• Η σημασία των τρόπων αναπαράστασης της γνώσης για την κατασκευή νοητικών εικόνων και εννοιολογικών σχημάτων φαίνεται να αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία στη σημερινή κοινωνική και εκπαιδευτική […]

  • «Μελετώντας τον χυμό του πορτοκαλιού»
    Εργαστηριακή άσκηση
    για την Α΄ Λυκείου
    αλλά και
    για την Γ΄ Λυκείου
    (Χημεία Ομάδας Θετικού
    Προσανατολισμού,
    ενότητα οξειδοαναγωγή)
    <p style="text-align: […]

  • περίληψη  

    Η σύγχρονη υπολογιστική τεχνολογία και οι σύγχρονες παιδαγωγικές προσεγγίσεις της μάθησης και της διδασκαλίας, παρέχουν στους εκπαιδευτικούς προκλήσεις για αναβάθμιση της μαθησιακής και […]

  • εισαγωγή

    Με τον όρο σχολική μονάδα αναφερόμαστε συνήθως στο σύνολο των έμψυχων και άψυχων στοιχείων που συμμετέχουν – συμβάλουν στην εκπαιδευτική διαδικασία σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, με προσδιορισμένους […]

  • Η  πρόδρομη αρχαιοελληνική σκέψη τόσο της Ομηρικής και Ησιόδειας όσο και της μετά-Ησιόδειας κοσμολογίας με το  μυθικό και θεολογικό λόγο, χρησιμοποιεί και αναπαράγει τη δημώδη – απλοϊκή αντίληψη για τον «κόσμο», […]

  •  

     

    ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΕΝΑΡΙΟΥ 

    1.1.      ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟΥ ΣΕΝΑΡΙΟΥ

    Μελέτη της ταλάντωσης στο απλό εκκρεμές – Μελέτη της εξάρτησης της περιόδου του απλού εκκρεμούς, αφενός από τη μάζα και το […]

  •  

    Αν και δεν υπάρχει κανένα καθιερωμένο πρωτόκολλο ή στρατηγική χρήσης της διερευνητικής μεθόδου μάθησης και διδασκαλίας, θεωρείται ωστόσο ως βασικό της στοιχείο η εκκίνηση από μια ερώτηση που μπορεί να τεθεί […]

  • Το εκπαιδευτικό λογισμικό ως αναπαραστατικό εργαλείο γνώσης

     

    Δρ. Δημήτρης Κ. Μποτσάκης

    ΠΔΕ Βορείου Αιγαίου / Σχολικός Σύμβουλος Φυσικών Επιστημών

    dbotsakis@yahoo.gr

     

    Περίληψη

    Η […]

  • ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΝΩΣΗ

    Ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος επιδιώκουν με την ατομική τους θεωρία την ερμηνεία της εσωτερικής, αληθινής πραγματικότητας με τέτοιους όρους έτσι, ώστε να μπορεί να ερμηνευτεί κατ’ αντιστοιχία και η εξωτερική, φαινομενική πραγματικότητα. Η αληθινή πραγματικότητα αναφέρεται στην πραγματικότητα του ὅντος, των υλικών σωματιδίων και της κίνησής τους.

    Οι έννοιες αυτές έχουν θεωρητική αξία αλλά οι δύο ατομικοί φιλόσοφοι τις χρησιμοποιούν για να γίνει αντιληπτός και ο εξωτερικός κόσμος.

    Παράλληλα, εφόσον η φαινομενική πραγματικότητα ερμηνεύεται με τους όρους της νοητικής (αληθινής), θα αποκατασταθεί και η δική της αλήθεια (πραγματικότητα).

    Η θεωρία των ειδώλων των ατομικών φιλοσόφων εντάσσεται στις αναπαραστατικές θεωρίες για τη γνώση καθώς:

    1. περιγράφει το διαμεσολαβητικό ρόλο

    που διαδραματίζουν τα κινούμενα ἄτομα μεταξύ των αντικειμένων και υποκειμένου νου

    2. η γνώση που αποκτά ο νους μέσω μιας τέτοιας διαδικασίας

    δεν ανταποκρίνεται στην αληθινή πραγματικότητα καθώς ποτέ δεν έρχεται σε επαφή με τα άτομα αυτά καθαυτά ή το κενό αλλά αντιλαμβάνεται μόνο την εικόνα τους

    3. με την εμπειρία δεν παράγεται πραγματική γνώση

    καθώς η διαμεσολάβηση αυτή που συντελείται μεταξύ των ατόμων και του αισθητηρίου οργάνου παραποιεί την πραγματική τους φύση.

    Ο Αριστοτέλης διακρίνει τρεις λειτουργίες της ψυχής, δηλαδή όσες σχετίζονται με:

    1. τη θρέψη, την αύξηση και την αναπαραγωγή των οργανισμών, που συναντώνται σε όλα τα έμβια (και τα φυτά)

    2. την αντίληψη και την εκούσια κίνηση που συναντάται στα ζώα.

    Την αντίληψη, ο Αριστοτέλης τη θεωρεί μια παθητική λειτουργία ανάμεσα στο αισθητήριο όργανο (παθητικός πόλος) και την αισθητή ποιότητα του φαινομένου (ενεργητικός πόλος). Οι δύο πόλοι υπάρχουν δυνάμει και καθίστανται ἐνεργείᾳμόνο όταν επενεργούν μεταξύ τους. Επίσης συνδέονται με μία αυτόματη, φυσική και άμεση σχέση, γεγονός που οδηγεί τον Αριστοτέλη να θεωρεί αυτήν την πρωταρχική αίσθηση αξιόπιστη και αληθινή.

    3. τη φαντασία και το νου, προνόμια μόνο του ανθρώπου.

    Το ουσιαστικό ζήτημα που δημιουργείται είναι το πώς συντελείται η μετάβαση από αυτό το πρωταρχικό επίπεδο της αντίληψης στη διανοητική διαδικασία σύλληψης ενός αντικειμένου (π.χ. το μέλι) που συγκεντρώνει διάφορες πρωτογενείς ποιότητες. Πώς δηλαδή ο νους καταφέρνει να επεξεργάζεται τα δεδομένα των επιμέρους αισθήσεων (π.χ. χρώμα, γεύση, υφή) και να τα αναγάγει σε μία καθολική αντίληψη δηλαδή ότι «αυτό το κίτρινο, γλυκό, μαλακό σώμα είναι μέλι»;

    Ο Αριστοτέλης δεν ακολουθεί τις παλιότερες θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες η αισθητηριακή αντίληψη συντελείται απλά με αλληλεπίδραση Υποκειμένου – Αντικειμένου αλλά ενισχύει και αυτονομεί το ρόλο της ψυχής στην όλη δραστηριότητα.

    Αυτό που συμβαίνει επομένως είναι πως

    «… το γενικό αισθητήριο όργανο (κοινό αἰσθητήριο) που, επειδή σ’ αυτό οι αντιλήψεις διατηρούνται ως παραστάσεις (φαντασίαι), γίνεται έδρα του μνημονικού, και του ακούσιου (μνήμη) και του σκόπιμου (ἀνάμνησις), ταυτόχρονα όμως γίνεται και η έδρα της γνώσης που έχουμε για τις δικές μας εσωτερικές καταστάσεις».

    «εἰ δήἐστιν ἡ φαντασία καθ” ἣν λέγομεν φάντασμά τι ἡμῖν γίγνεσθαι καὶ μὴ εἴ τι κατὰ μεταφορὰν λέγομεν, μία τις ἔστι τούτων δύναμις ἢἕξις καθ” ἃς κρίνομεν καὶἀληθεύομεν ἢ ψευδόμεθα; τοιαῦται δ” εἰσὶν αἴσθησις, δόξα, ἐπιστήμη, νοῦς».

    Μετάφραση:

    «αν λοιπόν η φαντασία είναι η λειτουργία με την οποία λέμε ότι δημιουργείται μέσα μας κάποια εικόνα, και αν δεν παίρνουμε τον όρο μεταφορικά, τότε η φαντασία είναι μία ικανότητα ή έξη από εκείνες από τις οποίες ξεχωρίζουμε τα πράγματα και με τις οποίες βρισκόμαστε ή στην αλήθεια ή στην πλάνη. Τέτοιες ικανότητες είναι η αίσθηση, η γνώμη, η γνώση, ο νους».

    Σε αντίθεση με τον Σταγειρίτη φιλόσοφο οι Στωικοί απορρίπτουν την αντίθεση μεταξύ ύλης και μορφής και επιδιώκουν να εξομοιώσουν τις δύο έννοιες.

    Οι αναπαραστάσεις των Στωικών χαρακτηρίζονται από δύο σημαντικά στοιχεία τα οποία αποτελούν παράλληλα και κριτήρια εγκυρότητας, «κριτήριο ἀληθείας» της όλης διαδικασίας. Το πρώτο γνώρισμα είναι η ἐνάργεια, αυτό δηλαδή που καθιστά κάθε μία αναπαράσταση διακριτή από τις υπόλοιπες, η προφάνειά της. Το στοιχείο αυτό δίνει τη δυνατότητα στην ψυχή να κατανοήσει, «καταληπτική φαντασία» τη συγκεκριμένη αναπαράσταση. Στο σημείο αυτό είναι εμφανής η επιρροή από τον Αριστοτέλη, καθώς ακολουθείται το ίδιο σχήμα:

    εξωτερικό ερέθισμα àαισθήσεις àψυχή àφαντασία γνώση

    Τα ζητήματα της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας απασχολούν και τη μεσαιωνική φιλοσοφική σκέψη, η οποία όμως υφίσταται μια καθοριστική επιρροή, αυτή του Χριστιανισμού. Η δημιουργία του κόσμου είναι έργο του Θεού συνεπώς κάθε απόπειρα Μεταφυσικής σκέψης στρέφεται γύρω από αυτόν. Επομένως η σχέση φιλοσοφίας και πίστης αποτελεί ένα από τα μείζονα ζήτημα της μεσαιωνικής σκέψης και ο ρόλος της Εκκλησίας είναι καθοριστικός. Όσο η φιλοσοφία επιδιώκει να θεμελιώσει και να διαμορφώσει τη διδασκαλία της Εκκλησίας γίνεται η «σχολική» επιστήμη της Εκκλησίας, αποτελεί τη Σχολαστική φιλοσοφία.

    Με βάση τις αντιλήψεις γύρω από το ζήτημα αυτό διακρίνονται τρεις περίοδοι της Σχολαστικής φιλοσοφίας:

    α) πρώτη περίοδος

    επηρεάζεται από τον Πλατωνισμό και εν συντομία πρεσβεύει πως οι γενικές έννοιες (τα καθόλου) είναι πραγματικές οντότητες και πως είναι πριν από τα πράγματα.

    β) δεύτερη περίοδος

    χαρακτηρίζεται από την Αριστοτελική επιρροή και υποστηρίζει πως τα καθόλου υπάρχουν ως πραγματικές οντότητες όμως μέσα στα αισθητά πράγματα. Κυριότεροι εκπρόσωποι αυτής της περιόδου, είναι ο Αβελάρδος, ο Αλβέρτος ο Μέγας και ο Θωμάς ο Ακινάτης.

    γ) τρίτη περίοδος

    κυριότερος εκπρόσωπός της είναι ο Occam, ο οποίος αντικρούει και τα δύο ρεύματα διατυπώνοντας το δικό το νομιναλισμό υποστηρίζοντας ότι το καθόλου αποτελεί απλά γλωσσικό σημείο, δηλωτικό των πολλών επιμέρους πραγμάτων, χωρίς αυθυπαρξία πέραν του νου, ενώ μόνο τα επιμέρους έχουν αυτοτελή ύπαρξη.

    O Ακινάτης θεωρεί τις αναπαραστάσεις των σωμάτων αναπόσπαστο στοιχείο της γνωσιακής διαδικασίας, υποστηρίζει πως είναι αδύνατο για το μυαλό να καταλάβει οτιδήποτε χωρίς είδωλα, καθώς και ότι ο νους μπορεί να γνωρίσει τα πράγματα μόνο στη νοητή τους μορφή, την οποία αποκτά μέσω της αφαίρεσης από τα φαντάσματα. Όταν ο άνθρωπος επιχειρεί να σκεφτεί κάτι, αμέσως δημιουργεί στο μυαλό του εικόνες που τις χρησιμοποιεί ως νοητά παραδείγματα, ανάμεσα στα οποία «κοιτά» για να βρει αυτό που ψάχνει. Προσδίδει έναν εργαλειακό, θα λέγαμε, χαρακτήρα στις παραστάσεις-ιδέες, στα species, μόνο που τους αναγνωρίζει διπλό ρόλο στη νοητική λειτουργία


  • Η ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ
         Τα βασικά ερωτήματα που μας απασχολούν είναι τα εξής:
    üΠοια είναι η πηγή της γνώσης μας;
    üΠροέρχεται από την επίδραση του εξωτερικού περιβάλλοντος ή είναι έμφυτη;
    üΠότε μπορούμε να πούμε πως «γνωρίζουμε κάτι»;
    üΠόσο σίγουροι μπορούμε να είμαστε για τη βεβαιότητα της γνώσης που έχουμε;
    üΜπορούμε να συλλάβουμε τη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων, ή το μόνο που γνωρίζουμε τελικά είναι απλές αναπαραστάσεις της εξωτερικής πραγματικότητας;
    üΗ εξωτερική πραγματικότητα υπάρχει αντικειμενικά εκτός από τη γνώση μας γι’ αυτή, ή αποτελεί απλά ένα αντικείμενο του νου μας;
    ΑΠΟΣΑΦΗΝΙΣΗ ΒΑΣΙΚΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ
         Ένα από τα βασικότερα ζητήματα που έχει απασχολήσει την ανθρώπινη διανόηση από την αρχαιότητα έως και σήμερα είναι αυτό της γνώσης. Καίρια ερωτήματα που σχετίζονται με τον γενικότερο όρο «γνώση» και ταυτόχρονα αποτελούν αντικείμενο της γνωσιοθεωρίας είναι τα εξής:
    Ø  ποιά είναι η προέλευση, τα είδη και οι παράγοντες της γνώσης;
    Ø  Ποια τα όριά της και τί είναι οι ιδέες;
    Ø  Σε ποιό βαθμό μπορούμε να πούμε τελικά πως γνωρίζουμε τον κόσμο και πώς προέρχεται η γνώση μας γι’ αυτόν;
         Κάθε απόπειρα απάντησης αυτών των ερωτημάτων αναδεικνύει παράλληλα τις αποκλίσεις των διαφόρων φιλοσοφικών ρευμάτων στον τρόπο που προσεγγίζουν το επικείμενο θέμα.
         Μπορεί ο ανθρώπινος νους λειτουργώντας ανεξάρτητα από τις αισθήσεις να αποκτήσει την απόλυτη γνώση μέσω ίσως κάποιας ενορατικής δυνατότητας που διαθέτει; Ή μήπως οι αισθήσεις αποτελούν το μοναδικό διαμεσολαβητικό μέσο αντίληψης των εξωτερικών ερεθισμάτων και συνεπώς γνώσης του εξωτερικού κόσμου
         Ορθολογισμός είναι η φιλοσοφική θεώρηση που υποστηρίζει πως ο νους αποτελεί την πηγή της γνώσης και ότι η επιστημονική σκέψη επιτυγχάνεται μόνο με βάση το λογικό.
    Δεν απορρίπτει τις αισθήσεις, όμως υποτιμά τον κεντρικό, πρωταγωνιστικό ρόλο που τους αποδίδει ο Εμπειρισμός και στρέφει το ενδιαφέρον της Φιλοσοφίας από τις αισθητηριακές εμπειρίες στον Ορθό Λόγο. Ο νους αποκτά την αυτονομία του από τις αισθήσεις, κατέχει «a priori» περιεχόμενο, είναι αυτοδύναμος και μπορεί να οδηγήσει στην απόλυτη αλήθεια, κάτι που ο Εμπειρισμός αποκλείει. Το πνεύμα του ανθρώπου μπορεί και συλλαμβάνει τη βέβαιη γνώση χωρίς απαραίτητα αυτή να συνιστά το αποτέλεσμα της επεξεργασίας των διαφόρων αισθητηριακών δεδομένων.
         Εμπειρισμός είναι η φιλοσοφική θεωρία που υποστηρίζει πως η γνώση μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από τις αισθήσεις, ότι δηλαδή αληθινό είναι μόνον ό,τι αποτελεί εμπειρικό δεδομένο. Ο νους κατά τη γέννηση του ανθρώπου αποτελεί ένα άγραφο χαρτί «tabula rasa» πάνω στο οποίο οι εμπειρίες θα καταγράψουν κάθε γνώση που τελικά θα αποκτήσει. Απορρίπτει κάθε μορφή αυτόματης ή προϋπάρχουσας«a priori» σκέψης, περιορίζοντας την ανθρώπινη νόηση στα τυπικά-λογικά της στοιχεία και αφαιρώντας της την ανεξάρτητη από τις αισθήσεις δυνατότητά της
         Η παραπάνω σύντομη θεώρηση των δύο σπουδαίων φιλοσοφικών ρευμάτων, του Ορθολογισμού και του Εμπειρισμού, φωτίζει τις βασικές αντιλήψεις πάνω στις οποίες όχι μόνο εδραιώθηκαν το καθένα, αλλά και εκφράζουν τις σπουδαιότερες τους διαφωνίες.
         Οι βασικές αυτές αντιλήψεις είναι:
    ·         νους
    στον Ορθολογισμό είναι ανεξάρτητος και αυτοδύναμος ενώ οι Εμπειριστές θεωρούν πως ο νους πριν την επαφή του με τον εξωτερικό κόσμο αποτελεί tabula rasa (άγραφο πίνακα) και δεν μπορεί να φτάσει στη γνώση χωρίς τις αισθήσεις
    ·         γνώση
    ο Ορθολογισμός υποστηρίζει την a priori γνώση (με τις έμφυτες ιδέες) ενώ ο Εμπειρισμός την a posteriori με την αλληλεπίδραση με τον εξωτερικό κόσμο
    ·         πηγή της γνώσης
    για τους Ορθολογιστές είναι ο ίδιος ο νους, ενώ για τον Εμπειρισμό είναι μόνον οι αισθήσεις
    ·         όρια της γνώσης
    Ο Ορθολογισμός υποστηρίζει πως μπορούμε να φτάσουμε στη βαθύτερη ουσία των πραγμάτων, στο είναι, ενώ ο Εμπειρισμός θεωρεί πως η γνώση μας περιορίζεται στα φαινόμενα
    ·         έννοια των ιδεών
    στους Ορθολογιστές έχει τη σημασία των καθόλου, των γενικών εννοιών (έμφυτες ιδέες) ενώ στους Εμπειριστές έχει τη σημασία των ειδώλων, των αναπαραστάσεων δηλαδή των υλικών πραγμάτων
    τις οποίες μπορούμε να τις παρουσιάσουμε παραστατικά:

    Βασική Αντίληψη

    Ορθολογισμός

    Εμπειρισμός

    Νους

    Αυτόνομος

    tabula rasa

    Γνώση

    a priori

    a posteriori

    πηγή γνώσης

    Νους

    αισθήσεις, εμπειρία

    όρια γνώσης

    καθόλου, ουσία

    Φαινόμενα

    έννοια ιδεών

    Έμφυτες

    είδωλα, αναπαραστάσεις

         Η αναπαραστατική θεωρία για τη γνώση υποστηρίζει τις βασικές θέσεις του Εμπειρισμού. Υπάρχουν πολλές θεωρίες για τη γνώση, από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή, οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «αναπαραστατικές».
         Ξεκινώντας από την αρχαία εποχή (Ατομικοί Φιλόσοφοι, Αριστοτέλης, Στωικοί) συνεχίζοντας στη Σχολαστική φιλοσοφία του Μεσαίωνα έως και τον Θετικισμό του 17ου αιώνα συναντώνται στοιχεία στη γνωσιοθεωρία πολλών στοχαστών που παρουσιάζουν αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα.
         Και στη σύγχρονη εποχή σε χώρους όπως αυτός της γνωσιακής ψυχολογίας, της γλωσσολογίας, της φιλοσοφίας της επιστήμης αλλά και των μαθηματικών και της πληροφορικής γίνεται λόγος για την αναπαραστατική θεωρία της γνώσης (representational theory of knowledge).
         Οι αγγλικές λέξεις representation (αναπαράσταση) και to represent (αναπαριστώ) προέρχονται αντίστοιχα από τις λατινικές repraesentatio και repraesentare. Σύμφωνα με το Oxford Latin Dictionary σημαίνει:
    α) την ενέργεια του να φέρνω κάτι στη σκέψη (an act of bringing something before the mind) ή
    β) μια εικόνα ή μία αναπαράσταση στην τέχνη (an image or a representation in art).
         Και οι δύο ερμηνείες πάντως αναφέρονται στην ενέργεια του να παρουσιάζεται κάτι ως παρόν, ενώ πριν από λίγο ήταν απόν, να γίνεται δηλαδή κατά κάποιο τρόπο παρόν ξανά. Ιδιαίτερα το ρόλο των ειδώλων ως διαμεσολαβητικών εργαλείων μεταξύ νου και φυσικού κόσμου.
         Αυτό που υποστηρίζουν οι αναπαραστατικές θεωρίες είναι πως κατά τη γνωσιακή διαδικασία το «Υποκείμενο» δεν έχει ποτέ άμεση αντίληψη του «Αντικειμένου» αυτού καθαυτό, αλλά πάντοτε υπάρχει μια αναπαράσταση, ένα είδωλο του γνωστικού αντικειμένου, που λειτουργεί ανάμεσά τους ως διαμεσολαβητικός παράγοντας.
         Η κάθε θεωρία ονομάζει διαφορετικά αυτά τα είδωλα. Έτσι στους Στωικούς γίνεται λόγος για φάντασμα, στους Σχολαστικούς για species και στους Θετικιστές για ιδέα.
         Από μία τέτοια τοποθέτηση εγείρονται δύο ιδιαίτερα σημαντικά ζητήματα:
    1.   Αν ο ανθρώπινος νους έρχεται σε επαφή μόνο με τα είδωλα του εξωτερικού κόσμου και ποτέ με τα πράγματα αυτά καθαυτά, πώς μπορεί να τα γνωρίσει ουσιαστικά; Μπορεί να φτάσει στην απόλυτη γνώση;
    Η απορία αυτή αποτελεί ταυτόχρονα και την αφετηρία του στοχασμού του John Locke ενισχύοντας την άποψή του για το πεπερασμένο της δυνατότητας της γνώσης.
    2.   Εφόσον το μόνο που γνωρίζει ο άνθρωπος είναι μία αναπαράσταση του εξωτερικού περιβάλλοντος, πώς είναι σίγουρος πως ο κόσμος υπάρχει πραγματικά; Εφόσον οι ιδέες είναι το μοναδικό, πραγματικό περιεχόμενο του νου, τι συμβαίνει με τα εξωτερικά αντικείμενα;
    Τα ερωτήματα αυτά οδηγούν στην ιμματεριαλιστική θεωρία του Berkeley περί esse est percipi και στον απόλυτο σκεπτικισμό της καθολικής ανυπαρξίας του εξωτερικού κόσμου.
     
     

  •  
    Αναπαράσταση
     
    Αν δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα στην όψη των πραγμάτων και στην ουσία τους, η επιστήμη θα ήταν περιττή.

    Karl Marx

     

    Τα αξιώματα της επιχειρηματολογίας δεν επαρκούν για την ανακάλυψη […]

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων