Γιορτές

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

 

ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

 

Χριστούγεννα! Η πιο όμορφη γιορτή του χρόνου! Γιορτή χαράς και αγάπης, γιορτή γεμάτη φως και μαγεία!

Κι όμως, όσο περνούν τα χρόνια, οι άνθρωποι αισθάνονται όλο και λιγότερο το νόημα των Χριστουγέννων. Η γιορτή αυτή έχει καταντήσει απλά μια κοινωνική εκδήλωση που μας γεμίζει περισσότερο με άγχος παρά με χαρά!

Α βγείτε μια βόλτα στους δρόμους τις μέρες των Χριστουγέννων θα δείτε ένα αλαφιασμένο πλήθος να τρέχει πανικόβλητο για να προλάβει τα τελευταία ψώνια, για να αγοράσει ένα σωρό άχρηστα πράγματα για δώρα, για να προλάβει να είναι εντάξει στις κοινωνικές του υποχρεώσεις!

Άγχος, τρέξιμο, κούραση, ετοιμασίες για να είναι όλα τέλεια κι όταν τελικά, έρθει η ώρα της γιορτής, τίποτα δε θυμίζει χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα, εκτός ίσως από τα πολύχρωμα λαμπιόνια στα δέντρα και τα παράθυρα.

Και μπορεί στο τραπέζι να υπάρχουν τα καλύτερα φαγητά, μπορεί όλοι να φοράμε τα καλύτερα ρούχα, μπορεί το σπίτι μας να είναι το πιο όμορφο απ” όλα και τα δώρα μας τα πιο ακριβά!

Κάτι όμως λείπει! Κάτι που δεν πουλιέται, ούτε αγοράζεται! Κάτι που ίσως μόνο τα μικρά παιδιά μπορούν να νιώσουν αυτές τις μέρες! Τι είν” αυτό;

Αυτό το κάτι, λοιπόν, είναι η μαγεία! Το όνειρο! Η ζεστασιά!

Κι επειδή κάποιοι από σας μπορεί ακόμη να αμφιβάλλουν πως έτσι είναι τα πράγματα, ετοιμάσαμε για σας, ένα ειδικό αφιέρωμα στον τρόπο που γιορτάζονται σήμερα τα Χριστούγεννα.

Και να ξέρετε πως οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις δεν είναι τυχαία! Το κάναμε επίτηδες!

 

 

 

Σκηνή 1η: ένα αγαπημένο ζευγάρι ετοιμάζεται με χαρά να βγεί για τα τελευταία ψώνια, ενώ τα παιδιά τους ετοιμάζονται χαρούμενα για τα κάλαντα.

( Μια γυναίκα συγυρίζει και μετά παίρνει την τσάντα της και φορά το σκούφο και τα γάντια της. Βάζει τα χέρια στη μέση και φωνάζει: )

Γυναίκα: – Αργύρη!!! Θ” αργήσεις πολύ ακόμα; Έτσι όπως πάμε θα κλείσουν τα μαγαζιά!

( Δεν απαντά κανείς. Ξαναφωνάζει πιο εκνευρισμένη )

Γυναίκα: – Αργύρη!!! Χριστέ μου! Πώς τον παντρεύτηκα αυτόν τον άνθρωπο! Μέχρι να σηκώσει το ένα πόδι, βρωμάει το άλλο! Αργύρη!!!!!!!!

Άντρας: – Τι φωνάζεις βρε γυναίκα! Κουφός είμαι;

Γυναίκα: – Κουφός δεν είσαι! Αναίσθητος είσαι! Τόση ώρα σε φωνάζω! Αργήσαμε σου λέω! Κι εσύ, με το πάσο σου!

Άντρας: -Πω πω γκρίνια! Ούτε τα Χριστούγεννα δε σε σταματούν εσένα! Κι έπειτα τι θέλεις πάλι να ψωνίσεις; Απ” όλα έχουμε!

Γυναίκα: – Το μυαλό σου και μια λίρα! Αλλά ξέρω γιατί τα κάνεις όλα! Γιατί είσαι ένας γεροτσιγκούναρος! Σκρουτζ!

Άντρας: – Εγώ;;; Γέρος;;;

Γυναίκα: – Αυτό σε πείραξε;

Άντρας: – Σκρουτζ εγώ; Εδώ μου έφυγε και ο μισθός και το δώρο!

Γυναίκα: – Αν περίμενα από σένα, μαύρα Χριστούγεννα θα περνούσαμε!

Άντρας: – Ορίστε, πάμε! Να μην ακούω άλλο τη γκρίνια σου.

Γυναίκα: – Έχε χάρη που βιάζομαι, αλλιώς θα σου “λεγα εγώ!

( Φεύγουν. Στη σκηνή μπαίνουν τα τρία παιδιά τους )

Παιδί 1: – Τι έγινε ρε; Τι φωνές ήταν αυτές;

Παιδί 3: – Ξέρω γω; Μάλλον ένα από τα ματς του μπαμπά με τη μαμά!

Παιδί 1: – Και ποιος νίκησε;

Παιδί 3: – Μάλλον η μαμά, γιατί μίλησε τελευταία!

Παιδί 1: – Ααα!

Παιδί 3: – Να σας πω! Τι θα κάνουμε; Θα πάμε για κάλαντα;

Παιδί 1: – Και βέβαια θα πάμε! Έχω πει και στο Σταμάτη και τη Φωτεινή.

Παιδί 3: – Και πού θα πάμε;

Παιδί 1: – Πρώτα πρώτα θα πάμε στη γιαγιά και στον παππού. Πληρώθηκαν προχτές και θα πέσει χοντρό παραδάκι!

Παιδί 2: – Ωραία! Θα πάμε και στη θεία Μαριγώ! Κι αυτή δίνει καλά λεφτά!

Παιδί 1: – Οπωσδήποτε!

Παιδί 3: – Στην κυρά Φρόσω θα πάμε;

Παιδί 1: – Τρελή είσαι; Αυτή δίνει μόνο κάτι ψιλά!

Παιδί 3: – Ναι, αλλά μας κερνά γλυκά, αναψυκτικά και έχει πάντα και μια όμορφη ιστορία να μας πει!

Παιδί 1: – Τι να το κάνεις, άμα δεν πέφτει παραδάκι!

Παιδί 2: – Καλά λες! Κι αυτό το ρημάδι το κινητό είναι πολύ ακριβό!

Παιδί 3: – Καλά, εσύ δεν έλεγες πως θέλεις ποδήλατο; Κινητό θα πάρεις;

Παιδί 2: – Άσε τα κανόνισα! Το ποδήλατο θα μου το πάρει ο μπαμπάς κι η μαμά!

Παιδί 3: – Τι, τους είπες να σου πάρουν ποδήλατο;

Παιδί 2: – ¨Όχι σ” αυτούς! Στον Άι Βασίλη το είπα! Το ίδιο είναι! Εσύ τι ζήτησες;

Παιδί 1: – Εγώζήτησατο play station two! Το έγραψα στον Άι Βασίλη και το έριξα κάτω από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας! Σίγουρα το βρήκε ο μπαμπάς γιατί χτες που κοίταξα το γράμμα έλειπε!

Παιδί 3: – Και λες να στο πάρει;

Παιδί 1: – Ου, σίγουρα! Και μόνο που θα δει το πλέι στέισον γραμμένο στα αγγλικά θα χαρεί που δεν πάνε χαμένα τα λεφτά στο φροντιστήριο, θα χαρεί και θα μου το πάρει!

Παιδί 3: – Μακάρι! Τέλος πάντων! Ελάτε, πάμε να ετοιμαστούμε να φύγουμε! Μεσημέριασε!

( Βγαίνουν από τη σκηνή )

 

 

 

Σκηνή 2η: Δυο φίλες συζητούν για το ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς και σχεδιάζουν με αγάπη και χαρά τις τελευταίες λεπτομέρειες )

Γυναίκα 1: – Λοιπόν για λέγε! Όλα έτοιμα για το ρεβεγιόν;

Γυναίκα 2: – Όλα έτοιμα!

Γυναίκα 1: – Και για πες, πόσοι περίπου θα “μαστε;

Γυναίκα 2: – Ε, με τα παιδιά κάπου 15αριά άτομα.

Γυναίκα 1: – Ωχ, τι τα θέλαμε τα παιδιά; Μόνο φασαρία και φωνές!

Γυναίκα 2: – Έχεις δίκιο, όμως τι να κάνουμε; Να τα σκοτώσουμε;

( Γελάνε )

Γυναίκα 1: – Να σου πω, δεν πιστεύω να κάλεσες και τους παππούδες;

Γυναίκα 2: – Τι να κάνω, τους κάλεσα! Μη λένε πάλι πως τους ξεχάσαμε!

Όμως μην ανησυχείς! Αυτοί κοιμούνται με τις κότες και θα φύγουν μετά το φαγητό.

