Πού κρατά η σκούφια τους; – Θέμα 1

Σχολείο: από την αρχαία λέξη “σχολή”. Αυτή αρχικά σήμαινε: ανάπαυση, ησυχία, ελεύθερος χρόνος. Η καταγωγή της δεν είναι ξεκάθαρη. Πιθανόν να σχετίζεται με το ρήμα έχω και συγκεκριμένα με τον αόριστο β’: έσχον, θέμα σχ- (κρατώ γερά, συγκρατώ). Αργότερα η λέξη δήλωνε και την αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου μέσω της καλλιέργειας του πνεύματος (σπουδή, φιλοσοφική συζήτηση). Στην ελληνιστική κοινή η λέξη σήμαινε και το χώρο όπου προσφέρονταν συστηματικά γνώσεις και σπουδές.

(Σήμερα η λέξη αυτή με αναβιβασμό του τόνου και διατήρηση της αρχικής σημασίας (ανάπαυση, απραξία) δηλώνει την αργία, τη μέρα γιορτής).

Ομόρριζα: σχολειαρούδι, σχολάω(-ζω), σχολαρχείο,σχολαστικός, σχ(κ)ολιανός, σχολικός,σχόλιο, σχολίατρος, σχόλασμα, σχολιάζω.

Μαθαίνω: από το αρχαίο ρήμα “μανθάνω” και πιο συγκεκριμένα από τον αόριστο β΄του ρήματος αυτού: έμαθον, θέμα: μαθ-.

Ομόρριζα: μάθημα, μαθητής, μαθητεία, μαθητικός, μαθεύομαι, μαθηματικά, μαθησιακός, μαθηταρειό, μαθητευόμενος, μαθητόκοσμος, μαθητολόγιο, μαθητούδι, μαθηματάκι, μούσα.

 

Θέμα 1 – Εξάσκηση

Και τώρα …η σειρά σας. Τι λέτε για τη λέξη: λόγος; Εμπρός λοιπόν. Ποιος θα είναι άραγε ο πρώτος που θα βρει την καταγωγή της λέξης αλλά και την οικογένειά της; Για να δούμε!!!! Θα τα «πούμε» σύντομα πάλι.

3 σκέψεις σχετικά με το “Πού κρατά η σκούφια τους; – Θέμα 1

  • Καταρχάς μπράβο για τη συμμετοχή σου. Καλή η επισήμανσή σου. Θα μπορούσες, αν ήθελες, να εύρισκες και τις ομόρριζες λέξεις της λέξης «λόγος», δηλαδή: ριζικές, παράγωγες και σύνθετες. Επίσης καλό θα ήταν να μας δώσεις και το όνομά σου, διότι το Α3 έτσι από μόνο του, δε μας λέει κάτι. Μπράβο και συνέχισε την επαφή σου με τη βιβλιοθήκη μας!

  • λόγος (αρσενικό)
    1. λόγος, λόγια, ομιλία
    2. φήμη, παράδοση, θρύλος,νέα, πληροφορία, είδηση
    3. χρησμός, αποκάλυψη
    4. το ζήτημα για το οποίο γίνεται λόγος, το γεγονός ,αρχή, πρόταση, ορισμός ,υπόθεση, παράδειγμα
    5. ικανότητα της ομιλίας, χρήση του λόγου ,δικαίωμα του λόγου, εξουσία ,διάλογος
    6. πεζός λόγος, φράση ,διήγηση πραγματικών γεγονότων, διήγηση ιστορική, ιστορία, τμήμα ιστορικού έργου ,βιβλίο, μέρος έργου ,ρητορικός λόγος ,φανταστική διήγηση,μύθος
    Ομόρριζα=
    λέω <αρχ. λέγω
    λεκτικός <αρχ. λεκτικός < λεκτός < λέγω
    λεγάμενος μτχ. του λέγω κατά τις αρχ. μτχ. σε -άμενος
    λέγειν
    λέξη < αρχ. λέξις < λέξω μέλλ. του λέγω
    λεξούλα
    λέξημα <λέξις
    λεξικός <μτγν. λεξικός < λέξις
    λεξικό <μτγν. λεξικόν (ενν. βιβλίον), ουδ. του επιθ. λεξικός
    λόγος <αρχ. λόγος < λέγω
    λόγια <μτγν. λόγια < λόγος
    λογάκι υποκορ. του λόγος
    λογύδριο <μσν. λογύδριον, υποκορ. του λόγος
    λογάρι < μσν. λογάριν < αρχ. λογάριον, υποκορ. του λόγος
    λογιέμαι
    λογίζομαι <αρχ. λογίζομαι < λόγος
    λογικεύω
    λογική <αρχ. λογική, θηλ. του επιθ. λογικός
    λογικισμός <λογική
    λογικιστής
    λογικιστικός
    λογικός <αρχ. λογικός < λόγος
    λογικό <αρχ. λογικόν, ουδ. του επιθ. λογικός
    λογικότητα <μτγν. λογικότης < λογικός
    λόγιος <αρχ. λόγιος < λόγος
    λογιοσύνη <λόγιος
    λογιοτατίζω <λογιότατος
    λογιοτατισμός <λογιοτατίζω
    λογιότατος υπερθ. βαθμός του επιθ. λόγιος
    λογιότητα <μτγν. λογιότης < λόγιος
    λογισμικό μτφρ. του αγγλ. software
    λογισμός <αρχ. λογισμός < λογίζομαι
    λογιστήριο <αρχ. λογιστήριον < λογιστής
    λογιστής <αρχ. λογιστής < λογίζομαι
    λογιστικός <αρχ. λογιστικός < λογιστής
    λογαριάζω <μσν. λογαριάζω < λογάριον
    λογαριασμός <μσν. λογαριασμός < λογαριάζω
    λογάς <αρχ. λογάς < λέγω
    λογής <μτγν. λογή < λογιῶν, γεν. πληθ. του λόγιον
    λογείο <αρχ. λογεῖον < λογεύς
    λογιάζω <λογίζομαι

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων