ΓΕ.Λ. ΣΟΦΑΔΩΝ
ΤΑΞΗ : Α’ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ : <<Ντοπιολαλιά: Εξέλιξη και Προοπτική.>>

C:\Users\user\Desktop\black.kgjghghg.jpg

ΥΠΕΎΘΥΝΗ: Νταλαμπίρα Ειρήνη 
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ
: Αδαμοπούλου Χριστίνα, Τζελίλη Κατερίνα
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: Αδαμοπούλου Χριστίνα, Κούρτη Διοκλίντα

ΜΑΘΗΤΕΣ: Αδαμοπούλου Χριστίνα, Αργυροπόυλου Κων/να, Δεληβελιώτη Αλίκη, Θωμαίδη Σοφία, Κούρτη Διοκλίντα, Μπαντής Βαγγέλης, Παπαδημητρίου Γιάννης, Πασχαλίδη Σταυρούλα, Πρίφτη Σάρα, Ρουβολή Ελένη, Σαλβαρίβου Μαρία, Σκρέτα Δήμητρα, Σμέτη Ελένη, Σοφού Βάσω, Σουλτάτη Αθανασία, Τεταγιώτης Αποστόλης, Τζελίλη Κατερίνα

                                             Σχολικό Έτος: 2012-2013

 


Περιεχόμενα:
Α. Εισαγωγή
Β. Ορισμός Ντοπιολαλιάς
Γ. Εξέλιξη Ντοπιολαλιάς
(ιστορική αναδρομή)
Δ. Διαφορές-ομοιότητες Ντοπιολαλιάς από τόπο σε τόπο, μορφές Ντοπιολαλιάς
Ε. Η σχέση της Ντοπιολαλιάς με την παράδοση , τα ήθη-έθιμα και τους μύθους
ΣΤ. Σύγκριση της Ντοπιολαλιάς με την Νεοελληνική
Ζ. Έρευνα για την προέλευση της καραγκούνικης Ντοπιολαλιάς, ετυμολογία ιδιωματικών λέξεων, λέξεις που έχουν χαθεί, τοπικό γλωσσάρι
Η. Πώς χρησιμοποιούνται σήμερα, από ποιους, πώς αντιμετωπίζονται από τους συνανθρώπους τους
Θ. Σε τι ωφελεί η Ντοπιολαλιά και η συμβολή της στον ανθρώπινο χαρακτήρα
Ι. Συνέπειες από την απώλεια της Ντοπιολαλιάς και η προοπτική της 
ΙΑ. Ερωτηματολόγια
IB. Συνεντεύξεις
ΙΓ. Συμπέρασμα
ΙΔ. Βιβλιογραφία


                                                       Α.  Εισαγωγή.
 Ως ομάδα που ασχολήθηκε με την έρευνα και την παρουσίαση των συμπερασμάτων που προέκυψαν για το εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα <<ντοπιολαλιές>> δουλέψαμε με μεράκι και προσπαθήσαμε να ομαδοποιήσουμε τις ποικίλες πληροφορίες για να δώσουμε μια μικρή γεύση στον αναγνώστη από την απέραντη ομορφιά της γλώσσας μας. Η πολυπολιτισμικότητα δεν ήταν ποτέ επιβεβλημένη από ψηλά- κομμένη και ραμμένη στα μέτρα κάποιων – αλλά πηγάζει από κάτω, από τη βιοπάλη, μέσα από μία πολύχρονη και ίσως οδυνηρή διαδικασία. Τούρκικες, σλαβικές, αλβανικές, ιταλικές και κυρίως αρχαιοελληνικές προσμίξεις, τη στολίζουν χωρίς συμπλέγματα κατωτερότητας ή ανωτερότητας. Οι ντοπιολαλιές αποδίδουν παραστατικά το πνεύμα και περικλείουν τη φυσιογνωμία του, αναβλύζοντας τη γνήσια και αυθεντική λαϊκή ψυχή. Η μητρική γλώσσα με τη μορφή της τοπικής διαλέκτου είναι στενά συνδεδεμένη με την ιδιαίτερη πατρίδα μας, με τη φυσιογνωμία του τόπου που μας γέννησε. Είναι η γλώσσα της συνομιλίας μας με το βιοτικό μας χώρο, όπου γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε, η γλώσσα του παιχνιδιού και της γιορτής, του καθημερινού μόχθου και της ανάπαυσης, του εθίμου και του τραγουδιού. Είναι η βιωματική και συγκινησιακή πλευρά της γλώσσας, μέσα από την οποία αντικρίζουμε κι εκφράζουμε, ερμηνεύουμε, αξιολογούμε κι αισθανόμαστε τον κόσμο. Οι ντοπιολαλιές είναι ο λεκτικός πλούτος του κάθε τόπου. Εμπεριέχουν τη σοφία και την εμπειρία μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας και διατηρούν τους δεσμούς με την παράδοση, καθιστώντας έτσι τις τοπικές κοινωνίες με τις γλωσσικές τους ιδιομορφίες θερμοκήπια πολιτισμού.

                                               Β. Ορισμός Ντοπιολαλιάς.
 Ντοπιολαλιά είναι ο προφορικός κυρίως λόγος μιας περιοχής. Με άλλα λόγια είναι το σύνολο των εκφράσεων και λέξεων, που όλες μαζί δημιουργούν τη γλωσσική ταυτότητα, το γλωσσικό ιδίωμα, την τοπική γλωσσική ιδιομορφία κάθε περιοχής μιας χώρας.
Δομή Ντοπιολαλιάς:

Η ντοπιολαλιά όπως και η γλώσσα, αποτελείται κυρίως από το λόγο και τις λέξεις, δηλαδή το λεξιλόγιο και από τη γραμματική η οποία με το πλήθος των διαφορετικών τύπων μιας λέξης δίνει δυνατότητες οριοθέτησης προσώπων, ενεργειών καταστάσεων εκτός τόπου και χρόνου, και τέλος από το συντακτικό, το οποίο παρατάσσει στη σωστή σειρά τις λέξεις.
Τι εκφράζει η Ντοπιολαλιά σε σχέση με την γλώσσα:
Όπως και η γλώσσα εκφράζει τη σκέψη, δηλαδή νοήματα αλλά και

συναισθήματα και πάθη. Η γλώσσα εκφράζει λεκτικά την ψυχή του ανθρώπου, και κατ’ επέκταση την παιδεία, τον πολιτισμό και τη νοοτροπία ενός λαού. Πέρα από την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων ατομικά ή ως σύνολο προσώπων, πραγμάτων, καταστάσεων, γεγονότων.
Τι φανερώνει η χρήση της Ντοπιολαλιάς:

Η χρήση της ντοπιολαλιάς φανερώνει την επιθυμία κάποιου ομιλητή να συμμετέχει στο πολιτιστικό σύνολο που αποτελούν οι συμπατριώτες του, με σημείο αναφοράς τον τόπο προέλευσης της ντοπιολαλιάς αλλά και την ανάγκη να ανήκει στην κοινή παράδοση του κοινού τόπου μέσα στον χρόνο του παρελθόντος και παρόντος με τις ανάλογες και ευνόητες διαφοροποιήσεις κάθε εποχής.
                                       Γ. Εξέλιξη Ντοπιολαλιάς. (ιστορική αναδρομή)
Σύγχρονη κοινωνιογλωσσική κατάσταση:

 Λόγω των εξωγλωσσικών παραγόντων, οι κάτοικοι όλων των περιοχών της βόρειας και ηπειρωτικής Ελλάδας έχουν πλέον πολύ περισσότερες επαφές με ανθρώπους που διαμένουν, εργάζονται ή κυκλοφορούν στις κεντρικές περιοχές της χώρας. Έτσι, είναι λογικό τα ιδιώματα με την πάροδο των χρόνων να συρρικνώνονται χάνοντας πολλές από τις ιδιαιτερότητές τους επηρεαζόμενα όλο και πιο πολύ από την κοινή νεοελληνική, σε όλα τα επίπεδα

 

Ιστορική αναδρομή των Ελληνικών διαλέκτων

 Η πρώτη συστηματική φιλολογική μελέτη των σύγχρονων ελληνικών διαλέκτων ξεκίνησε στα μέσα του 19ου αιώνα κυρίως χάρη στο έργο του επιφανούς Έλληνα γλωσσολόγου Γεώργιου Χατζιδάκι. Η απουσία αναφορών που να περιγράφουν την ομιλία συγκεκριμένων περιοχών δυσκόλεψε τις προσπάθειες των ερευνητών του 19ου αιώνα. Επομένως, οι μορφές των διαλέκτων που μας είναι σήμερα γνωστές αφορούν μόνο την τελευταία τους φάση (από τα μέσα του 19ου αιώνα ως την πανελλαδική σχεδόν επικράτηση της Πρότυπης Νέας Ελληνικής).

Αρχική διαλεκτική διαφοροποίηση

 Η σύγχρονη γλωσσολογία δεν συμφωνεί με την τάση των λογίων του 19ου αιώνα να θεωρούν τις σύγχρονες Ελληνικές διαλέκτους ως τους απευθείας απογόνους των αρχαιοελληνικών διαλέκτων. Σύμφωνα με τα τελευταία φιλολογικά ευρήματα, οι σύγχρονες ελληνικές διάλεκτοι είναι προϊόντα της διαλεκτικής διαφοροποίησης της κοινής και, με την εξαίρεση των Τσακώνικων, δεν έχουν σχέση με τις αρχαίες διαλέκτους.

Είναι δύσκολο να παρακολουθηθεί η εξέλιξη της Κοινής και η διάσπασή της στις σύγχρονες ελληνικές διαλέκτους· ορισμένοι ερευνητές προωθούν την υπόθεση ότι οι διάφορες τοπικές ποικιλίες σχηματίστηκαν μεταξύ 10ου και 12ου αιώνα ,αλλά η συναγωγή σαφέστερων συμπερασμάτων δεν είναι εύκολη λόγω της απουσίας κειμένων στην καθομιλουμένη κατά την περίοδο που άρχισε αυτή η διαλεκτική διαφοροποίηση. Ελάχιστα υποδείγματα τέτοιων ντόπιων ποικιλιών βρίσκονται σε κάποια γραπτά, τα οποία όμως χρησιμοποιούν κυρίως λόγια ιδιώματα. Τα πρώτα κείμενα γραμμένα σε σύγχρονες ελληνικές διαλέκτους κάνουν την εμφάνισή τους κατά την πρώιμη Αναγέννηση στα νησιά Κύπρος και Κρήτη.

  Σε αντίθεση με τα προηγούμενα, οι διάλεκτοι που περιγράφονται παρακάτω σχηματίζουν μία συνεχή Ελληνόφωνη περιοχή η οποία καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας της Ελλάδας. Αντιπροσωπεύουν την τεράστια πλειοψηφία των Ελληνόφωνων σήμερα. Καθώς είναι λιγότερο αποκλίνουσες η μία από την άλλη και όλες μαζί από το πρότυπο, τυπικά ταξινομούνται ως απλά «ιδιώματα» και όχι ως «διάλεκτοι». Σε μια συνεχόμενη έκταση γύρω από την πρωτεύουσα Αθήνα (δηλαδή στην περιοχή της Αττικής και στις γειτονικές περιοχές της Βοιωτίας, της Εύβοιας, της Πελοποννήσου και των κοντινών νησιών), εμφανίζεται ένα «διαλεκτικό κενό» όπου απουσιάζει οποιαδήποτε παραδοσιακή Ελληνική διάλεκτος με έντονα χαρακτηριστικά. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αυτές οι περιοχές ήταν χώροι όπου στο παρελθόν κατοικούσαν κυρίως ομιλητές των Αρβανίτικων. Τα ελληνικά που ομιλούνται στην περιοχή σήμερα είναι προϊόν της σύγκλισης διαλέκτων μεταναστών που μετεγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα και τα περίχωρά της από διάφορα άλλα μέρη της χώρας και βρίσκονται πολύ κοντά στο καθιερωμένο πρότυπο. Στις παρυφές αυτής της πρώην αρβανιτόφωνης περιοχής υπήρχαν στο παρελθόν θύλακες με έντονα διαφοροποιημένες παραδοσιακές ελληνικές διαλέκτους οι οποίες πιστεύεται ότι ήταν τα απομεινάρια μιας πρώην συνεχόμενης ελληνόφωνης περιοχής πριν την έλευση των Αρβανιτών. Αυτές περιλαμβάνουν την παλιά τοπική διάλεκτο της ίδιας της Αθήνας («Παλιά Αθηναίικα»), αυτή των Μεγάρων (στα δυτικά (στα δυτικά της Αττικής), αυτή της Κύμης στην Εύβοια και τέλος τη διάλεκτο του νησιού της Αίγινας. Αυτές οι διάλεκτοι έχουν πλέον εξαφανιστεί.