Γυναίκα 1: – Ωραία!

Γυναίκα 2 : – Θα μαντρώσουμε και τα παιδιά σε ένα δωμάτιο να παίξουν κι εμείς θα το στρώσουμε μέχρι το πρωί!

Γυναίκα 1: – Ποιο θα στρώσουμε;

Γυναίκα 2: – Το χαρτί, αγάπη μου, το χαρτί!

Γυναίκα 1: – Αχ, ωραία θα περάσουμε! Και να σου πω, τι έχεις φτιάξει για το τραπέζι;

Γυναίκα 2: – Ε, κοίτα! Έχω δώσει για ψήσιμο δυο αρνιά, πενήντα μπριζόλες, εκατό σουβλάκια κι ένα κοκορέτσι. Έχω παραγγείλει στο ζαχαροπλαστείο τρεις πιατέλες κουραμπιέδες, τρεις μελομακάρονα και τρεις μπακλαβά. Έβαλα και τις γιαγιάδες να φτιάξουν 5-6 σαλάτες και 5-6 πίτες …

Γυναίκα 1: – Πω πω, πολλή κούραση! ¨Όμως, μήπως είναι πολλά όλ” αυτά για 15 άτομα;

Γυναίκα 2: – Δε βαριέσαι! ¨Όσα φάμε! Τα υπόλοιπα τα δίνουμε και στα σκυλιά να κάνουν κι αυτά Χριστούγεννα!

Γυναίκα 1: – Σωστά! Λοιπόν, να φεύγω κι εγώ για να ξεκουραστείς κι εσύ λίγο! Τα λέμε το βράδυ!

( φιλιούνται σταυρωτά )

Γυναίκα 2: – Ναι, χρυσό μου! Σας περιμένω! Γεια!

( μόλις μείνει μόνη της ): Ψόφια είμαι! Ας Ξεκουραστώ μερικές ωρίτσες!

 

 

 

Σκηνή 3η: Μια όμορφη εικόνα: μια μαμά με την κόρη της διαλέγουν αγαπημένες τα δώρα των Χριστουγέννων!

Κόρη: – Ουα!!!

Μαμά: – Θα σταματήσεις ή θα σου τις βρέξω;

Κόρη: – Ουά!!! Το θέλω!!!

Μαμά: – Σταμάτα είπα! Ρεζίλι μ” έκανες!

Κόρη: – Το θέλω, το θέλω, το θέλω!

Μαμά: – Προχώρα, γιατί έτσι που είμαι κουρασμένη, θα την πληρώσεις εσύ!

Κόρη: – Ουά!!!

Μαμά: – Και μετά κατηγορούν τον Ηρώδη! Παιδί μου θα πάψεις επιτέλους! Τόσα πράγματα σου πήρα!

Κόρη: – Ναι, αλλά εγώ το θέλω!

Μαμά: – Τι να το κάνεις παιδί μου αυτό το … μωρουλίνι, πως στο καλό το λένε;

Κόρη: – Μωρουλάκι το λένε! Το δείχνει και η τηλεόραση!

Μαμά: – Αφού σου πήρα τη Μπάρμπι με το σπίτι της, την πισίνα της, το ελικόπτερό της και όλη την γκαρνταρόμπα της! Κι αυτή τη διαφημίζει η τηλεόραση!

Κόρη΅- Ναι, αλλά εγώ θέλω και το μωρουλάκι!

Μαμά: – Γιατί, τι έχει πια αυτό το μωρουλάκι, ε;

Κόρη: – Να σου πω! ¨Έχει πιπίλα, πάνες, μπιμπερό…

Μαμά: – ( Κρατά το κεφάλι της με απόγνωση )

Κόρη: – Κατουράει κιόλας!

Μαμά: – Τι;;; Θές να σου πάρω μια κούκλα που κατουράει; Να τα κάνει μες στο σπίτι; Είδα κι έπαθα να μη μου λερώνεις εσύ το χαλί και τώρα θα “χω το μωρουλίνι;

Κόρη: – Μωρουλάκι το λένε! Και δε λερώνει! Φοράει πάνες!

Μαμά: – Χριστέ μου, τι άλλο θα ακούσω;

Κόρη: – Το θέλω!

Μαμά: – ¨Όχι, είπα!

Κόρη: – Αν δεν μου το πάρεις, θα σταματήσω να αναπνέω!

Μαμά: – ¨Όχι!

Κόρη: – Πολύ καλά!

( Κρατά την αναπνοή της, φουσκώνει τα μάγουλα, τα χέρια σταυρωμένα )

Μαμά: – Εντάξει, εντάξει! Πάμε να το πάρουμε! Αλλά αν δω πουθενά τσίσα, αλίμονό σου!

 

 

 

Σκηνή 4η: Ο παππούς κι η γιαγιά ετοιμάζονται να αγοράσουν δωράκια στα εγγόνια τους κι αναπολούν τα χρόνια που πέρασαν.

Παππούς: – Κούλα!

Γιαγιά: – Ναι!

Παππούς: – Κούλα!

Γιαγιά: – Ναι, είπα!

Παππούς: – Κούλα!

Γιαγιά: – ( μπαίνει ) Πάλι του “φυγε το ακουστικό!

( του το βάζει ) Φόρα το, άνθρωπέ μου, να ακούς!

Παππούς: – Ακούω, πώς δεν ακούω! Εσύ δεν ακούς που σε φωνάζω! Τι κάνεις τόσες ώρες;

Γιαγιά: – Φτιάχνω τις πίτες για το ρεβεγιόν των παιδιών!

Παππούς: – Γιατί, η Τούλα δεν μπορεί;

Γιαγιά: – Σώπα, έχει άλλες ετοιμασίες! ¨Έλα λέγε τι θέλεις κι έχω δουλειά!

Παππούς: – Ήθελα να σε ρωτήσω, τι δώρα θα πάρουμε τελικά στα εγγόνια μας, αποφάσισες;

Γιαγιά: – Γιατί, στο χέρι μου είναι;

Παππούς: – Αλλά σε ποιανού το χέρι είναι;

Γιαγιά: – Στου Καραμανλή! Το είδες το δώρο που πήραμε;

Παππούς: – Σάμπως πρόλαβα; Η αύξηση που είπαν θα μας δώσουνε;

Γιαγιά: – Πριν λίγο την έφαγες!

Παππούς: – Εγώ γιαούρτι έφαγα!

Γιαγιά: – Ε, αυτή ήταν η αύξηση!

Παππούς: – Και τώρα, τι κάνουμε; Θ” αφήσουμε τα παιδιά χωρίς δώρο;

Γιαγιά: – Ε, όλο και κάτι θα τους πάρουμε!

Παππούς: – Κι έχουν κι ακριβά γούστα τα παιδιά σήμερα! Τρεις συντάξεις και βάλε!

Γιαγιά: – Αχ, πού “ναι τα παλιά χρόνια, θυμάσαι;

Παππούς: – Δεν κοιμάμαι! Λέγε!

Γιαγιά: – Πάλι το ακουστικό! (του το διορθώνει ) Λέω, θυμάσαι όταν ήμασταν παιδιά, πόση χαρά κάναμε όταν έφταναν τα Χριστούγεννα;

Παππούς: – Θυμάμαι! Περιμέναμε με αγωνία τον Αι Βασίλη με τα δώρα!

Γιαγιά: – Και τι ωραία δώρα! Ένα ζευγάρι καινούργια παπούτσια, ένα ωραίο φόρεμα κι αν ήμουν τυχερή και καμιά κούκλα!

Παππούς: – Εμένα μια φορά μου είχε φέρει και μια καινούργια τσάντα!

Γιαγιά: – Αλήθεια;

Παππούς: – Τι; Βοήθεια;

Γιαγιά: – Άντε πάλι! ( διορθώνει το ακουστικό ) Θυμάμαι και το γιορτινό τραπέζι! Η μαμά μου μαγείρευε τα πιο ωραία φαγητά, με κρέας βέβαια, κι έφτιαχνε και γλυκά! Κουραμπιέδες, μελομακάρονα και μια ωραία βασιλόπιτα! Μοσχοβολούσε το σπίτι! Κι εμείς τα παιδιά, τρέχαμε στις γειτονιές να πούμε τα κάλαντα! Υπήρχε φτώχεια, αλλά όλοι μας έδιναν κι από κάτι! Κάστανα, καραμέλες, γλυκά!

Παππούς: – Εμένα μια φορά η γιαγιά μου, μου έδωσε μισή δραχμή!

Γιαγιά: – Και τι αγόρασες;

Παππούς: – Το κουλούρι μου για δυο μέρες στο σχολείο!

Γιαγιά: – Και το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, μαζευόμασταν όλοι οι συγγενείς κι οι φίλοι, ο καθένας έφερνε ό,τι είχε, τρώγαμε και μετά οι μεγάλοι τραγουδούσαν και χόρευαν κι εμείς τα παιδιά παίζαμε με τα παιχνίδια μας! Και τι παιχνίδια! Καμιά πάνινη κούκλα που τη ντύναμε με ρούχα από κουρέλια και παίζαμε τις μαμάδες!

Παππούς: – Τι; Παράδες;

Γιαγιά: – ( Διορθώνει το ακουστικό ) Επιστροφή στην πραγματικότητα! Άντε σήκω να δούμε τι παράδες έχουμε για να πάρουμε στα παιδιά δώρα!

Παππούς: – Άντε, πάμε! Κι ας πάει και το ΕΚΑΣ! Χαλάλι!

 

 

Σκηνή 5η: Ένας ξένος χτυπά την πόρτα! Ποιος να” ναι; Μήπως θέλει βοήθεια;

Θα μπορούσε να είναι κι ο ίδιος ο Χριστός!

( χτύπημα στην πόρτα. Η φωνή του ξένου δεν ακούγεται. )

Γυναίκα 3: – Ποιος είναι;

– Ποιος είναι λέω;

– Δώσαμε, δώσαμε!

– Φύγε άνθρωπε μου! Δεν έχω τίποτα να σου δώσω!

– Φύγε, γιατί θα φωνάξω την αστυνομία!

( προς την άλλη γυναίκα ) –Πω πω, χρυσή μου! Τι κακό είναι αυτό Χριστουγεννιάτικα; ¨όπου βρεθείς κι όπου σταθείς, ζητιάνοι!

Γυναίκα 4: – Παράγινε το κακό!

Γυναίκα 3: – Μα σου χαλάνε τη διάθεση! Εκεί που περπατάς στο δρόμο και βλέπεις τις ωραίες βιτρίνες, τσουπ, έρχεται ένας βρωμιάρης και σου ζητάει λεφτά!

Γυναίκα 4: – Σιχαίνεσαι και να τους βλέπεις! Βρώμικοι, με κουρέλια, αηδία!

Γυναίκα 3: – Χαλάνε και το ντεκόρ! Γύρω όλα στολισμένα, φωτεινά και όμορφα και στη μέση αυτοί!

Γυναίκα 4 : – Καλά αυτοί δεν έχουν σπίτι να πάνε;

Γυναίκα 3: – Ξέρω γω; Υπάρχουν άνθρωποι χωρίς σπίτι; Δε νομίζω!

Γυναίκα 4: – Λένε πως είναι φτωχοί!

Γυναίκα 3: – Και τι θα πει αυτό; Τη σήμερον ημέρα όλοι έχουμε προβλήματα! Ξέρεις πόσο μου στοίχισαν εμένα τα δώρα των συγγενών και των φίλων; Αλλά τι να κάνεις; Υποχρεώσεις!

Αλήθεια τι λέγαμε πριν μας διακόψει αυτός ο ανάγωγος;

Γυναίκα 4: – Λέγαμε για το ρεβεγιόν της Τούλας!

Γυναίκα 3: – Α, ναι! Που λες δεν τη χωνεύω την ξιπασμένη αλλά τι να κάνω; Οι υποχρεώσεις που λέγαμε! Εσείς θα “ρθείτε;

Γυναίκα 4: – Βέβαια!

Γυναίκα 3: – Θα βαρεθούμε αλλά τι να κάνουμε; Υποχρεώσεις!

 

 

 

Σκηνή 6η: το Ρεβεγιόν!

Γυναίκα 3: – Χρυσή μου, υπέροχο το σουφλέ!

Άντρας: – Και το ψητό επίσης!

Γυναίκα: – Όλα είναι τέλεια, Τούλα μου!

Γυναίκα 2: – Ευχαριστώ, ευχαριστώ!

Γυναίκα 3: – Κοίτα την ξιπασμένη! Παριστάνει πως αυτή τα έκανε όλα!

Κόρη: – Μαμά, το μωρουλάκι βράχηκε!

Μαμά: – Και τι θες να κάνω;

Κόρη: – Ξεχάσαμε τις πάνες στο σπίτι!

Μαμά: – Χριστέ μου!

Παππούς: – Κούλα, θέλω κι άλλο ψητό!

Γιαγιά: – Φτάνει! Δεν κάνει άλλο!

Παππούς: – Παπαγάλο; Πού είναι;

Γιαγιά: – Αμάν πια, αυτό το ακουστικό!

Παιδί 4: – Πόσα μάζεψες σήμερα;

Παιδί 5: – 50 ευρώ! Μου τα έδωσε η γιαγιά μου!

Παιδί 4: – Γιατί, δεν πήγες αλλού;

Παιδί 5: – Όχι, γιατί ντρεπόμουνα!

Παιδί 4: – Εσύ, πόσα μάζεψες;

Παιδί 2: – Μόνο 150 ευρώ!

Παιδί 4: – Σου φτάνουν για το κινητό;

Παιδί 2: – Με τίποτα! Αλλά είπα στον παππού να μου δώσει τα υπόλοιπα.

Παιδί 1: – Και δέχτηκε; Πως έγινε αυτό;

Παιδί 3: – Η γιαγιά είπε στον παππού πως θα φάει γιαούρτι ξανά την άνοιξη, αυτός άκουσε αύξηση κι από τη χαρά του του έδωσε τα λεφτά!

Παιδί 2: – Εσένα τι σου έφερε ο Αι Βασίλης;

Παιδί 4: – Ένα λαπ τοπ!

Παιδιά: – ουάου!

Γυναίκα 2: – Πω πω! Κοντεύει 12 η ώρα! Ξεχαστήκαμε!

Άντρας: – Καλά λες! Σε λίγο αλλάζει ο χρόνος!

Γυναίκα 2: – Βρε ποιος χρόνος; Σε λίγο θα βγει ο νικητής του DREAM SHOW!

Γυναίκα: – Αμάν! Λίγο ακόμη και θα το χάναμε!

Γυναίκα 4: – Γρήγορα, άνοιξε την τηλεόραση!

Κόρη: – Μαμά!

Μαμά: – Βγάλε το σκασμό, αρχίζει!

Γυναίκα 1: – Αχ, μεγάλη αγωνία, ε;

Γυναίκα 2: – Να να, τώρα θα το πει!……..Φτου! Διακόπτουν λέει γιατί μπαίνει ο καινούργιος χρόνος! Μα τώρα βρήκε κι αυτός!

                                                             ΑΥΛΑΙΑ

Κόρη: – Μαμά! Το μωρουλάκι τα ξανάκανε!

Μαμά: – Χριστέ μου!

 

 

 

Κάπως έτσι γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα σήμερα. Με άγχος, υποκρισία και εγωισμό!

Όμως δεν είναι αυτό το μήνυμα των Χριστουγέννων! Τα Χριστούγεννα είναι αγάπη, χαρά και προσφορά! Είναι μία σφιχτή αγκαλιά σ” όλους αυτούς που αγαπάμε, είναι ένα ζεστό χαμόγελο στο συνάνθρωπό μας, ένα πιάτο φαΐ σ” αυτόν που πεινάει, ένας γλυκός λόγος σ” αυτόν που υποφέρει!

Τα αληθινά δώρα δεν αγοράζονται, ούτε πουλιούνται!

Και το πιο αληθινό, το πιο ακριβό δώρο είναι η αγάπη!

Χαρίστε αγάπη κι ίσως τότε να μπορέσετε κι εσείς ν” ακούσετε τα κουδουνάκια απ” το έλκηθρο του Αι Βασίλη και τα βήματά του πάνω στα κεραμίδια!

( τραγούδι: Χριστούγεννα μαζί )

 

                                                                                     ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ

                                                                                             ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ

 

Ευτυχισμένος Πρίγκιπας

Συγγραφέας: Όσκαρ Ουάιλτ

Θεατρική διασκευή: Αναστασία Ξενοφώντος – Γαϊτάνου

 

1η σκηνή

Πρόσωπα:  Ζητιάνος Α, Ζητιάνος Β, 6 άτομα που θα ψωνίζουν, 3 άτομα που θα παριστάνουν τα παιγνίδια

( Μουσική. Χριστούγεννα. Η σκηνή κόβεται με 2-3 διαχωριστικά που παριστάνουν τις βιτρίνες των καταστημάτων. Πίσω από τα διαχωριστικά θα βρίσκεται το άγαλμα. Ο κόσμος χαζεύει τις βιτρίνες, κρατάει τσάντες με δώρα. Δύο ζητιάνοι βρίσκονται σ’ ένα παγκάκι. Ο ένας είναι σκεπασμένος με εφημερίδες ενώ ο άλλος διαβάζει μια εφημερίδα που παίρνει από χάμω. Ο κόσμος περνάει από τους ζητιάνους και δείχνει την αποστροφή του ή τους σχολιάζει. )

Ζητιάνος Α: Ρε συ άκου δω.

Ζητιάνος Β: Μμμ … τι θες;

Ζητιάνος Α: Άκου τι λέει εδώ. Ο εκατομμυριούχος Μπιλ Κρίστοφερ θα δώσει δύο εκατομμύρια λίρες σ’ αυτόν που την ημέρα των Χριστουγέννων θα του φέρει το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο.

Ζητιάνος Β: Το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο; Και τι να το κάνει μωρέ αυτός;

Ζητιάνος Α: Θα το δώσει στο παιδί του για Χριστουγεννιάτικο δώρο.

Ζητιάνος Β: Πρέπει να το αγαπάει πολύ για να δίνει τόσα πολλά λεφτά.

Ζητιάνος Α: Καλά αυτό σ’ ενδιαφέρει εσένα; Ξύπνα!! Εδώ μιλάμε για δύο εκατομμύρια λίρες.

Ζητιάνος Β: Και ποιος έχει όρεξη να ψάξει;

Ζητιάνος Α: Εμείς!!

Ζητιάνος Β: Εμείς; ( και σηκώνεται από τη θέση του )

Ζητιάνος Α: Ναι εμείς. Αν ψάξουμε σε πόλεις και σε χωριά κάτι θα βρούμε, είμαι σίγουρος.

Ζητιάνος Β: Δεν βαριέσαι τώρα;

Ζητιάνος Α: Καλά δεν κουράστηκες να κοιμάσαι στα πάρκα και στις πλατείες; Δεν θέλεις να ζήσεις σαν κανονικός άνθρωπος;

Ζητιάνος Β: Ε, ναι.

Ζητιάνος Α: Ίσως αυτή να είναι η ευκαιρία μας να ξεφύγουμε από τη μιζέρια και τη φτώχια. Λοιπόν τι λες;

Ζητιάνος Β: Μα θα τα καταφέρουμε;

Ζητιάνος Α: Θα προσπαθήσουμε. Άντε λοιπόν σήκω. Ξεκινάμε.

Ζητιάνος Β: Μα τώρα;

Ζητιάνος Α: Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Μας απομένουν μόνο λίγες μέρες.

Ζητιάνος Β: Περίμενε να μαζέψω τα πράγματά μου.

Ζητιάνος Α: Ποια πράγματα καημένε.

( Μουσική 2η: Ξεκινούν και περπατάνε. Φεύγουν από τη σκηνή. )

 

2η σκηνή

Πρόσωπα: Δήμαρχος, 4 Σύμβουλοι, Μητέρα και παιδί, 5 παιδιά

( Μουσική: Οι 2 ζητιάνοι κουρασμένοι μπαίνουν στη σκηνή. )

Ζητιάνος Β: Είμαι πολύ κουρασμένος, δεν με κρατάνε τα πόδια μου.

Ζητιάνος Α: Κι εγώ. Τι λες να σταματήσουμε για λίγο σ’ αυτό το πάρκο; Μας χρειάζεται ξεκούραση.

Ζητιάνος Β: Κρίμα στον κόπο μας. Δεν καταφέραμε τίποτα.

Ζητιάνος Α: Μην απελπίζεσαι. Μας έμεινε ακόμη μια μέρα.

Ζητιάνος Β: Και πιστεύεις ότι σε μια μέρα θα φανούμε τυχεροί;

Ζητιάνος Α: Γιατί όχι;

Ζητιάνος Β: Μας βλέπω να περνάμε τα Χριστούγεννα, και όχι μόνο, στο παγκάκι.

Ζητιάνος Α: Σσσς, ακούω θόρυβο.

( Μπαίνει κόσμος και τοποθετεί τα διαχωριστικά δεξιά και αριστερά του αγάλματος ενώ μετά συγκεντρώνεται γύρω από το άγαλμα. Τα διαχωριστικά έχουν σκηνές από ένα πάρκο. Ο κόσμος μένει και βλέπει το άγαλμα με απορία και αγωνία. )

Ζητιάνος Β: Τι κάνουν όλοι αυτοί εδώ;

Ζητιάνος Α: Δεν ξέρω. Κάνε ησυχία να μάθουμε.

( Οι ζητιάνοι πάνε πιο κοντά χωρίς όμως να τους πάρουν χαμπάρι.

Παιδί: Μαμά τι θα γίνει εδώ;

Μητέρα: Θα δούμε τι υπάρχει κάτω από το ύφασμα.

Παιδί: Μα βαριέμαι να περιμένω.

Μητέρα: Κάνε λίγο υπομονή.

Παιδί α: Λέτε να κρύβεται κάτω από το ύφασμα ένα σιντριβάνι;

Παιδί β: Δεν νομίζω. Εγώ λέω ότι κάτω από το ύφασμα έχει ένα…

Παιδί γ: Μεγάλο ζώο.

Κύριος: Κάντε ησυχία. Κάτι θέλουν να μας πουν.

Σύμβουλος α: Ησυχία παρακαλώ

Σύμβουλος β: Ο Δήμαρχος τώρα

Σύμβουλος γ: Θα κάνει τα…

Σύμβουλος δ: Αποκαλυπτήρια

Ήχος: τύμπανο και δίσκος )

Παιδί α, β: Ένα άγαλμα!!!

Παιδί γ, δ: Ένα χαρούμενο άγαλμα!!!

Κύριος: Ναι είναι ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας. Χαίρομαι που υπάρχει κάποιος στον κόσμο πραγματικά ευτυχισμένος.

Παιδί: Μαμά θέλω παιγνίδι.

Μητέρα: Περίμενε παιδί μου.

Παιδί: Μα θέλω παιγνίδι. Τώρα!!!

Μητέρα: Γιατί να μην είσαι σαν τον Ευτυχισμένο Πρίγκιπα; Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας ποτέ δεν σκέφτηκε ν’ απαιτήσει το παραμικρό.

Παιδιά: ( Αγγίζουν το άγαλμα ) Είναι ολόιδιος με άγγελο. Τα μάτια του λάμπουν. Αμ το σπαθί του; Είναι τόσο μεγάλο και ωραίο.

Δήμαρχος: Είναι όντως όμορφος.

Σύμβουλοι: Πολύ όμορφος.

Δήμαρχος: Όμορφος σαν πλουμιστός ανεμοδείχτης.

Σύμβουλοι: Σαν …

Δήμαρχος: Μόνο που δεν είναι και τόσο χρήσιμος.

Σύμβουλοι: Μμμμμ δεν είναι χρήσιμος.

Δήμαρχος: Κρίμα!!!

Σύμβουλοι: Κρίμα!!!!

( Μουσική. Ο κόσμος φεύγει και οι ζητιάνοι πλησιάζουν. Βλέπουν και αγγίζουν το άγαλμα. )

Ζητιάνος Α: Πω, πω!!! Είναι στολισμένος ολόγυρα με λεπτά φύλλα χρυσού.

Ζητιάνος Β: Και για μάτια έχει δύο φωτεινά ζαφείρια.

Ζητιάνος Α: Και στη λαβή του σπαθιού του γυαλίζει ένα θεόρατο κόκκινο ρουμπίνι.

Ζητιάνος Β: Θαυμάσιο, καταπληχτικό. Νομίζω πως βρήκαμε το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο.

Ζητιάνος Α: Μμμμ…

Ζητιάνος Β: Τι; Δεν συμφωνείς;

Ζητιάνος Α: Να, σκέφτομαι τα λόγια του δημάρχου.

Ζητιάνος Β: Ακριβώς, αφού συμφώνησε ότι είναι πολύ όμορφος.

Ζητιάνος Α: Ναι, αλλά όχι και τόσο χρήσιμος. Ένα άγαλμα είναι, όμορφο μεν, αλλά δεν παύει να είναι μόνο ένα άγαλμα.

Ζητιάνος Β: Δηλαδή δεν …

Ζητιάνος Α: Δηλαδή δεν είναι το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο.

Ζητιάνος Β: Και τώρα τι κάνουμε; Νύχτωσε για τα καλά.

Ζητιάνος Α: Ας περάσουμε τη νύχτα μας εδώ και αύριο βλέπουμε.

3η σκηνή

Πρόσωπα: Άγαλμα, 5 χελιδόνια, Μητέρα και παιδί

( Ξαπλώνουν στο παγκάκι. Ξαφνικά μπαίνουν στη σκηνή 5 χελιδόνια. Μπαίνουν κουρασμένα.Μουσική – Είσοδος χελιδονιών )

Ζητιάνος Β: Εεεεε ( σπρώχνει τον άλλο ), χελιδόνια.

Ζητιάνος Α: Βρε, τι λες; Τρελάθηκες; Χελιδόνια στο καταχείμωνο;

Ζητιάνος Β: Κι όμως. Κοίτα!!

Χορός χελιδονιών )

Χελιδόνι Α: Ουφ, κουράστηκα!!!

Χελιδόνι Β: Εξαντλήθηκα!!!

Χελιδόνι Γ: Πιάστηκα!!!

Χελιδόνι Δ: Νύσταξα!!!

Χελιδόνι: Πω πω γκρίνιες!!!

Χελιδόνι Α: Δεν είναι γκρίνιες.

Χελιδόνι Β: Είναι η αλήθεια.

Χελιδόνια: Είμαστε κουρασμένα.

Χελιδόνι: Και τι θέλετε να κάνω;

Χελιδόνια: Θέλουμε να σταματήσουμε!!! Τώρα!! Εδώ!!!

Χελιδόνι: Εντάξει, εντάξει. Έχετε δίκιο. Κι εγώ κουράστηκα. Πετούμε όλη μέρα. Θα περάσουμε τη νύχτα εδώ.

Χελιδόνια: Ωραία, ωραία!!!

Χελιδόνι: Όμως πρωί-πρωί θα φύγουμε πάλι. Ξέρετε ότι δεν πρέπει να μας πιάσει το καταχείμωνο εδώ. Άσε που οι φίλοι μας θα έχουν ήδη φτάσει στην Αίγυπτο μέχρι τώρα.

Χελιδόνια: Καλά, καλά. Ό, τι πεις.

Χελιδόνι: Τώρα πρέπει να βρούμε ένα μέρος για ξεκούραση.

( Ψάχνουν τριγύρω )

Χελιδόνι Γ: Τι λέτε να διανυχτερεύσουμε στα πόδια αυτού του όμορφου αγάλματος;

Χελιδόνι: Πολύ καλή ιδέα. Είναι θαυμάσιο το μέρος και έχει και μπόλικο καθαρό αέρα. Ελάτε λοιπόν, μη χασομεράτε.

( Ετοιμάζονται για ύπνο. Καθώς όμως βάζουν το κεφάλι τους κάτω από τα φτερά τους, μια μεγάλη σταγόνα νερό πέφτει πάνω στο ένα χελιδόνι. Ήχος κλάματος. )

Χελιδόνι Δ: Βρέχει!!!

Χελιδόνι Α: Σώπα καλέ να κοιμηθούμε. Ιδέα σου θα ήταν.

Χελιδόνι Δ: Ε εεε τι στο καλό!!! Βρέχει. ( Σκουντάει τους άλλους ) Ξυπνάτε άρχισε να βρέχει.

Χελιδόνι Β: Τι λες καημένε. Σου στρίψε μου φαίνεται.

Χελιδόνι Δ: Με λες ψεύτη;

Χελιδόνι: Σταματήστε. Έχει δίκιο. Ένιωσα κι εγώ μια σταγόνα. Τι παράξενο πράγμα. Στον ουρανό δεν υπάρχει ούτ’ ένα σύννεφο, τ’ αστέρια λάμπουν ζωηρά, κι όμως βρέχει.

( Άλλη μια σταγόνα πέφτει )

Χελιδόνι Γ: Ω!!! Καλά, σε τι χρησιμεύει ένα άγαλμα, αν δεν μπορεί να προστατεύσει από τη βροχή; Πρέπει να ψάξουμε για καμιά καλή καπνοδόχο.

( Ετοιμάζονται να φύγουν )

Άγαλμα: Μην φεύγετε καλά μου χελιδόνια.

Χελιδόνια: Παναγίτσα μου.

Χελιδόνι: Μα, εσύ μιλάς!!!  Ποιος είσαι;

Άγαλμα: Είμαι ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας.

Χελιδόνι Α: Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας; Και τότε γιατί κλαις; Μούσκεμα μας έκανες.

Άγαλμα: Όταν ήμουν ζωντανός κι είχα ανθρώπινη καρδιά, δεν ήξερα τι θα πει δάκρυ, γιατί ζούσα στο παλάτι της Ξεγνοιασιάς όπου δεν επιτρέπεται να μπει η θλίψη.

Χελιδόνι Β: Και πώς περνούσες τον καιρό σου;

Άγαλμα: Τη μέρα έπαιζα με τους φίλους μου στον κήπο, και το απόγευμα πρωτοστατούσα στο χορό, στη Μεγάλη Αίθουσα.

Χελιδόνι: Και ποιο είναι το όνομά σου;

Άγαλμα: Οι αυλικοί μου με φώναζαν Ευτυχισμένο Πρίγκιπα, κι ήμουν στ’ αλήθεια Ευτυχισμένος, αν ευτυχία θα πει ευχαρίστηση. Έτσι έζησα, κι έτσι πέθανα.

Χελιδόνι Γ: Καλά όλα αυτά αλλά δεν μας απάντησες ακόμη.  Αφού λες ότι είσαι ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας, γιατί κλαις;

Άγαλμα: Στο παλάτι μου, ολόγυρα στον κήπο υπήρχε ένας πανύψηλος τοίχος, αλλά ποτέ δεν είχα νοιαστεί να μάθω τι υπήρχε από πίσω του, όλα για μένα ήταν τόσο όμορφα. Τώρα όμως …

Χελιδόνι: Τώρα;

Άγαλμα: Τώρα όμως που είμαι πεθαμένος, μ’ έχουν στήσει τόσο ψηλά που βλέπω όλη την ασχήμια και την αθλιότητα της πόλης μου και παρόλο που  η καρδιά μου είναι από μολύβι, δεν μπορώ παρά να κλαίω πικρά.

Χελιδόνια: Υπερβολές. ( Τον βλέπουν κοροϊδευτικά )

Χελιδόνι: Έλα, έλα σώπασε. Δεν μπορεί να ‘ναι τόσο άθλια η κατάσταση.

Άγαλμα: Κι όμως. Πέρα μακριά, στο δρόμο, είναι ένα φτωχό σπιτάκι. Ένα από τα παράθυρα είναι ανοιχτό και από ‘κει μπορώ να δω μια γυναίκα. Το πρόσωπό της είναι αδύναμο και βασανισμένο, τα χέρια της είναι πληγιασμένα κι κατακόκκινα, χιλιοτρυπημένα από τη βελόνα – είναι ράφτρα βλέπεις.

( Μπαίνει στη σκηνή η γυναίκα, σκυφτή και λυπημένη να βλέπει τα χέρια της. Τα άλλα χελιδόνια αδιαφορούν και δυσανασχετούν. )

Χελιδόνι: Τι άλλο βλέπεις;

Άγαλμα: Να, αγκαλιάζει το παιδί της. Το καημένο είναι άρρωστο βαριά. Το βάζει στο κρεβάτι και το σκεπάζει. ΄Εχει πυρετό και ζητάει πορτοκάλια. Η μητέρα του δεν έχει τίποτα να του δώσει εκτός από νερό από το ποτάμι, γι’ αυτό και κλαίει το αγοράκι.

( Η μητέρα κάνει αυτά που λέει το άγαλμα και παγώνει. )

Χελιδόνι: Το καημένο.

Άγαλμα: Χελιδόνι, χελιδόνι, μικρό χελιδονάκι, δεν της πηγαίνεις το ρουμπίνι που έχω στη λαβή του σπαθιού μου; Τα πόδια μου είναι καρφωμένα σε τούτη δω τη βάση και δεν μπορώ να κουνηθώ.

Χελιδόνι: Δεν μπορώ. Πρέπει να συνεχίσουμε το ταξίδι μας.

Άγαλμα: Χελιδόνι, χελιδόνι, μικρό χελιδονάκι, δεν μπορείς να μείνεις για λίγο κοντά μου και να γίνεις ο αγγελιαφόρος μου;

Χελιδόνι Δ: Δεν μπορεί, θα φύγουμε.

Χελιδόνι Α: Δεν μπορεί, τον χρειαζόμαστε.

Χελιδόνι Β: Βρες άλλον αγγελιαφόρο.

Άγαλμα: Μα είναι τόσο διψασμένο, και η μητέρα του τόσο θλιμμένη.

Χελιδόνι: Μμμμμ έχεις δίκιο. (Σκέφτεται τι να κάνει. Να μείνει ή να φύγει;)

Χελιδόνι Γ: Τι πας να κάνεις;

Χελιδόνι Δ: Πρέπει να φύγουμε. Τώρα!!!

Χελιδόνι Α: Μετά θα είναι πολύ αργά.

Χελιδόνι: Μείνετε κι εσείς μαζί μου. Το άγαλμα μας χρειάζεται. Δεν θα καθυστερήσουμε πολύ.

Χελιδόνι Β: Εγώ δεν μπορώ.

Χελιδόνι Γ: Ούτε κι εγώ.

Χελιδόνι Δ: Ούτε κι εγώ.

Χελιδόνι Α: Δεν μπορούμε να χασομερούμε, πρέπει να φύγουμε αμέσως.

Χελιδόνι Β: Κι αν αποφασίσεις να βοηθήσεις το άγαλμα θα φύγουμε χωρίς εσένα.

( Σκέφτεται  τα λόγια τους. )

Χελιδόνι: Εντάξει, φύγετε εσείς και εγώ σύντομα θα σας ακολουθήσω.

Χελιδόνι Γ: Στο επανιδείν λοιπόν και να ξέρεις…

Χελιδόνι Δ: Κάνεις

Χελιδόνι Α: Μεγάλο

Χελιδόνι Β: Λάθος.

Χελιδόνι: Γεια σας φίλοι μου. Θα τα πούμε σύντομα.

Μουσική: Φεύγουν τα χελιδόνια.)

Χελιδόνι: Εντάξει. Μ’ έπεισες. Κάνει πολύ κρύο εδώ αλλά θα σου κάνω για λίγο τον αγγελιαφόρο.

Άγαλμα: Σ’ ευχαριστώ, μικρό μου χελιδόνι. Σ’ ευχαριστώ που δέχτηκες να με βοηθήσεις. Να, πάρε τώρα το ρουμπίνι και πήγαινε – πήγαινε γρήγορα πριν να ναι πολύ αργά.

Μουσική. Το χελιδόνι παίρνει το ρουμπίνι και πετώντας φτάνει στο σπίτι. Το αγόρι ψήνεται στον πυρετό και βήχει ενώ η μητέρα του απόκαμε και αποκοιμήθηκε. Αφήνει το μεγάλο ρουμπίνι στο τραπέζι και ύστερα φτερουγίζει γύρω από το κρεβάτι, δροσίζοντας το μέτωπό του αγοριού με τα φτερά του και φεύγει.)

Παιδί: Τι δροσερά που νιώθω. Μάνα, μάνα.

Μητέρα: Ναι γιε μου.

Παιδί: Φαίνεται πως πηγαίνω καλύτερα.

Μητέρα: Για να δω. Μα ναι, δόξα να χει ο Κύριος.

Παιδί: Μάνα, τι ‘ναι αυτό που βλέπω στο τραπέζι;

Μητέρα: Ένα ρουμπίνι. Δεν το πιστεύω!!! Ω Θεέ μου σ’ ευχαριστώ.

 

4η σκηνή

Πρόσωπα: 2 Παιδιά, Πατέρας, Μητέρα, Κοριτσάκι

( Το χελιδόνι μιλάει στο Άγαλμα και το παιδί με τη μητέρα φεύγουν από τη σκηνή. )

Χελιδόνι: Παράξενο, νιώθω σχεδόν ζεστά, παρόλο που κάνει τόσο κρύο.

Άγαλμα: Αυτό είναι γιατί έκανες μια καλή πράξη.

Χελιδόνι: Μα τώρα ήρθε η ώρα να πηγαίνω. Έχεις να μου παραγγείλεις τίποτα από την Αίγυπτο;

Άγαλμα: Χελιδόνι, χελιδόνι, μικρό χελιδονάκι, δεν θα μείνεις κοντά μου άλλη μια νύχτα;

Χελιδόνι: Μα με περιμένουν στην Αίγυπτο.

Άγαλμα: Χελιδόνι, μικρό χελιδονάκι πέρα μακριά, στην άλλη άκρη της πόλης, βλέπω μια οικογένεια. Ο πατέρας είναι σκυμμένος και κλαίει γιατί τον έδιωξαν απ’ τη δουλειά. Η γυναίκα και τα δύο παιδιά του τον βλέπουν και σιωπούν. Στο τζάκι η φωτιά έχει σβήσει και η πείνα τους έχει αφανίσει.

( Στα λόγια του αγάλματος στήνεται η σκηνή και παγώνει. )

Χελιδόνι: Εντάξει, θα μείνω μαζί σου για λίγο ακόμη. Να τους πάω και άλλο ρουμπίνι;

Άγαλμα: Αλίμονο! Δεν έχω πια ρουμπίνια. Τα μάτια μου είναι ό,τι μου απόμεινε. Είναι καμωμένα από σπάνια ζαφείρια, που τα έφεραν από τις Ινδίες εδώ και χίλια χρόνια. Βγάλε το ένα και τρέξε να το δώσεις στον πατέρα. Θα το πουλήσει στον χρυσοχόο και θ’ αγοράσει φαγητό και ξύλα για το τζάκι και έτσι θα μπορέσει να ψάξει για άλλη δουλειά.

Χελιδόνι: Αγαπημένε μου Πρίγκιπα αυτό δεν μπορώ να το κάνω. ( Κλαίει )

Άγαλμα: Μην κλαις, μην στενοχωριέσαι.

Χελιδόνι: Μα …

Άγαλμα: Χελιδόνι, χελιδόνι, μικρό χελιδονάκι κάνε αυτό που σου ζητώ.

Χελιδόνι: Εντάξει, θα σου κάνω το χατίρι.

( Μουσική. Το χελιδόνι βγάζει το ένα μάτι του Πρίγκιπα και πετά στην οικογένεια. Ο πατέρας κλαίει ενώ οι υπόλοιποι είναι σκυφτοί στο τραπέζι. Το χελιδόνι βάζει το ζαφείρι στο τραπέζι και φεύγει. Ένα παιδί σηκώνει το κεφάλι και το βλέπει. Το παίρνει στα χέρια. )

Παιδί Α: Πω, πω τι όμορφο που είναι.

Παιδί Β: Στ’ αλήθεια.

Πατέρας: Ποιο γιε μου;

Παιδί Α: Να, πατέρα αυτό.

Πατέρα: Πού το βρήκες; Μήπως το έκλεψες;

Παιδί Β: Όχι, όχι. Εδώ το βρήκε πατέρα, το είδα κι εγώ.

Μητέρα: Ο Θεός μας λυπήθηκε.

Πατέρα: Ναι, ο Θεός.

( Το χελιδόνι επιστρέφει στον πρίγκιπα )

Χελιδόνι: Πρίγκιπα μου, το ζαφείρι σου έφερε το χαμόγελο στην οικογένεια αυτή.

( Η οικογένεια φεύγει από τη σκηνή )

Άγαλμα: Πόσο χαίρομαι γι’ αυτό.

Χελιδόνι: Και τώρα ώρα να σ’ αποχαιρετήσω.

Άγαλμα: Χελιδόνι, χελιδόνι, μικρό χελιδονάκι, σε χρειάζομαι ακόμη μια φορά.

Χελιδόνι: Μα είναι Χειμώνας και σύντομα το παγωμένο χιόνι θα σκεπάσει τα πάντα εδώ.

Άγαλμα: Κάτω στην πλατεία στέκεται ένα κοριτσάκι που πουλάει σπίρτα. Της έπεσαν τα σπίρτα στο χαντάκι και καταστράφηκαν όλα. Θα τη δείρουν έτσι και δεν πάρει λεφτά στο σπίτι, γι’ αυτό και κλαίει η μικρή. Δεν έχει παπούτσια ούτε κάλτσες, και το κεφάλι της, χωρίς ένα σκουφάκι, ξεπαγιάζει. Βγάλε μου το άλλο μου μάτι και δώσ’ το στο κοριτσάκι, κι έτσι ο πατέρας του δε θα το δείρει.

( Έρχεται το κοριτσάκι και παγώνει.)

 Χελιδόνι: Θα σε βοηθήσω και τούτη τη φορά αλλά δεν μπορώ να βγάλω και το άλλο σου μάτι.

Άγαλμα: Το κοριτσάκι το χρειάζεται πιότερο από μένα.

Χελιδόνι: Μα καλέ μου Πρίγκιπα θα ‘σαι ολότελα τυφλός.

Άγαλμα: Χελιδόνι, χελιδόνι, μικρό χελιδονάκι, κάνε αυτό που σου ζητώ.

Μουσική. Το χελιδόνι παίρνει το ζαφείρι και το αφήνει δίπλα στο κοριτσάκι. Το κοριτσάκι είναι σκυφτό και κλαίει. )

Κοριτσάκι: Ωχ, η δύστυχη, τι έπαθα. Πάνε τα σπίρτα. Πώς θα γυρίσω με άδεια χέρια πίσω.

( Τότε γυρίζει και βλέπει κάτω το ζαφείρι. )

Κορίτσι: Τι όμορφο γυαλί!!! Σίγουρα θα είναι πολύτιμο. Πόσο θα χαρούν στο σπίτι!! Θεούλη μου σ’ ευχαριστώ. ( Το κορίτσι φεύγει από τη σκηνή τρέχοντας. )

( Το χελιδόνι επιστρέφει στον Πρίγκιπα και του λέει: )

Χελιδόνι: Το κοριτσάκι έφυγε χαρούμενο για το σπιτικό της.

Άγαλμα: Μπράβο, μπράβο καλό μου χελιδόνι. Τώρα μπορείς να πας.

Χελιδόνι: Πώς μπορώ να φύγω. Τώρα είσαι ολότελα τυφλός. Θα μείνω. Θα μείνω κοντά σου για πάντα.

Άγαλμα: Όχι μικρό μου χελιδόνι, πρέπει να φύγεις, να πας στην Αίγυπτο.

Χελιδόνι: Πήρα την απόφαση μου. Θα μείνω κοντά σου.

Άγαλμα: Αχ, χελιδονάκι μου με κάνεις τόσο ευτυχισμένο.

 

5η σκηνή

Πρόσωπα: Οικογένεια: 4, Πεινασμένα παιδιά – ζητιάνοι: 5

Χελιδόνι: Θέλεις να σου μιλήσω για την Αίγυπτο, για το Βασιλιά στα βουνά του φεγγαριού ή για τους Πυγμαίους;

Άγαλμα: Αγαπημένο μου Χελιδόνι, θέλεις να μου μιλήσεις για ένα σωρό θαυμαστά πράγματα κι όμως το πιο θαυμαστό απ’ όλα είναι τα βάσανα των ανθρώπων. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο μυστήριο από τη Δυστυχία. Πέταξε πάνω από την πόλη μου, μικρό μου Χελιδόνι, και πες μου τι βλέπεις.

Χελιδόνι: Ποιο είναι το μυστήριο στη Δυστυχία;

Άγαλμα: Δες τι γίνεται στην πόλη και τότε θα καταλάβεις.

Μουσική. Ξεκινά το χελιδόνι και βλέπει τις εικόνες ενώ ζωντανεύουν.

Μια πλούσια οικογένεια μπαίνει ενώ οι ζητιάνοι τους πλησιάζουν και ζητιανεύουν αλλά αυτοί τους αγνοούν. Πεινασμένα παιδιά μπαίνουν τουρτουρίζοντας. )

Η Πλούσια οικογένεια κάθεται στο παγκάκι

Θεία: Ελπίζω  να σας αρέσουν τα δώρα που σας έφερα.

Κοριτσάκι: Ω τι ωραία κούκλα

Αγοράκι: Ένα στρατιωτάκι.

Μητέρα: Άστε τα δώρα σας.

Πατέρα: Μας περιμένει ζεστή σούπα.

Πεινασμένα παιδιά: Πόση  αδικία Θεέ μου. Πόσο θα ήθελα και εγώ ζεστή σούπα.

Ζητιάνοι: Έχουν δίκια τα παιδιά. Δεν είμαστε και εμείς άνθρωποι; Άνθρωποι, άνθρωποι πολύ δυστυχισμένοι.

(Αφού βλέπει τις εικόνες αυτές, το χελιδόνι επιστρέφει στον Πρίγκιπα ενώ  οι εικόνες παγώνουν. )

Χελιδόνι: Πρίγκιπά μου …

Άγαλμα: Χελιδόνι, μικρό μου χελιδόνι, δεν μιλάς;

Χελιδόνι: Αχ, αγαπημένε μου πρίγκιπα. Αυτά που είδα …

Άγαλμα: Τι, τι είναι αυτό που αντίκρισαν τα μάτια σου και δεν το λες;

Χελιδόνι: Είδα τους πλούσιους να χαίρονται και να γλεντούν μέσα στα πανέμορφα σπίτια τους ενώ τους ζητιάνους να στέκονται στα κατώφλια και να τους αγνοούν. Είδα κατάχλομα πρόσωπα πεινασμένων παιδιών να κοιτάζουν με μάτια χαμένα τους σκοτεινούς δρόμους. Τώρα καταλαβαίνω τα λόγια σου.

Άγαλμα: Υπάρχει όμως ένα τρόπος να διώξουμε τη δυστυχία.

Χελιδόνι: Πώς;

Άγαλμα: Οι ζωντανοί πάντα λένε πως το χρυσάφι φέρνει ευτυχία. Είμαι σκεπασμένος με λεπτά φύλλα από ατόφιο χρυσάφι. Πρέπει να το βγάλεις φύλλο, φύλλο, και το δώσεις στους φτωχούς μου.

Χελιδόνι: Μα θα γίνεις μουντός και γκρίζος.

Άγαλμα: Αυτοί που πεινούν και δυστυχούν το ‘χουν περισσότερη ανάγκη από  μένα. Έλα μικρό μου χελιδόνι κάνε αυτό που σου λέω.

( Μουσική. Το χελιδόνι γυμνώνει τον Πρίγκιπα από τη χρυσή του φορεσιά. Φύλλο το φύλλο, παίρνει το χρυσάφι στους ζητιάνους και στα πεινασμένα παιδάκια και επιστρέφει. Αυτοί ζωντανεύουν. )

 

Ζητιάνοι: Μα τι είναι αυτό που πέφτει απ’ τον ουρανό; Χρυσάφι!!! Ζήτω!!!

Πεινασμένα παιδιά: Έχουμε ψωμάκι τώρα. Δεν θα πεινάσουμε ξανά. Σωθήκαμε.

Άγαλμα: Μπράβο χελιδονάκι μου. Έλα, έλα τώρα κοντά μου να ξεκουραστείς.

( Φεύγουν οι εικόνες από τη σκηνή )

Χελιδόνι: Κάνει τόσο κρύο!!!

Μουσική. Πέφτει χιόνι και παγωνιά απλώνεται παντού ενώ το Χελιδόνι χτυπά τα φτερά του, για να ζεσταθεί, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. )

Άγαλμα: Χελιδόνι, χελιδονάκι μου. Να μερικά ψίχουλα εκεί, στα πόδια μου. Φάε να ζεσταθείς.

Χελιδόνι: Είναι πια πολύ αργά.

Άγαλμα: Μα …

Χελιδόνι: Αγαπημένε μου Πρίγκιπα ήρθε η ώρα να σ’ αφήσω. Να σ’ αφήσω για πάντα.

Άγαλμα: Το αποφάσισες λοιπόν;

Χελιδόνι: Αντίο, αγαπημένε μου φίλε. Θα μ’ αφήσεις να φιλήσω το χέρι σου;

Άγαλμα: Χαίρομαι που θα πας στην Αίγυπτο επιτέλους, μικρό Χελιδόνι,  αρκετά έμεινες εδώ. Θα ήθελα όμως τόσο πολύ να με φιλήσεις, γιατί… σ’ αγαπώ.

Χελιδόνι: Δεν πρόκειται να πάω πια στην Αίγυπτο. Θα φύγω όμως. Θα φύγω για πάντα.

( Μουσική. Το χελιδόνι φιλάει τον Πρίγκιπα στο μάγουλο και πέφτει νεκρό στα πόδια του Πρίγκιπα. )

Άγαλμα: Όχι!!! Δεν μπορεί!!! Δεν είναι αλήθεια!!! Το χελιδόνι πάει, χάθηκε για πάντα. Αχ χελιδόνι, αχ χελιδονάκι μου. Πώς μπορεί η καρδιά μου να χτυπά χωρίς εσένα δίπλα μου; Πώς ν’ αντέξει; Τη νιώθω. Πάει να σπάσει!!!

Ήχος. Ακούεται ένα κρακ και το άγαλμα πεθαίνει. )

 

6η σκηνή

Μουσική. Οι ζητιάνοι τρέχοντας πάνε κοντά στο άγαλμα και το χελιδόνι. )

Ζητιάνος Β: Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας …

Ζητιάνος Α: Το μικρό χελιδονάκι …

Ζητιάνος Β: Έσβησαν …

Ζητιάνος Α: Χάθηκαν για πάντα. Η καρδιά μου πάει να σπάσει.

Ζητιάνος Β: Κι εμένα. Πρώτη φορά στη ζωή μου νιώθω έτσι.

Ζητιάνος Α: Παράξενο δεν είναι;

Ζητιάνος Β: Αυτό που είχαν, αυτό που μοιράστηκαν οι δύο φίλοι ήταν κάτι πολύτιμο.

Ζητιάνος Α: Πολύτιμο είπες;

Ζητιάνος Β: Ναι, ό, τι πολυτιμότερο συνάντησα στη ζωή μου.

Ζητιάνος Α: Βρήκαμε λοιπόν αυτό που ψάχναμε. Βρήκαμε το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο.

Ζητιάνος Β: Την αγάπη.

Ζητιάνος Α: Η αγάπη όμως φίλε μου δεν πουλιέται.

Ζητιάνος Β: Ναι. Δεν πουλιέται ούτε για όλα τα εκατομμύρια του κόσμου.

Ζητιάνος Α: Η αγάπη δεν πουλιέται αλλά ούτε και πεθαίνει ποτέ.

Ζητιάνος Β: Η αγάπη είναι αιώνια. Αιώνια όπως…

Ζητιάνος Α: Ο Χριστός.

Μουσική. Μπαίνουν άγγελοι πάνω στη σκηνή και περιτριγυρίζουν το άγαλμα, το χελιδόνι και τους ζητιάνους ενώ ταυτόχρονα μπαίνουν μικρά αγγελάκια και γεμίζουν όλο το χώρο. )

 

ΤΕΛΟΣ

 

 

 

 

ΗΜΕΡΑ ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΗΣ

 

ΑΙΝΙΓΜΑ

Έχω μαγικό κουτί

κι όλο ρίχνω κατιτί.

Όσο τρώει και χορταίνει

τόσο πιο πολύ παχαίνει!

Κι αν τ’ ανοίξω και τ’ αδειάσω

χίλια δυο θε ν’ αγοράσω.

Τι είναι;

Για καλοσκεφτείτε, όσο γρήγορα μπορείτε!

δεν το βρήκατε ακόμη;

Ε, δεν είστε οικονόμοι!

Το κουτί είναι ο κουμπαράς.

Το φαί του; Ο παράς!

 

ΓΙΑ ΓΑΜΟ…

(Ιορδάνα, Δημήτρης, Στ., Φωτεινή)

Κόρη: Μαμά, μπαμπά, αποφασίσαμε με τον Τάσο να κάνουμε το γάμο πιο σύντομα.

Μπαμπάς: Εντάξει, παιδί μου, με το καλό.

Μαμά: Πήγαινε τώρα μέσα, να συζητήσουμε με τον μπαμπά σου τις λεπτομέρειες.

Μπαμπάς: Είδες τι ζητάει η κόρη σου;

Μαμά: Τώρα τι κάνουμε;

Μπαμπάς: Τώρα τι κάνουμε; Να το σκεφτόσουν αυτό όταν γύριζες στα μαγαζιά και αγόραζες το ένα ρούχο μετά το άλλο. Τρεις ντουλάπες ρούχα γέμισες. Να μην πω για τα παπούτσια. ούτε σαρανταποδαρούσα να ήσουν!

Μαμά: Ενώ εσύ…Μες στην οικονομία… Γι αυτό σε έχουν μάθει όλα τα καζίνο της περιοχής…

Μπαμπάς: Ας τα αφήσουμε τώρα αυτά να δούμε τι θα κάνουμε.

Μαμά: Ε, θα ζητήσουμε δανεικά από τους γονείς μας. Εκείνοι κάνουν το κουμάντο τους. Και από αύριο… Τι λέω αύριο; Από σήμερα…

Μαμά:-Μπαμπάς: ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΗ!

ΟΥΤΕ ΓΙΑ ΝΟΙΚΙ!

(Αθανασία, Εβελίνα)

ΦΙΛΗ 1: Αχ, φιλενάδα μου δεν έχω μία!

ΦΙΛΗ 2:Γιατί πού τα ξόδεψες τα λεφτά σου;

ΦΙΛΗ 1:Τι τα ρωτάς; Δεν μπορώ να ξεκολλήσω από τις βιτρίνες!Και τώρα; Δεν έχω να πληρώσω ούτε το νοί κι μου.

ΦΙΛΗ 2:Μπορώ να σου δανείσω αλλά μήπως να κάνεις αυτό που κάνω και γω;

ΦΙΛΗ 1:Σαν τι δηλαδή;

ΦΙΛΗ 2:Κάθε μήνα βάζω στην άκρη κάτι από το μισθό μου.

ΦΙΛΗ 1:Αυτό θα κάνω και γω, γιατί όπως λέει και η γιαγιά μου:» Σταλαματιά σταλαματιά γεμίζει η στάμνα η πλατιά!»

ΚΑΝΑΜΕ ΤΟ ΚΟΥΜΑΝΤΟ…

(Λεμονιά, Αντώνης)

Γυναίκα: Αχ, τι ήταν αυτό που πάθαμε! Τώρα πού θα βρίσκουμε  τόσα χρήματα κάθε μήνα για να αγοράζουμε τα φάρμακα του παιδιού μας;

Άντρας: Καλά, γυναίκα, το ξέχασες; Εκείνα τα λεφτουδάκια που έχουμε στην άκρη; Για μια τέτοια στιγμή δεν τα φυλούσαμε;

Γυναίκα: Αχ, βρε άντρα μου, με τη στεναχώρια μου, τα ξέχασα. Έχεις δίκιο! Ευτυχώς, δε λες, που τόσα χρόνια κάναμε το κουμάντο μας και βρέθηκαν τώρα που τα χρειαζόμαστε τόσο πολύ;

Άντρας: Άντε πάμε, θα περάσει κι αυτό! Έχει ο Θεός!

ΓΙΑ ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ

(Κων/να, Χριστίνα)

Κων/να: Βρε, φιλενάδα, τόσο καιρό δουλειά, δουλειά. Έχω κουραστεί. Λέω να κάνουμε ένα ταξιδάκι.

Χριστίνα: Καλή η σκέψη σου αλλά πού θα βρούμε τα λεφτά;

Κων/να:Αυτό με προβλημάτισε και μένα.

Χριστίνα:Τι σκέφτεσαι να κάνουμε;

Κων/να:Έχουμε το παράδειγμα της αδερφής μου. Για να πάει ένα ταξίδι με τις φίλες της αποταμίευε κάθε μήνα ένα μέρος του μισ θού της.

Χριστίνα:Ας προσπαθήσουμε να κάνουμε και μεις το ίδιο. Γιατί…

Κων/να-Χριστίνα:«Σταλαματιά, σταλαματιά γεμίζει η στάμνα η πλατιά!»

 

Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ ΚΑΙ Ο ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ

(ΔΡΑΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ)

(Δημήτρης Χ.,  Άλκηστη)

 

Δημήτρης Χ.: Κάποτε ήταν ένα τζιτζίκι και ένα μυρμήγκι. Το τζιτζίκι είχε φτιάξει τη φωλιά του στα κλαδιά ενός δέντρου.

Άλκηστη: Eνώ το μυρμήγκι στις ρίζες του.

Δημήτρης Χ.: Ήταν καλοκαίρι και μόλις ανέτειλε ο ήλιος, το μυρμήγκι ξεκινούσε την εργασία του. Έβγαινε από τη φωλιά του και έψαχνε να βρει διάφορους σπόρους. Ο εργατικός μας φίλος εργαζόταν από την ανατολή μέχρι την δύση του ηλίου.

Άλκηστη: Από την άλλη μεριά, το τζιτζίκι ξυπνούσε αφού είχε σχεδόν μεσημεριάσει. Έβγαινε από τη φωλιά του και αφού έτρωγε κάτι πρόχειρα, έπιανε το τραγούδι.

Δημήτρης Χ.: Έτσι περνούσαν οι μέρες η μία μετά την άλλη

Άλκηστη: kαι ήρθε ο καιρός που έφυγε το καλοκαίρι και έδωσε την θέση του στο φθινόπωρο.

Δημήτρης Χ.: Το μυρμήγκι, έχοντας αρκετές προμήθειες, καθόταν και απολάμβανε τον ήχο που έκαναν οι σταγόνες της βροχής.

Άλκηστη:  Από την άλλη μεριά, το τζιτζίκι έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάτι να φάει αλλά δεν υπήρχε τίποτα.

Δημήτρης Χ.:  Καλέ μου γείτονα, σε παρακαλώ, δώσε μου κάτι να φάω γιατί όλα τα φύλλα έχουν ξεραθεί και δεν υπάρχει τροφή πουθενά.

Άλκηστη:  Καλά, όλο το καλοκαίρι τι έκανες;

Δημήτρης Χ.: Α! Το καλοκαίρι δεν πρόλαβα να μαζέψω τροφές γιατί είχα πολύ κέφι και τραγούδαγα όλη μέρα.

Άλκηστη:  Ε! Αφού τραγούδαγες το καλοκαίρι, ήρθε τώρα ο καιρός να χορέψεις. –

 

ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ

(Σωφρόνης, Νίκος)

Σωφρόνης: Λοιπόν, φίλε μου, σκέφτομαι να μαζέψω χρήματα μέχρι τα 18 μου, για να αγοράσω αυτοκίνητο.

Νίκος: Πολύ καλή ιδέα! Πού σκ’εφτεσαι να αποταμιεύεις;

Σωφρόνης: Στην τράπεζα, μάλλον.

Νίκος: Θα μπορούσες να τα βάζεις και σε  έναν κουμπαρά. Ξέρεις από αυτούς που δεν μπορείς να τους ανοίξεις εύκολα.  Για να μην μπαίνεις και σε πειρασμό.

Σωφρόνης: Και αυτό είναι μια καλή ιδέα!

Νίκος: Άντε,  λοιπόν. Καλή αρχή!

 

ΧΟΡΕΥΤΙΚΟ – ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Έχω λεφτά, πάρα πολλά

αλλά κάποια στιγμήθα τελειώσουν κι αυτά!

Η αποταμίευση είναι εδώ

θα την κάνω και εγώ!

Ξοδεύω πολλά, κάθε στιγμή

υπάρχει κάποια λύση κάποιος να μου πει;

Η λύση είναι αυτή. Μία και μοναδική!

Ευρούλι, το ευρούλι, γεμίζει το σακούλι!

Γεια σας, παιδιά! Να ‘στε καλά!

Κάντε αποταμίευση καθημερινά!

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση