46 χρόνια χωρίς τον Γιώργο Σεφέρη

seferis-khdeiaΣαν σήμερα, 20 Σεπτεμβρίου 1971, πέθανε ο Γιώργος Σεφεριάδης-Σεφέρης, ο ποιητής που χάρισε στην Ελλάδα το πρώτο της Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963 (ακολούθησε ο Οδυσσέας Ελύτης το 1979). Η κηδεία του, στις 22 Σεπτεμβρίου δεν εξελίχθηκε μόνο σε λαϊκό προσκύνημα, αλλά σε διαδήλωση εναντίον της χούντας με πλήθος νέων να κατακλύζουν την Αθήνα ακολουθώντας τη νεκρώσιμη ακολουθία ως το Α’ Νεκροταφείο και τραγουδώντας το απαγορευμένο «Στο περιγιάλι το κρυφό», σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη.

Απόσπασμα από την κηδεία του Γιώργου Σεφέρη (πατήστε πάνω στο σύνδεσμο)

 

Ο Οδυσσέας Ελύτης δήλωνε τότε: «Κανείς άλλος δεν στάθηκε τόσο ικανός ν’ ανιχνεύσει, να βρει και να κινήσει τα νήματα της ζωντανής ελληνικής παράδοσης όσο αυτός… Καλλιέργησε το αίσθημα της ευθύνης και κράτησε ψηλά τη σημαία της ελεύθερης συνείδησης, που τόσο την έχουν ανάγκη, σήμερα προπάντων, οι νέοι». Αλλά και ο Γιάννης Ρίτσος αναφέρθηκε στο χαμό του Γιώργου Σεφέρη: «Αυτή την ώρα, τα λόγια μου φαίνονται μικρά για το ανάστημα του ποιητή, μικρά για τη λύπη και την περηφάνια που μας γεμίζει το έργο του και το ήθος του. Εδώ και πολλά χρόνια, σε κρίσιμες στιγμές της ελληνικής ιστορίας, ο ποιητής έσμιξε ποίηση και ελευθερία, αισθητική και ηθική, σε μια γνήσια και φυσική ενότητα, αφήνοντας μιάν υψηλή, παραδειγματική κληρονομιά σ’ ολόκληρο τον ελληνικό πολιτισμό. Ακόμα μια φορά «σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα».

 

Αποσπάσματα από την ομιλία που εκφώνησε στη σουηδική ακαδημία κατά την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας

«…Ανήκω σε μια χώρα μικρ1neb42a-700x462ή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. O ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμη πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα» λέει ο Ηράκλειτος· «ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν»……

…..Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται. Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Oιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Oιδίποδα.  . (Περιλαμβάνεται στις «Δοκιμές» του, στον Β’ τόμο, εκδόσεις Ίκαρος).
Πηγή : Andro.gr [ http://www.andro.gr/empneusi/giwrgos-seferis/

 

21η Μαρτίου, Παγκόσμια ημέρα ποίησης

Επιλέξαμε να γιορτάσουμε την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης με μερικά από τα ωραιότερα μελοποιημένα ποιήματα.

Δρόμοι παλιοί (Ποίηση: Μανόλης Αναγνωστάκης,  Μουσική:  Μίκης Θεοδωράκης,  Ερμηνεία: Δήμητρα Γαλάνη)

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή

Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου κι εγώ

Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ
κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε με γνώριζε

 

Κοντά σου (Ποίηση: Μαρία Πολυδούρη, Μουσική: Νότης Μαυρουδής, Ερμηνεία: Αμαλία Τάτση)

Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι άνεμοι
Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως
Στου νου μας τη χρυσόβεργη ανέμη
ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός

Κοντά σου η σιγαλιά σαν γέλιο μοιάζει
Που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά,
κι αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει
πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά

Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σαν λουλούδι
κι ανύποπτα περνά μες στη ζωή
Κοντά σου όλα γλυκά κι όλα σαν χνούδι,
σα χάδι, σαν δροσούλα σαν πνοή

 

Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον (Ποίηση: Κωνσταντίνος Καβάφης, Μουσική: Δήμος Μούτσης, Ερμηνεία: Άλκηστις Πρωτοψάλτη)

Σαν άξαφνα ώρα μεσάνυχτα
ακουστεί αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες με φωνές
την τύχη σου που ενδίδει πια
τα έργα σου που απέτυχαν
τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες
μη ανωφέλετα θρηνήσεις
προπάντων να μην γελαστείς
μην πεις πως ήταν ένα όνειρο
μάταιες ελπίδες τέτοιες μη καταδεχτείς
σαν έτοιμος από καιρό σαν θαρραλέος
σαν που ταιριάζει σε
που αξιώθηκες μια τέτοια πόλη
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο
κι άκουσε με συγκίνηση
αλλ’ όχι με των δειλών τα παρακάλια
και παράπονα
ως τελευταία απόλαυση τους ήσους
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου
κι αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις

 Το πέρασμά σου (Ποίηση: Κώστας Βάρναλης, Μουσική: Γιάννης Σπανός, Ερμηνεία: Κώστας Καράλης)

Στη ζήση αυτή που τη μισούμε
στη γης αυτή που μας μισεί,
κι όσο να πιούμε δε σε σβηούμε
πόνε πικρέ και πόνε αψύ,
που μας κρατάς και σε κρατούμε.

Ήρθες Εσύ μιαν άγιαν ώρα,
όραμα θείο και ξαφνικό
και γέμισεν ανθόν, οπώρα,
κελαηδισμόν παθητικό
όλ’ η καρδιά μας, όλη η χώρα.

Αχ! τόσο λίγο να βαστάξει
τούτ’ η γιορτή κι η Πασχαλιά.
Έφυγες κι έχουμε ρημάξει
ξανά και πάλι η Πασχαλιά
γιατί έτσι λίγο να βαστάξει!

 

Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι (Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης, Μουσική: Δήμος Μούτσης, Ερμηνεία: Μανόλης Μητσιάς)

Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι
γκρινιάζει κάποιος φωνογράφος
πες μου τι να της πω Χριστέ μου
τώρα συνήθισα μονάχος

Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι
λόγια για λόγια κι άλλα λόγια
αγάπη πού `ναι η εκκλησιά σου
βαρέθηκα πια στα μετόχια

Αχ, αν ήταν η ζωή μας ίσια
πώς θα την πέρναμε κατώπι
μα αλλιώς η μοίρα το βουλήθη
πρέπει να στρίψει σε μια κόχη

Τάχα, παρηγοριά θα βρούμε
η μέρα φόρεσε τη νύχτα
όλα είναι νύχτα όλα είναι νύχτα
κάτι θα βρούμε ζήτα ζήτα

Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι
βλέπω τα κόκκινά της νύχια
μπρος στη φωτιά πως θα γυαλίζουν
και τη θυμάμαι με το βήχα.

 

Την πόρτα ανοίγω το βράδυ (Ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης, Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, Ερμηνεία: Διονύσης Τσακνής)

Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,
τη λάμπα κρατώ ψηλά,
να δούνε της γης οι θλιμμένοι,
να ’ρθούνε, να βρουν συντροφιά.

Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,
σταμνί για να πιει ο καημός
κι ανάμεσά μας θα στέκει
ο πόνος, του κόσμου αδερφός.

Να βρούνε γωνιά ν’ ακουμπήσουν,
σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός
κι εκεί καθώς θα μιλάμε
θα ’ρθει συντροφιά κι ο Χριστός.

 

Βράδυ (Ποίηση: Κώστας Καρυωτάκης, Μουσική: Λένα Πλάτωνος, Ερμηνεία: Σαββίνα Γιαννάτου)

Τα παιδάκια που παίζουν στ’ ανοιξιάτικο δείλι
μια ιαχή μακρυσμένη
Τ’ αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει

Τ’ ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,
η αδειανή κάμαρά μου
Ένα τρένο που θα `ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου

Οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ’ ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη…

 

Για σένα στις επιθυμίες μου (Ποίηση: Κική Δημουλά, Μουσική: Κώστας Παρίσης, Ερμηνεία: Μάνος Ξυδούς & Μαριάννα Γερασιμίδου)

Για σένα στις επιθυμίες μου
λόγος δε γίνεται ποτέ.
Δε σε προέβλεψαν ποτέ
τα όνειρά μου
Οι προαισθήσεις μου
ποτέ δε σε συνάντησαν.
Ούτε η φαντασία μου.
Κι όμως μια ανεξακρίβωτη στιγμή
σ`εξακριβώνω μέσα μου
ένα έτοιμο κιόλας αίσθημα.

 

Και δύο ποιήματα που υμνούν την άνοιξη:

Ανοιξιάτικο βραδάκι (Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος, Μουσική: Σπήλιος Μεντής, Ερμηνεία: Γιοβάννα)

Γράφει το φεγγάρι γράφει
μ’ ασημένια κιμωλία
στο σμαράγδινο χωράφι
την καινούρια μας φιλία.
Γράφει και στις πόρτες πάνω
και στις μάντρες και στους δρόμους
δίπλα σου να γύρω κάνω
και μ’ ασήμωσε τους ώμους.
Τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι
θα με πάρει
κράτα με απ’ το χέρι.
Κοίτα τ’ άλλο το ζευγάρι
είναι ένα αστέρι
( αστέρι γιά μαχαίρι; )
κόψαν τ’ αξεδιάλυτο κουβάρι
και φιλί με το φιλί
σκαλί σκαλί
ανεβαίνουν στο φεγγάρι.
Ρίξε τα κλειδιά στον αέρα
κλείσε το πικρό βιβλίο
το φεγγάρι λάμπει ως πέρα
σαν τζαμένιο ανθοπωλείο,
Μήτε ξέρω τι `ναι δάκρυ
τ’ άστρα σε ραντίζουν ρύζι
τα χρυσά γαλάζια μάκρη
ο διπλός μας ίσκιος σκίζει.
Τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι
θα με πάρει
κράρα με απ’ το χέρι.
Κοίτα τ’ άλλο το ζευγάρι
είναι ένα αστέρι
( αστέρι γιά μαχαίρι; )
κόψαν τ’ αξεδιάλυτο κουβάρι
και φιλί με το φιλί
σκαλί σκαλί
ανεβαίνουν στο φεγγάρι.

 

Όταν μιαν άνοιξη (Ποίηση: Μανόλης Αναγνωστάκης, Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, Ερμηνεία: Μαργαρίτα Ζορμπαλά)

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει
θα ντυθείς μια καινούργια φορεσιά
και θα `ρθεις να σφίξεις τα χέρια μου
παλιέ μου φίλε

Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις
μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου
κι ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη

Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,
ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας
και τα όνειρά μας

Κι ίσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες
μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περισσότερο
από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου
παλιέ μου φίλε

Με την ποίηση πολεμάμε τον ρατσισμό

img28301_288026045de4f4f3e86bf44542a78ef7

Η 21η Μαρτίου έχει ορισθεί ως Διεθνής Ημέρα για την εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων και του ρατσισμού. Ταυτόχρονα έχει ορισθεί και ως Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης.

Η ποίηση μπορεί να συμπυκνώσει με τρόπο μοναδικό αξίες όπως η ισότητα, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η κοινωνική δικαιοσύνη.

Ποίημα ανώνυμου παιδιού από την Αφρική (προτάθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη ως το καλύτερο ποίημα του 2006)

Όταν γεννιέμαι, είμαι μαύρος
Όταν μεγαλώσω, είμαι μαύρος
Όταν κάθομαι στον ήλιο, είμαι μαύρος
Όταν φοβάμαι, είμαι μαύρος
Όταν αρρωσταίνω, είμαι μαύρος
Κι όταν πεθαίνω, ακόμα είμαι μαύρος
Κι εσύ λευκέ άνθρωπε
Όταν γεννιέσαι, είσαι ροζ
Όταν μεγαλώνεις, γίνεσαι λευκός
Όταν κάθεσαι στον ήλιο, γίνεσαι κόκκινος
Όταν κρυώνεις, γίνεσαι μπλε
Όταν φοβάσαι, γίνεσαι κίτρινος
Όταν αρρωσταίνεις, γίνεσαι πράσινος
Κι όταν πεθαίνεις, γίνεσαι γκρι

Και αποκαλείς εμένα έγχρωμο…

 

Ποίημα του Γερμανού ιερέα Martin Niemöller

Όταν οι Ναζί έπαιρναν τους κομμουνιστές   σιώπησα,
δεν ήμουν δα κομμουνιστής.
Όταν φυλάκιζαν τους σοσιαλδημοκράτες   σιώπησα,
δεν ήμουν δα σοσιαλδημοκράτης.
Όταν έπαιρναν τους συνδικαλιστές   σιώπησα,
δεν ήμουν δα συνδικαλιστής.
Όταν έπαιρναν εμένα,
δεν είχε μείνει κανείς  να διαμαρτυρηθεί.

 

Από τις «Γειτονιές του κόσμου» του Γιάννη Ρίτσου

Είναι μεγάλος τούτος ο άνεμος
είναι πελώριος τούτος ο άνεμος
είναι χαρούμενος, χαρούμενος, χαρούμενος,
ρίχνει τα τείχη που ύψωσαν ανάμεσα στους λαούς
ρίχνει τα τείχη του θανάτου
ρίχνει τα τείχη ανάμεσα στο νου και στην καρδιά
τα τείχη ανάμεσα σε σένα και σε μένα
κι ανοίγει διάπλατα, πάνου απ’ τον κόσμο, του ήλιου παράθυρο.
Ακούστε πώς σφυρίζει τούτος ο άνεμος
μέσα στις ματωμένες γειτονιές του κόσμου.

 

Καλλίγραμμα του Γκιγιόμ Απολινέρ

screen_shot_2016-03-18_at_6.45.00_am

ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

 

18 Μαρτίου 1996. Πέθανε από ανακοπή καρδιάς στο σπίτι του στην Αθήνα   ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης. Στο πλευρό του, η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, η οποία τον συντρόφευε τα τελευταία 13 χρόνια της ζωής του.

Για τον Ελύτη ο θάνατος δεν ήταν παρά ακόμη ένα ταξίδι.

«Είπα θα φύγω. Τώρα. Μ’ ό,τι να ‘ναι: τον σάκο μου τον ταξιδιωτικό στον ώμο, στην τσέπη μου έναν οδηγό, τη φωτογραφική στο χέρι. Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα θα πάω να βρω ποιος είμαι. Τι δίνω, τι μου δίνουν και περισσεύει το άδικο. Χρυσέ της ζωής αέρα» («Ο μικρός Ναυτίλος», 1985).

 

Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)

  • Φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλη. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο. Κατάγεται από τη Λέσβο. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
  • Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε το 1935 με ποιήματα στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα.
  • Ενώ ο Γ. Σεφέρης ανανεώνει την ελληνική ποίηση επηρεασμένος από το συμβολισμό, ο Οδ. Ελύτης γράφει αφομοιώνοντας τα πιο ουσιώδη στοιχεία του υπερρεαλισμού.
  • Από την ποιητική του παραγωγή ξεχωρίζουν οι τρεις πρώτες συλλογές του, που τα κύρια χαρακτηριστικά τους μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: α) Το ποίημα εκφράζει μια βαθιά αίσθηση της ζωής, υγεία και νεανικό σφρίγος, που εξωτερικεύονται με τη συνεχή παράθεση απροσδόκητων εικόνων. β) Οι εικόνες συνδέονται μεταξύ τους συνειρμικά και διακρίνονται για την ανανεωμένη και συναισθηματικά φορτισμένη γλώσσα τους.
  • Σημαντική όμως τομή στην ποιητική του γραφή αποτελεί το Άξιον Εστί, γιατί όσο κι αν διατηρεί τα βασικά συστατικά της, κατορθώνει να μετουσιώσει τα πιο γόνιμα στοιχεία της ποιητικής μας παράδοσης. Με το Άξιον Εστί αρχίζει η ώριμη περίοδος του Ελύτη.
  • Γενικά, θεωρείται ως ένας από τους πιο σημαντικούς νεοέλληνες ποιητές, που με την πλούσια φαντασία του ανανέωσε την ελληνική ποίηση.
  • Το 1979 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ της λογοτεχνίας.
  • Το έργο του: α) Ποιητικές συλλογές: Προσανατολισμοί (1940), Ήλιος ο Πρώτος (1943), Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για το Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας (1945), Το Άξιον εστί (1959), Έξι και Μια Τύψεις για τον Ουρανό (1960), Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά (1971), Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας (1971), Θάνατος και Ανάσταση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (χειροποίητη έκδοση του γλύπτη Κουλεντιανού, Παρίσι 1971), Το Μονόγραμμα (1972), Τα Ετεροθαλή (1974), Μαρία Νεφέλη (1978), Ο μικρός ναυτίλος (1985), Δυτικά της λύπης (1995) κ.ά.

           β) Δοκίμια: Ο Ζωγράφος Θεόφιλος (1973), Ανοιχτά χαρτιά (1974), Η Μαγεία του Παπαδιαμάντη (1976).

           γ) Μεταφράσεις: Δεύτερη Γραφή (1976), μεταφράσεις ποιημάτων των Ρεμπώ, Λωτρεαμόν, Ελιάρ, Ζουβ, Ουγκαρέτι, Λόρκα, Μαγιακόφσκι. Μετέφρασε επίσης τα θεατρικά έργα: Νεράιδα του Ζιροντού, Ο Κύκλος με την Κιμωλία του Μπρεχτ και Δούλες του Ζενέ. (Από το διαδραστικό βιβλίο της Β΄τάξης)

Λίγο πριν το θάνατό του, το 1995, εκδόθηκε μια συλλογή δοκιμίων του ποιητή με τίτλο «Ο κήπος με τις αυταπάτες». Απ’ αυτήν τη συλλογή διαβάζουμε:

ΣΤΗ ΣΧΟΛΗ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ

ΑΕΡΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ, δεν πιάνεται. Σύμφωνοι. ίδιος όμως από πού πιάνεται; Από την άκρη του σεντονιού της θάλασσας, που τ’ ανασηκώνει κάποτε τόσο ψηλά ώστε για μια στιγμή να βλέπεις την γυμνή πλάτη τ’ ουρανού γεμάτη αφρούς και κοχύλια;

Απ’ τις αυλές και τους φωταγωγούς των παλαιών σπιτιών όπου λουφάζει και μουγκρίζει ολονυχτίς, ώσπου με το πρώτο ξύπνημα ξεσπά και ξετυλίγει μια σειρά κατάλευκους φλόκους στην Πάρο, την ΄Ιο, την Μύκονο; Ή μήπως απ’ τα ξεχαρβαλωμένα πορτοπαραθυρόφυλλα, όπου μάλιστα αν συμβεί και θυμώσει αρχίζει να μιλά και στην παλιομαραγκική;…

Άνεμε, άνεμε,

ο μονογενής της Τήνου

και πολύτεκνος των Κυκλάδων,

που με λυτό μαλλί κοριτσιών ξέρεις να υπογράφεις

και καρέκλες πλαταγιστές να τυμπανίζεις,

κέρνα μια σωφροσύνη απ΄αυτήν που διδάσκει ο υιός της Ήρας.

Έτσι, ώστε ούτε ο κίνδυνος να γίνεται αντίπαλος του πλου

ούτε ο πλους αντίπαλος του κινδύνου… …..

«Ο κήπος με τις αυταπάτες»

Εκδόσεις Ύψιλον, 1995

Παρακάτω μπορείτε να ακούσετε κάποια τραγούδια σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη:

Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης   Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης   Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη

 

Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης   Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης   Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη

 

Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης   Μουσική: Λίνος Κόκοτος   Ερμηνεία: Μιχάλης Βιολάρης

Για ένα παιδί που κοιμάται

ΔΗΜΗΤΡΑ Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ  

Για ένα παιδί που κοιμάται

         Στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του εικοστού αιώνα, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων των ανατολικών χωρών, μεγάλο μέρος του πληθυσμού τους μετακινήθηκε σε ευρωπαϊκές χώρες, με σκοπό την εξεύρεση εργασίας. Από την εποχή αυτή και ως τις μέρες μας ζουν και βιοπαλεύουν στη χώρα μας χιλιάδες οικονομικοί μετανάστες, όπως το παιδί του ποιήματος, που κερδίζει το ψωμί του στα φανάρια της λεωφόρου και κοιμάται στο μηχανοστάσιο του εργοστασίου. Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή Το κυπαρίσσι των εργατικών (1995).

Νύχτα. Η κίνηση αραιή στη λεωφόρο.
Μες στο κλειστό, το φωτισμένο εργοστάσιο,
Οι μηχανές, αποσταμένες* μα άγρυπνες,
Επιβλέπουν σαν άκακοι γίγαντες
Τον ύπνο του μικρού. Στριμωγμένος
Κοντά στη σκάρα του ατμού,*
Με του αδερφού του το παλτό σκεπασμένος
Ξεκουράζεται.
Όλη τη μέρα δουλεύει στα φανάρια*
Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο.
Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη* αγανάκτηση. Περιμένει το επόμενο φανάρι.
Τίμια κερδίζει έτσι το ψωμί
Και το μερίδιο του νυχτοφύλακα,
Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.

Τα χιονισμένα βουνά της πατρίδας του,
Τα χέρια της μάνας του που τύλιγαν γύρω του
Γυναίκειο μαντίλι για το κρύο,
Το δάσκαλο που πληρωνότανε με γάλα
Μόλις θυμάται.
Θυμάται κάτι ελληνικά από το στόμα του,
Που τώρα εδώ ακούγονται αλλιώτικα.
Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας,
Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου
Ενός ανίκητου στρατηλάτη,*
Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη,

Σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη.
Καμιά φορά πιο εγκάρδια
Σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας,
Που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό.

Δ. Χ. Χριστοδούλου, Το κυπαρίσσι
των εργατικών
, Καστανιώτης


* αποσταμένες: κουρασμένες * σκάρα του ατμού: τεχνική κατασκευή σε σχήμα σχάρας, απ” όπου βγαίνουν οι θερμοί ατμοί των μηχανών * φανάρια: φωτεινοί σηματοδότες * εύλογη: δικαιολογημένη, αναμενόμενη * στρατηλάτης: ο αρχηγός του στρατού, ίσως έμμεση αναφορά στο Μ. Αλέξανδρο

Μετανάστευση

Έλληνες μετανάστες στην Αμερική

Μη με στέλνεις, μάνα, στην Αμερική

Εφημερίδα «Καθημερινή»  30.12.2012

Tου Nίκου Γ. Ξυδάκη

Στο τέταρτο ταξίδι μου στη Νέα Υόρκη, αξιώθηκα να επισκεφθώ το Ελις Αϊλαντ. Στο πλοίο, Γιαπωνέζες ντυμένες χάι-τεκ Μπάρμπι φωτογραφίζονταν αδιάκοπα. Περιπλανηθήκαμε με δέος στις απέραντες αίθουσες και στα φωτογραφικά τεκμήρια, φουστανελάδες με μουστάκες, Εβραίοι χασιδίτες, μαντιλοδεμένες Βαλκάνιες με σαλβάρια. Κάθισα στον υπολογιστή να βρω στα αρχεία τα ίχνη του παππού μου, που είχε φτάσει εδώ έναν αιώνα πριν από μένα, μετανάστης και όχι περιηγητής. Τον βρήκα.

***

Τη 14η Μαρτίου 1911, ο παππούς μου Γεώργιος (Γιώρης) Ξυδάκης αποβιβάστηκε από το υπερωκεάνιο «Πατρίς», της Εθνικής Ατμοπλοΐας της Ελλάδος, στο Ελις Αϊλαντ της Νέας Υόρκης. Ηταν 29 ετών. Τον παρέλαβε ο αδελφός του Νικηφόρος και αναχώρησαν για το Spokane, Washington, στο βορειοδυτικό άκρο της αμερικανικής ηπείρου. Μου τύπωσαν τη σχετική σελίδα από το κατάστιχο.

Spokane, Washington. Τι να έκανε εκεί το 1911; Τόπος για κυνηγούς και χρυσοθήρες. Πού δούλεψε, πώς ζούσε; Ορυχεία, υλοτομία, σιδηρόδρομοι; Λίγο απ’ όλα.

Δύο χρόνια αργότερα, ο Γεώργιος επέστρεψε στη γενέτειρά του Μύκονο. Παντρεύτηκε την Κατερίνα Γαλάτη, καταγόμενη από οικογένεια μαστόρων του Αϊβαλιού, τάζοντάς της ότι θα την πάρει στην Αμερική. Αντ’ αυτού, ο Γ.Ξ. αφοσιώθηκε στην καλλιέργεια των μυκονιάτικων αμπελιών, πατρογονικών από τον 17ο αιώνα, και στην αγροκτηνοτροφία στις Μεγάλες Δήλες (Ρήνεια).

Θεοσεβής και πράος, έχων στην έρημο Ρήνεια ως απογευματινή συντροφιά ένα εξημερωμένο γεράκι (τον «Ζουγανέλο»), έκανε έξι παιδιά, δεκάδες εγγόνια και δισέγγονα, κι έφτασε τα ενενήντα τρία, πίνοντας μαύρο κρασί και καπνίζοντας μισαδάκια Εθνος άφιλτρο σε καλαμένια πίπα.

Πολλές δεκαετίες μετά το μόνον της ζωής του ταξίδιον, έλεγε στα εγγόνια του ότι όπου να ’ναι θα ξαναπάει στην Αμερική, υπαινισσόμενος τον Αλλο Κόσμο. Τέτοια, σκοτεινή, ήταν η Νέα Γη στην εμπειρία του. Ο αδελφός του Νικηφόρος δεν επέστρεψε ποτέ ούτε έμαθαν πότε πέθανε. Η γιαγιά μου η γαλανομάτα μέχρι που απόθανε, στα ενενήντα εφτά της, έλεγε: Ο κύρης σας με εγέλασε και αντί να με πάει στην Αμερική, μ’ έκλεισε στο χωριό.

***

Eνας αιώνας από το πρώτο κύμα μετανάστευσης· μισός αιώνα από το δεύτερο. Η ξενιτιά έχει περιοδικότητα μισού αιώνα. Τώρα άρχισε το τρίτο κύμα. Στα δικά μας χρόνια, για δύο γενιές περίπου, η ξενιτιά έστεκε μισοαπολιθωμένη στα δημοτικά τραγούδια, στα ρεμπέτικα του μετανάστη Κατσαρού τον Μεσοπόλεμο, και στα λαϊκά του 1960. «Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο / η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ ’χω τον καημό σου / Τα ξένα τρων τα νιάτα σου, τρώνε την λεβεντιά σου», και «Μη με στέλνεις μάνα στην Αμερική / θε να μαραζώσω, να πεθάνω εκεί».

Την είχαμε απωθήσει. Μάλιστα ως μοντέρνοι και κοσμοπολίτες, χλευάζαμε τη νοσταλγία των αποδήμων, τον παλαιάς κοπής πατριωτισμό τους, το kitsch των μπρούκληδων, τα γκρίκλις της Αστόριας και της Μελβούρνης. Τους θεωρούσαμε καθυστερημένους, κολλημένους στα χρόνια της φτωχής πικρής Ελλάδας, όπως την άφησαν όταν μίσεψαν για να επιζήσουν. Διότι εν τω μεταξύ η χώρα αναπτύχθηκε, τόσο που οι Ελλαδίτες της ευμάρειας να πηγαίνουν στη Νέα Υόρκη για ψώνια και να τα βρίσκουν όλα φτηνά με το ισχυρό ευρώ τους. Εως πρόσφατα.

Αυτά τα πρόσφατα χρόνια οι Ελλαδίτες υποδέχονταν άλλους φτωχούς αναγκεμένους, εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες, για τις βαριές δουλειές, χωρίς πράσινη κάρτα, χωρίς χαρτιά. Παράνομοι μα χρήσιμοι, όπως ο σχεδόν μυθιστορηματικός Ανδρέας Κορδοπάτης, που απεπέμφθη στα λιμάνια εισόδου, δούλεψε, απελάθηκε και ξαναπροσπαθούσε αδιάκοπα να πάει στην Αμερική. «Ταξίδευα τριάμισι μερόνυχτα. Χωρίς φίλους, χωρίς Ελληνες να κουβεντιάζω, μόνος μου σαν σακί δεμένο» (Θανάσης Βαλτινός, «Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη»). Φοβισμένοι και σκοτεινοί, όπως ο Τσερκεζής στο Λος Αντζελες: «Οι φίλοι μου με ηρώτων τι είχα και διατί τόσον σκεπτικός, αφού άλλοτε όταν ευρισκόμεθα εις τας Αθήνας ήμην πάντοτε εύθυμος και διασκεδαστικός εις την παρέαν, διατί τώρα μελαγχολώ;» (Σάββας Τσερκεζής, «Ημερολόγιον του βίου μου: Αρχόμενον από του 1886»).

Ανά πενήντα έτη ξεριζωμός και ξαναρίζωμα. Ο φίλος ποιητής Νίκος μου απαγγέλλει Λόρκα καθώς νυχτοπερπατάμε στο Μπάτερι, και Νικόλα Κάλα στην Αστόρια· ο Στέλιος μου δείχνει πού ήταν τα ελληνικά ανθοπωλεία και τα tenements, οι εργατικές πολυκατοικίες του πρώτου κύματος· ο Βαγγέλης μου αποκαλύπτει τις ενορίες και τους μπίζνεσμεν της Φιλαντέλφια. Ριζώματα σε ντάινες και Ivy League πανεπιστήμια: το τρίτο κύμα είναι γιατροί, μηχανικοί, υπερπροσοντούχοι επήλυδες και ικέτες. Κάθε πενήντα χρόνια, η Πατρίς ξεβράζει ένα κύμα νοσταλγών.

ΔΗΜΗΤΡΑ Χ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ  

Για ένα παιδί που κοιμάται

         Στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του εικοστού αιώνα, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων των ανατολικών χωρών, μεγάλο μέρος του πληθυσμού τους μετακινήθηκε σε ευρωπαϊκές χώρες, με σκοπό την εξεύρεση εργασίας. Από την εποχή αυτή και ως τις μέρες μας ζουν και βιοπαλεύουν στη χώρα μας χιλιάδες οικονομικοί μετανάστες, όπως το παιδί του ποιήματος, που κερδίζει το ψωμί του στα φανάρια της λεωφόρου και κοιμάται στο μηχανοστάσιο του εργοστασίου. Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή Το κυπαρίσσι των εργατικών (1995).

Νύχτα. Η κίνηση αραιή στη λεωφόρο.
Μες στο κλειστό, το φωτισμένο εργοστάσιο,
Οι μηχανές, αποσταμένες* μα άγρυπνες,
Επιβλέπουν σαν άκακοι γίγαντες
Τον ύπνο του μικρού. Στριμωγμένος
Κοντά στη σκάρα του ατμού,*
Με του αδερφού του το παλτό σκεπασμένος
Ξεκουράζεται.
Όλη τη μέρα δουλεύει στα φανάρια*
Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο.
Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη* αγανάκτηση. Περιμένει το επόμενο φανάρι.
Τίμια κερδίζει έτσι το ψωμί
Και το μερίδιο του νυχτοφύλακα,
Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.

Τα χιονισμένα βουνά της πατρίδας του,
Τα χέρια της μάνας του που τύλιγαν γύρω του
Γυναίκειο μαντίλι για το κρύο,
Το δάσκαλο που πληρωνότανε με γάλα
Μόλις θυμάται.
Θυμάται κάτι ελληνικά από το στόμα του,
Που τώρα εδώ ακούγονται αλλιώτικα.
Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας,
Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου
Ενός ανίκητου στρατηλάτη,*
Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη,

Σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη.
Καμιά φορά πιο εγκάρδια
Σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας,
Που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό.

Δ. Χ. Χριστοδούλου, Το κυπαρίσσι
των εργατικών
, Καστανιώτης


* αποσταμένες: κουρασμένες * σκάρα του ατμού: τεχνική κατασκευή σε σχήμα σχάρας, απ’ όπου βγαίνουν οι θερμοί ατμοί των μηχανών * φανάρια: φωτεινοί σηματοδότες * εύλογη: δικαιολογημένη, αναμενόμενη * στρατηλάτης: ο αρχηγός του στρατού, ίσως έμμεση αναφορά στο Μ. Αλέξανδρο