ΠΕΡΙ ΑΝΕΜΩΝ ΚΑΙ ΥΔΑΤΩΝ

Σχόλια και … σχολιανά


Μακριά από τον καύσωνα, στη Βυτίνα

Μπήκε ο Ιούλιος και από την πρώτη μέρα έδειχνε τα καυτά δόντια του. Η θερμοκρασία από το πρωί ανέβαινε στα ύψη. Έτσι αποφάσισα να πάω κάπου πιο δροσερά. Ξεκίνησα λοιπόν για τη Βυτίνα, να εξαργυρώσω τη διαμονή που είχα κερδίσει μέσω του instagram, από το ciao.gr, στο aiora-suites. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής η θερμοκρασία δεν έπεφτε κάτω από 36 βαθμούς, ενώ σε ορισμένα σημεία έφτασε και τους 38 βαθμούς. Στα Λαγκάδια έπεσε στους 33 βαθμούς, ενώ στη Βυτίνα στη μία το μεσημέρι που έφτασα ήταν 29 βαθμοί.

Στη Βυτίνα δεν υπήρχε κόσμος μιας και είναι χειμερινός προορισμός. Η δροσούλα ήταν εμφανής, δεν χρειαζόταν ερκοντίσιον. Τα περισσότερα μαγαζιά λειτουργούσαν κανονικά προσφέροντας τα παραδοσιακά προϊόντα τους, καθώς επίσης και οι ταβέρνες και εστιατόρια.

Την επόμενη μέρα πήγα στην Τρίπολη όπου συνάντησα παλιούς γνωστούς και φίλους. Η θερμοκρασία ανεβαίνει και στη Τρίπολη, όχι όπως στην υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά η επιστροφή στη Βυτίνα με δρόσισε και πάλι.

Την Κυριακή πήγα στη Λάστα, το χωριό από όπου κατάγονται οι περισσότεροι Χαβαραίοι. Το πρωί είχε Θεία Λειτουργία και αρτοκλασία και μετά όλοι γλέντησαν κάτω από τα πλατάνια. Κάθε χρόνο γιορτάζεται η εορτή των Αγίων Αποστόλων και μαζεύεται αρκετός κόσμος από πολλά μέρη. Είχε έρθει και ένα λεωφορείο από το Χάβαρι και άλλοι με τα ΙΧ τους. Το γλέντι με φαγητό, ποτό και πολύ χορό κράτησε μέχρι αργά το απόγευμα. Οι Χαβαραίοι επιστρέψαμε στη Βυτίνα για καφέ στην πλατεία. Όταν έφυγαν εγώ παρέμεινα στο ξενοδοχείο για ξεκούραση. Το βράδυ έκανα και πάλι τη βόλτα μου στη Βυτίνα όπου κάποιες στιγμές ένιωθες την ανάγκη να φορέσεις ένα μπουφάν ή μια ζακέτα.

Την επόμενη μέρα περνώντας μέσα από θαυμάσια τοπία, ανάμεσα σε έλατα, πλατάνια και καρυδιές βρέθηκα στη Στεμνίτσα. Κάθισα στην πλατεία για καφέ και απόλαυσα την δροσιά. Ύστερα πήρα το δρόμο της επιστροφής για την Ηλεία και τις υψηλές θερμοκρασίες.

Τελειώνοντας θέλω να ευχαριστήσω το aiora-suites για τη διαμονή που μου προσέφερε.

«Δυο Λασταίοι, τρείς φωτιές»

Οι περισσότεροι κάτοικοι του Χαβαρίου και των Λαστεΐκων Πύργου κατάγονται από τη Λάστα Γορτυνίας (Ν. Αρκαδίας). Γύρω στο 1845 άρχισαν να πηγαινοέρχονται στα χωριά αυτά και μετά από μια δεκαπενταετία περίπου άρχισαν να εγκαθίστανται μόνιμα.

Κάποτε δύο Λασταίοι, κατά τη μετακίνησή τους από τη Λάστα προς τα πεδινά, σταμάτησαν το βράδυ σε ένα δάσος να ξεκουραστούν. Άναψαν μια φωτιά και κάθισαν να ζεσταθούν. Μάλωσαν όμως για το ποιος θα μείνει πιο πολλή ώρα ξάγρυπνος να κρατήσει αναμμένη τη φωτιά. Και τότε ο καθένας άναψε δική του φωτιά για να ζεσταθεί.

Έτσι λοιπόν δύο άνθρωποι είχαν τρεις φωτιές για να ζεσταθούν.

Την παροιμία αυτή περιγράφει ο Νικόλαος Λάσκαρης στο βιβλίο του: «Η Λάστα και τα μνημεία της» (εκδ. 1903), ως αποτέλεσμα διχογνωμίας.

Ο Νικ. Λάσκαρης, αναφέρει ότι οι Λασταίοι, χάριν αστεϊσμού, λένε ότι άναψαν τις τρεις φωτιές για να καθίσουν ανάμεσα και να ζεσταθούν καλύτερα, αλλά και να δείξουν την προκοπή τους ποιος θα ανάψει την καλύτερη φωτιά.


Top
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων