• Ορειβατώντας Ασφαλώς

    ΤΟ ΠΈΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΔΗ

     ΠΟΡΕΙΑ ΓΙΑ ΜΕΣΟΝΗΣΙ

    ΑΓΡΙΑ ΟΜΟΡΦΙΑ

    ΤΟ ΦΑΡΆΓΓΙ ΤΗΣ  ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΑΣ

  • Μικρογραφία1. Το Μάιο του 2010 διορίστηκα υποδιοικητής του Ψυχιατρικού  Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης και ανέλαβα υπεύθυνος των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, της Τεχνικής Υπηρεσίας και των εξωτερικών δομών του Νοσοκομείου.

    α) […]

  • Τα υλικά στη ζωή μας Ε΄Τάξη 4ου Δημοτικού Σχολείου Θήβας.
    Ω θεία νερά, στον ύπνο σας και στην οργή σας θεία,
    του καταρράχτη ωραίε θυμέ, του ωκεανού μανία,
    μαύρη οπτασία της Στυγός, της Κασταλίας μεθύσι,
    μες στην κουφάλα ενός γκρεμού είμαι κι εγώ μια βρύση.

    (Παύλος Νιρβάνας
    1866 – 1937)
    ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/anthology/239#ixzz3ImwU5Ymc
    1. Αναζήτηση των υλικών γύρω μας.

    2. Επιλογή και περαιτέρω διερεύνηση των επιλεγμένων υλικών από τους μαθητές με επιτόπου επισκέψεις σε σιδηρουργεία, τσιμεντοβιομηχανία ΤΙΤΑΝ, εργοστάσιο επεξεργασίας μαρμάρων και ξυλουργεία. (σίδηρος, τσιμέντο, μάρμαρο, ξύλο αντίστοιχα ανά ομάδα εργασίας). Συλλογή και επεξεργασία πληροφοριών, παραγωγή μονοτροπικών και πολυτροπικών κειμένων.

    3. Επαγγέλματα: σιδεράς, οικοδόμος, μαρμαράς, ξυλοκόπος-ξυλουργός.

    4. Παραγωγή και παρουσίαση θεατρικής παράστασης περιβαλλοντικού περιεχωμένου με τίτλο: Λαλέουσα Ύλη και Λάδων.

     
    ΘΕΑΤΡΙΚΟ Ε1 ΤΑΞΗΣ 1999
    ΛΑΛΕΟΥΣΑ ΥΛΗ ΚΑΙ ΛΑΔΩΝ
    ΜΑΥΡΟ ΘΕΑΤΡΟ
     
    ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
    (ΤΣΙΜΕΝΤΟ    ΙΣΤΟΡΙΑ)
     
    ΠΑΙΔΙ: Γιαγιά! γιαγιά! θα μου πεις, εκείνη την ιστορία για το παλιό νταμάρι στην άκρη του χωριού, για τότε που ήσουν μικρή σαν κι εμένα και πήγαινες  και μάζευες λουλουδάκια;

    ΓΙΑΓΙΑ: Και βέβαια εγγονάκι μου θα στην πω. Αυτές οι ιστορίες μ` αρέσουν, γιατί μου θυμίζουν τα παλιά. Να, τότε που ήμουν κι εγώ, νέα και όμορφη σαν κι εσένα.

    ΠΑΙΔΙ: Κι εμένα μ’ αρέσουν γιαγιούλα οι ιστορίες. Έλα γιαγιούλα, άρχισε, σε παρακαλώ.

    ΓΙΑΓΙΑ: Ναι, παιδί μου. Να, μια φορά κι έναν καιρό είχε έρθει στο χωριό μας, ένας κύριος, που έλεγε, πως ήταν γεωλόγος.

    ΠΑΙΔΙ: Γιαγιά, τι είναι ο γεωλόγος;

    ΓΙΑΓΙΑ: Τι να σου πω; Και ’γω τότε δεν ήξερα, τι παει να πει γεωλόγος. Αργότερα όμως έμαθα, πως είναι αυτός που μελετά τη γη, που γνωρίζει τα πετρώματα και τη χρήση τους. Αυτός που λες, ο γεωλόγος, κάθε μέρα έπαιρνε το σκυλάκι του και πήγαινε βόλτα στο δάσος, εκεί στην άκρη του χωριού, που είναι τώρα το νταμάρι, όπου μια μέρα, άκου τι συνέβη ξαφνικά.

    ΣΚΥΛΟΣ: Γαβ! Γαβ! Τι ωραία που είναι εδώ! Ότι πρέπει για σκύλους. Κοίτα! Κοίτα! Τι χώμα! Τι δέντρα! Τι βλάστηση! Τι πέτρες! Εδώ χαλαρώνεις αφεντικό, δεν καταρρέεις και κάτω οράς. Γαβ! Γαβ!

     
    ΤΡΑΓΟΥΔΙ
    Στο δάσος τι όμορφα που ’ναι παιδιά.
    Ολόγλυκα εκεί κελαηδούν τα πουλιά.
    Νερά δροσερά πως κυλούνε γοργά.
    Λουλούδια δροσάτα σκορπούν ευωδιά!
     
    Στο δάσος μ` αρέσει πολύ να γυρνώ.
    Καθάριο αεράκι διαρκώς να ρουφώ.
    Το πράσινο ποσό πολύ τ` αγαπώ.
    Στο δάσος μ` αρέσει πολύ να γυρνώ.
    ΓΕΩΛΟΓΟΣ: Φστ, φστ, Σπίθα, Σπίθα πού είσαι; Πού πήγε κι αυτή τώρα ανάθεμά την. Σπίθα, Σπίθα! Πο! Πο! Τι βλέπουν τα ματάκια μου! Πρώτο χώμα και πρώτη πέτρα. Θα βγάλουμε πολλά λεφτά, πολλά. Μπράβο σκυλάκι μου! Μπράβο!

    ΣΚΥΛΟΣ: (Λυπημένο) Γουβ! Γουβ! Το μόνο που σκέφτεσαι, είναι πως θα βγάλεις, από παντού λεφτά, λεφτά, λεφτά, πολλά λεφτά, αλλά εμένα δεν με σκέφτεται κανείς; Θα μου πεις τώρα κι εσύ. Τι να σκεφτείς αφεντικούλη; Αφού δεν σκέφτεσαι, ούτε τον εαυτό σου, ούτε τα παιδιά σου. Ούτε ποιος σου δίνει οξυγόνο;  Ούτε ποιος σε προστατεύει; Ούτε ποιος σε δροσίζει το καλοκαίρι;

     

    ΓΕΩΛΟΓΟΣ: Έλα, πάμε Σπίθα, σπίρτα, που, που έβαλα τα σπίρτα ένα σπιρτάκι και το θαύμα θα γίνει. Στάχτη και χώμα, χώμα χωματάκι θ’ απομείνει. Καιρός για δράση, καιρός για καύση. Παμε σπίθα. Φστ! Φστ! Έλα, έλα! Δε βαριέσαι τσιμέντο να γίνει, τσιμέντο. Αρκεί που θα βγάλουμε χώμα.

    ΣΚΥΛΟΣ: Γουβ! Γουβ! Τίποτα  δεν καταλαβαίνει το αφεντικούλη μου, τίποτα απολύτως.  Βλέπεις είναι πολύξερος και με μεγάλη ιδέα. Γουβ! Γουβ! Έπειτα σου λένε «σκυλίσια ζωή».
    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: (Ξαπλωμένος στο δάσος). Αχ, δάσος μου με τις ομορφιές σου! Αραχτός στη μάνα γη. Ρουφάω, ρουφάω τον καθαρό σου αέρα. Νιώθω σιγουριά. Βλέπετε είμαι σταθερός τύπος και γι’ αυτό μ’ αγαπούν. Έχετε δει ασβεστόλιθο σ’ αυγουστιάτικο φεγγάρι; Έχετε δει;
    ΚΟΜΠΡΕΣΕΡ: (Μπαίνει άγριο και τρομερό έτοιμο να σπάσει πέτρες)
    ΤΡΑΓΟΥΔΙ
    Μπρ! Μπρ! Μπρ και μπρε! Μπρε! Μπρε!
    Τι τους περιμένει μπρε.
    Σαν γνωρίσουν κομπρεσέρ
    δυναμίτη και φιτίλι
    θα αλλάξουν μετερίζι.
    Μα πού είναι αυτές οι  πέτρες για να τις σπάσω; Βλέπεις, πρέπει να βγάλω το μεροκάματο και το μεροκάματο. Ε! κάτι για το πετρέλαιο και το λάδι που παύει τις τριβές μου και κάτι για τ’ αφεντικό.

    Α! να, ένας ασβεστόλιθος τον βρήκα! Αλλά στάσου λιγάκι. Πρέπει να το σκεφτώ. Τι να κάνω; Τι να κάνω; Α! Το βρήκα, θα πάω από πίσω του και θα τον χτυπήσω πισώπλατα,  στα μαλακά.

     

    (Τότε το κομπρεσέρ πηγαίνει αθόρυβο πίσω από τον ασβεστόλιθο…Και ξαφνικά αρχίζει να του σπάει πάρα πολλά κομμάτια και  ο ασβεστόλιθος του λεει φοβισμένος και λυπημένος).

    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: Καλά, τρελάθηκες; Τι κάνεις; Είσαι με τα καλά σου;  Μη με σπας καλό μου κομπρεσέρ, σε παρακαλώ, άκουσέ με πρώτα. Όχι για μένα, μα γι’ αυτούς. Τους χαρίζω τη ζωή, τη σταθερότητα και τη σιγουριά. Πάνω μου στηρίζονται οι πάντες.

    ΚΟΜΠΡΕΣΕΡ: Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Πρέπει να σε σπάσω. Εγώ, αν δεν σε κάνω κομμάτια πώς θα ζήσω; Ξέρεις, είναι διαταγή. Ξέρεις, τι σημαίνει διατάσσω. (Τότε το κομπρεσέρ άρχισε να του σπάει πάρα  πολλά κομμάτια).

    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: Με κατέστρεψες, δεν σκέφτεσαι τις συνέπειες; Πως θα αντανακλώ τώρα τις ακτίνες του ήλιου; Εμένα λένε ότι έχω πέτρινη ψυχή, αλλά  υπάρχουν και χειρότερα. Παράδειγμα αυτό το ανθρώπινο το κομπρεσέρ. Μόνο το συμφέρον του σκέφτεται, υποχείριο των άλλων και τίποτα άλλο.

    ΧΩΜΑ: (Ξαπλωμένος στο δάσος κοιμάται). Ωχ! ωχ! Τι θόρυβος είναι αυτός; Ποιος τόλμησε να χαλάσει την ηρεμία μου; Άσε, κανένα ζωάκι θα είναι. Μπα! τι ζωάκι τέτοια πατήματα από ζωάκι; Αμάν πια! πάλι με ξύπνησαν. Ποιος να ’ναι άραγε; Για  να δω. Μα τι βλέπω; Ποιος είναι εκεί; Α!!! Εσύ!!!

    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: Ποιος εγώ;

    ΧΩΜΑ: Ναι εσύ. Πώς σε λένε;

    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: Ασβεστόλιθο. Εσένα πώς σε λένε;

    ΧΩΜΑ: Εμένα με λένε χώμα και αυτός; Ποιος είναι αυτός;

    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: Φυλάξου, φυλάξου καλά, αυτός είναι επικίνδυνος τύπος, όλα τα σπάει, όλα τα καταστρέφει σου λεω είναι εχθρός μου. Άσε την φασαρία που κάνει,  ηχορύπανση σκέτη είναι ο άτιμος.

    ΚΟΜΠΡΕΣΕΡ: Μπρρρρ!

    ΧΩΜΑ: Ε! και τι να μου κάνει έμενα; Σπάνε τα σπασμένα; Γεια χαρά σου κομπρεσέρ. Τι κάνεις ; Γιατί τόση φασαρία αδελφέ;

    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: Πο! Πο! Χώμα με  ’κανε, χώμα.

    ΚΟΜΠΡΕΣΕΡ: Δε βλέπεις σπάω πέτρες για την φιλενάδα μου την ταινία.

    ΤΑΙΝΙΑ: Φσου, φσου, φσου. Γεια  σου κομπρεσέρ. Πως πάει; Ετοίμασες αρκετό υλικό να  αρχίσω τη μεταφορά ;

    ΚΟΜΠΡΕΣΕΡ: Χα! χα! χα! Κοίτα αυτές τις  πετρούλες. Κοίτα πως τις κατάντησα;

    ΤΑΙΝΙΑ: Μην περηφανεύεσαι και τόσο, γιατί μ’ αυτά που κάνεις χαλάς το περιβάλλον δεν το καταλαβαίνεις;

    ΚΟΜΠΡΕΣΕΡ: Τι να καταλάβουμε εμείς; Μηχανές είμαστε  μέσα σ’ όλα είμαστε. Άλλοι πρέπει να καταλάβουν, άλλοι σου λεω.

     
    ΤΡΑΓΟΥΔΙ
    Άλλα, άλλα, άλογα
    του κόσμου τα παράλογα
    που τα τρέχουνε αυτοί,
    για να γίνουν ισχυροί.
    Επληγώσανε τη γη
    Κι αφάνισαν τη ζωή.
    Λες να γίνουν ισχυροί;
     

    ΤΑΙΝΙΑ: Ελάτε, ελάτε! Τι χαζεύετε τώρα; Ανεβείτε  πάνω μου να σας  μεταφέρω στο εργοστάσιο, άντε να τελειώνουμε.

    Τέρμα η αργία. Καιρός  για  εργασία  και  κατεργασία από κατεργάρηδες

    ανθρώπους ζαβολιάρηδες. Ζάβο-ζαβολιάρηδες ανθρώπους κατεργάρηδες.

    ΧΩΜΑ: (Το χώμα έφτασε στο εργοστάσιο φοβισμένο).

    Ωχ! Παναγιά μου. Τι είναι εδώ που με φέρανε; Τέρατα είναι αυτά;

    (Τότε η ταινία άρχισε να κινείται και το χώμα έκλαιγε).

    Οα! οα! οα! Πού με πας; Στάσου ταινία στάσου. Δεν καταλαβαίνει τίποτα, ουφ! Τι έπαθα.

    ΤΑΙΝΙΑ:  Καταλαβαίνω και παρακαταλαβαίνω κι άκου λοιπόν. Εσένα σε πάω στο μύλο να σ’ αλέσει και τον άλλο, το φίλο σου τον ασβεστόλιθο, στο σπαστήρα να το σπάσει.

    ΧΩΜΑ: Και πού το ξέρεις, βρε ταινία ότι θα μ’ αλέσει ο μύλος;

    ΤΑΙΝΙΑ: Παλιά μου τέχνη κόσκινο, ξέρεις  πόσα χρόνια κάνω  αυτή τι δουλειά;  Είμαι ταξιτζού πρώτη, μεταφέρω δηλαδή συνέχεια ασβεστόλιθους και χώματα. Εσύ είσαι ο πιο κακός μου πελάτης. Μεγάλος μπελάς σου λεω!

    ΧΩΜΑ: Γιατί;

    ΤΑΙΝΙΑ: Θες να σου απαντήσω;

    ΧΩΜΑ: Αν θέλω λεει, και γρήγορα παρακαλώ.

    ΤΑΙΝΙΑ: Πρώτον, γιατί ρωτάς πολλά, πάρα πολλά και δεύτερον σκόνη, πολύ σκόνη βρε αδερφέ. Αλλά  βλέπω στο βάθος το μύλο. Καιρός να σε ξεφορτωθώ. Φιστ! φίστ! φίστ!.. Βλέπεις, όταν  φεύγεις  από τη  μάνα  σου,   παθαίνεις   ξηροδερμία    και γι’ αυτό  βγάζεις  σκόνη, πολλή  σκόνη. Γκουχ! Γκουχ! Ευτυχώς, φίλε μου, που  σε αποχαιρετάω σε λίγο, αν και δεν  βλέπω να γλιτώνω εύκολα από εσένα.

    ΧΩΜΑ: Τι κακιάαα  που είσαι. Άσπλαχνηηη! Άσπλαχνηηη. Δεν έχεις καθόλου τρόπους. Άσπλαχνη τ’ ακούς;

    ΤΑΙΝΙΑ: Τώρα θα δεις εσύ! Ακούς εκεί, έχεις και το θράσος να με πεις και άσπλαχνη; Να! Για να καταλάβεις καλά αυτό που λες.

    (Η ταινία πετάει το χώμα μέσα στο μύλο).

    ΧΩΜΑ: Α! Α! Α!  Βοήθειααα πέφτωωω!

    ΤΑΙΝΙΑ: Χα!  χα! χα! Καλά να τα πάθεις. Καλά και πολύ καλά. Τι  ήθελες  και  τα  βαλες μαζί μου.

    ΧΩΜΑ: Μα πού βρίσκομαι;

    (Είπε φοβισμένο).

    ΜΥΛΟΣ: Βρίσκεσαι σε καλά χέρια. Μη φοβάσαι.  Επειδή σε συμπάθησα, θα σε κάνω και  μια βόλτα. Δωρε…άν!

    ΧΩΜΑ: Α! ωραία. Έχεις  κανένα  παράθυρο να το ανοίξω, να πάρω αέρα; Μου λείπει, πολύ μου λείπει. Βλέπεις,  δεν είμαι μαθημένο σε τέτοιες συνθήκες.

    ΜΥΛΟΣ: Δεν έχω, αλλά θα παίρνεις αέρα από τι βόλτα που θα σου κάνω.

    Εξάλλου από δω και πέρα ο αέρας θα σου κάνει κακό. Αυτά που ήξερες ξέχασέ τα.

    ΧΩΜΑ: Ποια;

    ΜΥΛΟΣ:  Να, τα λουλουδάκια, τα χορταράκια, τα δέντρα. Αυτά που φρόντιζες. Από δω και πέρα θα είσαι στην υπηρεσία των ανθρώπων όπως κι εμείς.

    (Τότε ο μύλος άρχισε να κινείται.)

    ΧΩΜΑ: Ωχ! ωχ! ωχ! μάνα μου μ’ έπιασε το στομάχι μου και ζαλίζομαι.

    Σταμάτα! σταμάτα σου λεω! Δεν μπορώ άλλο. Μη γυρίζεις, μη γυρίζεις, σε παρακαλώ. Μη με πιέζεις μ’ έκανες σκόνη.

    ΜΥΛΟΣ: Δε θα μου πεις εσύ πότε να σταματήσω. Θα σταματήσω, όταν θα σ’ έχω κάνει λιώμα και θα φύγεις από μένα. Εξάλλου κι εγώ δεν σε θέλω πια! (Τότε ο μύλος άρχισε να σταματάει σιγά σιγά).

    Τελείωσα τη  δουλεία μου. Δε βλέπεις πως σ’ έκανα σκόνη. Από δω και μπρος, θα ακούς αέρα και θα τρέμεις. Ακούς εκεί, ήθελε αέεεερα η κυριιία. Κακομοίρα μου να ’ξερες που έμπλεξες.

    ΧΩΜΑ: Αχ! ανακουφίστηκα.(Ξαφνικά, ο μύλος έριξε το χώμα σε μια σακούλα,  απέναντι που ήταν ακριβώς ο αντιδραστήρας. Αποξήρανση).

    Πο! πο! Πώς με κατάντησε; Δε με αναγνωρίζω από δω και πέρα μόνο με σακούλα θα κυκλοφορώ, αλλιώς κινδυνεύω.

    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: Μα τι βλέπω; Α! Μια  παλιά μου φίλη.

    ΧΩΜΑ: Ποιος είσαι εσύ;

    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: Δεν με θυμάσαι;  Ο ασβεστόλιθος είμαι και συ δεν είσαι το χώμα;

    ΧΩΜΑ: Ναι, το χώμα είμαι. Μα, πώς μας κατάντησαν έτσι; Σκέτη σκόνη γίναμε αδερφέ. Μας σακουλιάσανε πραγματικά. Θες να γίνουμε φίλοι και να παλέψουμε μαζί;

    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: Το ρωτάς και βέβαια θέλω. Αλλά για να γίνουμε φίλοι, θέλω να κάνεις μια αλλαγή.

    ΧΩΜΑ: Αλλαγή είπες; Ξέρεις, πολύ τις φοβάμαι τις αλλαγές, ύστερα από τέτοιο μάθημα…  Σε τι;

    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: Α! τίποτα σπουδαίο αυτή τη φορά. Αλλαγή στο όνομά σου, σου ζητάω, γιατί είναι πολύ μπανάλ.

     

    ΧΩΜΑ: Και πώς να το κάνω παρακαλώ;(Ανώδυνη μου φαίνεται αυτή).

    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: Να το κάνεις….. Να το κάνεις….. Άργιλο. Να σε λένε άργιλο από δω και πέρα, είναι πιο αριστοκρατικό έχει το κάτι τις του. Όπου θα πηγαίνεις, θα σ’ ανοίγουνε τις πόρτες, θα σου κάνουν υποκλίσεις, ενώ μ’ αυτό το λαϊκό όνομα, ποιος να σου δώσει σημασία. Φροντίζω για το προφίλ σου, σου λέω.

    ΧΩΜΑ: Αυτοί είναι οι κανόνες για να γίνουμε φίλοι;

    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: Ναι, γιατί σου φαίνονται ασήκωτοι;

    ΧΩΜΑ: Πο! Πο! Καλέ αυτός δεν έβαλε μυαλό. Ε! λοιπόν, άκου  και τη δική μου πρόταση τώρα.

    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: Είμαι όλος αυτιά.

    ΧΩΜΑ: Είναι μια πρόταση ένωσης για σένα και ’μένα. Αν θέλεις, αντί να είμαστε φίλοι, καλύτερα να ενωθούμε.

    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: Αφού το θέλεις γιατί όχι; Όμορφη είσαι. Όλα τα προσόντα τα έχεις. Έχεις και μέλλον, γιατί να μην ενωθούμε.

    ΧΩΜΑ: Μόνο γι’ αυτό να ενωθούμε;

    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: Να ενωθούμε από αγάπη, δοτική. Βλέπεις σε συμπονώ, είμαστε  ομοιοπαθείς  και με κοινή  καταγωγή. Μαζί μπορούμε να  κάνουμε  σπουδαία  πράγματα, αλλά πάλι… χρειαζόμαστε και  φούρνο.

    ΧΩΜΑ: Φούρνο;  Τι είναι αυτό πάλι. Δε πιστεύω να εννοείς καινούρια παθήματα. Αρκετά ως εδώ, περισσότερα παθήματα απ’ αυτά; Θ’ αστειεύεσαι ασφαλώς, γιατί απλούστατα δεν υπάρχουν.

    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: Τώρα όπως είμαστε;

    ΦΟΥΡΝΟΣ: Τι; Με φώναξε κανείς; (μπαίνει στη σκηνή).

    ΧΩΜΑ: Όχι, αλλά αφού ήρθες, πες μας. «Τι μπορείς να κάνεις εσύ για μας;»

    ΦΟΥΡΝΟΣ: Μπορώ να σας βγάλω, όλο το νερό, που έχετε μέσα σας, αρκεί να αντέχετε τη θερμοκρασία. Καμιά 600/ρια βαθμούς, δηλαδή.

    ΑΣΒΕΣΤΟΛΙΘΟΣ: Και σε τι θα ωφεληθούμε εμείς; Γιατί ως εδώ προκοπή δεν είδαμε.

    ΦΟΥΡΝΟΣ: Να, όταν θα περάσετε αυτή τη δοκιμασία, θα έχετε τόσο αφυδατωθεί, που μόλις συναντήσετε νερό, θα γίνεστε και πάλι σκληροί, όπως παλιά. Δεν θα έχετε πια, κανέναν ανάγκη, θα είστε τόσο δυνατοί που δε θα φοβάστε τίποτα. Όλοι θα σας τρέμουν.

    ΧΩΜΑ: Είσαι σίγουρος ή θα πάθουμε χειρότερα;

    ΦΟΥΡΝΟΣ: Το μόνο χειρότερο που μπορεί να πάθετε, είναι να χάνετε λίγο από τον όγκο σας, όταν θα συναντάτε νερό, αλλά κι αυτό λύνεται, αν ανακατευτείτε με λίγο γύψο, τον κουμπάρο σας απ’ ότι έμαθα.

    ΧΩΜΑ: Τότε, τι καθόμαστε! Οπ! Οπ! (μπαίνουν στο φούρνο).

    ΦΟΥΡΝΟΣ: Γύψε! Γύψε! Αμαν! Πού εξαφανίστηκε και αυτός; Γύψε! Γύψε!

    ΓΥΨΟΣ: Ορίστε, ορίστε. Τι θέλετε;

    ΦΟΥΡΝΟΣ: Από δω και πέρα, είσαι υπεύθυνος για τον όγκο του ζεύγους.

     

     

    ΓΥΨΟΣ: Με τα χαράς αναλαμβάνω αυτήν την υπευθυνότητα και να ’σαι σίγουρος φούρνε μου ότι θα σταθώ στο ύψος μου, θα τους στηρίζω. Όσο για σας. Να ζήσετε, να ευτυχήσετε! Και μην ξεχνάτε, πόσο απαραίτητος  σας είμαι. Χωρίς εμένα οικογένεια, τσιμέντο, δε γίνεται. Βλέπετε έχω την ευθύνη για τον όγκο σας  και την πήξη σας.

    ΤΣΙΜΕΝΤΟ 1Ο : Μα αυτό δεν το ξεχνάμε  γύψε μας  και σ’ ευχαριστούμε γι’ αυτό.
     
    ΤΡΑΓΟΥΔΙ
    Σήμερα   σήμερα   ενωθήκανε
    το χώμα με την  πέτρα
    κάνανε και μικρό παιδί
    το λέγαν  τσιμεντάκι  κι ήταν  τερατάκι
    το βάλανε το βάλανε  σ’ ένα  σελό,
    για να  μην  ξεσαλώσει
    και  ’ρθει και μας πλακώσει

    Το  βαλαν  σ’ αγελάδα  να πίνει λίγο γάλα
    και  γέμισε η Ελλάδα
    με  κτίρια  μεγάλα.
     

    ΤΣΙΜΕΝΤΟ 1Ο : Τώρα ήρθε η ώρα να δραπετεύσουμε από εδώ.

    ΤΣΙΜΕΝΤΟ 2Ο: Πάμε για νερό, αλλά πως;

    ΤΣΙΜΕΝΤΟ 1Ο : Ας ανέβουμε σε ’κείνο το φορτηγό και βλέπουμε. Οπ! Οπ! (μπαίνουν στο φορτηγό).

    ΤΣΙΜΕΝΤΟ 2Ο : Ωχ! ωχ! Η μέση μου μάλλον θα την έσπασα. Να εσύ και η περιέργεια σου ορίστε τι έπαθα.

    ΤΣΙΜΕΝΤΟ 1Ο: Τι διαμαρτύρεσαι κι όλο φωνάζεις; Αφού κι εγώ έσπασα τη μέση μου.

    ΤΣΙΜΕΝΤΟ 2Ο: Πάψε και νομίζω ότι ξεκίνησε το φορτηγό που θα μας πάει ταξίδι.

    ΤΣΙΜΕΝΤΟ 1Ο: Τώρα που το λες σαν να έχεις δίκιο.

    ΦΟΡΤΗΓΟ: Γεια σας καινούριοι μου πελάτες και μη νομίζετε ότι δεν σας κατάλαβα, θα σας πάω μια βόλτα για ξεμούδιασμα, Ελλάδα, Αίγυπτο, Μέση Ανατολή, Αμερική Γιουγκοσλαβία, τι λετε;

    ΤΣΙΜΕΝΤΟ 2Ο: Ωραία ιδέα ε; Τι λες και εσύ;

    ΤΣΙΜΕΝΤΟ 1Ο: Πάμε, οπού θέλεις, αρκεί να βρούμε νεράκι, εγώ δεν έχω αντίρρηση.

    ΤΣΙΜΕΝΤΟ 2Ο:  Πάμε να γίνουμε  γέφυρες, δρόμοι, πολυκατοικίες. Πολύ θα ήθελα να γίνω σκληρός, όπως παλιά. Έστω κι αν αλλάξω πατρίδα.
    ΤΡΑΓΟΥΔΙ Η ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ
    Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα
    κι έβγαλε η γη το πρώτο της κυκλάμινο
    τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
     και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.

    Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης
    στου κόσμου το μπαλκόνι ποτέ μη ξαναβγείς.
    Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
    Ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο
    Τώρα πετάνε τ’ αποτσίγαρα οι τουρίστες
    Και το καινούργιο παν να δουν διυλιστήριο.
    Εκεί που η θάλασσα γινότανε ευλογία
    Κι ήτανε ευχή του κάμπου τα βελάσματα
    Τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία
    Άδεια κορμιά, σιδερικά, παιδιά κι ελάσματα.
    ΠΑΙΔΙ: Γιαγιά, γιαγιά, θέλω κι άλλη ιστορία.

    ΓΙΑΓΙΑ: Χρονούλα, κουράστηκα, φτάνει για σήμερα θέλω να ξεκουραστώ, αύριο πάλι.

    ΠΑΙΔΙ: Έλα γιαγιούλα, σε παρακαλώ, πες μου και την ιστορία για το παλιό μεταλλείο, που δούλευε ο παππούς; Έλα πες τη μου, σε ικετεύω, αυτή και μόνο αυτή.

    ΓΙΑΓΙΑ: Καλά παιδί μου, καλά. Σε λίγο, να πάρω μια ανάσα πρώτα.

    ΠΡΑΞΗ  ΔΕΥΤΕΡΗ
     
    ΜΕΤΑΛΛΑ
     

     

    ΠΑΙΔΙ: Έλα γιαγιούλα, πες μου την ιστορία με τον παππού.

    ΓΙΑΓΙΑ: Καλά, καλά παιδί μου, έλα ησύχασε, κάθισε κοντά μου.

    ΠΑΙΔΙ: Γιαγιούλα, εσύ που τα ξέρεις όλα αυτά; Από τον παππού;

    ΓΙΑΓΙΑ: Από τον παππού παίδι μου, από τον παππού. Ο παππούς που λες   τότε που ήταν νέος δούλευε στο μεταλλείο. Κάθε πρωί σηκωνόταν, έπαιρνε

    το πρωινό του κι έφευγε για τη δουλειά. Πολύ αγαπούσε τα μέταλλα. Τόσο που πολλές φορές, έλεγε, πως τα άκουγε να μιλούν. Άκου τι έλέγε πως άκουσε μια μέρα…

     

    Σκηνικό: (Μια σπηλιά).

    ΑΙΜΑΤΙΤΗΣ: Ωραία είναι εδώ μέσα, αλλά  πολύ πίεση αδερφέ, πολύ πίεση.  Κάνε και ’συ λίγο μαγνητίτη στην άκρη, μη με πλακώνεις. Μανία  έχεις να κολλάς πάνω μας. Τσιμπούρι κατάντησες τ’ ακούς; Τσιμπούρι.

    ΜΑΓΝΗΤΙΤΗΣ: Καλά. Μόνο τη βολέψη σου σκέφτεσαι, Αιματίτη, αλλά κάτι κομπρεσέρ, κάτι δυναμίτες που ταράζουν την ηρεμία μας δεν τα σκέφτεσαι, ούτε σε απασχολούν. Είδες τι έγινε χτες.

    ΣΙΔΗΡΟΠΥΡΙΤΗΣ: Είμαι και ο πρώτος, πολύ ωραίος.

    ΜΑΓΝΗΤΙΤΗΣ: Τι λες, καλέ, που είσαι  ο καλύτερος, δεν βλέπεις το θείο που έχεις μέσα σου, κιτρινιάρη, ρε κιτρινιάρη σαν αυτούς τους αστούς είσαι. Πήγαινε  ξεφορτώσου το θειο σου και βλέπουμε. Θείο σου λεει, όλο ρύπους είναι. Τέτοιο θείο να τον έχεις και να τον χαίρεσαι.

    ΑΙΜΑΤΙΤΗΣ: Σσσσστ! Κάτι άκουω.

    ΣΙΔΗΡΟΠΥΡΙΤΗΣ: Ωχ! Αυτό είναι.

    ΜΑΓΝΗΤΙΤΗΣ: Ποιο;

    ΣΙΔΗΡΟΠΥΡΙΤΗΣ: Αυτό; Δεν το ξέρεις; Αυτό είναι το κομπρεσέρ. Δε βλέπεις, που ούτε το όνομά του δεν θέλω να πω.

    ΑΙΜΑΤΙΤΗΣ: Και τι άλλο μπορεί να κάνει αυτό, εκτός από το να μας αναγκάσει να πάρουμε ωτοασπίδες;

    ΣΙΔΗΡΟΠΥΡΙΤΗΣ: Τι άλλο μπορεί να κάνει; Να μας σπάει, να μας ανοίγει τρύπες. Είναι μεγάλος μπελάς σας λέω.

    ΜΑΓΝΗΤΙΤΗΣ: Εεε.. καλά! Μην τα παραφουσκώνεις και εσύ. Τι μπορεί να μας κάνει;

     
    ΤΡΑΓΟΥΔΙ
    Μπρ! Μπρ, μπρ και μπρε, μπρε, μπρε.
    Είμαι ’γω το κομπρεσέρ,
    Είμαι τόσο δυνατό
    Τραγουδάω τραλα, λα, λα
    και σας παίρνω τα αφτιά.
    Κομπρεσέρ είμαι ’γω

    Και τα σπάω στο λεπτό
     
    (και να σου μια μεγάλη πέτρα) Ωχ! Μου έσπασε το δοντάκι μου.
     
    Κομπρεσέρ είμαι ’γω
    Κι αρρωσταίνω στο λεπτό,
    Το δοντάκι το καλό
    Πάει έσπασε κι αυτό
    Θα με πάνε στο γιατρό.
    Πω, πω, πω τι συμφορά
    Τι με βρήκε, βρε παιδιά.
    Τι χαρά, τι χαρά
    που μας βρήκε βρε παιδιά.
    Πάει το δοντάκι του,
    ηρέμησε τ’ αυτάκι μας.
     
     
    ΚΟΜΠΡΕΣΕΡ: Πο! Πο! Συμφορά που με βρήκε!! Άντε τώρα να το φτιάξω. Εμπρός για το γιατρό τον μηχανικό. Γιατρέ, θέλω να  μου  φτιάξεις  το  δόντι  μου.

    ΓΙΑΤΡΟΣ: Για ξάπλωσε να δω τι έχεις. Μ!! θέλει αλλαγή, μεγάλη ζημιά, έσπασε.

    ΚΟΜΠΡΕΣΕΡ: Και τώρα τι κάνουμε γιατρέ;

    ΓΙΑΤΡΟΣ: Μην ανησυχείς, θα στο αλλάξω στο πίτσι φυτίλι, σχεδόν έτοιμο είναι. Α! Νάτο. Να το πλένεις και να μην δαγκώνεις ό,τι βρίσκεις  μπροστά σου.

    ΚΟΜΠΡΕΣΕΡ: Ευχαριστώ, ευχαριστώ, θα προσέχω ωραία. Τώρα πρέπει να συνεχίσω τη δουλειά αλλά με περισσότερη προσοχή.  Μπρρρ!

    (Γυρίζει στην σπηλιά και αρχίζει την δουλειά).

    ΑΙΜΑΤΙΤΗΣ: Ωχ! Πάλι μας ήρθε αυτός. Όχι, μη μας βγάζεις από εδώ.

    ΜΑΓΝΗΤΙΤΗΣ: Συγνώμη, που σου φερθήκαμε άσχημα. Μην μας βγάζεις από δω. Είμαστε επικίνδυνοι στον πάνω κόσμο.

    ΟΛΟΙ: Μας τι δίνει ο πάνω κόσμος, μας τη δίνει το νερό και ο αέρας .

    ΚΟΜΠΡΕΣΕΡ: Το καθήκον με καλεί και τα σπάω στη στιγμή. Μπρ, μπρ, Μπρρρρ! Έτοιμοι είστε, να έρθουν  τα βαγονάκια. Βαγονάκιααα! Βαγονάκιαααα! Ελάτε, ελάτε.

    ΣΙΔΗΡΟΠΥΡΙΤΗΣ: Αχ! Θα μας πάνε και με τραίνο. Το εγγονάκι μας. Ωπ! Ωπ!

    ΒΑΓΟΝΑΚΙ 1ο: Γεια σου φιλαράκο,  πού πάμε;

    ΑΙΜΑΤΙΤΗΣ: Βγάλε με από ’δω και πήγαινε με όπου θέλεις δεν με νοιάζει πια.

    ΒΑΓΟΝΑΚΙ2: Εγώ ποιον θα μεταφέρω;

    ΣΙΔΗΡΟΠΥΡΙΤΗΣ: Εμένα! Εμένα ! Δε βλέπεις πως κατάντησα απ’ αυτό το κομπρεσέρ κιτρίνισα, θα πάθω τίποτα.

    ΒΑΓΟΝΑΚΙ3: Έλα, έλα κι εσύ. Τι κάθεσαι μοναχούλι.

    ΜΑΓΝΗΤΙΤΗΣ: Ωπ! Κάνε γρήγορα, ακολούθησε τ’ άλλα βαγονάκια, γιατί θα χαθούμε.

    ΒΑΓΟΝΑΚΙΑ: Ολοταχώς για το πάνω κόσμο! Τσαφ, τσουφ, τσαφ, τσουφ, τσαφ, τσουφ. Όπαααα! Φτάσαμε.

    ΣΙΔΗΡΟΠΥΡΙΤΗΣ: Ακούτε ένα γκαπα  γκούπα, τι να είναι άραγε;

    ΑΙΜΑΤΙΤΗΣ: Μήπως είναι ο σπασίκλας.

    ΒΑΓΟΝΑΚΙ: Ποιος σπασίκλας βρε; Ο σπαστήρας είναι

    ΜΑΓΝΗΤΙΤΗΣ Όχι!  δεν είναι ο σπαστήρας , το φορτηγό είναι.

    ΦΟΡΤΗΓΟ: Γεια σας παιδιά! Ποιόν  θα πάρω πρώτο;

    ΑΙΜΑΤΙΤΗΣ: Εμένα !

    ΣΙΔΗΡΟΠΥΡΙΤΗΣ: Όχι! εμένα!

    ΜΑΓΝΗΤΙΤΗΣ: Για να μην μαλώνετε θα πάρει εμένα πρώτα.
    ΦΟΡΤΗΓΟ: Δεν πειράζει! Θα σας πάρω όλους μαζί. Μόνο εσύ ο κιτρινιάρης κάθισε χώρια, γιατί πρέπει να σου βγάλουμε  το θείο.
    ΜΑΓΝΗΤΙΤΗΣ: Μα θα μπερδευτούμε!

    ΦΟΡΤΗΓΟ: Δεν πειράζει. Πάμε, γιατί βιάζομαι σήμερα έχω πολύ δουλειά.

    (φωνάζουν, μαλώνουν και πάνε προς τον σπαστήρα).

     

    ΣΠΑΣΤΗΡΑΣ: Γεια σου, φιλαράκο. Τι καλό μου έφερες;

    ΦΟΡΤΗΓΟ: Τι άλλο, πετρώματα όπως πάντα.

    ΣΠΑΣΤΗΡΑΣ: Έλα ξεφόρτωσε και προσεχτικά, φέρ’ τα.

    ΦΟΡΤΗΓΟ: Βρρουμ, βρουμ.

    ΣΠΑΣΤΗΡΑΣ: Έλα, έλα όπα! Πρόσεχε θα γίνει κανένα ατύχημα.

    ΦΟΡΤΗΓΟ: Δίκιο έχεις παρά λίγο.

    ΣΠΑΣΤΗΡΑΣ: Άδειασε τώρα και σιγά σιγά, προσεχτικά.

    (Το φορτηγό αδειάζει και φεύγει για να πάρει θέση κάτω από το σπαστήρα).

    ΣΠΑΣΤΗΡΑΣ: (Υποτίθεται πως την ώρα του τραγουδιού σπάει τα μέταλλα).

     
    ΤΡΑΓΟΥΔΙ
    1,2,3, μπάμ, τσάκ τσάκ
    1,2,3, μπάμ, τσάκ  τσακ
    σπάω και χτυπώ
    τις πετρούλες μου
    να  τις  κάνω  κομματάκια
    και  άλλα  χίλια  πετραδάκια  μπαμ  (3).
    1,2,3  μπαμ,  τσαμ  τσαμ
     
    να  τις   κάνω  πετραδάκια
    και  μικρούλια  κομματάκια
     

    ΦΟΡΤΗΓΟ: Καλώς τους, καλώς τους, καιρός για ένα πλύσιμο και εμπλουτισμό και βουρ για το στεγνωτήριο, την υψικάμινο.

    ΜΑΓΝΗΤΙΤΗΣ :Καλό  μου  φορτηγό  μη   μας  πας   στην υψικάμινο.

    ΦΟΡΤΗΓΟ: Δεν θα σας πάω εγώ αλλά η κύρία ταινία. Είναι βλέπετε απαραίτητο, πώς αλλιώς  θα  βγείτε  στον κόσμο  καθαροί κι όμορφοι.

    ΟΛΟΙ: Εντάξει. Αν  είναι για ομορφιά, χαλάλι λίγος πόνος.

    ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ:  Χα  χα, χα, χα! (2). Καιρός για δουλειά. Λες και σταματάει ποτέ η δουλειά για μένα; Απόδειξη ότι γεμίζω τον αέρα με ρύπους και διοξείδια. Αλλά ας κάνω καλύτερα πως δεν το καταλαβαίνω. Καλύτερα, ίσως έτσι με ξεχάσουν και οι οικολόγοι διαδηλωτές.

    ΣΙΔΗΡΟΠΥΡΙΤΗΣ:  Μαμά μου! Τι  είναι  αυτό το θεριό;

    ΑΙΜΑΤΙΤΗΣ: Δεν  ξέρω! Μήπως  ξέρεις  εσύ;

    ΜΑΓΝΗΤΙΤΗΣ: Σάμπως  ξέρω  εγώ; Δεν είμαι σίγουρος.

    ΟΛΟΙ: Οα! Οα! Οα! Μανούλα  μου !!!

    ΓΗ: Εδώ  είμαι  παιδιά μου,  σας  συμπαραστέκομαι, μη φοβάστε.

    ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ: Έχουν δίκιο κυρά γη τα παιδιά σου να με φοβούνται,  είμαι  πολύ  μεγάλη  και πολύ  ζεστή. Μη φοβάστε όμως,  γιατί  εγώ  σας  καθαρίζω

    και  σας κάνω  πολύ  σημαντικούς. Μπείτε  μέσα  τώρα!!! Θα σας κεράσω και κωκ. Ελάτε. Πάρτε και το κωκ σας.

    ΜΑΓΝΗΤΙΤΗΣ: Αιματίτη   με  πλάκωσες! Μη σπρώχνεις.(Μπαίνουν ένας ένας στην υψικάμινο).

    ΑΙΜΑΤΙΤΗΣ: Κι  εγώ  τι  σου  φταιω;

    ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ: Αλλάξτε θέσεις γρήγορα!

    ΑΙΜΑΤΙΤΗΣ: Πω! Πω! συνωστισμός. Τι ζέστη είναι αυτή παιδιά. Τι ζέστη είναι αυτή;

    ΣΙΔΗΡΟΠΥΡΙΤΗΣ: Οχ! Τι ζαλάδα ήταν αυτή; Οχ! Χάνω τον εαυτό μου. Δεν θα το αντέξω αυτό.

    ΜΑΓΝΗΤΙΤΗΣ: Και ’γω το ίδιο φίλε μου. Αμάν! Αμάν! Διώξτε αυτό τον κωκ τον καρβουνιάρη, γιατί λιώνω δεν αντέχω, λιώνω.

    (Βγαίνουν από την υψικάμινο καθαρά μέταλλα σε στήλες).

    ΟΛΟΙ: Ουφ, επιτέλους  στερεοί. Εμπρός για το εργοστάσιο.

    ΤΡΑΓΟΥΔΙ
     
    Ποιος είσαι εσύ που μας παρακολουθείς
    Ποιος και γιατί πια πατρίδα προστατεύεις
    Μήπως είναι τα άσπρα σπίτια στην Αντίκυρα
    Που μας φύγαν τα σπουργίτια κι είχαν δύσπνοια
    Απ’ το έρμο το φουγάρο που μας σκότωσε το γλάρο.
    XYTOΣΙΔΗΡΟΣ: Καιρός να δροσιστούμε να γίνω και πάλι όπως πριν στέρεος.

    ΑΙΜΑΤΙΤΗΣ: Μα δεν καθάρισες όπως έπρεπε. Θέλεις άλλο ένα λιωσηματάκι. Μαζί μου όμως αυτή τη φορά και θα είσαι έτοιμος για δουλειά.

    ΧΥΤΟΣΙΔΗΡΟΣ: Αν και δε μ’ αρέσει καθόλου αυτό θα το υποστώ μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος. Βλέπεις αυτός ο φώσφορος, ο θείος και το πυρίτιο μου μειώνουν τις δυνατότητές μου.

    ΑΙΜΑΤΙΤΗΣ: Θυμάσαι τα βαγονάκια και τις γραμμές;

    ΧΥΤΟΣΙΔΗΡΟΣ: Και βέβαια, τους θυμάμαι.

    ΑΙΜΑΤΙΤΗΣ: Να έτσι θα γίνουμε.

    ΧΥΤΟΣΙΔΗΡΟΣ: Λοιπόν τι καθόμαστε καιρός για Bessemer.

    ΑΙΜΑΤΙΤΗΣ: Τι είναι αυτό;

    ΧΥΤΟΣΙΔΗΡΟΣ: Ακολούθα και θα δεις ωπ, ωπ.

    (Μπαίνουν στον μετατροπέα).

     
    ΤΡΑΓΟΥΔΙ
     
    ΜΕΤΑΤΡΟΠΕΑΣ
    Βάλε φλόγα, βάλ’ αέρα, να καεί ο άνθρακας,
    Βγάλε φλόγα βγάλε αέρα κι έγινε ο χάλυβας.
    Βάλε φλόγα, βάλ’ αέρα, να καούν τα κάρβουνα.
    Βγάλε φλόγα βγάλε αέρα κι έγιναν τα σίδερα.

    Βγάλε φλόγα, βγάλε αέρα, μη καούν τα κάρβουνα.
    Βάλε φλόγα, βάλ’ αέρα  κι έγινε το μαντέμι.
    Βάλε αέρα βάλε φλόγα και καλούπι διαλεχτό
    Και θα γίνουν πραγματάκια μέσα σ’ ένα καλουπάκι, όμορφο και διαλεχτό.
    Βάλε καμίνι βάλε αέρα και σφυράκι διαλεχτό
    και θα φτιάξεις ό,τι θέλεις με κεράκι εκλεκτό.
    ΠΑΙΔΙ: Γιαγιά, γιαγιά και γιατί τα κάνουν όλα αυτά οι άνθρωποι.

    ΓΙΑΓΙΑ: Για τη λαλεούσα παιδί μου, για την λαλεούσα.

    ΠΑΙΔΙ: Και με το λάδωνα γιαγιά, τι γίνεται;

    ΓΙΑΓΙΑ: Μέτρο παιδί μου. Μέτρο. Φέρε το μέτρο. Σε παρακαλώ να κάνουμε και καμιά δουλειά.

    ΦΟΡΤΗΓΟ: Φτάσαμε.

    ΣΙΔΗΡΟΠΥΡΙΤΗΣ: Και τώρα, τι γίνεται, τι κάνουμε;

    ΜΑΓΝΗΤΙΤΗΣ: Ας ρωτήσουμε αυτόν το σιδερά. Εει, κύριε σιδερά, εμείς πού θα πάμε;

    ΣΙΔΕΡΑΣ: Πρώτα απ’ όλα, πείτε μου, ποιοι είστε;

    ΑΙΜΑΤΙΤΗΣ: Εγώ είμαι ο Αιματίτης, αυτός είναι ο Μαγνητίτης και αυτός ο Σιδηροπυρίτης.

    ΣΙΔΕΡΑΣ: Μα τι λετε; Δεν μοιάζετε καθόλου, για να σας δω καλύτερα και θα σας πω. Εσύ είσαι ο Μαλακός Σίδηρος, εσύ είσαι το Μαντέμι και ’συ το Ατσάλι. Καλά δεν συνήλθατε ακόμα από το σοκ. Αλλά να σας πω από δω και πέρα πρέπει να είστε ο νέος σας εαυτός και να φροντίζετε, ώστε να μην βγαίνει από μέσα σας ο Λάδων παρά μόνο η λαλεούσα η λαλεούσα.

    Μ. ΣΙΔΗΡΟΣ:Καλέ τι είναι αυτά; Πρώτη φορά τ’ ακούω.

    ΣΙΔΕΡΑΣ: Ο Λάδων είναι το κακό. Αυτό που εμποδίζει τους ανθρώπους να βρουν τα μήλα τις αιωνιότητας. Να, όπως η σκόνη που βγάζατε, όταν ήσαστε στο σπαστήρα. Τα οξείδια που σας έβγαλε η υψικάμινος και η λαλεούσα το ωφέλιμο. Αυτό που σας κάνει χρήσιμους στους ανθρώπους. Αυτό που κάνει τη ζωή ευκολότερη, ομορφότερη. Τα γνωρίσματά σας.

    Μ. ΣΙΔΗΡΟΣ: Και ’γώ πως θα κάνω τη ζωή ευκολότερη. Σε τι θα ’μαι χρήσιμος.

    ΣΙΔΕΡΑΣ: Εσύ θα γίνεις μπαλκόνια, κάγκελα, πέταλα, φτυάρια, μαχαιροπήρουνα, κ.α.

    ΣΙΔΕΡΑΣ: Και τώρα να σας πάω στο εργαστήριό μου με το φορτηγό. Ξεκινάμε!

    ΦΟΡΤΗΓΟ: Μπρουμ!!!!(2)

    ΑΤΣΑΛΙ: Πω, πω! Μας βρώμισε, πάει η λάμψη, πάει. Τι θα γίνω;

    Μ. ΣΙΔΗΡΟΣ: Μη στεναχωριέστε. Κάτι θα γίνει και με σένα. Κάτι θα κάνει ο σιδεράς.

    ΣΙΔΕΡΑΣ: Τώρα θα μπείτε στο καμίνι.

    ΟΛΟΙ: Τι ωραία!! Θα μπούμε στο καμίνι! (2).

    Μ. ΣΙΔΗΡΟΣ: Σε παρακαλώ μη με βάζεις στο καμίνι!

    ΟΛΟΙ: Λιώνουμε! (2).

    ΣΙΔΕΡΑΣ: Τώρα θα μπείτε στα καλούπια.

    ΜΑΝΤΕΜΙ: Και τι είναι τα καλούπια;

    ΣΙΔΕΡΑΣ: Τα καλούπια είναι εκείνα που θα σας δώσουν τη νέα σας μορφή, όπως κουζινικά, ρομπότ, παιγνίδια, κράνη, κ.α.

    ΜΑΝΤΕΜΙ: Πω! πω! Πόσο σπουδαίος έχω γίνει με τη νέα μου μορφή.

    ΦΟΡΤΗΓΟ: Γιούπι! Γιούπι! (2).Φτάσαμε.

    ΣΙΔΗΡΟΣ: Και που φτάσαμε;

    ΣΙΔΕΡΑΣ: Φτάσαμε στο μαγαζί όπου εκεί θα σας παραδώσω.

    ΜΑΝΤΕΜΙ: Μα γιατί θα μας παραδώσεις;

    ΣΙΔΕΡΑΣ: Πρέπει να σας παραδώσω, αλλιώς δεν θα μπορεί ο κόσμος να σας αγοράσει.

    Μ.ΣΙΔΗΡΟΣ: Α! Τότε εντάξει, αφού θα γίνουμε σημαντικοί, πρέπει να μας παραδώσεις γρήγορα.

    ΣΙΔΕΡΑΣ: Εντάξει.

    Γεια σας είμαι ο σιδεράς και ήρθα να σας παραδώσω το εμπόρευμα.

    ΠΑΙΔΙ: Μαμά κοίτα σ’ αυτή τη βιτρίνα κάτι ωραία παιγνίδια!!

    ΜΑΜΑ: Α! Παιδί μου αυτά τα παιγνίδια φαίνονται από σίδηρο και αλουμίνιο.

    ΠΑΙΔΙ: Μαμά θα μου το πάρεις;

    ΜΑΜΑ: Ναι, αλλά να προσέχεις γιατί είναι βαριά.

    ΣΙΔΕΡΑΣ: Από εκείνη την ημέρα που έφτιαξα αυτά τα πράγματα, έχω κέφι για δουλειά.

     

     

  • Κάστρο

    Το σπίτι της Κρυσταλ

     

    Το Χωρίο
    Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ
    Θεατρική παράσταση ανεβασμένη από τους μαθητές του 3ου και του 4ου Δημοτικού Σχολείου Θήβας στο Ανοιχτό Θέατρο Θήβας 1997.
     

     

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων