Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Όσο ταπεινός και καταφρονεμένος έζησε ο Παπαδιαμάντης, τόσο μεγάλη υπήρξε η μεταθανάτια δόξα του και η πολύτροπη επίδραση που άσκησε το έργο του. Δεν ενέπνευσε μόνο αξιολογότατες κριτικές, αλλά και ωραιότατα πεζογραφήματα κι ακόμη ωραιότερα ποιήματα. Πραγματικά, έχουν γραφεί πολλά ποιήματα για τον Παπαδιαμάντη.

Η σεμνή, ιεροπρεπής φιγούρα του και η δυνατή του πένα είχαν εμπνεύσει φίλους και θαυμαστές από την εποχή που ζούσε ακόμη. Όπως ήταν φυσικό, ο θάνατός του το 1911 προκάλεσε ιδιαίτερη συγκίνηση και γι’ αυτό εκείνη τη χρονιά έχουμε πλούσια ποιητική παραγωγή γι’ αυτό το θέμα. Τριάντα χρόνια αργότερα,  το 1941, όταν το περιοδικό Νέα Εστία οργάνωσε τη μνημειώδη  αφιερωματική έκδοση στον Σκιαθίτη συγγραφέα δημοσιεύτηκαν αρκετά ποιήματα με αυτήν την αφορμή. Στα χρόνια που πέρασαν νέες αναζητήσεις πραγματοποιήθηκαν στο χώρο της ποίησης και νέοι τρόποι έκφρασης εισήχθηκαν. Κι αυτοί με τη σειρά τους επιστρατεύτηκαν για να υμνήσουν τον κυρ Αλέξανδρο με στίχους που γράφονταν μέχρι τις πιο πρόσφατες δεκαετίες. Αξιόλογες μικρές συλλογές τέτοιων ποιημάτων μπορούν να βρουν οι φίλοι της ποίησης και του Παπαδιαμάντη κυρίως στα Παπαδιαμαντικά τετράδια που έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Δόμος.

Θα παραθέσουμε εδώ ένα μικρό ανθολόγιο με ποιήματα που έχουν γραφτεί για τον Παπαδιαμάντη. Πιστεύουμε ότι είναι αντιπροσωπευτικό της ποιότητας και της ποικιλίας της ποιητικής γραφής που έχει αφιερωθεί στο συγκεκριμένο θέμα. Για οικονομία χώρου παραθέτουμε τα ποιήματα χωρίς σχόλια και παρουσίαση.

 

 

 Γεώργιος Σουρής, Παπαδιαμάντης (Ο Ρωμηός, 8.1.1911)

 

Παπαδιαμάντης, μια ψυχή, που μέσα σ’ εξωκκλήσια

Και σ’ ερημιές την έφερνε κατάνυξις περίσσια.

Κι η Σκιάθος δεν θα ξαναϊδή στην ακροθαλασσιά της

να κάθετ’ ένας ασκητής,

να κάθετ’ ένας ποιητής,

ένας για φωτοστέφανο πνευματικός εργάτης.

Κ. Γ. Καλαντζής, Παπαδιαμάντης (Η Θεσσαλία, 19/9/1937)

 

Σαν έκλεισες το ταπεινό νησί σου στην ψυχή,

όπου κι αν πήγες νοσταλγός, ξενιτεμένος ήσουν.

Το πέρασμά σου σιωπηλό γιομάτο απαντοχή,

ζούσες φτωχός χωρίς να πεις ποτέ να σ’ ελεήσουν.

Σ’ απόμακρες μικροκλησιές, στις φτωχογειτονιές,

σε μαγαζάκια χαμηλά μ’ απλούς συντρόφους ζούσες.

Μες στους ψαλμούς και στο κρασί, βαθιά στις αγρυπνιές

στ’ ασκητικό σου το κελί τη Σκιάθο αναζητούσες.

Στις ιστορίες σου αχνοπερνούν σαν όραμα οι γιαλοί,

γέρνουν οι κάβοι αγκαλιαστοί, σπιτάκια ανηφορίζουν.  

Λευκά ξωκλήσια λειτουργούν, το πέλαγο καλεί

«χαίρε» καράβια όσα κινούν, «καλώς τα» όσα γυρίζουν.

Περνούν μπροστά σου οι ταπεινοί στη φτώχεια, στους καημούς

παιδιά με τις μικρές χαρές και μαυρομαντηλούσες.

Τον πόνο απάλυνες γλυκός, στους μαύρους ξεπεσμούς

σαν ξομολόγος των ψυχών κακούς εσυγχωρούσες.

Στερνό ταξίδι ο γυρισμός μες στ’ άθλια γερατειά

–        παλιό καράβι να δεθείς γυρίζεις στο λιμάνι.

Γαλήνια πέθανες καθώς πεφτάστρι στη νυχτιά

μια καμπανούλα ειρηνικά το «χαίρε» είχε σημάνει.

Μετά τον τάφο ο θαυμασμός, η δόξα, η προτομή…..

Μα πρέπει στη βυζαντινή μορφή σου ένα ξωκλήσι

εκεί, που η θάλασσα βογγά κι ανθρώπινοι καημοί,

στην άγια μνήμη σου ο παπάς να ‘ρθει να λειτουργήσει.  

Γιάννης Οικονομίδης, Παπαδιαμάντης (Νέα Εστία, 1941)

Με τους χλωμούς αγίους στο ερημοκλήσι

Μορφή γαλήνια αργοσαλεύει μόνη….

Των μυστικών τη θύρα ξεκλειδώνει,

που η λησμονιά σε τάφο τα ‘χει κλείσει,

και με το αχνό το θυμιατό μυρώνει

παραμυθένια πλάσματα  και φύση,

και σ’ έναν κόσμο αληθινό τη ζήση

την πιο φτωχή με τ’ όνειρο αδερφώνει.

Κι από της εκκλησούλας το καντήλι

Το άσβηστο φως κάθε του πλάσμα παίρνει

Γραμμένο με της τέχνης το κοντύλι,

Γιατί με πόνο απάνωθέ τους γέρνει

και με καθάρια αγάπη, σα διαμάντι,

του αισθαντικού η καρδιά Παπαδιαμάντη.

Αντώνης Αναπλιώτης, Παπαδιαμάντης (1941, Νέα Εστία)

 

Έγραφε έψελνε έπινε.

(Το λιγοστό κρασάκι του

-Το ταπεινό-φτηνό μεράκι του.)

-Πένα ψαλτήρι και ποτήρι.

Για της Τέχνης το χατήρι…

Γράφοντας, με τη Σκιάθο του,

-Το χώμα που τον γέννησε

Το χώμα που τον σκέπασε μιλούσε.

Ψέλνοντας,το θεό υμνούσε και  παρακαλούσε

(Ποιος ξέρει τι να τούλεγε και τι να του ζητούσε…)

Και πίνοντας ξεχνούσε.

Κωστής Βελμύρας,  Πορτραίτο (Νέα Εστία, 1941)

 

Στο ανέβα της Δεξαμενής βιαζόσουν κάθε δείλι

να βγεις στο ξάγναντο. Και κει αν τον πρόφταινες ορθός

 τον ήλιο, που λαχτάριζες, προβόδαγες… Καθώς

κάποιο τροπάρι σάλευε τ’ αγέλαστά σου χείλη,

θυμάμαι  -στην ασκητική μορφή Σου, που ήταν σάμπως

από αγιοκέρι πρόπλασμα, μια ωχρή λαμποθωριά

χυνόταν – μη προσευχόσουν; μη δάκρυζες; -Τ’ αρειά

τα ισκιώματα σε τύλιγαν στο μενεξένιο θάμπος

κι αγάλια – αγάλια, ως  χάνουνταν οι λεύκες, τα πλατάνια

 στο σούρουπο, έσβηνες και Συ … Απομέναν φωτεινά

δυο μάτια … και με του αηδονιού τις τρίλιες το «ωσσανά»

που ψαλμωδούσες, έπαιρνε το δρόμο προς τα ουράνια.

Νίκος Καρούζος, Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος  (1972)

              

Θαμνώδη ρήματα και φύλλα καταπράσινα της γλώσσας.

Μεγάλος άνθρωπος κι ανέσπερος που κράτησε

τον πόνο στο σωστό του το ύψος

αγνοώντας και δημοτικισμούς και μαρξισμούς και μόδες

αγνοώντας τα εκάστοτε μορμολύκεια

την ασίγαστη γενικότητα των πιθήκων

αγνοώντας τον αιώνα της καλπάζουσας εξυπνάδας

ο ανοξείδωτος.

Ήδη τα θύματα της προόδου που πρόωρα σκουριάζει

πάνε στην πατρίδα του τη Σκιάθο

κι αγοράζουν ελπίζοντας οικόπεδα

πάνε για λίγο αεράκι, για λίγη θάλασσα και φρέσκο φεγγάρι.

Μα είν’ αδύνατο να κοροϊδέψουμε τη ρημαγμένη φύση

με ξυπόλητα Σαββατοκύριακα και με τροχόσπιτα.

Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος

εκείνος ο περιούσιος Παπαδιαμάντης

και το κεράκι μας ακόμη δεν το θέλει.

Γιώργος Δανιήλ, Παπαδιαμάντειο (Νέα Εστία, 15/4/1988)

 Ή Ξαναδιαβάζοντας τον Παπαδιαμάντη

 

Οι μέρες προχωρούν σαν Εστιάδες

στον παρακείμενό τους χρόνο. Λούσου

κι άλλαξε διάθεση και ύφος. Τα ‘δες,

τα μισερά πετάγματα του νου σου,

πού σ’ οδηγούν, σε άγουν και σε φέρουν,

σε ρήματα αλλεπάλληλα δουλείας.

Αυτοί που τα βαθύτερα γεραίρουν

δε μένουν στα ρηχά μιας παραλίας.

Αναπαρθένεψε το χρόνο. Ρύσε

Τον μέλλοντά σου από τα περασμένα

μαζί τα κερδισμένα και χαμένα.

Αλαφρωμένος από τα μάταια ζήσε,

Υπότροφος του γαληνού Σκιαθίτη

Πονώντας και το θύμα και το θύτη. 

Θανάσης Τζούλης, Έσωζε μ’ ένα βλέμμα της γλώσσας του ( Και γάμον Έβρου του ποταμού, 1996)

Κάθε φορά που ο κυρ Αλέξανδρος γύριζε στο ύπαιθρο

εύρισκε  και τα έσωζε μ’ ένα βλέμμα της γλώσσας του

χρώματα ιδίως αυτά από τη γη που τα έλεγαν δίφορα

κι όπως τα άγγιζε γίνονταν παραχρήμα οινωπό

το πρόσωπό του

όπως και η γύρη τους που έπεφτε στα μέλη του

και ιδίως στην πολύτεκνη γραφή του.

Δημοσιεύθηκε στην Ο Παπαδιαμάντης εμπνέει:ποιήματα, πεζά και κριτικές για τον κυρ Αλέξανδρο. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση