για τον εχθρό και το θάρρος της ομολογίας) που τον βοήθησε πολύ να ξαναναστηθεί ψυχικά.
    Στο Πιτέστι ..ήταν οι πιο καθαροί κρατούμενοι. Αυτοί δεν ήταν μπλεγμένοι σε πολιτικά ρεύματα και δράσεις. Η μεγάλη αντοχή που έδειξαν οφειλόταν στην προσευχή και την απόκτηση των αρετών. Στη φυλακή είχε δημιουργηθεί ένα μυστικιστικό ρεύμα, δύσκολα κατανοητό από τους δήμιους. Εκεί ήταν ένα κέντρο πνευματικότητας «έχοντας από μικρός μεγαλώσει με την προσευχή ενσωματώθηκα εύκολα σ’ αυτήν την πνευματική κίνηση».
    Στο Πιτέστι η προσευχή δε σταμάτησε μέρα-νύχτα. Το κάθε κελί είχε ώρα προσευχής. Όταν το ένα κελί τελείωνε την προσευχή χτυπούσε τοίχο και άρχιζε η προσευχή στο άλλο κελί. Όταν άρχισε η «επαναδιαπαιδαγώγηση» στο Πιτέστι, υπήρχε ήδη ένα κέντρο προσευχής & πνευματικότητας.
    (σημ π. Γεωργ. Τη διετία 1949-1951 στις φυλακές του Πιτέστι έλαβε μέρος το πιο φριχτό και σατανικό πείραμα των κομμουνιστικών φυλακών. Η προσπάθεια «επαναδιαπαιδαγώγησης» των κρατουμένων και η δημιουργία ενός νέου, κομμουνιστικού ανθρώπου, μέσα από απάνθρωπα βασανιστήρια).

    Πτώση και ανύψωση

    Ο πιο φοβερός βασανιστής ήταν ο Εουτζέν Τσουρκάνου. Αυτός, όπως διηγούνται όσοι κατάφεραν να επιζήσουν από τα χέρια του, «ήταν γεμάτος από μανία και οργή» μια μανία δαιμονική. Στις ανακρίσεις όταν τελείωνε τα βασανιστήρια έλεγε: «Αν ο Χριστός ζούσε στον καιρό μου, δε θα έφτανε καν στο Σταυρό». Λέει ο π. Γκεοργκέ: «Ο Τσουρκάνου είχε επάνω του κάτι το δαιμονικό. Αυτός ήταν ο ανώτατος δαίμονας της επιχείρησης Πιτέστι. Είχε μια δύναμη επιβολής φοβερή. Όταν έμπαινε στο κελί έσπερνε τον τρόμο. ¨όλη η φυλακή τον έτρεμε. Έπαιρνε τους καλύτερους από εμάς και τους κτυπούσε, τους βασάνιζε ,τους άλλαζε κυριολεκτικά. Ακόμη κι αν δεν άλλαζε κάτι στη ψυχή τους, ο τρόμος ήταν τόσο μεγάλος που μερικοί γίνονταν από μονή τους καταδότες. Έτσι εισήγαγε την έλλειψη εμπιστοσύνης, τον τρόμο και την απελπισία σε πολλούς από εμάς.
    Μερικοί άντεξαν, άλλοι όχι. Άλλοι πέθαναν την ώρα των βασανιστηρίων και άλλοι αυτοκτόνησαν. Λίγοι άντεξαν μέχρι τέλους. Κάποιοι απ’ αυτούς που έπεσαν, ξανασηκώθηκαν. Νωρίτερα ή αργότερα επειδή η επανόρθωση της ψυχής δεν είναι σαν την επανόρθωση του σώματος. Η ψυχή έχει πιο μυστηριακούς νόμους, επανέρχεται δυσκολότερα. Η δική μου επανόρθωση ήταν δυσκολότερη γιατί το ρήγμα ήταν μεγαλύτερο. Ήμουν 25 ετών, αρκετά αφελής, ένα παιδί από χωριό με δυνατή πίστη και εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Ήθελα ν’ αυτοκτονήσω μαζί με τον Πουιου Ντόμπρε. Του έγραψα τη σκέψη μου σ’ ένα σαπούνι. Ο Τσουρκάνου με είδε όταν το πέταξα. Μ’ έλιωσε στο ξύλο. Δεν ήξερα πια να διαβάζω, δε γνώριζα τα γράμματα, ξέχασα ακόμη και το ¨ Πάτερ ημών¨. Χωρίς καμιά διανοητική προσπάθεια αισθανόμουν από την καρδιά να αχνοφέγγει η προσευχή του Ιησού. Σ’ εκείνη την απελπισία υποσχέθηκα στο Θεό όταν βγω από τη φυλακή να γίνω ιερέας. Οι άλλοι κρατούμενοι με θεωρούσαν άγγελο …..ναι, έναν άγγελο. Ναι αλλά ένας άγγελος ξεπεσμένος.

    Συνήλθα τη στιγμή που βρέθηκα μπροστά σε κάποιες τρομαχτικές ενέργειες οι οποίες αποσκοπούσαν στο να μετατραπούν τα θύματα σε θύτες. Τότε ξύπνησε μέσα μου το πνεύμα δικαιοσύνης και ο φύλακας άγγελός μου με βοήθησε -ρισκάροντας τη ζωή μου- να λάβω θέση βάζοντας στοπ σ’ αυτά τα σχέδια.
    Μου ζήτησαν να πω ότι συνωμότησα μαζί με κάποιους άλλους σε πολιτικές υποθέσεις, αλλά εγώ ούτε καν τους γνώριζα. Αργότερα ο νεαρός Γκεόργκε Καλτσίου οδηγήθηκε σ’ άλλες τρομακτικές φυλακές όπως στη Ζίλαβα, στη Ζάρκα,στο Αιουντ και στη Γκέρλα. Το 1964 δόθηκε γενική αμνηστία. Μετά από 16 χρόνια ήταν ελεύθερος. «Το 1964 μας απελευθέρωσαν, μετά τις πιέσεις της Δύσης αλλά και επειδή οι κομμουνιστές θεωρούσαν ότι τώρα πια ήταν κυρίαρχοι στη χώρα, αλλά και τις ψυχές μας.

    ¨Στρατιώτης¨ με ράσα

    Όταν βγήκα από τη φυλακή θέλησα να συνεχίσω στην Ιατρική Σχολή αλλά δε με δέχτηκαν. Έτσι σπούδασα γαλλική φιλολογία. Μετά θέλησα να γραφώ στη Θεολογική σχολή για να εκπληρώσω την υπόσχεση που έδωσα στο Θεό όταν ήμουν φυλακή. Αρχικά με απέρριψαν, λόγω του φακέλου μου. «Πήγα στον Πατριάρχη Ιουστινιάν. Προς μεγάλη μου έκπληξη δέχτηκε αν και του είπα για τα χρόνια της κράτησής μου. Μ’ έστειλε στον γραμματέα της σχολής μοναχό Αντώνιο Πλαμαντεάλα (μετέπειτα μητροπολίτης Τρανσυλβανίας) ο οποίος μου είπε να μη βάλω στο βιογραφικό μου τα χρόνια της φυλακής»
    Το 1971 τελείωσε την Θεολογική σχολή και τον δέχτηκαν ως καθηγητή γαλλικής στο εκκλησιαστικό λύκειο. Εν τω μεταξύ παντρεύτηκε την κόρη ενός πρώην κρατουμένου και χειροτονήθηκε ιερέας.
    Όταν οι κομμουνιστές γκρέμισαν την εκκλησία Ένει, κτίσμα του 17ου αιώνα, η φωνή του π.Γκεόργκε αντήχησε σαν ένας κεραυνός στην έρημο της αδιαφορίας και του συμβιβασμού, αυτή τη φορά κάνοντας αντανάκλαση και στην οικογένειά του.
     Λειτουργώντας στην εκκλησία Ράντου Βόντα εκφώνησε 7 ομιλίες, τις περίφημες «7 ομιλίες για νέους». Αυτές οι ομιλίες, όπως και άλλα θαρραλέα άρθρα, καταδίκαζαν το γκρέμισμα εκκλησιών και τον αθεϊσμό και γινόταν μπρος σ’ έναν μεγάλο αριθμό θεολόγων φοιτητών αλλά και φοιτητών από άλλες σχολές. «Τις εκφώνησα τη στιγμή που η ρουμανική συνείδηση ήταν έτοιμη να τις ακούσει. Αυτές οι ομιλίες δημιούργησαν ένα υπόγειο ρεύμα αντίστασης μεταξύ κυρίως των θεολόγων φοιτητών. Ζητούσα ελευθερία πίστεως και να σταματήσει η κατάχρηση εξουσίας. Από την πρώτη κιόλας ομιλία με παρακολουθούσαν αλλά δε μπορούσαν να με συλλάβουν. Είχα προσευχηθεί στο Θεό να μη με συλλάβουν μέχρι να εκφωνήσω και τις επτά.
    Δεν κατάφερα να εκφωνήσω όγδοη επειδή με συνέλαβαν».

    Καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλακή αλλά εξέτισε τα 5. Συνολικά πλήρωσε την αντικομουνιστική του δράση με 21 χρόνια φυλάκιση. Παρόλα αυτά στη δίκη-παρωδία ξεσκέπασε τους πραγματικούς αυτουργούς των εγκλημάτων της «επαναδιαπαιδαγώγησης».
    Μετά τη δεύτερη σύλληψή του οι εξόριστοι Ρουμάνοι μ’ επικεφαλής τον Μιρτσέα Ελιάντε και τον Εουτζέν Ιονέσκου έκαναν εκκλήσεις στη Δύση για την απελευθέρωσή του. Πάντα το θέμα των πολιτικών κρατουμένων ετίθετο από τις δυτικές κυβερνήσεις στις συναντήσεις τους με τον Τσαουσέσκου. Μετά από έντονες πιέσεις, κυρίως της αμερικανικής κυβέρνησης, τελικά απελευθερώθηκε το 1984. Το 1985 ζήτησε πολιτικό άσυλο στις Η.Π.Α. Εγκαταστάθηκε στην Ουάσινγκτον όπου δημιούργησε μια ρουμανική Ορθόδοξη ενορία.
    Το 1987 το FBI τον πληροφορεί ότι η ρουμανική σεκιουριτάτε σχεδιάζει να τον δολοφονήσει. Ο π. Γκεόργκε έλεγε ότι αισθανόταν πάντοτε ότι τον παρακολουθούν, κυρίως όταν ερχόταν στην Ευρώπη, αλλά μετά το 1989 όταν ερχόταν στην Ρουμανία.
    Παρόλα αυτά δε φοβήθηκε και συνέχισε να έχει επαφή με τη Ρουμανία, να γράφει βιβλία και άρθρα όπως και να μιλάει στους ραδιοφωνικούς σταθμούς  «Η φωνή της Αμερικής» και  «Ελεύθερη Ευρώπη». Μετά το 1989 γνώρισε προσωπικά τον Λίβιου Τούρκου τον αρχηγό της Ρουμανικής κατασκοπείας στις Η.Π.Α. «ΟΤούρκου μου είπε ότι πράγματι σχεδίαζαν την δολοφονία μου από έναν Κουβανό, αλλά παραιτήθηκαν από το σχέδιο εξαιτίας των συνεπειών που θα είχε στις Ρουμανο-Αμερικανικές σχέσεις.
    Ο π. Γκεόργκε πέθανε στις 21 Νοεμβρίου 2007 αφού τον κοινώνησε στο κρεβάτι του νοσοκομείου ένας άλλος πρώην κρατούμενος, των κομμουνιστικών φυλακών ο επίσκοπος Κλουζ Βαρθολομαίος Ανανία.

  • Μικρογραφία

    Στην ακολουθία του Όρθρου ψάλεται ο Πολυέλαιος «Δούλοι Κύριον» έρρυθμα για να ταιριάζει η ψαλμωδία με την κίνηση του κατζίου,του θυμιατού με το οποίο θυμιάζουν οι μοναχοί που έχουν το διακόνημα του […]

  • Επιμέλεια: Άκης Αδαμόπουλος
    Όλοι μας λίγο ως πολύ φτάσαμε να βαριόμαστε να πάμε στο σχολείο…
    Οφείλουμε όμως να έχουμε στο νου μας πως υπάρχουν παιδιά σε όλο τον κόσμο, που πραγματοποιούν μεγάλες και δυσπρόσιτες διαδρομές για να εκπαιδευτούν.
    Σύμφωνα με την UNESCO δε, τα τελευταία 5 χρόνια η πρόοδος στη σύνδεση παιδιών με σχολεία έχει «βαλτώσει».

    Υπάρχουν περιοχές με δυσπρόσιτα μονοπάτια, τα οποία κλείνουν με τις πλημμύρες, ενώ για άλλα χρειάζεται να διανυθούν απίστευτα πολλά χιλιόμετρα, όπως ορισμένα από τα παρακάτω…
     
     
     

     
                                                                         5ωρη διαδρομή σε γκρεμό για σχολείο στο Gulu της Κίνας

     
    Σκαρφάλωμα σε ξύλινες σκάλες στο χωριό Zhang Jiawan

     
    Ιμαλάια

     
    Μαθητές περνούν από κατεστραμένη γέφυρα στην Ινδονησία

     
    Μαθητές «πετάνε» 400μ. πάνω από τη γη για να διασχίσουν ποτάμι στην Κολομβία

    Με κανό στο σχολείο πάνε τα παιδιά στην Ινδονησία

    Πορεία μέσα από γέφυρα για να φτάσουν στο σχολείο στην Ινδία

    Στη Μιανμάρ πάνε και με βουβάλια για μεταφορικό μέσο!

