Τα παιδιά επισκέφτηκαν το Κέντρο Μικρασιατικού Ελληνισμού στη Νέα Φιλαδέλφεια, όπου γνώρισαν με βιωματικό τρόπο τα πάθη και τις συμφορές των προσφύγων από τη Μικρά Ασία και αποτέλεσαν το σκηνικό των ιστοριών που έγραψαν.
Καραγεώργος Γιώργος
Κρατήσου…
Εισαγωγικό σημείωμα
Το κείμενο που ακολουθεί πραγματεύεται το θέμα του επαναπατρισμού των Ελλήνων που ζούσαν στη Σμύρνη και μετά τον ξεριζωμό τους έπρεπε να εγκατασταθούν στον ελλαδικό χώρο, στηλιτεύοντας τα ρατσιστικά και ξενοφοβικά σύνδρομα της ελληνικής κοινωνίας. Η νεαρή ηρωίδα, η Ειρήνη, Ελληνίδα από την Σμύρνη, εγκαθίσταται με την οικογένειά της στην περιοχή της Νέας Σμύρνης, όπου δουλεύουν ως κηπουροί, οι γονείς της. O Χρήστος, ο γιος των ιδιοκτητών, είναι ερωτευμένος μαζί της, δίχως να της έχει αποκαλύψει ακόμα τα έντονα αισθήματα αγάπης που τρέφει για αυτήν. Μόνο αυτός θα μπορούσε να της προσφέρει την στήριξη που χρειαζόταν. Η ίδια όμως είναι επιφυλακτική, καθώς έχει βιώσει την απόρριψη και τον κοινωνικό αποκλεισμό κι έτσι δεν αντέχει να υποφέρει ξανά. Στο απόσπασμα παρουσιάζονται οι δυσκολίες που είχαν να αντιμετωπίσουν οι μετανάστες από τη Μικρά Ασία, οι δύο διαφορετικοί κόσμοι, ενώ προβάλλεται και η σύγκρουση των διαφορετικών αντιλήψεων για την αξία των ανθρώπων, καθώς και το αντίκτυπο που είχε αυτή η νέα ζωή στα νεαρά παιδιά.
Η μοναξιά δεν είχε απασχολήσει ποτέ την Ειρήνη, η οποία όταν ζούσαν στην υπέρλαμπρη πολιτεία της Σμύρνης, δεν αισθανόταν απόμακρη από τους άλλους, αλλά ούτε και δυσθεώρητη. Δεν είναι μοναχική. Κανένα μέλος της οικογένειάς της. Ή μάλλον λιγάκι η μητέρα τους, λίγο πιο συγκεντρωμένη μέσα της, αλλά και πάλι, απλώς πιο λιγομίλητη, πιο κλειστή, πιο διστακτική. Στη μοναξιά δεν είχε εμβαθύνει, δεν τη λογάριαζε, δε την είχε πλησιάσει και γι’ αυτό δεν τη φοβόταν. Ούτε που τη σκεφτόταν. Η μοναξιά όρμησε μέσα της από τη στιγμή που αντίκρισε τον Χρήστο. Ήρθε και την ξάφνιασε.
Απόγευμα και τα πουλιά δε σώπαιναν. Βαστούσαν το τραγούδι τους μέχρι να σκοτεινιάσει. Χιλιάδες ερωδιοί πετούσαν πάνω από την αμμουδιά, άφοβοι, πλησίαζαν την ήρεμη επιφάνεια της θάλασσας, πετάριζαν, υψώνονταν, χαμήλωναν, διασταύρωναν, ρόδινες μελωδίες πάνω στη σκηνή ενός θεϊκού θεάτρου. Όλα τα χρώματα του δειλινού ήταν ζεστά, άγνωστα χρώματα για τους ζωγράφους της Σμύρνης, χρώματα που δεν είχαν όνομα. Χρώματα που δένονταν με τους ήχους, με τη σιωπή, με τις μυρωδιές, με τους χτύπους της καρδιάς… Και ξαφνικά ο ήλιος σαν άγουρο πορτοκάλι βουτούσε μέσα στη θάλασσα και μαζί του απομακρύνονταν τα τόσα χρώματα. Το μοναδικό που απέμεινε ήταν οι ασημένιες σκιές και η Ειρήνη πάσχιζε να δει από πού θα ξεπροβάλλει η σελήνη.
Έκανε κρύο και ο Χρήστος επιθυμούσε να συναντήσει την Ειρήνη. Όταν έφτασε στην καλύβα αντίκρισε το νεαρό κορίτσι. Κοιτάζονται. Αμίλητοι. Αποφάσισαν να κάνουν μια βόλτα. Να ξεσκάσουν. Περπατούσαν με τα χέρια σφιχτοδεμένα. Πόσο πολύ στήριζε αυτό το χέρι την Ειρήνη. Κάποια στιγμή, ο Χρήστος, αισθάνθηκε την Ειρήνη να σταματά. Την ένιωσε να του σφίγγει περισσότερο τα χέρια και να τον κοιτάζει.
- Τις τελευταίες μέρες είμαι ιδιαίτερα επιβαρυμένη ψυχικά. Μας ήρθε ένα γράμμα από την Έφεσο. Μέσα του έκρυβε τον λόγο για τον οποίο ο πατέρας τόσο καιρό δεν ερχόταν. Ένας μικρός στρατιώτης, έτσι τον αποκαλούσαν στον πόλεμο, κατευθύνθηκε προς την Άγκυρα. Πολέμησε γενναία, ξέκανε χίλιους εχθρούς χωρίς να φοβηθεί και τότε, λίγο πριν την ανακωχή, μια οβίδα τον τραυμάτισε στο χέρι. Τα φάρμακα είχαν τελειώσει και κανένας δεν υπήρχε να τον βοηθήσει. Η πληγή μεγάλωνε και η μόλυνση εξαπλώθηκε σε όλο του το σώμα, με αποτέλεσμα εκεί, μέσα στην έρημο με τις χρυσές καμήλες να αφήσει την τελευταία του πνοή. Ένας ξεχωριστός ιππότης, με σκληρή πανοπλία, μα με τόσο συγχρόνως τρυφερή και αγνή καρδιά, με μια παιδική αθωότητα, δεν μπόρεσε με το ατσάλι που τον προστάτευε να σωθεί κι έτσι έμεινε εκεί για πάντα… Ήταν ο καλύτερος άνδρας του κόσμου και ήμουν η πιο υπερήφανη κόρη…
- Κρατήσου Ειρήνη, κρατήσου. Άντεξε τις δυσκολίες και υπόμεινε τα εμπόδια, γιατί είσαι ακόμα δυνατή… Έχε υπομονή.. Να είσαι ευγνώμων, μην τα βάζεις με τον πόνο. Η αγάπη θα έρθει όπου να ναι και θα σου προσφέρει την στήριξη που χρειάζεσαι. Καμιά φορά να ξέρεις, όποτε νιώθεις απόμακρη από όλους, η μοναξιά είναι η μόνη σου παρηγοριά. Απλά άντεξε λίγο ακόμα.
- Αχ, πως έχουν γίνει τα πράγματα πάλι έτσι; Τίποτα πια δεν έχουν μάθει οι άνθρωποι από τον πόλεμο. Κανείς δε θέλει να ζει μέσα στο χάος. Γιατί είναι σαν να ζουν μια διαδρομή την οποία πρέπει να κατέβουν. Δύσκολο να κρατηθώ να είμαι ο εαυτός μου, όταν ψάχνω στο σκοτάδι για ένα χέρι. Κουράστηκα πια να παλεύω με τον εαυτό μου, χωρίς ελπίδα και σκοπό. Όσο κι αν προσπαθήσω, επιστρέφω και πάλι πίσω. Ήθελα να είχα την απάντηση γιατί πρέπει οι άνθρωποι να τα νιώθουν όλα.
- Άντεξε, αφέσου στο χρόνο, κάνε υπομονή. Αυτός είναι ο καλύτερος γιατρός, στοργικός προστάτης, φύλακας άγγελος. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα απαλυνθεί η πληγή που, ο πόλεμος σου έχει δημιουργήσει και θα τη φροντίζει, μέχρι να θρέψει. Άκουσε με, σε παρακαλώ, αυτός είναι ο μόνος τρόπος. Πίστεψέ με… Και έχουμε καιρό να συναντηθούμε. Σε πιθύμησα.
- Κοίτα να δεις. Κι εγώ θέλω να σε βλέπω περισσότερο. Η αλήθεια είναι αυτή. Και την ξέρεις. Και οφείλεις επίσης να ξέρεις ότι δεν είναι οι ασχολίες, η μελέτη, οι υποχρεώσεις στο σπίτι που με κάνουν διστακτική. Γιατί είμαι διστακτική. Ή μάλλον φοβισμένη. Τουλάχιστον να μη βρισκόμαστε μέσα σε πολύ κόσμο. O κόσμος παρακολουθεί. Και σχολιάζει… Στην εκδρομή μας, με το σχολείο του Πειραιά, ήμουν μόνη μου όλη την ημέρα. Και δεν είχα τι να κάνω και είδα όλα τα ιερά κειμήλια και όλα τα έργα τέχνης, δυο και τρεις φορές το καθένα. Έτσι ωραία πέρασα στην εκδρομή και δεν πρόκειται να ξαναπάω. Ποτέ. Κι έτσι περνώ τις μέρες μου και στο σχολείο. Μόνη. Αλλά αυτό δεν είναι μοναξιά. Ή τουλάχιστο δε με στενοχωρεί. Αγανακτώ όμως. Εμείς δεν είμαστε ξένοι. Ήμαστε Έλληνες. Σπαρταρούσαμε όλα αυτά τα χρόνια για την πατρίδα. Και οι γονείς μου και η γιαγιά.
- Προσπαθείς όμως να τους βοηθάς όλους, έτσι δεν είναι; Εγώ, μπορεί να μην σε ξέρω αρκετό καιρό, αλλά σε νιώθω, δηλαδή σε καταλαβαίνω. Όταν ήμουν πιο μικρός και δεν είχε μαθευτεί ότι ήμασταν πλούσιοι, έτσι με αντιμετώπιζαν. Ξέρω ποια στα αλήθεια είσαι. Δεν μπορώ να καταλάβω, είναι σαν να ήξερα πολύ καιρό πριν, εννοώ… Μην κοιτάς τους τρόπους με τους οποίους οι άλλοι πλούσιοι ξεσπούν σε εσένα. Το μόνο που κάνουν είναι να απομακρύνουν την ανθρωπιά από πάνω τους. Κάνε κουράγιο Ειρήνη, κάνε κουράγιο…
- Χθες το βράδυ, άκουσα φωνές και σηκώθηκα να δω τι συμβαίνει. Νόμιζα ότι ήταν η αδερφή μου, η Εμιλία, η οποία συχνά βλέπει τον τελευταίο καιρό εφιάλτες, αλλά δεν ήταν αυτή. Ήταν ο θείος μας, ο οποίος καθόταν στο τζάκι και προσπαθούσε να κρύψει τους λυγμούς του. Μου λέει με σκληρό κι απότομο τρόπο, τι δουλειά έχω εγώ τέτοια ώρα ξύπνια. Ξαφνικά το βλέμμα του αγρίεψε. Έφυγα. Και τότε έτρεξα γρήγορα στο δωμάτιό μου. Κουκουλώθηκα και δεν ξανακοιμήθηκα. Ήταν σαν να αισθάνθηκα τη θλίψη και την αγανάκτησή του. Βλέπεις τώρα ότι όσο κουράγιο κι υπομονή κι αν κάνω, αυτές οι πληγές που ο ξεριζωμός, η προσφυγιά και ο κοινωνικός μας περίγυρος δημιούργησε δε θεραπεύονται εύκολα. Τον θείο μου τον αγαπώ όσο κανέναν άλλο στον κόσμο και τον νοιάζομαι. Ήθελα να ήξερα αν μπορούσες καθόλου να συμμεριστείς τα προβλήματά μου. Και δεν μπορώ να καταλάβω, πως κάποιος μπορεί να εγκλωβιστεί στις επιλογές του άλλου.
- Δεν ξέρω. Λυπάμαι. Στενοχωριέμαι πολύ να σ’ ακούω. Όλα αυτά που μου λες είναι πρωτόγνωρα. Εγώ γνώρισα στη Νέα Φιλαδέλφεια ένα κορίτσι, το οποίο όμως δεν αντιμετώπιζε τα ίδια προβλήματα. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι υπομονή…
Οι δύο νέοι συνέχισαν το περπάτημά τους προς τη θάλασσα. Εκεί τελείωνε και το αγρόκτημα, στο οποίο οι γονείς της Ειρήνης δούλευαν ως κηπουροί. Το βουητό της ξυπνούσε όλους τους γύρω πρόσφυγες. Μπροστά στα μάτια τους, η θάλασσα μανιασμένη, θόλο-πράσινη, όπου να ‘ταν θα ξεχείλιζε, για να πνίξει την γη. Τα κύματα, απανωτά, κατρακυλούσαν, αφρίζοντας, μουγκρίζοντας, σαν τεράστιες γλώσσες δρακόντων, έσπαγαν πάνω στην ατέλειωτη αμμουδιά κι ύστερα, όσο να πάρουν μιαν ανάσα, υποχωρούσαν, και πάλι ορμούσαν να την κατασπαράξουν… Τότε, η Ειρήνη, βγάζει από το χέρι της ένα κλειδί, σαν μαγεμένο, ατσάλινο, με ένα ιδιαίτερο σχήμα, ενώ έπειτα ανοίγει τα χέρια του Χρήστου, τοποθετώντας το μέσα στις χούφτες του.
- Αυτό είναι για εσένα. Ένα κλειδί που πρόλαβα να πάρω, λίγο πριν μας διώξουν από την πατρίδα μας. Μου το είχε χαρίσει η γιαγιά μου, όταν καθόμασταν σ’ αυτή τη μεγάλη ψάθινη κουνιστή καρέκλα της. Το δίνω σε εσένα, γιατί είσαι ο μόνος που μου συμπαραστάθηκε σε όλο αυτό το διάστημα. Λένε, πως αυτό το κλειδί θα ξεκλειδώσει μια μέρα την πόρτα της ευτυχίας και όλα τα όνειρα του κατόχου του, θα εκπληρωθούν. Νέοι ορίζοντες, γεμάτοι περιπέτειες θα ανοιχτούν μπροστά του. Είναι ένα δώρο, για να σου δείξω την ευγνωμοσύνη μου για όλα αυτά που μου έχεις εσύ προσφέρει. Μπορεί οι γονείς σου να είναι πιο κλειστοί και φοβισμένοι, αλλά παρ’ όλα αυτά κατάφερες να λύσεις τα δεσμά που κρατούν αιχμάλωτη την ανθρώπινη καρδιά και να βοηθήσεις να ανθρώπους, δίνοντάς τους στέγη, τροφή και νερό. Φτιαγμένο από ατσάλι, συμβολίζει την δύναμη της Σμύρνης λίγο πριν από την πυρπόλησή της, ενώ κάθε μια παράσταση που εικονίζεται επάνω τους, αποτυπώνει τα σημαντικότερα γεγονότα της ιστορίας. Το μόνο πρόβλημα που έχει είναι ότι είναι ημιτελής. Το άλλο μισό μέρος του κλειδιού, λένε ότι το έχει ο άνθρωπος που θα μου συμπαρασταθεί περισσότερο και θα με στηρίζει σε κάθε βήμα. Ακόμα όμως δεν τον έχω βρει. Ωστόσο, μόνο σε περίπτωση που ανακαλυφθεί το άτομο αυτό, θα μπορέσω να επιστρέψω στην πατρίδα και να ανοίξω ξανά την πόρτα του παλιού μου σπιτιού.
- Ειρήνη, αυτό το δώρο είναι πραγματικά υπέροχο. Με συγκίνησες. Πρέπει λοιπόν να σου αποκαλύψω κι εγώ κάτι. Εγώ είμαι ο κάτοχος του κλειδιού. Εγώ το είχα από την αρχή. Και αυτό γιατί πριν η γιαγιά σου, ερωτευτεί τον παππού σου και στερηθεί τον ύπνο από τον έρωτά της, ήταν ερωτευμένη με τον δικό μου παππού, ενώ για δώρο επέλεξαν να αγοράσουν αυτό το κλειδί μαζί. Κι έτσι, αφότου χώρισαν, καθένας χάραξε μια δική του πορεία, οδηγώντας τελικά τον παππού μου, εδώ, στην Αττική.
Ένας έντονος συναισθηματικός δεσμός αναπτύχθηκε ανάμεσά τους. Τότε ήταν που το κορίτσι ξέχασε τη δειλία της, έπαψε να είναι διστακτική και για πρώτη φορά θα μπορούσε να σταθεί στα πόδια της, να αντέξει τις δυσκολίες της ζωής και να βγει στην βιοπάλη, με σκοπό να διεκδικήσει τα δικαιώματά της στο όνειρο, την ειρήνη και την ελευθερία.
Να ξέρεις, Ειρήνη, πως εκεί που υπάρχει αγάπη δε νυχτώνει ποτέ…
Έτσι λοιπόν, το κλειδί αυτό κατάφερε να απαλύνει της πληγές της Ειρήνης, να αντιμετωπίσει τα ξενοφοβικά και ρατσιστικά σχόλια των συμμαθητών της και να δημιουργήσει τη δική της ζωή, μια ζωή απαλλαγμένη από τον πόλεμο, στην οποία η αγάπη θα κυριαρχεί και οι λαοί θα είναι μονιασμένοι.
Τελικά, το ποτάμι τούτο, που πάντα μέσα του, η Ειρήνη, έπλενε τα χέρια της, κρύβει χρυσό. Υπάρχει ελπίδα σε αυτά τα νερά, το ήξερε, μα δεν μπορούσε να πείσει τον εαυτό της να κολυμπήσει, όταν πνιγόταν στην απέραντη σιωπή. Ωστόσο είναι ακόμα παιδί, μα δεν της δόθηκε η ευκαιρία να αισθανθεί τον κόσμο γύρω της, αλλά ούτε και ο χρόνος να διαλέξει αυτά που τελικά επέλεξε. Ζητάει από τον Χρήστο να είναι επιεικής μαζί της και να μην αρνηθεί το πόσο σκληρά προσπάθησε. Έχει ακόμα καλές προθέσεις, σκοπούς και όλες αυτές τις ελπίδες, μα τώρα πια ξέρει πως αυτά μάλλον δεν φάνηκαν ποτέ. Θα συνεχίσει όμως να προσπαθεί για έναν κόσμο γεμάτο με σύμπνοια και ομόνοια…
Πρόσφατα σχόλια