Δ. Διαφορές-ομοιότητες Ντοπιολαλιάς από τόπο σε τόπο, μορφές Ντοπιολαλιάς
 
Κάθε εθνική γλώσσα υπόκειται σε ευρεία διαφοροποίηση όπως ατομική ή υφολογική, κοινωνική και γεωγραφική.
• Ατομική γιατί χρησιμοποιεί τη γλώσσα μιας γλώσσας.
• Κοινωνική γιατί είναι ηλικιακές, κοινωνικές και επαγγελματικές.
• Γεωγραφική γιατί είναι
(της Κρήτης, της Θεσσαλίας, των Δωδεκανήσων και του Πόντου).
Μια διάλεκτος μπορεί και να έχει περισσότερα από ένα ιδιώματα.
Διάλεκτοι της αρχαίας ελληνικής είναι: η δωρική, η αχαϊκή, η ιωνική και η αττική.
Στη νεότερη ελληνική είναι οι διάλεκτοι: καππαδοκική, τσακώνικη, ποντιακή, κατωιταλική, κυπριακή και κρητική.
Στη Στερεά Ελλάδα εκτός (της Αττικής, Β. Εύβοιας, Ήπειρος, Θεσσαλία, Μακεδονία, Θράκη, νησιά Β. Αιγαίου και Πόντος) που χαρακτηρίζονται από την προφορά τους (το ο, ου, ε, ι και των άτονων ι, ου) π.χ.( Ου Νίκους, του σκλί, του πιδί).
Ιδιώματα που διαφέρουν είναι τα δωδεκανησιακά, τα πελοποννησιακά, τα ημιβόρεια (Σκύρου, Λευκάδας, Καστοριάς κ.α.) επίσης είναι και τα δυτικά μικρασιατικά π.χ. Της Μάνης, της Ικαρίας, της Χίου ακόμα και της Αίγινας της Κύμης, των Μεγάρων και της παλιάς Αθήνας.
Οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα είναι μια κοινωνιόλεκτη γλώσσα που μιλιέται σε μια χώρα από όλους και συγκεκριμένα από αυτούς που μιλούν ιδιωματικά και διαλεκτικά. 
Όμως οι ελληνικοί διάλεκτοι ισοπεδώνονται, αδικούνται αγνοώντας συχνά την ύπαρξη αρχαίου διαλεκτικού υποστρώματος στα νεοελληνικά τοπικά ιδιώματα και καταδικάζονται σε μια ιδιότυπη γλωσσική λήθη, εφόσον σήμερα με την εξάπλωση των μέσων μαζικής ενημέρωσης και μεταφοράς, τα ιδιώματα έχασαν την <<καθαρότητά>> τους ή καταδικάστηκαν ορισμένες λέξεις σε αχρησία.

 

 

 

 

 

 

Ε. Η σχέση της Ντοπιολαλιάς με την παράδοση, τα ήθη-έθιμα και τους μύθους.
 
Η γλώσσα ενώνει τους ανθρώπους αλλά ταυτόχρονα τους διαφοροποιεί ως άτομα λαούς ήθη και γεωγραφικές περιοχές. Αυτή η γλωσσική διαφοροποίηση σε γεωγραφικές περιοχές ονομάζεται διαλεκτική διαφοροποίηση. Η διάλεκτος κατέχει σημαντική θέση ανάμεσα στα στοιχεία που συγκροτούν την ιδιαίτερη ταυτότητα μιας ομάδας καθώς ισχυροποιεί τους δεσμούς μεταξύ των μελών της και μέσα από τη χρήση της πιστοποιείται ένα κοινό ιστορικό παρελθόν. Τα ήθη αποτελούν τους άγραφους νόμους της πρακτικής ηθικής ενός λαού και συνιστούν τις αντιλήψεις του για την ηθική και κοινωνική συμπεριφορά. Ουσιαστικά ορίζουν σχέσεις, αξίες και συμπεριφορές μεταβάλλοντας στο πέρασμα του χρόνου και διαφέρουν από τόπο σε τόπο. Τα έθιμα αποτελούν την ομοιόμορφη τήρηση μιας συνήθειας που δεν επιβάλλεται από ρητές εντολές και ως ένα σημείο καθορίζονται από την λαική παράδοση. Τα ήθη, έθιμα, οι θρύλοι, οι δοξασίες, οι προλήψεις και οι παραδόσεις ενός λαού συνθέτουν την κοινωνική ζωή του. Τα ήθη και τα έθιμα σχετίζονται με τον κύκλο του χρόνου που έχουν κατά κύριο λόγο τη βάση τους στη θρησκευτική ζωή.


                      ΣΤ. Σύγκριση της Ντοπιολαλιάς με την Νεοελληνική.
 Οι γλωσσικές ποικιλίες της Νεοελληνικής γλώσσας μπορούν να κατηγοριοποιηθούν με βάση δύο κριτήρια. Το πρώτο είναι η ύπαρξη μιας μακράς παράδοσης κοινωνιολεκτικής διαφοροποίησης ανάμεσα στη φυσική, δημοφιλή καθομιλούμενη γλώσσα από τη μία πλευρά και τις αρχαΐζουσες, λόγιες γραπτές μορφές της από την άλλη. Το δεύτερο είναι η τοπική διαφοροποίηση που εκφράζεται μέσω τωνδιαλέκτων. Ο ανταγωνισμός του δημοφιλούς με τα λόγια ιδιώματα κορυφώθηκε στη διάρκεια του 19ου και 20ου αιώνα μ.χ. με τη διαμάχη ανάμεσα στη Δημοτική και την Καθαρεύουσα. Όσον αφορά τις νεοελληνικές τοπικές διαλέκτους, ο κύριος όγκος τους δεν εμφανίζει έντονες διαφορές με εξαίρεση κάποιες απομακρυσμένες και λίαν αποκλίνουσες διαλέκτους που ομιλούνται σε απομονωμένες κοινότητες.

Γεωγραφικά η Ελληνική χωρίζεται σε Νότιες και Βορειες διαλέκτους, οι οποίες έχουν πολλές  χτυπητές αντιθέσεις μεταξύ τους.  Παραδείγματα Βορείων διαλέκτων είναι η Ρουμελιώτικη, η Ηπειρωτική, η Θεσσαλική, η Μακεδονική και η Θρακική.

Η Νότια ομάδα υποδιαιρείται σε ομάδες που περιέχουν ομάδες ποικιλιών από:

τα Μέγαρα, την Αίγινα, την Αθήνα, την Κύμη (Παλιά Αθηναϊκή διάλεκτος) και τη Χερσόνησο της Μάνης (Μανιάτικη διάλεκτος)

την Πελοπόννησο (εκτός Μάνης), τις Κυκλάδες και την Κρήτη, τα Επτάνησα, τη Βόρεια Ήπειρο, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη

τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο

μέρος της Νότιας τη Μικρά Ασία

Οι βόρειες ποικιλίες καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας ως και τον Κορινθιακό κόλπο, ενώ οι νότιες ποικιλίες μιλιούνται στην Πελοποννησιακή χερσόνησο και το μεγαλύτερο μέρος του Αιγαίου Πελάγους και των Επτανήσων, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων νοτίων νησιών της Κρήτης και της Κύπρου. Ο πιο προεξέχων δείκτης για τις βόρειες ποικιλίες είναι η μεταχείριση των άτονων φωνηέντων (ο λεγόμενος βόρειος φωνηεντισμός), ενώ πολλές νότιες ποικιλίες χαρακτηρίζονται, μεταξύ άλλων, από την ουράνωση των υπερωικών συμφώνων. Γενικά, η πρότυπη νεοελληνική γλώσσα βασίζεται κυρίως στις νότιες διαλέκτους, ειδικά αυτές της Πελοποννήσου.

 

Επιμέρους διαφορές ανάλογα με το ιδίωμα:

Τονισμός

 Σε ορισμένες περιοχές (Αιτωλία, Θράκη, Λαγκαδάς) έχουμε παραβίαση του νόμου της τρισυλλαβίας της κοινής νέας ελληνικής και τάση για οπισθοχωρητικό τονισμό με αποτέλεσμα ο κύριος τόνος να εμφανίζεται στην τέταρτη πριν τη λήγουσα συλλαβή, π.χ. έφαγαμι (φάγαμε), έπιζαμι (παίζαμε). Σε άλλες περιοχές έχουμε και ανάπτυξη δευτερεύοντος τόνου στην παραλήγουσα, π.χ. έφαγάμι, που σε κάποιες περιοχές (π.χ. δ. Μακεδονία) παραμένει ως ω κύριος τόνος.

Βασικό μορφολογικό χαρακτηριστικό των βόρειων ιδιωμάτων είναι οι ιδιαιτερότητες στον σχηματισμό του αρσενικού άρθρου: αλλού, λόγω της στένωσης του [ο], εμφανίζεται με τη μορφή ου [u] (Στερεά Ελλάδα, βόρεια Εύβοια, Ήπειρος, δυτική Μακεδονία, π.χ. ο Νίκος > ου Νίκους, ο παππούς > ου παππούς), ή η [i] (κεντροανατολική Μακεδονία, Λέσβος, Θεσσαλία, π.χ. η Νίκους, η παππούς), ενώ αλλού παραλείπεται. Για την περίπτωση όπου ως άρθρο χρησιμοποιείται το ο Συμεωνίδης έχει υποστηρίξει ότι αυτό οφείλεται σε τροπή του άτονου u (ου Νίκους), που -μέσω του φαινομένου τη αποβολής- έχει αποβληθεί, σε i, γιατί, αν μετά την αποβολή του u υπήρχε κενό, χωρίς να συμβεί κάποια τροπή, το σύστημα θα εμφάνιζε μια άναρθρη κατάσταση, κάτι που δεν έχουν ανεχτεί κατά τα φαινόμενα ποτέ τα βόρεια ιδιώματα.Σε σχέση πάντοτε με τις ιδιαιτερότητες του άρθρου, σε ορισμένες περιοχές χρησιμοποιείται το u για τα προσηγορικά και το i για τα κύρια ονόματα (μεταξύ άλλων στην Κοζάνη και στη Θεσσαλία, π.χ. ου τσουμπάν΄ς/ η Νίκους, αντί ο τσομπάνης/ο Νίκος). Ιδιαίτερος στα βόρεια ιδιώματα είναι ο υποκορισμός και τα μέσα με τα οποία συντελείται: στην κεντροανατολική Μακεδονία και στη Θράκη η υποκοριστική κατάληξη για τα ουδέτερα είναι κυρίως -ούδ’ (θηλ. -ούδα), π.χ. πιδούδ’-πιδούδα ‘παιδάκι’. Στη Λέσβο, και πιο λίγο στη Λήμνο, παρατηρείται η κατάληξη -έλ’, π.χ. κουρ’τσέλ’ ‘κοριτσάκι’ (θηλ. -ούδα), ενώ στη δυτική Μακεδονία και στην περιοχή της Λάρισας η κατάληξη -ούλ’ (π.χ. κουρ’τσούλ’).

 

 

Ημιβόρεια ιδιώματα:

 Ημιβόρεια είναι τα ιδιώματα της Σκύρου, της Μυκόνου, της Καστοριάς, της Λευκάδας, του ανατολικού τμήματος της Ανατολικής Θράκης, αλλά και τα ιδιώματα των χωριών Λεύκες (Πάρος), Βούρμπιανη (νομού Ιωαννίνων), μερικών χωριών έξω από την Πρέβεζα και της Αρτάκης (Προποντίδα). Παρακάτω επισημαίνονται κάποια μόνο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μερικών ημιβόρειων ιδιωμάτων.

Ιδίωμα της Σκύρου: τροπή της κατάληξης -ος των ονομάτων σε -ες, π.χ. ο άντζελες (ο άγγελος).Το ιδίωμα της Σκύρου ανήκει στον χώρο του είντα (τι).

Ιδίωμα της Μυκόνου: Δασύς τσιτακισμός (το κ [k] προφέρεται ως παχύ τσ [tʃκαι το g ως παχύ τζ [dʒ). Χρήση της κατάληξης -ξα αντί -σα της κοινής στους ρηματικούς τύπους αορίστου και μέλλοντα.Συντακτικές δομές όπου η άτονη αντωνυμία-αντικείμενο (εγκλιτικό) τοποθετείται μετά το ρήμα..

Ιδίωμα Ανατολικής Θράκης: Ανάπτυξη ενός γ μπροστά από φωνήεν σε αρχική θέση. Προφορά των b, d, g χωρίς έρρινο στοιχείο.

Ιδίωμα Αρτάκης: Αρσενικό άρθρο e αντί ο και υποκορισμός με την κατάληξη

 


Απομακρυσμένες διάλεκτοι :

Τσακώνικα
 Τα Τσακώνικα είναι μια ποικιλία με μεγάλη απόκλιση η οποία ενίοτε ταξινομείται ως ξεχωριστή γλώσσα λόγω του ότι είναι ακατάληπτη για τους ομιλητές της κοινής Ελληνική.Ομιλείται σε μια μικρή ορεινή περιοχή ελάχιστα μέσα από την ανατολική ακτή της Πελοποννησιακής χερσονήσου. Αυτό που την ξεχωρίζει απ’ όλες τις άλλες σύγχρονες διαλέκτους είναι ότι πιστεύεται πως δεν προέρχεται από την ΑττικήΙωνική Κοινή αλλά από τη Δωρική διάλεκτο ή από κάποια αναμειγμένη μορφή μιας ύστερης αρχαίας Λακωνικής ποικιλίας της Κοινής η οποία επηρεάστηκε από τη Δωρική διάλεκτο.Παλαιότερα ομιλείτο σε μια ευρύτερη περιοχή της Πελοποννήσου, συμπεριλαμβανομένης της Λακωνίας, ιστορικής πατρίδας των Δωρικών Σπαρτιατών. (καούρ εκάνατε- καλώς ήρθατε, τσε να ξαναμόλετε- και να ξαναέρθετε)

Ποντιακα

 Τα ποντιακά φαίνεται να προέρχονται και αυτά από την ελληνιστική κοινή αλλά έχουν πολλά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής που έχουν χαθεί από τις υπόλοιπες διαλέκτους. (Τ’ ωτία μ’ στέκ’νε τίκια- Τ’ αυτιά μου στέκουν όρθια, Ψέματα  ’κι λέει,  ’ς σην αλήθειαν  ’κ’ ευρίεται- Ψέματα δεν λέει στην αλήθεια δεν βρίσκεται).

Ζ. Έρευνα για την προέλευση της καραγκούνικης Ντοπιολαλιάς, ετυμολογία ιδιωματικών λέξεων, λέξεις που έχουν χαθεί. (τοπικό γλωσσάρι)

Η προέλευση της Καραγκούνηκης  ντοπιολαλιάς:

 Κανενός λαού η γλώσσα δεν ήταν και δεν είναι ακόμα σε πολλά σημεία της γης κοινή. Όσο μεγαλύτερη έκταση καταλάμβανε ένας λαός, τόσο η γλώσσα του είχε διαφορές και ποικιλία. Σε ομάδες ανθρώπων ήταν επόμενο να δημιουργείται  και να αναπτύσσεται ένα γλωσσικό ιδίωμα που εξυπηρετούσε τις εκφραστικές, συναισθηματικές και πρακτικές ανάγκες των κατοίκων ενός συγκεκριμένου και περιορισμένου χώρου. Το γλωσσικό Ιδίωμα των καραγκούνηδων ανήκει στα βόρεια ιδιώματα, αυστηρού τύπου, που τα διακρίνουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τα διαφοροποιούν λίγο ή πολύ από τα νότια ιδιώματα. Οι διαφορές μεταξύ των ποικίλων και όλων αυτών προς την κοινή νεοελληνική, αφορούν τη φωνητική, το τοπικό, τη σύνταξη, τη μορφολογία, τον τρόπο εκφοράς του λόγου, το λεξιλόγιο. Το φαινόμενο βέβαια δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό αλλά παρατηρείται σχεδόν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου και στις αναπτυγμένες χώρες.

Ετυμολογία ιδιωματικών λέξεων:

 Παρακάτω δίνεται, ενδεικτικά, η ετυμολογία ορισμένων ιδιωματικών λέξεων.

 

1. Ντάμι (το) : ουσιαστικό, προέρχεται από την τούρκικη λέξη «νταμ» (dam), σημασία: σημαίνει δώμα, στάβλος.

2. Ντιζέζα (η) : ουσιαστικό, προέρχεται από την γαλλική λέξη diseuse(=αυτή που μιλάει ωραία), σημασία: η τραγουδίστρια των νυχτερινών κέντρων διασκέδασης, κυρίως των καμπαρέ

3. Κατσιούλα (η) : ουσιαστικό, προέρχεται από την λατινική λέξη casula, σημασία: κουκούλα,κωνικό κάλυμα της κάπας για το κεφάλι

4. Λελέκι (το) : ουσιαστικό, προέρχεται από την τούρκικη λέξη «λελέκ» (leylek), σημασία: α) το πτηνό πελαργός β) είδος μεγάλου θεριστικού δρεπανιού γ) (μτφ) άνθρωπος πολύ ψηλός και αδύνατος

5. Μαρκαλίζω : ρήμα, προέρχεται από την αλβανική λέξη «μαρκάλ» (μάρκαλος) + ίζω, σημασία: α) για ζώα, ιδιαίτερα για τράγους και κριάρια, βατεύω, καβαλώ συνώνιμα: ζευγαρώνω β) (μτφ) διαπερνώ,διατρυπώ : Καββ. Βαρδ. » ποιος άκουσε πιο ανθρώπινο κλάμα από τούτο της τζιμινιέρας που μαρκαλίζει την ομίχλη»

 

 

Λέξεις που έχουν χαθεί

(Τοπικό γλωσσάρι)

 

Α

αγάλια-αγάλια = σιγά-σιγά (επίρρημα)

αγάνες (οι) = το μαύρο χρώμα που αφήνουν τα κάρβουνα

Άη Αντριάς = Δεκέμβριος

‘Αη Δημήτρης = Οκτώβριος

αλάργα (ιταλ.) = μαριά (επίρρημα)

αλαφιάτης (ο) = είδος φιδιού

αλιά (αλί) = επιφώνημα θλίψης

αλινάτσα (η) = τσουβάλι για το βαμβάκι

Αλουνάρης (ο) = Ιούλιος

αμπουριά (η) = εξώπορτα

αναγκιασμένος (ο) = φιλάσθενος

ανακολώνομαι = σηκώνω τη φούστα μου

«αναμμένος» (ο) = αδύνατος, οχρός-κίτρινος

αναμπουμπούλα (η) = αναστάτωση

αντάρα (η) = ομίχλη

ατζιάκ = εντάξει, ακριβώς

αντίς λοίς = πολλών ειδών

αντραλίζομαι = ζαλίζομαι

άπαξ (επίρ. αρχ.) = αν

απέλαση = γρήγορα

B

βαγκαρισμένος (ο) = απότομος στους τρόπους, νευρικός
βακούφι (το) [τουρκ.] = εκκλησάκι

βάλι (το)= βουβάλι
βαλόμσκου (το) = συνδυασμός βουβαλιού και μοσχαριου

βαρώ τα παπούτσια = βάφω τα παπούτσια

βατιόνα (η) = μέρος με βάτα και μεγάλα αγριόχορτα

βελέντζα (η) [τουρκ.] = βαριά υφαντή κουβέρτα

βέμπελη (η) = ιλαρά

βζάνω [βυζάνω] = θηλάζω

βιργιάνι = ορθάνοιχτα

 

 

Γ

γαλατσίδα (η) = αγριόχορτο [είδος φυτού με γαλατένιο χυμό]

γαλίκι (το) = κοφίνι
γαλόγκαζο (το) = δοχείο για το γάλα

γάστρα (η) = είδος φούρνου

γατσιούλια (τα) = γατάκια

γερολαδάς (ο) = τσιγκούνης

γιακού (το) = αλοιφή για τα κατάγματα χεριών – ποδιών
γιατάκι (το) [τουρκ.] = παράπηγμα, κατάλυμμα, στρώμμα

γίνεται τσιουρβάς = γίνεται χαμός
γιουρουστάω = ορμάω [γιουρόυσι (τουρκ.) = έφοδος]

 

 

Δ

δεν σ’ αραδίζω = δεν σε υπολογίζω
δεν φτουράει = δεν κρατάει πολύ, δεν έχει μεγάλη διάρκεια

δουλικό (το) = υπηρέτρια

 

 

Ε

έμελος (ο) = ήρεμος, ήσυχος

 

Ζ

ζαβλακωμένο (το) = αγαθιάρικο, αποβλακωμένο, ηλίθιο

ζαβός (ο) = στραβός
ζαγκανάω = κουνάω ρυθμικά

ζαγκανούδι (το) = όργανο με χορδές

ζαλίκα (η)= φόρτωμα στον ώμο [φορτίο]

ζάντσες (οι) = νάζια
ζαρζαβατικά [τουρκ.] = λαχανικά
ζγώνω [ζυγώνω] = πλησιάζω

ζελές (ο) = πουλόβερ
ζερβός (ο)= αριστερός
ζιάμπες (οι) = μεγάλα βατράχια

ζίκα (η) = πάπια

 

Θ

θκούλι (το), [θκούλα (η)] = γεωργικό εργαλείο [φορτώναν άχυρο στα κάρα]
θληκώνω [θηλυκώνω] = κουμπώνω

Θριστής (ο) = Ιούνιος

 

 

Κ

καθίκι (το) [καθοίκι] = δοχείο νυκτός [για τα μωρά], ουροδοχείο

καϊπώνω = τοποθετώ σε δυσεύρετο μέρος κάτι
καϊσιά (η) [τουρκ.] = βερυκοκιά
κακάβι (το) = το πολύ μαύρο χρώμα

κακαρνάω = μιμούμαι τη φωνή της κότας [κακαρίζω]

καλιγώνω = πεταλώνω

καλούδια (τα) = αγαθά, δώρα
καλούπα (η) = τα περιττώματα της αγελάδας

καλτσούνια (τα) [ιταλ.] = κάλτσες ως το γόνατο

κάμσο (το) = εσώρουχο

 

 

Λ

λαβίδα (η) = κουτάλι
λαβίζω = γκρινιάζω
λαγαρά
(τα) = πλευρά (τα)

λαγκονίζω = χορταίνω
λαδκό
(το) = δοχείο για το λάδι
λαΐνι (το) = χωματένιο δοχείο
λάκα (η) = λακούβα
λαλούνια (τα) = παντόφλες

λαμανάω = ανακατεύω

λαμπουγιάλι (το) = λαμπόγιαλο

 

Μ

μαγκλαράς (ο) = ο πολύ ψηλός και τεμπέλης, μαντράχαλος
μαγκρίτσα (η) = αγριόχορτο
μαϊριό (το) = κουζίνα

μαλιαγρίζω = ανακατεύω

μαλίνα (η) = φόρεμα

μαμούτα (η) = δράκουλας

μανιά (η) = γιαγιά

μαντανία (η) = σκληρή κουβέρτα

μαντζούνι (το) = γιατρευτικό ποτό

μαργώνω= κρυώνω, παγώνω

 

Ν

νεράγκρο (το) = αγγούρι
νταβαντούρι (το) = φασαρία, βοή [τουρκ.]
νταϊακώνω = υποβαστάζω

νταϊρές (ο) = ντέφι
νταλντάω = ορμάω

ντάμι (το) [τουρκ.] = στάβλος, αγροτική καλύβα

νταντανιασμένος (ο) = κρυωμένος [κρύος]

νταούλι (το) = κοροϊδευτικά ο χονδρός και επίσης ο πρησμένος, είδος παγίδας για ψάρια
ντε και καλά = οπωσδήποτε
ντερλικώνω = τρώω, χορταίνω
ντερωμένος (ο) = καμαρωτός

 

Ξ

ξεγκαρνιάζομαι = φωνάζω πολύ δυνατά
ξεμισκλείζομαι = κάνω μεγάλο διασκελισμό

ξεμπλετσώνομαι = γδύνομαι

ξενηστκώθηκα = πείνασα
ξέντιος (ο) = άντυτος

ξεπαστρεύω = τελειώνω, εξοντώνω

ξεσφουρλιασμένος (ο) = εξαντλημένος

ξετζανιάζομαι = ξεθεώνομαι

ξετσανίζω = ξεφεύγω από τις συνήθειές μου, παραστρατώ

ξεχαβδωμένος (ο) = ξέννοιαστος, αραχτός

 

Ο

 

οντάς (ο) [τουρκ.] = δωμάτιο
́ορέ ! = επιφώνημα περιφρόνησης
ότι μου κουκιάζει
= ότι μου ’ρχεται

ότι μου ρώχνεται = ότι μου μπαίνει στο μυαλο

ουδιέτσι = έτσι όπως είναι
ούι ! = επιφώνημα έκπληξης

 

Π

παγάλια= ήρεμα, σιγά – σιγά
παζιά (τα) = είδος λαχανικών
παίρνω ξεκοπί = επαναλαμβάνω κάτι συνέχεια
παίρνω φούσμα = παίρνω φόρα
παίρνω χαμπάρι = καταλαβαίνω
παλαμίζω = ασβεστώνω

παλιαρούτα (η) = παλιό ρούχο
παναθεό = πάνω
πανιασμένος (ο) = μαραμένος

παραλαλώ = παραμιλω

 

Ρ

ράχλα (η) = βρωμιά
ρεντίρι (το) = ποτιστήρι

ριγκλότο (το) = μεγάλο δαμάσκηνο

ρούγα (η) [λατιν.] = αυλή, [δρόμος, σοκάκι]

ρόχος (ο) = αχόρταγος

 

Σ

σάκος (ο)= σακάκι
σαλιάρα (η) = φορεματάκι

σαλτάω [ιταλ,σαλτάρω] = πηδάω

σάλτημα (το) = πήδημα

σαρμανίτσα (η) = κούνια για μωρα

σβάνα (η)= κανάτα

σγαντζαρός (ο) = σγουρός
σγκουπακιά (η) = σπρώξιμο

σέα (τα) = πράγματα

σεκλέτι (το) [τουρκ.] = στεναχώρια

 

Τ

ταβάς (ο) [τουρκ.] = ταψί βαθύ
τάβλα (η) = χαμηλό τραπέζι
τ’ ακούρκουμα = ανάσκελα
τ’ αλόρθα = όρθια
τάνα (η) = λάστιχο
τ’ απίστομα = μπρούμυτα
ταχιά
[επίρρημα] = αύριο

τεμπλαρώνομαι = αράζω στο κρεβάτι

τενιάζω = εξαντλούμαι, κουράζομαι πολυ

τεντζερέδια (τα)[τέντζερης (ο)] [τουρκ.]= κατσαρολικά [κατσαρόλα]

 

Φ

 

φουκαλίζω [φουκάλι] = σκουπίζω [σκούπα]

φτσέλα (η) = ξύλινο δοχείο σαν το σημερινό θερμός

φωτίκια (τα) = θρησκευτικό έθιμο κατά το οποίο ο νονός το Πάσχα δίνει δώρα στο βαφτιστήρι του

 

Χ

χαζοκλούκου (η) = χαζή, ανόητη, χαζοχαρούμενη

χαζοντάμαρο (το) = ανόητο
χαζοπαζαρεύομαι = σκοτώνω τον καιρό μου
χαΐρι (το) [τουρκ.] = προκοπή

χαλεύω = ζητάω
χαμπέρι (το) [τουρκ.] = νέο, είδηση
χατίλια (τα) = το ψηλότερο μέρος της σκεπής του σπιτιού

χλαπανάω = τρώω με μεγάλες μπουκιές

χλιάρι (το) = κουτάλα ξύλινη
χλιαρολόγος (ο) = θήκη για μαχαιροπήρουνα

 

 

 

 



Η. Πώς χρησιμοποιούνται σήμερα, από ποιους, πώς αντιμετωπίζονται από τους συνανθρώπους τους.
 
Τα ιδιώματα αποτελούν την ιστορία της Ελληνικής γλώσσας και η ανάγκη του ομιλητή να τα εντάσσει  στο λεξιλόγιο του φανερώνει :  α) την επιθυμία να συμμετέχει στο πολιτιστικό σύνολο που αποτελούν οι συμπατριώτες του με σημείο αναφοράς τον τόπο προέλευσης της ντοπιολαλιάς , αλλά και  β) την ανάγκη να ανήκει στην κοινή παράδοση του κοινού τόπου μέσα στο χρόνο του παρελθόντος και του παρόντος , με τις ανάλογες και ευνόητες διαφοροποιήσεις κάθε εποχής. Η ανάγκη αυτή δηλαδή η ανάγκη να ανήκει κανείς κάπου, σε κάποια ομάδα, κυρίως σε ένα έθνος, πατρίδα , παράδοση ,ιδιαίτερη πατρίδα , τοπική παράδοση , ανάγεται στην έμφυτη ψυχολογική και πνευματική ανάγκη του ανθρώπου για σχέση και επικοινωνία.  Αυτή αναφέρεται τόσο σε ένα πρακτικό επίπεδο οικονομίας και κοινωνικών αναγκών , όσο και σε ένα επίπεδο τέχνης και εθίμων ,όπως μουσική , χορός ,λατρευτικές εκδηλώσεις κλπ.

Η μετοχή κάποιου ανθρώπου σε ορισμένη πολιτιστική παράδοση βρίσκει την απόλυτη πραγμάτωση στο επίπεδο της γλώσσας , καθώς η γλώσσα είναι το πρώτο και βασικότερο στοιχείο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Η ντοπιολαλιά μάλιστα περιέχει ένα βασικό στοιχείο ισότητας. Δεν εφευρέθηκε από κανέναν , αλλά αντιθέτως συνδημιουργήθηκε ελεύθερα από όλους μαζί και είναι κοινό κτήμα όλων. Όλα αυτά τουλάχιστον ίσχυαν μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες. Βέβαια οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν τη ντοπιολαλιά στη καθημερινή τους ζωή έρχονται συχνά αντιμέτωποι με ρατσιστικά σχόλια διότι πλέον δεν είναι σύνηθες  αυτή η μορφή διαλέκτου!


Θ. Σε τι ωφελεί η Ντοπιολαλιά, η συμβολή της στον ανθρώπινο χαρακτήρα.

 Τα οφέλη της ντοπιολαλιάς είναι πάρα πολλά καθώς μέσα από αυτά μαθαίνουμε την ιστορία του τόπου καταγωγής μας και τον πολιτισμό μας. Μέσα από τα γλωσσικά ιδιώματα εμπλουτίζεται η εθνική μας γλώσσα, καθίσταται ποικιλομορφία, ευέλικτη και είναι άμεσα συνδεδεμένα με την κοινωνική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα μιας γλωσσικής κοινότητας. Επιπλέον, διατηρούν τους δεσμούς με την παράδοση και περιέχουν την εμπειρία και τη σοφία μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας, καθιστώντας τις τοπικές κοινωνίες με τις γλωσσικές τους ιδιομορφίες, θεματοφύλακες πολιτισμού. Επιπρόσθετα, μέσω της ντοπιολαλιάς αποτυπώνεται η φυσιογνωμία του λαού που την ομιλεί, καθώς η γλώσσα εκφράζει τη σκέψη, νοήματα αλλά και συναισθήματα και πάθη. Επίσης, εκφράζει λεκτικά την ψυχή του ανθρώπου κατ’ επέκταση την Παιδεία, τον πολιτισμό και την νοοτροπία ενός λαού. Ωστόσο, συμβάλει και στον ανθρώπινο χαρακτήρα καθώς εκφράζει και τη σχέση τους έναντι προσώπων, πραγμάτων, καταστάσεων, γεγονότων. Έτσι, η χρήση της ντοπιολαλιάς φανερώνει την επιθυμία κάποιου ανθρώπου να συμμετέχει στο πολιτισμικό σύνολο που αποτελούν οι συμπατριώτες του. Η ανάγκη να ανήκει κανείς κάπου κυρίως σε ένα έθνος, πατρίδα ανοίγεται στην έμφυτη ψυχολογική και πνευματική ανάγκη του ανθρώπου για σχέση και επικοινωνία με άλλους ανθρώπους. Καθώς, η γλώσσα είναι πρώτο και βασικότερο στοιχείο επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων.

 

 

 

 

Ι. Συνέπειες από την απώλεια της Ντοπιολαλιάς και η προοπτική της.
 
Υπάρχουν όμως και πολλές διαφορετικές απόψεις σχετικά με την προοπτική της ντοπιολαλιάς. Κάποιοι πιστεύουν πως θα χαθεί παντελώς και κάποιοι άλλοι πως θα συνεχιστεί να υπάρχει στον ίδιο βαθμό. Εκείνοι που πιστεύουν στην εξαφάνιση της, θεωρούν πως το αίτιο θα είναι η αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής με περισσότερη μόρφωση. Έτσι θα θεωρήσουν την ντοπιολαλιά ασήμαντη και κατώτερη και θα προσπαθήσουν να την αποβάλουν από την ζωή τους με όλα τα δυνατά μέσα. Αντιθέτως εκείνοι που πιστεύουν πως θα συνεχίσει να υπάρχει στον ίδιο βαθμό θα πασχίσουν να την κρατήσουν ζωντανή και θα την εντάξουν στην καθημερινότητα τους


ΙΑ. ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ.

Α.

1) Πιστεύετε ότι θα χαθεί η τοπική διάλεκτος στο μέλλον;

     

2) Πιστεύετε ότι θα υπάρχουν συνέπειες από την απώλεια της ντοπιολαλιάς;

   

 3) Πιστεύετε ότι η ντοπιολαλιά έχει προοπτική;

    


 4) Χρησιμοποιείτε τοπικούς ιδιωματισμούς στην καθημερινότητά σας;

     

5) Γνωρίζετε άτομα που χρησιμοποιούν τη ντοπιολαλιά;

     

6) Πιστεύετε ότι τα άτομα που χρησιμοποιούν την ντοπιολαλιά αντιμετωπίζονται απαξιωτικά από το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο;

  

  7) Πιστεύετε ότι χρησιμοποιούν τη ντοπιολαλιά άτομα όλων των ηλικιών;

    

 

 

B.





Γ.

   


ΙΒ. Συνεντεύξεις.

1) ΕΡΩΤΗΣΗ:
Χρησιμοποιείται γλωσσικά ιδιωματα στη  ζωή σας; Αν ναι, δώστε μας κάποια παραδείγματα.

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Ναι, χρησιμοποιώ γιατι μεγάλωσα σε μια περιοχή πλούσια σε γλωσσικά ιδιώματα και επιρροές απο ξένους τόπους που πέρασαν απο εδώ .Έιναι κληρονομιά απο τούς παππούδες μου και απο τούς γονείς μου.Δεν ακούγονται παντού και ίσως και να είναι λίγο περίεργα και αστεία  για κάποιον που τα ακούει πρώτη φορά αλλα εγώ τα αγαπώ και θα συνεχίσω να τα μιλάω και  να τα περάσω στις επόμενες γενιές, στα παιδιά μου και στα εγγόνια μου.

ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ:

1)Γκεζερούσαν = έκαναν βόλτα όλη μέρα.

2)Ξεστάλιασες περιμένωντας = περιμένεις πολύ ώρα όπως άφηναν κάποτε το νέρο για να καθαρίσει.

3)Δεν χορτένουν μουιαμπέτι = δεν χορτένουν κουβέντα και κοτσομπολιό.

4)Νίβοταν κάθε πρωί = πλένονταν καθε πρωί.

5)Δούλεψε σκληρά και αβγάτσι το βίος του = δούλεψε σκληρά και πολλαπλασίασε την περιουσία του.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΑΠΟ (Ελένη τριανταφύλλου.)

2) ΕΡΩΤΗΣΗ:
Τη ντοπιολαλιά του τόπου σας θα την τη χρησιμοποιούσατε σε αστικό περιβάλλον ή θα την αλλάζατε στην αστική διάλεκτο;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Πιστεύω πως η ντοπιολαλιά είναι το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής μας. Η σημερινή εκπαίδευση των νέων, η επαφή τους με τα μέσα ενημέρωσης και η αύξηση του μορφωτικού τους επιπέδου δεν αφήνει πλέον κανένα περιθώριο διατήρησης της τοπικής διαλέκτου. Ήδη οι νέοι μεγαλώνουν μιλώντας ‘’σωστά’’ και ακλουθώντας τον πιο αποδεκτό τρόπο ομιλίας. Πράγμα που προδιαθέτει πλήρως την αλλαγή της ντοπιολαλιάς σε αστικό περιβάλλον και αποδοχή της αστικής διαλέκτου.  

ΙΓ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Με την λήξη της ερευνητικής μας εργασία αποκομίσαμε αρκετά συμπεράσματα. Πρωταρχικά, συνειδητοποιήσαμε ότι ερευνώντας ομαδοσυνεργαστικά τις πηγές μας, συλλέγοντας και αξιολογώντας τις πληροφορίες καταλήγαμε στη γνώση με πολύ ενδιαφέρον και ελκυστικό τρόπο. Στη συνέχεια ανακαλύψαμε ότι πολλά στοιχεία σχετικά με την ντοπιολαλιά τα αγνοούσαμε αλλά και ότι πρόκειται για μια παρεξηγημένη- κοινωνικά – έννοια. Όμως η ερευνητική εργασία συνέβαλε στην ενδεδειγμένη και έγκυρη γνώση σχετικά την σπουδαιότητα της ντοπιολαλιάς στη ζωή και τον πολιτισμό μας.

ΙΔ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
~ http:// blogs.sch.gr/dimitaxiat/προγράμματα-περιβαλλοντικής εκπαίδε/τοπική                          -διάλεκτος/
~
http://4/gkioann.ioa.sch.gr/indexhtm_files/-L.Totopikoidioma.pdf
~
http://el.wikipedia.org/wiki/Διάλεκτοι_της_Νεοελληνικης_γλώσσας
~
http://www.douka/:gr/app/wehrook
~
http://lyktherm.ait.sch.gr/ntopiolalies/entopiolalies.pdf
~
http://lyktherm.ait.sch.gr/ntopiolalies/about.htm
~
http://www.diavasame.gr/words.cfm?itemID=32
~
http://www.glossesweb.com
~
http://www.greeklanguage.gr
~
http://el.wikipedia.org

 

Αφήστε μια απάντηση

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων