7 Δεκ 2016

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

Συντάκτης: ΝΙΩΤΗ ΜΑΡΙΑ | Κάτω από: Χωρίς κατηγορία
ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 09.01.2007

Στους ορισμούς της ποίησης…

Του Παντελη Μπουκαλα

1) Χόρχε Λουίς Μπόρχες: «Η τέχνη του στίχου». Επιμέλεια: Calin-Andrei Mihailescu. Μετάφραση: Μαρία Τόμπρου. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2006, σελ. 184.

2) «Ποίηση για την ποίηση». Ανθολόγηση-πρόλογος: Αντώνης Φωστιέρης, Θανάσης Θ. Νιάρχος. Εκδόσεις Καστανιώτη, 2006, σελ. 219.

Αν υποθέσουμε ότι αμηχανούμε και δοκιμάσουμε να λύσουμε την απορία μας για το τι εστί ποίηση με τη βοήθεια των λεξικών, μάλλον δεν θα διευκολυνθούμε αποφασιστικά· οι λεξικογραφικοί ορισμοί της ποίησης πάσχουν επίσης από αμηχανία, αφού συνήθως επιχειρούν να την προσδιορίσουν σε αντιδιαστολή προς την πεζογραφία (εντοπίζουν δηλαδή το τι δεν είναι), χωρίς να κατορθώνουν να «φυλακίσουν» σε λέξεις κάτι περισσότερο από την ουσία της και πιο καίριο· επιπλέον, στους ορισμούς του «ποιητή» συνεχίζουμε να διαβάζουμε τα ημιαριστοκρατικά εκείνα που τον εννοούν σαν ένα σχεδόν παραμυθένιο πλάσμα το οποίο, ευλογημένο (ή καταραμένο;) από τη μοίρα, έχει το κοπιράιτ της «ευαισθησίας», του «ρομαντισμού» κ.λπ.

Προφανώς αυτήν τη λεξικογραφική αδυναμία και το ανέφικτο των ορισμών τα γνώριζε καλά ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899-1986). Γι’ αυτό και στην πρώτη κιόλας από τις έξι διαλέξεις του για την «τέχνη του στίχου», στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, το φθινόπωρο του 1967, σπεύδει να αποσαφηνίσει ότι, παρά τα εβδομήντα χρόνια του και την εικαζόμενη σοφία τους, «έχει να προσφέρει μόνο τις αμηχανίες του», «μόνο καθιερωμένες από τον χρόνο αβεβαιότητες». Για να λύσει το «αίνιγμα της ποίησης» μόνο μία μέθοδο διαθέτει: να τη ν ι ώ σ ε ι, να την εννοήσει σαν «πάθος και χαρά».

«Εάν πρέπει να ορίσω την ποίηση», λέει λοιπόν ο μεγάλος Αργεντινός συγγραφέας, «και νιώθω κάπως αμήχανα γι’ αυτό, εάν δεν είμαι πολύ σίγουρος γι’ αυτό, λέω κάτι όπως: «Ποίηση είναι η έκφραση του ωραίου διαμέσου λέξεων περίτεχνα υφασμένων μεταξύ τους». Αυτός ο ορισμός μπορεί να είναι αρκετά καλός για ένα λεξικό ή ένα εγχειρίδιο, αλλά όλοι νιώθουμε πως είναι κάπως αδύνατος. Υπάρχει κάτι πολύ σημαντικότερο – κάτι που θα μπορούσε να μας ενθαρρύνει να συνεχίσουμε όχι μόνο προσπαθώντας να γράψουμε ποίηση, αλλά και να την ευχαριστιόμαστε, και να νιώθουμε ότι ξέρουμε τα πάντα γι’ αυτήν. Αυτό είναι ότι ξ έ ρ ο υ μ ε τι είναι ποίηση. Το ξέρουμε τόσο καλά που δεν μπορούμε να το ορίσουμε με άλλες λέξεις, όπως δεν μπορούμε να ορίσουμε τη γεύση του καφέ, το κόκκινο ή το κίτρινο χρώμα, ή την έννοια του θυμού, της αγάπης, του μίσους, της ανατολής, του ηλιοβασιλέματος, ή της αγάπης μας για την πατρίδα μας. Αυτά τα πράγματα είναι τόσο βαθιά μέσα μας, που μπορούν να εκφραστούν μόνο με εκείνα τα κοινά σύμβολα που μοιραζόμαστε. Ετσι, γιατί να χρειαστούμε άλλες λέξεις;».

Κι ωστόσο, ο Μπόρχες και χρειάζεται και χρησιμοποιεί κι άλλες λέξεις στην προσπάθειά του, αν όχι να ξεκλειδώσει το μυστήριο της ποίησης, τουλάχιστον να προσφέρει στους ακροατές του τότε, στους αναγνώστες του τώρα, στοιχεία της προσωπικής του μεθόδου προσέγγισης των λογοτεχνημάτων, πεζών και στιχουργημένων. Οντας εμπειρότατος αναγνώστης, αναψηλαφεί με κριτική αυστηρότητα τη λογοτεχνία πολλών αιώνων, με σημείο εκκίνησης τον Ομηρο και τα έπη και με μια ταχύτητα που τον οδηγεί ενίοτε στον αφοριστικό τόνο, ο οποίος πάντως μετριάζεται από τον συχνά εκδηλούμενο αυτοσαρκασμό («ελάσσονα ποιητή» και «πολύ δειλό στοχαστή» χαρακτηρίζει τον εαυτό του). Αν επιχειρούσαμε να συνοψίσουμε, κάπως αυθαίρετα, τις σκέψεις του, όσες εκτυλίσσονται ενόσω μιλάει για τη μουσική των λέξεων, τον τρόπο της αφήγησης και τα λογοτεχνικά τεχνάσματα, θα εδραζόμασταν οπωσδήποτε στην «εμμονή» του ότι η ποίηση και η ανάγνωσή της είναι «πάθος και χαρά», καθώς και στην πεποίθησή του ότι «η τέχνη συμβαίνει κάθε φορά που διαβάζουμε ένα ποίημα». Αν οι γνώσεις μας, μοιάζει να λέει, δεν υπηρετούν τον σκοπό της απόλαυσης, αν δεν μας ξανακάνουν αφελείς με έναν καινούργιο τρόπο, είναι εμπόδιο και παγίδα.

Στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Μπόρχες η δυνατότητα της «τέχνης να συμβεί» δυσχεραίνεται από το γεγονός ότι τα ποιητικά αποσπάσματα που χρησιμοποιεί σαν παραδείγματα ο συγγραφέας παρατίθενται σε σχεδόν πεζή μετάφραση, η οποία δεν υπολογίζει το μέτρο ή τη ρίμα των πρωτοτύπων. Ενα άλλο πρόβλημα (συνηθισμένο ωστόσο σε ελληνικές εκδόσεις ξένων βιβλίων με αναφορές στα αρχαιοελληνικά γράμματα) είναι ότι υπάρχουν παραπομπές σε αρχαιοελληνικούς στίχους οι οποίοι δεν ταυτίζονται ούτε από τον επιμελητή ούτε από τη μεταφράστρια και επιμεταφράζονται χωρίς αυτοψία, χωρίς έλεγχο του πρωτοτύπου. Κάποια στιγμή, ας πούμε, ο Μπόρχες αναφέρει ένα επίγραμμα από τη «Παλατινή Ανθολογία», αποδιδόμενο στον Πλάτωνα, λέγοντας: «Οι στίχοι (δεν ξέρω αρχαία ελληνικά) είναι πάνω-κάτω οι εξής: «Θα θελα να ‘μουν η νύχτα, ώστε να μπορούσα να σε κοιτάζω να κοιμάσαι, με χίλια μάτια»». Το πρωτότυπο, από το 7ο Βιβλίο της Παλατινής, έχει τη δική του χάρη και μάλλον μας οδηγεί σε άλλη μετάφραση: «Αστέρας εσαθρείς αστήρ εμός· είθε γενοίμην / ουρανός ως πολλοίς όμμασιν εις σε βλέπω».

Ενα άλλο αρχαίο ποίημα πάντως που αναφέρει ο Μπόρχες, αποδίδοντάς το σε «Ελληνα ποιητή της Αλεξάνδρειας», ο οποίος έγραψε για τη «λύρα της τριπλής νύχτας» («όταν κοίταξα τα σχόλια της έκδοσης βρήκα ότι η λύρα ήταν ο Ηρακλής», σημειώνει απογοητευμένος ο Μπόρχες), δεν μπόρεσα να το εντοπίσω. Εικάζω ότι εννοείται ο Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς και το ποίημά του για τον «τρισέληνο Ηρακλή», όμως η εικασία μου είναι αυθαίρετη κι έτσι όσα σημειώνει σχετικά ο Μπόρχες για το «υπέροχο αίνιγμα της λύρας της τριπλής νύχτας», μένουν όντως αίνιγμα άλυτο, συνοδευμένα από την υποψία μιας πιθανής φιλολογικής παρερμηνείας.

«Υποθέτω ότι πρέπει να υπάρχουν τόσο πολλά πιστεύω, τόσο πολλές θρησκείες, όσοι και ποιητές» λέει ο Μπόρχες στη διάλεξή του υπό τον τίτλο «Το πιστεύω του ποιητή». Κατά κάποιον τρόπο, αυτός ο «ποιητικός πολυθεϊσμός», η ποικιλία των πιστεύω, αποκαλύπτεται στην Ανθολογία «Ποίηση για την ποίηση» που εκπόνησαν ο Αντώνης Φωστιέρης και ο Θανάσης Θ. Νιάρχος, ποιητές αλλά και έμπειροι πια ανθολόγοι. Στο βιβλίο, 150 Ελληνες ποιητές, του 19ου και, κυρίως, του 20ού αιώνα, κεκυρωμένοι και άδοξοι, «παραδοσιακοί» και «μοντέρνοι», εκθέτουν, με ένα ποίημά του ο καθένας τις ιδέες τους για την τέχνη τους, την «τέχνη του στίχου» (καλό θα ήταν να υπήρχε βιβλιογραφική σημείωση για τα ποιήματα, με προσδιορισμό της συλλογής στην οποία ανήκουν και του χρόνου έκδοσής της).

Ο τόμος θα μπορούσε να είναι και διπλάσιος σε όγκο, αφού υπάρχουν πολλά ακόμη ποιήματα που θεματοποιούν την ποίηση, το άγχος ή τη δόξα της (οπωσδήποτε ξενίζει η απουσία του Βύρωνα Λεοντάρη, ποιητή με ιδιαίτερα σκεπτική ποίηση, ο στίχος του οποίου «τα ποιήματα συμβαίνουν», συμφωνεί με το πόρισμα του Μπόρχες)· θα μπορούσε όμως να είναι και μικρότερος, αφού αρκετά από τα παρατιθέμενα ποιήματα διασώζονται λόγω του θέματός τους και της ιδρυτικής συνθήκης της Ανθολογίας και όχι λόγω της λογοτεχνικής αυταξίας τους. «Νομίζω πως ένα από τα αμαρτήματα της σύγχρονης λογοτεχνίας είναι ότι παραασχολείται με τον εαυτό της», λέει ο Μπόρχες στο δικό του βιβλίο, και είτε σαν αμάρτημα το δούμε αυτό είτε σαν αυτογνωστική υποχρέωση, η αλήθεια είναι ότι έχουν πληθύνει ιδιαίτερα τα αυτοαναφορικά ποιήματα, τα ποιήματα που χρησιμοποιούν σαν αφορμή και τέλος τους την ίδια την ποιητική τέχνη. Είναι επίσης ευδιάκριτο ότι στη σχετική παραγωγή ο τόνος δίνεται πλέον στη ματαιότητα ή την αδυναμία της ποίησης, παρά στον λυρικό εγκωμιασμό της.

Στον παρόντα τόμο ανθολογούνται στίχοι που αναλύουν σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο τα αισθήματα του ποιητή, αναζητώντας μάλλον κάποιο «εμείς», παρά επιβεβαιώνοντας την ύπαρξή του, και άλλοι που εκφέρουν στο πρώτο ενικό το όποιο πάθος τους, το οποίο ενίοτε αναλώνεται από τη ρητορική. Υπάρχουν εκδοχές ιδανικευτικού χαρακτήρα και άλλες που τις οργανώνει η απογοήτευση. Υπάρχουν οι ανοιχτές πολιτικές «απαντήσεις» και οι ενδοστρεφείς ιδιωτικές, οι δοξαστικές και οι ειρωνικές. Συλλειτουργώντας μέσα στις διαφορές και την αντιδικία τους, συγκροτούν ένα θερμό εν τέλει σώμα, ικανό να οδηγήσει τον αναγνώστη στον δικό του στοχασμό για το τι είναι η ποίηση, ή τι επιθυμεί να είναι, ώστε να συμπεράνει αν συμφωνεί ή όχι με τον στίχο του Νίκου Καρούζου, «ο ποιητής κύριοι περισσεύει».

Έντυπη Έκδοση Καθημερινής

Αφήστε μια απάντηση