     Ένα «μοντέρνο» σχολικό στην Ινδία

    Σπασμένη γέφυρα μέσα στο χιόνι σε επαρχεία της Κίνας

    Στην οροφή πλοίου στην Ινδονησία

    Μαθήτριες κάνουν…ισορροπία για να φτάσουν στο σχολείο στη Σρι Λάνκα

    Ταξίδι με βάρκα για να πάνε σχολείο στην Ινδία

    Ένα μοντέρνο σχολικό, που…το σέρνει άλογο στο Δελχί της Ινδίας

    Μαθητές διασχίζουν ποτάμι με αυτοσχέδια σανίδα από μπαμπού στην Ινδονησία

    Τι κι αν έχει χαλάσει η γέφυρα, με ακροβατικές ικανότητες πας στο σχολείο!

    Όχι δεν πάνε στις νεροτσουλήθρες, αλλά να διασχίσουν ποτάμι με σαμπρέλα για να πάνε σχολείο!

     πηγή: http://nzals.blogspot.gr/2014/09/blog-post_48.html

  • Το Μοναστήρι της Παναγίας Σαϊνδανάγια ή Σεϊντανάγια, χτίστηκε το 547 μ.Χ. από τον ευσεβή Αυτοκράτορα Ιουστινιανό, όταν στρατοπέδευσε στην περιοχή προετοιμαζόμενος να πολεμήσει τους Πέρσες.Τότε και ενώ οδιψασμένος στρατός μας είχε ξεμείνει από νερό και βρισκόταν σε απελπιστική θέση, ο Θρακιώτης Αυτοκράτοράς μας βλέπει ξαφνικά ένα ελάφι να ανεβαίνει σε ένα ψηλό λόφο και τρέχει να το κυνηγήσει! Σαν έφτασε στην κορυφή, είδε έκπληκτος άφθονο γλυκό, πόσιμο νερό, ενώ στη θέση του ελαφιού φάνηκε μέσα σε λαμπρό φως η Παναγιά και ακούστηκε η φωνή της, που του ζητούσε να χτίσει εκεί επάνω, μια Εκκλησία προς τιμήν της, προς τιμήν της Κυρίας Θεοτόκου!

    Και έτσι, ο βασιλιάς μας έδωσε αμέσως εντολή να σχεδιάσουν το Ναό οι αρχιτέκτονες. Όμως ο καιρός περνούσε και εκείνοιδεν μπορούσαν να καταλήξουν στο σχέδιο.

    Τότε εμφανίστηκε πάλι η Παναγία, αυτή τη φορά στον ύπνο του Ιουστινιανού και του έδειξε το σχέδιο του Μοναστηριού της, λέγοντας πως εκείνη θα ήταν η προστάτιδά του!

    Και βάση εκείνου του σχεδίου χτίστηκε τελικά από τον ευλαβή Ιουστινιανό το καστρομονάστηρο της Παναγιάς στη Σεϊντανάγια της Συρίας!

    Η Ορθόδοξη αυτή Μονή της Συρίας είναι γυναικείο Μοναστήρι, που εορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου, κατά το Γενέθλιον της Θεοτόκου! Σεϊντανάγια δε, θα πει “Δέσποινα“!

    Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ
    Η θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς – El Chagoura όπως την ονομάζουν οι ντόπιοι, που σημαίνει «η διάσημη» – είναι έργο του Ευαγγελιστού Λουκά και ήρθε εδώ πολλά χρόνια αφότου κατασκευάστηκε η Μονή από τον Ιουστινιανό.

    Συγκεκριμένα, προς το τέλος του όγδοου αιώνα, κάποιος Έλληνας μοναχός ονόματι Θεόδωρος, στο ταξίδι του προς τους Αγίους Τόπους, σταμάτησε για ανάπαυση στη Μονή. Φεύγοντας για Ιεροσόλυμα, η σεβαστή Ηγουμένη της Σεϊντανάγια του ζήτησε να αγοράσει από εκεί κάποια συγκεκριμένη πολύτιμη και λεπτή, μικρή εικόνα της Θεοτόκου!

    Ο Μοναχός όμως ξέχασε τελείως το ζήτημα και αφού προσκύνησε στους Αγίους Τόπους, ξεκίνησε να γυρίσει πίσω.

    Όμως δεν είχε φύγει μακριά, όταναπότομα τον σταμάτησε μια άγνωστη φωνή λέγοντάς του: “Μήπως έχεις ξεχάσει κάτι στην Ιερουσαλήμ; Αυτό που σου ζήτησε η Ηγουμένη;”!

    Ο Μοναχός επέστρεψε τότε αμέσως στα Ιεροσόλυμα και βρήκε την όμορφη Εικόνα του Θεοτόκου που του παρήγγειλε η Ηγουμένη του Μοναστηριού και την αγόρασε!

    Κατά τη διάρκεια δε του ταξιδιού πίσω στη Μονή, έμεινε κατάπληκτος από τα θαύματα που γινόταν μέσω της Εικόνας! Διότι ενώ τη μια φορά τους επιτέθηκαν αδίστακτοι ληστές και την άλλη άγρια κτήνη, ο Θεόδωρος κράτησε με δέος τη συγκεκριμένη Εικόνα της Παναγίας προσευχόμενος στη Χάρη της και ω του θαύματος, σώθηκαν δυο φορές και αυτός και το υπόλοιπο καραβάνι από τρομερό κίνδυνο!

    Επιστρέφοντας λοιπόν στη Μονή και γνωρίζοντας πόσο πολύτιμη και θαυματουργή θεία χάριτι ήταν η συγκεκριμένη Εικόνα της Θεοτόκου, αποφάσισε να παρακάμψει τη Σεϊντνάγια και να τραβήξει με πλοιάριο για την Αίγυπτο!

    Σηκώθηκε όμως μια τόσο άγρια θύελλα, που θα βυθιζόταν και αυτός μαζί με το σκάφος, οπότε αμέσως τον έλεγξε η συνείδησή του και αποφάσισε να γυρίσει την Εικόνα στη Σαϊντνάγια.

    Έτσι, βγήκε πάλι στην ακτή και έφτασε τελικά στο Μοναστήρι. Έμεινε τέσσερις ημέρες εκεί, αλλά πάλι του ήρθε μια ακατανίκητη επιθυμία – πειρασμός, να κρατήσει για δική του τη θαυματουργή Εικόνα! Έτσι το επόμενο πρωί μαζί με την Εικόνα της Παναγίας Δέσποινας πήγε να φύγει κρυφά, αλλά ω του θαύματος! Ένας αόρατος τοίχος σαν από πολλές πέτρες έφραξε ξαφνικά την πόρτα της Μονής!

    Με αστείρευτα τότε δάκρυα, έπεσε και ζήτησε μεταμελημένοςσυγνώμη από την Ηγουμένη, ομολογώντας την πράξη του, αλλά καιδοξάζοντας το Θεό και ευχαριστώντας την Παναγιά, που τόσα μεγάλα θαύματα τον αξίωσε να δει μέχρι τότε! Από εκείνη την ημέρα, η ιερή Εικόνα έχει παραμείνει στη Μονή, όπου καταφθάνουν χιλιάδες προσκυνητές από όλη την Ανατολή και τη Δύση!

    Αναμεσά τους και εκατοντάδες Μουσουλμάνοι, που προστρέχουν σε κάθε ανάγκη στη χάρη της Θεοτόκου και ομολογούν οι ίδιοι και εγγράφως τα αμέτρητα θαύματά της! Και έτσι ξέρουν…

    πηγή: http://www.agioritikovima.gr/monastiriakosmou/item/18662-i-istoria-tis-monis-panagias-despoinas-seindagia-syrias

  • Πολλές φορές αναρωτιώμαστε, πού βρίσκονται αποθησαυρισμένα σήμερα τα τίμια λείψανα των αγίων και μαρτύρων της Εκλησίας μας. Στο ερώτημα αυτό μπορούμε να πάρουμε απάντηση μελετώντας βιβλία σχετικά με το θέμα.

    Το […]

  • Μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια καταγραφής των Μοναστηριών της Ελλάδος, και όχι μόνο, μπορούμε να βρούμε στην ιστοσελίδα monastiria.gr. Επίσης σειρά άρθρων και ομιλιών.

    Για να δείτε την ιστοσελίδα πατήστε εδώ

  • Ο Καθηγητής του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου Βασίλειος Φανάρας μιλάει για τη θεολογική συζήτηση για τις μεταμοσχεύσεις τα τελευταία τριάντα έτη, η οποία εκφράστηκε τόσο μέσω Εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, όσο και διατριβών και άλλων μονογραφιών για το θέμα.

    Δείτε το σχετικό βίντεο από την Πεμπτουσία.

    [vimeo 95051818]

  •      Διαβάστε το πολύ ενδιαφέρον αφιέρωμα του ιστολογίου «Αντέχουμε… Για την Ορθοδοξία και την Ελλάδα μας!» στην αγία Ακυλίνα.

  • Δημιουργηθηκε στις Παρασκευή, 07 Μαρτίου 2014
    Γράφτηκε από τον/την Ευάγγελο Μπουγιώτη – 22.10

    Την Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014, το Αργος υποδέχθηκε τα Ιερά λείψανα του Αγίου Λουκά, Επισκόπου Συμφερουπόλεως Κριμαίας, του Ιατρού, το οποίο θα φιλοξενείται για προσκύνηση και ευλογία των πιστών στον καθεδρικό ναό του Αγίου Πέτρου, Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014.

    Η υποδοχή έγινε στον προαύλιο χώρο του ναού. Το τεμάχιο του Λειψάνου έφερε ο Σεβ. Μητροπολίτης Αργολίδος κ. Νεκτάριος, πλαισιωμένος από Ιερείς της πόλεως.

    Στο διάστημα παραμονής του ιερού λειψάνου στον Ιερό Ναό θα τελούνται καθημερινά Ιερές Ακολουθίες.

    Μαζί με το λείψανο του Αγίου τέθηκαν προς προσκύνηση και άλλα αντικείμενα που ανήκαν στον Άγιο Λουκά.

    Πλήθος πιστών από την ευρύτερη περιοχή της Αργολίδος παραβρέθηκαν στην υποδοχή. Ακολούθησε η πρώτη στάση των χαιρετισμών στην Υπεραγία Θεοτόκο από τον Μητροπολίτη Αργολίδος.

    Κατά την διάρκεια των ακολουθιών ο Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος προέβει εις χειροθεσία σε πνευματικούς των Ιερέων του Ι. Ναού του Αγίου Πέτρου, των πατέρων Γεώργιο Σελλή (πρόεδρο του ΙΣΚΕ) και Παναγιώτη Κιντή.

    Ο Μητροπολίτης Αργολίδος στο τέλος των χαιρετισμών παρουσίασε στους πιστούς ένα παιδί από την Ρωσία το οποίο θαυματουργικά ο Αγιος Λουκάς έκανε καλά το χέρι του μετά από ατύχημα που είχε μικρός.

    Πιο συγκεκριμένα το παιδί ήταν πιανίστας από μικρή ηλικία όταν ήταν 10 ετών, του κόπηκαν τα δύο δάχτυλα του δεξιού του χεριού, οι γιατροί δήλωσαν πως δε γίνεται τίποτα και το παιδί δεν θα μπορεί πάλι να παίξει πιάνο, οι γονείς του έμαθαν για τον Άγιο Λουκά και τα θαύματα που έκανε και αμέσως πήγαν με το μικρό στη Συμφερούπολη.

    Εκεί στο τάφο του παρακάλεσαν τον Άγιο Λουκά να κάνει καλά το παιδί τους και το θαύμα έγινε μετά από μερικές ημέρες τα δάκτυλα του παιδιού ήταν και πάλι καλά.

    Στην υποδοχή των Λειψάνων παραβρέθηκαν ο δήμαρχος Αργους Μυκηνών Δ. Καμπόσος, ο αντιπεριφερειάρχης Αργολίδος Α. Χειβιδόπουλος, ο πολιτευτής Β.Σιδέρης, κα.

    πηγή: http://romfea.gr/epikairotita/22771-2014-03-07-20-19-34

  • Διαβάστε το πολύ ενδιαφέρον άρθρο του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη από το Αντιαιρετικό Εγκόλπιο.

  • Ο Άγιος Φιλούμενος κατά κόσμος Σοφοκλής γεννήθηκε στην Λευκωσία, στις 15 Οκτωβρίου 1913. Γονείς του ήταν οι Ευσεβείς Γεώργιος και Μαγδαληνή. Ήταν δίδυμος αδελφός με τον π. Ελπίδιο κατά κόσμον Αλέξανδρος και […]

  • Φόρτωσε Περισσότερα
Top
 
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων