• Μικρογραφία

    Έτσι όπως συχνά ο ήλιος με την εντυπωσιακή του λάμψη
    διώχνει το θαμπό φεγγάρι, όσο και αν αντιστέκεται
    στη σκοτεινή σπηλιά του, χωρίς να ακούσει
    ούτε ένα τραγουδι από το αηδόνι
    έτσι η ομορφιά σου μου […]

  • Μικρογραφία
    Ὁ ἔρωτας,
    ὄνομα οὐσιαστικόν,
    πολύ οὐσιαστικόν,
    ἑνικοῦ ἀριθμοῦ,
    γένους οὔτε θηλυκοῦ οὔτε ἀρσενικοῦ,
    γένους ἀνυπεράσπιστου.
    Πληθυντικός ἀριθμός
    οἱ ἀνυπεράσπιστοι ἔρωτες.

    Ὁ φόβος,
    ὄνομα […]

  • Μικρογραφία

    «Είπε ότι θα χόρευε μαζί μου αν της έφερνα κόκκινα τριαντάφυλλα,» φώναξε ο νεαρός Φοιτητής, «άλλα σ’ όλο τον κήπο μου δεν υπάρχει ούτε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.» Από την φωλιά της στη βελανιδιά η Αηδόνα τον […]

  • Ο/Η Ελίνα Γιώτη ανάρτησε το άρθρο, Τσάρλι Τσάπλιν…, στο ιστότοπο gelina πριν από 3 έτη, 11 μήνες

    Μικρογραφία
    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά,
    μπόρεσα να καταλάβω ότι,
    ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη απλώς με
    προειδοποιούσαν να μη ζω ενάντια
    στην αλήθεια της ζωής μου.
    Σήμερα ξέρω ότι αυτό το […]

  • Ο/Η Ελίνα Γιώτη ανάρτησε το άρθρο, Αλμπέρ Καμύ, «Η Πτώση», στο ιστότοπο gelina πριν από 4 έτη

    Μικρογραφία

    «Από τότε που η προσοχή μου αφυπνίστηκε, ήταν πια εύκολο να καταλάβω ότι είχα εχθρούς. Στο επάγγελμά μου αρχικά, κι έπειτα στην κοινωνική ζωή μου. Άλλους τους είχα υποχρεώσει κι άλλους θα έπρεπε να τους είχα […]

  • Μικρογραφία
    Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν  ήταν φυσικός γερμανοεβραϊκής καταγωγής, ο οποίος έχει βραβευθεί με το Νόμπελ Φυσικής. Είναι ο θεμελιωτής της Θεωρίας της Σχετικότητας και από πολλούς θεωρείται ο σημαντικότερος επιστήμονας […]

  • «Λίγοι είναι αυτοί που δεν έχει τύχει να ξυπνήσουν μερικές φορές πριν το χάραμα, είτε μετά από μια νύχτα δίχως όνειρα, από κείνες που μας κάνουν να ερωτευθούμε σχεδόν το θάνατο, είτε μετά από μια νύχτα φρίκης και παραμορφωμένης χαράς, όταν μέσα στα δώματα του μυαλού γλιστρούν φαντάσματα πιο τρομερά κι απ΄την ίδια την πραγματικότητα, το ένστικτο αποκτά τη ζωηράδα που κρύβεται σε καθετί κωμικοτραγικό και παράδοξο και δίνει στη γοτθική τέχνη την ανθεκτική της ζωντάνια. Θα φανταζόταν κανείς πως η τέχνη αυτή είναι ειδικά η τέχνη εκείνων που το μυαλό τους έχει ταραχτεί απ΄την αρρώστια του ρεμβασμού. Σιγά σιγά, δάχτυλα λευκά τρυπώνουν μέσ΄απ΄τις κουρτίνες και μοιάζει να τρέμουν. Με μαύρα, φανταστικά σχήματα, βουβές σκιές σέρνονται στις γωνιές του δωματίου και μένουν εκεί κουλουριασμένες. Έξω, ακούγονται τα πουλιά που πεταρίζουν ανάμεσα στα φύλλα, ο θόρυβος των ανθρώπων που πηγαίνουν στις δουλειές τους, ή οι λυγμοί και οι αναστεναγμοί του ανέμου που κατεβαίνει από τους λόφους και περιτριγυρίζει το σιωπηλό σπίτι σαν να φοβάται πως θα ξυπνήσει αυτούς που κοιμούνται, ενώ ξέρει πως πρέπει να καλέσει τον ύπνο να βγει από την πορφυρή σπηλιά του. Το ένα μετά το άλλο τα λεπτά, σκοτεινά πέπλα σηκώνονται, σιγά σιγά τα πράγματα ξαναπαίρνουν το σχήμα και το χρώμα τους, και παρακολουθούμε την αυγή να ξαναδημιουργεί τον κόσμο με το αρχαίο του σχέδιο. Οι χλομοί καθρέφτες ξαναποκτούν τη μιμική ζωή τους. Τα σβηστά κεριά στέκουν εκεί που τ΄αφήσαμε, και δίπλα τους πεσμένο το βιβλίο που διαβάζαμε με τις μισές σελίδες του άκοπες ή το λουλούδι που φορούσαμε στο χορό, νέα γράμματα που φοβηθήκαμε να διαβάσουμε ή που διαβάσαμε χίλιες φορές. Τίποτα δε μας φαίνεται αλλαγμένο. Μέσ΄από τις εξωπραγματικές σκιές της νύχτας ξαναγυρνά η ζωή που ξέραμε. Πρέπει να ξαναρχίσουμε από κει που σταματήσαμε, και τότε μας κυριεύει απρόβλεπτα η τρομερή αίσθηση της αναγκαιότητας που επιτάσσει να συνεχίσουμε να διοχετεύουμε την ενεργητικότητά μας στις ίδιες βαρετές και στερεότυπες συνήθειες, ή νιώθουμε μιαν άγρια επιθυμία ν΄ανοίξουν ένα πρωί τα βλέφαρά μας σ΄έναν κόσμο που πλάστηκε καινούριος στα σκοτεινά για ευχαρίστησή μας, έναν κόσμο όπου τα πράματα θα ΄χουν άλλα μυστικά, έναν κόσμο όπου το παρελθόν θα έχει μικρή ή και καθόλου θέση, ή έστω δε θα επιβιώνει με τη μορφή της συνειδητής υποχρέωσης και της μεταμέλειας, γιατί ακόμη και η ανάμνηση της χαράς κρύβει πίκρα, και οι αναμνήσεις της απόλαυσης φέρνουν μαζί τους τον πόνο.»

    «Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι», Όσκαρ Ουάιλντ

  • …τότε η Αλμήτρα είπε:
    Μίλησε μας για την Αγάπη.
    Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρυσε το λαό,
    κι απλώθηκε βαθιά ησυχία.
    Και με φωνή μεγάλη είπε:
    Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησε την,
    μ’ όλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα.
    Κι όταν τα φτερά της σ’ αγκαλιάσουν
    παραδώσου, μ’ όλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο
    ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.
    Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ’ όλο που η φωνή της
    μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρα σου
    σαν τον βοριά που ερημώνει τον κήπο.
    Γιατί, όπως η Αγάπη σε στεφανώνει, έτσι θα σε σταυρώσει.
    Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.
    Κι όπως ανεβαίνει ως την κορυφή σου και χαϊδεύει
    τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,
    έτσι ανεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει
    την προσκόλλησή τους στο χώμα.
    Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.
    Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχιάσει. Σε κοσκινίζει
    για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.
    Σε αλέθει για να σε λευκάνει.
    Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.
    Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της
    για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού
    το άγιο δείπνο.

    Όλα αυτά θα σου κάνει η Αγάπη
    για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου
    και με τη γνώση αυτή να γίνεις
    κομμάτι της καρδιάς της ζωής.

    Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο
    την ησυχία της Αγάπης και την ευχαρίστηση
    της Αγάπης,
    τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα
    να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις
    έξω απο το αλώνι της Αγάπης.
    Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο
    όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου,
    και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δακρυά σου.

    Η Αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της
    και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της.
    Η Αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται
    γιατί η Αγάπη αρκείται στην Αγάπη.

    Όταν αγαπάς, δε θα ‘πρεπε να λες: « Ο Θεός είναι
    στην καρδιά μου» αλλά μάλλον « εγώ βρίσκομαι
    στην καρδιά του Θεού.»

    Και μην πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις
    την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη,
    αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία…

    «Ο κήπος του Προφήτη», Χαλίλ Γκιμπράν

  • Αν έχεις κάτι δύσκολο να κάνεις, ανάθεσέ το σε έναν τεμπέλη. Θα βρει έναν εύκολο τρόπο να το κάνει.~Σωκράτης |(Αρχαίος Έλληνας Φιλόσοφος) | 469-399 π.Χ. |τεμπελιά

    Μια από τις τιμωρίες που δεν καταδέχεσαι να […]

  • Ο/Η Ελίνα Γιώτη ανάρτησε το άρθρο, Περί βλακείας…, στο ιστότοπο gelina πριν από 4 έτη, 11 μήνες

    Μπροστά στην βλακεία, ακόμη και Θεοί είναι ανίσχυροι.
    ~Friedrich Schiller (Γερμανός Ποιητής & θεατρογράφος) 1759-1805

    Είναι καλύτερα να είσαι σιωπηλός και να θεωρείσαι βλάκας παρά να μιλάς και να αίρεις κάθε […]

  • Ο/Η Ελίνα Γιώτη ανάρτησε το άρθρο, Κινέζικος μύθος, στο ιστότοπο gelina πριν από 5 έτη

    «Συχνά οι πραγματικές ευλογίες εμφανίζονται με τη μορφή του πόνου, της απώλειας και της απογοήτευσης. Ας έχουμε υπομονή και σύντομα θα τις δούμε στις σωστές τους διαστάσεις.»                                   […]


  • ΤΕΙΧΗ
    Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
    μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
    Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
    Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·
    διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
    A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
    Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
    Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.
    (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

    ΕΜΠΟΔΙΑ
    Περπατώ σ΄ένα μονοπάτι. Αφήνω τα πόδια μου να με οδηγήσουν. Η ματιά μου στέκεται στα δέντρα, στα πουλιά, στις πέτρες. Στον ορίζοντα διαγράφεται το περίγραμμα μιας πόλης. Οξύνω τη ματιά μου για να την ξεχωρίσω καλύτερα. Αισθάνομαι ότι η πόλη με έλκει. Χωρίς να ξέρω πως, συνειδητοποιώ ότι σε αυτήν την πόλη μπορώ να βρω όσα επιθυμώ.Όλους μου τους στόχους, τους σκοπούς, τα μελλοντικά μου επιτεύγματα. Οι φιλοδοξίες και τα όνειρά μου βρίσκονται σε αυτήν την πόλη. Αυτό που θέλω να καταφέρω, αυτό που χρειάζομαι, αυτό που θα ήθελα να γίνω πιο πολύ, αυτό που επιδιώκω, αυτό που προσπαθώ,αυτό για το οποίο δουλεύω, αυτό που πάντα φιλοδοξούσα, αυτό που θα ήταν η μεγαλύτερη από τις επιτυχίες μου. Φαντάζομαι ότι όλα αυτά βρίσκονται σε αυτήν την πόλη. Χωρίς δισταγμό, αρχίζω να πηγαίνω προς τα ΄κει. Λίγο μετά, αφού έχω ήδη αρχίσει να βαδίζω, το μονοπάτι γίνεται ανηφορικό. Κουράζομαι λίγο, αλλά δεν πειράζει. Συνεχίζω. Διακρίνω μια μαύρη σκιά παρακάτω, στο δρόμο. Πλησιάζω και βλέπω ότι μια τεράστια τάφρος εμποδίζει το πέρασμά μου. Φοβάμαι…Διστάζω. Μ΄ενοχλεί που ο στόχος μου δεν μπορεί να επιτευχθεί εύκολα. Όπως και να ΄χει, αποφασίζω να πηδήξω την τάφρο. Κάνω πίσω, παίρνω φόρα και πηδώ… Καταφέρνω να την περάσω. Ξαναρχίζω το δρόμο μου και συνεχίζω να περπατώ. Λίγα μέτρα πιο κάτω εμφανίζεται άλλη τάφρος. Ξαναπαίρνω φόρα και την περνάω κι αυτήν. Τρέχω προς την πόλη: ο δρόμος φαίνεται καθαρός. Με ξαφνιάζει μια άβυσσος που ανοίγεται στο δρόμο μου. Σταματώ. Είναι αδύνατον να πηδήξω από πάνω. Βλέπω πως δίπλα υπάρχουν ξύλα, καρφιά και εργαλεία. Συνειδητοποιώ ότι βρίσκονται εκεί για την κατασκευή μιας γέφυρας. Ποτέ δεν ήμουν επιδέξιος στα χέρια…σκέφτομαι να παραιτηθώ. Κοιτώ το στόχο που επιθυμώ…και αντιστέκομαι. Αρχίζω την κατασκευή της γέφυρας. Περνούν ώρες, μέρες, μήνες. Η γέφυρα είναι έτοιμη. Συγκινημένος, τη διασχίζω. Και φτάνοντας στην άλλη μεριά…ανακαλύπτω το τείχος. Ένα γιγαντιαίο τείχος, κρύο και υγρό, περικυκλώνει την πόλη των ονείρων μου… Αισθάνομαι απελπισμένος…Ψάχνω τρόπο να το αποφύγω. Δεν υπάρχει. Πρέπει να σκαρφαλώσω. Η πόλη είναι τόσο κοντά…Δε θα αφήσω το τείχος να μου φράξει το πέρασμα. Σκέφτομαι να αναρριχηθώ. Ξεκουράζομαι μερικά λεπτά και παίρνω αέρα…Ξαφνικά βλέπω, σε μια άκρη του δρόμου, ένα παιδί να με κοιτά σαν να με γνώριζε. Μου χαμογελά με συνενοχή. Μου θυμίζει τον εαυτό μου…όταν ήμουν παιδί. Ίσως γι΄αυτό τολμώ να εκφράσω φωναχτά το παράπονό μου. «Γιατί τόσα εμπόδια ανάμεσα σ΄εμένα και στο σκοπό μου;» Το παιδί σηκώνει τους ώμους και μου απαντά. «Και γιατί ρωτάς εμένα; Τα εμπόδια δεν υπήρχαν μέχρι να έρθεις… Τα εμπόδια τα έφερες εσύ.»

    Χόρχε Μπουκάι, «Ιστορίες να σκεφτείς»

  • Ο/Η Ελίνα Γιώτη ανάρτησε το άρθρο, Το πέρασμα του ποταμού, στο ιστότοπο gelina πριν από 5 έτη

    Μια φορά, δύο μοναχοί ζεν βάδιζαν στο δάσος επιστρέφοντας στο μοναστήρι. Όταν έφτασαν στο ποτάμι είδαν μια γυναίκα που έκλαιγε γονατιστή δίπλα στην όχθη. Ήταν νέα και όμορφη. «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε ο πιο γέρος. «Η μητέρα μου πεθαίνει. Είναι μόνη της στο σπίτι, στην άλλη μεριά του ποταμού, κι εγώ δεν μπορώ να τον διασχίσω. Προσπάθησα, αλλά το ρεύμα με παρασύρει και δεν θα φτάσω ποτέ απέναντι δίχως βοήθεια… Σκέφτομαι ότι δεν θα την ξαναδώ ζωντανή. Τώρα όμως… τώρα που ήρθατε εσείς, ίσως κάποιος από τους δύο σας μπορεί να με βοηθήσει να περάσω το ποτάμι…». «Μακάρι να μπορούσαμε» είπε λυπημένος ο πιο νέος. «Όμως, ο μόνος τρόπος για να σε βοηθήσουμε είναι να σε πάρουμε αγκαλιά μέσα στο ποτάμι, και η πίστη μας μας απαγορεύει να έχουμε κάθε επαφή με το άλλο φύλο. Είναι απαγορευμένο…Λυπάμαι». «Κι εγώ λυπάμαι» είπε η γυναίκα. Και συνέχισε να κλαίει. Ο πιο γέρος μοναχός γονάτισε, έσκυψε το κεφάλι και είπε: «Ανέβα.» Η γυναίκα δεν μπορούσε να το πιστέψει. Όμως, πήρε αμέσως το μπογαλάκι με τα ρούχα της και καβάλησε στην πλάτη του μοναχού. Με μεγάλη δυσκολία ο μοναχός πέρασε το ποτάμι, ενώ ο νεότερος τον ακολουθούσε. Όταν έφτασαν στην άλλη όχθη, η γυναίκα κατέβηκε και πλησίασε το γέρο μοναχό για να του φιλήσει τα χέρια. «Εντάξει, εντάξει» είπε ο γέρος τραβώντας τα χέρια του. «Συνέχισε το δρόμο σου.» Η γυναίκα έκανε μια υπόκλιση όλο ευγνωμοσύνη και ταπεινοφροσύνη, πήρε τα ρούχα της κι έτρεξε στο δρόμο προς το χωριό. Οι μοναχοί, δίχως ν΄ ανταλλάξουν λέξη, συνέχισαν την πορεία τους προς το μοναστήρι. Είχαν ακόμα δέκα ώρες πορείας… Λίγο προτού φτάσουν, ο νέος είπε στο γέρο: «Δάσκαλε, ξέρεις καλύτερα από εμένα τι μας απαγορεύει ο όρκος της πίστης μας. Ωστόσο, κουβάλησες στην πλάτη σου εκείνη τη γυναίκα σε όλο το πλάτος του ποταμού.» «Εγώ την κουβάλησα σε όλο το ποτάμι, πράγματι. Εσύ όμως που την κουβαλάς ακόμα επάνω στους ώμους σου;

    ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ, «ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ»

  • Ο/Η Ελίνα Γιώτη ανάρτησε το άρθρο, Δεν Είσαι ο Νους Σου, στο ιστότοπο gelina πριν από 5 έτη

    Ένας ζητιάνος καθόταν στην ίδια γωνιά του ίδιου δρόμου για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Κάποια μέρα πέρασε από κει ένας ξένος. «Έχεις κανένα φραγκάκι να μου δώσεις;» μουρμούρισε ο ζητιάνος απλώνοντας μηχανικά το παλιό, φθαρμένο του καπέλο. «Δεν έχω τίποτα να σου δώσω», είπε ο ξένος, «αλλά πες μου, τι είν΄  αυτό που κάθεσαι πάνω του;» «Τίποτα», αποκρίθηκε ο ζητιάνος. «Ένα παλιό κουτί. Όσα χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου, κάθομαι πάνω του.» «Κοίταξες ποτέ μέσα στο κουτί;» ρώτησε ο ξένος. «Όχι», είπε ο ζητιάνος. «Τι νόημα θα είχε; Δεν έχει τίποτα μέσα». «Για ρίξε μια ματιά», επέμεινε ο ξένος. Ο ζητιάνος κατάφερε με δυσκολία να ανοίξει το καπάκι. Μην πιστεύοντας στα μάτια του, κατάπληκτος και ενθουσιασμένος, είδε ότι το κουτί ήταν γεμάτο χρυσάφι. Εγώ είμαι αυτός ο ξένος, που δεν έχει τίποτε να σου δώσει και που σου λέει να κοιτάξεις μέσα. ΄Οχι μέσα σε κάποιο κουτί, όπως στην παραβολή, αλλά κάπου ακόμα πιο κοντά: Μέσα σου. «Μα εγώ δεν είμαι ζητιάνος», σ΄ακούω να λες. Όσοι δεν έχουν βρει τον αληθινό τους πλούτο, που είναι η λαμπερή χαρά της Ύπαρξης και η βαθιά, ακλόνητη γαλήνη που τη συνοδεύει, είναι ζητιάνοι, ακόμα κι αν έχουν μεγάλο υλικό πλούτο. Ψάχνουν έξω απ΄ αυτούς για να πάρουν ψίχουλα χαράς ή ικανοποίησης για να βρουν επιβεβαίωση, ασφάλεια ή αγάπη, ενώ έχουν μέσα τους έναν πολύτιμο θησαυρό, που όχι μόνο περιλαμβάνει όλα τα πιο πάνω, αλλά είναι απείρως μεγαλύτερος από οτιδήποτε μπορεί να προσφέρει ο κόσμος.

    <…>

    Το να μην μπορείς να σταματήσεις να σκέφτεσαι είναι ένα φριχτό βάσανο, αλλά δεν το αντιλαμβανόμαστε, γιατί όλοι υποφέρουμε απ΄ αυτό κι έτσι το θεωρούμε φυσιολογικό. Αυτός ο αδιάκοπος νοητικός θόρυβος σε εμποδίζει να βρεις τη σφαίρα εκείνη της εσωτερικής ησυχίας που είναι αδιαχώριστη από την Ύπαρξη. Δημιουργεί επίσης έναν ψεύτικο εαυτό, κατασκευασμένο από το νου, που ρίχνει μια σκιά φόβου και πόνου. Ο φιλόσοφος Καρτέσιος πίστευε ότι είχε ανακαλύψει την πιο θεμελιώδη αλήθεια όταν δήλωνε: «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω.» Στην πραγματικότητα, είχε δώσει έκφραση στο πιο βασικό λάθος: στην εξίσωση της σκέψης με την Ύπαρξη και της ταυτότητας με τη σκέψη. Ο καταναγκαστικά σκεπτόμενος, δηλαδή σχεδόν όλοι, ζει σε μια κατάσταση φαινομενικού διαχωρισμού από τους πάντες και τα πάντα, σ΄έναν παράλογα πολύπλοκο κόσμο συνεχών προβλημάτων και σύγκρουσης, έναν κόσμο που αντανακλά τον ολοένα αυξανόμενο κατακερματισμό του νου<…> Η ταύτιση με το νου σου δημιουργεί ένα αδιαφανές παραπέτασμα από έννοιες, ετικέτες, εικόνες, λέξεις, κρίσεις και ορισμούς που εμποδίζουν κάθε αληθινή σχέση. Μπαίνει ανάμεσα σε σένα και στον εαυτό σου, ανάμεσα σε σένα και στο συνάνθρωπό σου, ανάμεσα σε σένα και στη φύση, ανάμεσα σε σένα και στο Θεό<…>Θέλω να σημειώσω το εξής: ο νους είναι ένα εξαιρετικό όργανο, όταν το χρησιμοποιείς σωστά. Όταν όμως τον χρησιμοποιείς με λάθος τρόπο, τότε γίνεται καταστροφικός. Για να το πω με μεγαλύτερη ακρίβεια, δεν είναι τόσο ότι χρησιοποιείς το νου σου με λάθος τρόπο-συνήθως δεν τον χρησιμοποιείς καθόλου. Αυτός χρησιμοποιεί εσένα. Αυτό είναι αρρώστια. Πιστεύεις ότι είσαι ο νους σου. Αυτή είναι η πλάνη. Το όργανο σε έχει καταλάβει.<…>Η αρχή της ελευθερίας είναι ή συνειδητοποίηση ότι δεν είσαι η οντότητα που σε κατέχει-δεν είσαι αυτός που σκέφτεται. Όταν το γνωρίζεις αυτό, τότε σου δίνεται η δυνατότητα να παρατηρήσεις αυτή την οντότητα. Τη στιγμή που αρχίζεις να παρατηρείς αυτόν που σκέφτεται, ενεργοποιείς ένα ανώτερο επίπεδο συνειδητότητας. Αρχίζεις τότε να αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχει μια τεράστια σφαίρα ευφυΐας πέρα από τη σκέψη, ότι η σκέψη δεν είναι παρά μια απειροελάχιστη πλευρά αυτής της ευφυΐας. Αντιλαμβάνεσαι επίσης πως όλα εκείνα που έχουν πραγματική σημασία-η ομορφιά, η αγάπη, η δημιουργικότητα, η χαρά, η εσωτερική γαλήνη-προέρχονται από κάτι που είναι πέρα από το νου. Αρχίζεις να αφυπνίζεσαι.<…>Πιθανότατα να έχεις συναντήσει «τρελούς»στο δρόμο, που μιλούν αδιάκοπα μόνοι τους ή μουρμουρίζουν. Ε, λοιπόν, αυτό δεν είναι και πολύ διαφορετικό από εκείνο που κάνεις εσύ και όλοι οι άλλοι «φυσιολογικοί» άνθρωποι, με τη διαφορά ότι δεν το κάνετε μεγαλόφωνα. Η φωνή μέσα στο κεφάλι σου σχολιάζει, εικάζει, κρίνει, συγκρίνει, παραπονιέται, συμπαθεί, αντιπαθεί και ούτω καθεξής. Αυτή η φωνή δεν είναι απαραίτητα σχετική με την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι εκείνη τη στιγμή. Μπορεί να αναβιώνει το πρόσφατο ή το μακρινό παρελθόν, να προβάρει ή να φαντάζεται πιθανές μελλοντικές καταστροφές.

    <…>

    Το καλό είναι ότι μπορείς να ελευθερωθείς από το νου σου. Αυτή είναι η μόνη αληθινή απελευθέρωση. Μπορείς να  κάνεις το πρώτο βήμα τώρα αμέσως. Άρχισε να ακούς τη φωνή μέσα στο κεφάλι σου όσο πιο συχνά μπορείς. Δώσε ιδιαίτερη προσοχή στα επαναλαμβανόμενα πρότυπα σκέψης, σ΄ αυτούς τους παλιούς δίσκους γραμμοφώνου που παίζουν στο κεφάλι σου ίσως για πολλά χρόνια. Αυτό εννοώ λέγοντας να «παρατηρείς αυτόν που σκέφτεται», που με άλλα λόγια σημαίνει:άκου τη φωνή μέσα στο κεφάλι σου. Να είσαι εκεί παρών, ως μάρτυρας. Μην κρίνεις και μην καταδικάζεις αυτό που ακούς, απλώς συνέχισε να την παρατηρείς. Σύντομα θα συνειδητοποιήσεις ότι η φωνή είναι εκεί και εδώ είσαι εσύ, αυτή η αίσθηση της δικής σου παρουσίας, δεν είναι σκέψη. Προέρχεται από κάτι που είναι πέρα από το νου…

    Έκχαρτ Τόλε, «Η Δύναμη του Τώρα»

  •      
      «Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω κότες, οι άνθρωποι με κυνηγούν. Όλες οι κότες μοιάζουν κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Γι΄ αυτό λοιπόν, βαριέμαι λίγο. Αν όμως μ΄εξημερώσεις, η ζωή μου θα γίνει […]

  • Ο/Η Ελίνα Γιώτη ανάρτησε το άρθρο, Πολιτεία Πλάτωνος, στο ιστότοπο gelina πριν από 6 έτη, 3 μήνες

    ΜικρογραφίαΗ αλληγορία του σπηλαίου Στην

  • Ο/Η Ελίνα Γιώτη ανάρτησε το άρθρο, Διογένης ο «Κυνικός», στο ιστότοπο gelina πριν από 6 έτη, 7 μήνες

    Ο Διογένης ο «Κυνικός», ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος. Γεννήθηκε στη Σινώπη περίπου το 412 π.Χ. και πέθανε το 323 π.Χ. στην Κόρινθο. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο Σωκράτης πέθανε την ημέρα της γέννησης του Διογένη. Θεωρείται ο κυριότερος εκπρόσωπος της Κυνικής Φιλοσοφίας. Χρησιμοποιούσε τον αστεϊσμό και το λογοπαίγνιο ως μέσο για τα διδάγματά του. Πίστευε πως η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκεται στη φυσική ζωή και πως μόνο με την αυτάρκεια, τη λιτότητα, την αυτογνωσία και την άσκηση μπορεί κανείς να την εξασφαλίσει.
    Ο Μέγας Αλέξανδρος είχε ένα εκπαιδευτή, τον Λεωνίδα, που ήταν μυημένος στην κυνική φιλοσοφία. Γνώστης της κυνικής φιλοσοφίας ο Αλέξανδρος γνώριζε για τον Διογένη  και το πνεύμα του. Κάποτε ο Αλέξανδρος θέλησε να τον γνωρίσει, και έστειλε ένα υπασπιστή του να βρει τον Διογένη και να του τον παρουσιάσει. Αφού ο υπασπιστής τον εντόπισε, του είπε: «Σε ζητεί ο Βασιλεύς Αλέξανδρος να σε δει». Ο Διογένης απάντησε «Εγώ δεν θέλω να τον δω. Εάν θέλει αυτός ας έρθει να με δει». Πράγματι, ο Αλέξανδρος πήγε να δει τον Διογένη. Ο Αλέξανδρος πλησιάζει το φιλόσοφο και του λέει: «Είμαι ο Βασιλεύς Αλέξανδρος». Ο Διογένης ατάραχος απαντά «Και ‘γω είμαι ο Διογένης ο Κύων». Ο Μέγας Αλέξανδρος απορεί και τον ρωτάει: «Δε με φοβάσαι;» Ο Διογένης απαντάει: «Και τι είσαι; Καλό ή κακό;». Ο Αλέξανδρος μένει σκεπτικός. Δεν μπορεί ένας βασιλιάς να πει ότι είναι κακό, και άμα είναι καλό, γιατί κάποιος να φοβάται το καλό; Αντί να απαντήσει ο Αλέξανδρος τον ερωτά εκ νέου: «Τι χάρη θες να σου κάνω;» Και ο Διογένης ξανά με λογοπαίγνιο απαντά: «Αποσκότισόν με». Βγάλε με δηλαδή από το σκότος, τη λήθη, και δείξε μου την αλήθεια. Με το έξυπνο λογοπαίγνιο του Διογένη, η απάντηση του μπορεί και να εννοηθεί έως: «Σταμάτα να μου κρύβεις τον ήλιο», καθώς οι κυνικοί πίστευαν πως η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκεται στη λιτότητα, στη ζεστασιά του ήλιου και δεν ζητεί τίποτα από τα υλικά πλούτη. Μόλις το άκουσε αυτό ο Αλέξανδρος είπε το περίφημο: «Εάν δεν ήμουν Αλέξανδρος, θα ήθελα να ήμουν Διογένης».

  • Ο/Η Ελίνα Γιώτη ανάρτησε το άρθρο, Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΗΡΟΣ, στο ιστότοπο gelina πριν από 6 έτη, 7 μήνες

    Ο Πλάτωνας κλείνει το έργο του «Πολιτεία», με  ένα μύθο, που αναφέρεται στη μεταθανάτια ζωή. Ο δίκαιος άνθρωπος επιβραβεύεται και σ’ αυτόν  τον κόσμο, αλλά και μετά θάνατον. Αντίθετα οι άδικοι, οι τύραννοι, οι κακούργοι , τιμωρούνται σκληρά. Απόδειξη αυτής της απόδοσης της δικαιοσύνης στον άλλο κόσμο , είναι η μαρτυρία του Ηρός του Αρμενίου.
    Σύμφωνα με το μύθο, ο Ηρ ο γιος  του Αρμενίου, που ήταν γενναίος πολεμιστής, σκοτώνεται στη μάχη. Το σώμα του για δέκα ημέρες παρέμεινε στο πεδίο της μάχης ανάμεσα στα πτώματα των υπολοίπων πολεμιστών που είχαν αρχίσει να αποσυντίθενται. Μετά από δώδεκα ημέρες, αφού τον είχαν μεταφέρει σπίτι του, τη στιγμή που τον  είχαν πάνω στη νεκρική πυρά, ο ήρωας ξαναγύρισε στη ζωή και άρχισε να διηγείται όσα είχε δει η ψυχή του στον άλλο κόσμο.
    Η ψυχή του, όπως διηγείται ο ίδιος ο Ηρ στο μύθο, που είχε φύγει από το σώμα του, πορεύτηκε μαζί με άλλες ψυχές σε έναν τόπο δαιμονικό. Εκεί υπήρχαν δύο ανοίγματα πάνω στη γη, το ένα δίπλα στο άλλο και άλλα δύο απέναντί του πάνω στον ουρανό. Ανάμεσά τους κάθονταν δικαστές, οι οποίοι , αφού δίκαζαν, πρόσταζαν τους δίκαιους να προχωρήσουν δεξιά και επάνω,  μέσα από τον ουρανό και τους άδικους αριστερά και κάτω.
    Όταν παρουσιάστηκε ο Ηρ στους δικαστές, του είπαν να ακούει και να βλέπει προσεκτικά ό,τι συνέβαινε εκεί για να γίνει αγγελιοφόρος και να τα ανακοινώσει αργότερα όλα στους ζωντανούς. Έβλεπε εκεί τις ψυχές που είχαν δικαστεί, να προχωρούν προς τα δύο ανοίγματα και άλλες να βγαίνουν από τα άλλα δύο. Όσες ανέβαιναν από τα ανοίγματα της γης ήταν κατασκονισμένες και διψασμένες, ενώ όσες κατέβαιναν από τον ουρανό ήταν καθαρές. Όλες οι ψυχές πήγαιναν προς ένα λιβάδι και κατασκήνωναν εκεί σαν να ήταν  σε πανηγύρι. Όσες  έρχονταν από  τη γη, έκλαιγαν και οδύρονταν για όσα είχαν πάθει κατά την πορεία τους κάτω από τη γη, που είχε κρατήσει χίλια χρόνια. Όσες έρχονταν από τον ουρανό διηγούνταν όλα τα ευχάριστα που είχαν δοκιμάσει και όλη την ομορφιά που είχαν αντικρίσει.
    Οι ψυχές που είχαν διαπράξει αδικήματα, πλήρωναν για όλα δεκαπλάσιες ποινές. Επίσης με την ίδια αναλογία, δεκαπλάσιες ήταν και οι ανταμοιβές για όσες ψυχές είχαν φανεί δίκαιες. Ακόμη μεγαλύτερες ήταν οι τιμωρίες για όσους είχαν ασεβήσει προς τους θεούς ή τους γονείς ή για όσους είχαν σκοτώσει με τα ίδια τους τα χέρια. Τον Αρδιαίο, τον τύραννο της Παμφυλίας που διέπραξε στη ζωή του μεγάλα και πολλά κακουργήματα, οι τιμωροί του άλλου κόσμου τον έδεσαν χειροπόδαρα και τον τραβούσαν πάνω στα αγκάθια των ασπαλάθων. Ύστερα μαζί με άλλους πολλούς που είχαν διαπράξει πολλά ανομήματα, τον πέταξαν στον Τάρταρο.
    Επτά ημέρες έμειναν οι ψυχές στο λιβάδι και την όγδοη πορεύτηκαν σε ένα τόπο, όπου έβλεπαν ένα φως σαν ουράνιο τόξο. Εκεί, μετά από μιας ημέρας δρόμο, είδαν να’ ναι τεντωμένες από τον ουρανό οι άκρες  των  δεσμών που το συγκρατούσαν. Αυτό το φως ήταν ο σύνδεσμος του ουρανού που συγκρατούσε την ουράνια περιφορά. Από τις άκρες των δεσμών του ήταν σφιχτά στερεωμένο το αδράχτι της Ανάγκης, το οποίο προκαλεί  όλες τις κινήσεις . Το αδράχτι είχε στέλεχος και αγκίστρι από σκληρό μέταλλο και σφόνδυλο που ήταν κοίλος και περιείχε άλλους  επτά σφονδύλους.  Στους  κύκλους που  σχημάτιζαν τα επάνω χείλη των σφονδύλων ήταν καθισμένες και περιστρέφονταν Σειρήνες. Κάθε Σειρήνα έβγαζε από μέσα της έναν ήχο και όλες μαζί σχημάτιζαν ένα αρμονικό ταίριασμα από νότες. Την κυκλική κίνηση των σφονδύλων, πάνω στα γόνατα της Ανάγκης, παρακολουθούσαν καθισμένες πάνω σε θρόνους οι τρεις Μοίρες, η Λάχεσις, η Κλωθώ και η Άτροπος και τραγουδούσαν η καθεμιά πάνω στη μελωδία των Σειρήνων. Η Λάχεσις τα περασμένα, η Κλωθώ τα τωρινά και  η Άτροπος τα μελλούμενα.
    Φθάνοντας εκεί οι ψυχές, ήταν αναγκασμένες να διαλέξουν το είδος της ζωής που ήθελαν να ζήσουν κατά την επόμενη ενσάρκωσή τους. Ένας προφήτης έπειτα πήρε από τα γόνατα της Λάχεσης πολλά παραδείγματα ζωής, τα τοποθέτησε μπροστά στις ψυχές και ανεβαίνοντας σε ένα βήμα ψηλό, απήγγειλε ένα λόγο, της Λάχεσης που καλούσε τις ψυχές να τραβήξουν τον κλήρο τους για τη σειρά που θα διαλέξουν. Ο καθέναν έπρεπε  ανάλογα με τη σειρά που προσδιόριζε ο κλήρος του, να επιλέξει ένα ορισμένο είδος ζωής.
    Οι αφιλοσόφητες ψυχές έσπευσαν να επιλέξουν βίους ένδοξους, χωρίς να υπολογίσουν πόση δυστυχία κρύβουν μέσα τους τα αξιώματα και τα μεγαλεία. Όσες  όμως  ψυχές είχαν δοκιμαστεί σκληρά στην προηγούμενη ζωή τους, τώρα πρόσεχαν να μην απατηθούν από τη δολερή λάμψη.
    Μετά την επιλογή της κάθε ψυχή πήγαινε μπροστά στη Λάχεση και εκείνη έδινε στην καθεμιά ένα δαίμονα που θα τη συνόδευε στη ζωή που είχε διαλέξει. Ο δαίμονας πήγαινε πρώτα την ψυχή  στην Κλωθώ για να επικυρώσει αυτή την επιλογή της μοίρας της κάθε ψυχής και μετά την πήγαινε στην Άτροπο. Έπειτα όλες οι ψυχές, χωρίς να κοιτάζουν πίσω, προχωρούσαν προς την πεδιάδα της λήθης όπου κατασκήνωναν εκεί και έπιναν από το νερό του Αμέλητα ποταμού και σιγά σιγά ο καθένας  ξεχνούσε τα πάντα. Τα μεσάνυχτα, μετά από δυνατή βροντή και σεισμό οι ψυχές άρχιζαν να αναπηδούν προς τα πάνω για να ξαναγεννηθούν μέσα στα νέα τους σώματα. Τον  ΄Ηρα μόνο δεν τον άφησαν να πιει νερό από τον Αμέλητα ποταμό. Το πώς ξαναγύρισε στο σώμα του δεν το ήξερε. Ξαφνικά ανοίγοντας τα μάτια του, απλώς είδε πως ήταν πρωί και βρισκόταν πάνω στην πυρά.

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων