ΤΟ ΜΠΛΟΓΚΑΚΙ ΜΟΥ

Τα νέα ανέκδοτα

-Τι είπε το ζαμπόν στο τυρί;
-Θα σε δω στο σάντουιτς!
Ένας τύπος με τη γυναίκα του στο δρόμο ρωτάει ένα ταξιτζή:
– Πόσα θες για να με πας αεροδρόμιο;
– Έρεε, δε ξέρω κύριε, όσο γράψει το κοντέρ.
– Ρε άσε το κοντέρ τώρα, πόσα θες να με πάς αεροδρόμιο;
– Έρεε… δεν ξέρω περίπου 40-50 ευρώ.
– Και δε μου λες, πόσα θέλεις για να πας εμένα και τη γυναίκα μου μαζί;
– Εεε… το ίδιο κύριε περίπου 40-50 ευρώ.

(Γυρνάει ο τύπος στη γυναίκα του:) -Είδες… φράγκο δεν αξίζεις!!!!!
– Γιατί οι πόντιοι βάζουν τα κεφάλια τους μέσα στην τουαλέττα;

– Για να έχουν άρωμα eau de toillete!
Έχετε ακούσει για το καινούργιο εστιατόριο στη σελήνη;

Το φαγητό είναι καταπληκτικό αλλά δεν έχει καθόλου ατμόσφαιρα.
Πιάνει κάποιος δουλειά σε μία πολυεθνική σαν μαθητευόμενος. Την πρώτη μέρα στην δουλειά σηκώνει το τηλέφωνο, παίρνει στο εσωτερικό την κουζίνα και φωνάζει:

– Φέρτε μου έναν καφέ γρήγορα!

Απαντά η φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής.

– Ηλίθιε, πήρες λάθος νούμερο. Ξέρεις σε ποιον μιλάς;

– Όχι, λέει ο μαθητευόμενος.

– Είμαι ο διευθυντής της εταιρίας, ηλίθιε!

Φωνάζει και ο μαθητευόμενος:

– Και ξέρεις εσύ ποιος είμαι εγώ, ηλίθιε;

– Όχι, απαντά θυμωμένα ο διευθυντής.

– Ευτυχώς! απαντά ο μαθητευόμενος και κλείνει το τηλέφωνο!
– Τί διαφορά έχουν τα γουρούνια από τα Πάντα;

Τα γουρούνια τρώνε τα πάντα, ενώ τα Πάντα δεν τρώνε τα γουρούνια!

 

Τί διαφορά έχει το πεπόνι με το παγώνι;

Το πεπόνι παγώνει. Το παγώνι δεν πεπόνι.

 

Μια μέρα ξεκίνησε ο μπαμπάς χελώνα, η μαμά χελώνα και το χελωνάκι να πάνε για πικνίκ στο πάρκο, σε απόσταση 100 μέτρων. Αφού λοιπόν, για να φτάσουν στον προορισμό τους, πέρασαν δέκα μέρες, κάθισαν να φάνε. Εκεί που άνοιξε η μαμά χελώνα το μπόλ με τα κεφτεδάκια διαπίστωσε ότι ξέχασε να πάρει μαζί της το νερό, το λέει στον μπαμπά χελώνα και αποφασίζουν να στείλουν το μικρό χελωνάκι να πάει να φέρει απο το σπίτι το νερό. Προτού ξεκινήσει το μικρό χελωνάκι να πάει να φέρει το νερό, τους λέει:

– Εγώ θα πάω, αλλά αν βάλει κανένας χέρι στα κεφτεδάκια, δέν πάω!

Μετά απο είκοσι δύο μέρες δέ φάνηκε το μικρό χελωνάκι και ο πατέρας χελώνα λέει:

– Εγώ αρχίζω να τρώω γιατί με έχει κόψει η πείνα.

Τότε η μαμά χελώνα άρχισε να φέρνει αντιρρήσεις.

– Το παιδί σου είπε να μη φας τα κεφτεδάκια μέχρι να γυρίσει. Μπορεί να άργησε δυο μέρες, αλλά ίσως είδε κάποιον φίλο στο δρόμο και του ζήτησε να πάνε να παίξουν ποδόσφαιρο.

Τελικά, με λίγη δυσκολία εκείνος κατάφερε να την πείσει. Κάποια στιγμή αφου είχαν φάει απο πέντε κεφτεδάκια ο καθένας, πετάγεται πίσω απο τους θάμνους το μικρό χελωνάκι και τους λέει:

Έτσι είστε έ; Τρώτε τα κεφτεδάκια! Δέν πάω για νερό!

 

Ένας σκύλος μπαίνει σε ένα κρεοπωλείο, πλησιάζει τον χασάπη και του γαυγίζει. Ο χασάπης τον ρωτάει τι θέλει. Ο σκύλος πηγαίνει εκεί που ήταν το χοιρινό και γαυγίζει. Ο χασάπης πάλι με την σειρά του τον ρωτάει πόσες χοιρινές μπριζόλες θέλει. Ο σκύλος γαυγίζει τέσσερις φορές, και αμέσως πηγαίνει δίπλα στο ταμείο για να πάρει το ανάλογο ποσό ο χασάπης από το πορτοφόλι που είχε στο περιλαίμιο του. Ο χασάπης παίρνει τα χρήματα και φορτώνει το σκύλο με το κρέας.

Παραξενευμένος ένας πελάτης αποφασίζει να παρακολουθήσει το σκύλο. Μετά από μερικά τετράγωνα, ο σκύλος πηγαίνει σε κάποιο σπίτι και γρατζουνά την πόρτα. Και μετά από λίγο το αφεντικό του, του ανοίγει την πόρτα. Ενθουσιασμένος ο παρατηρητής φωνάζει στο αφεντικό του σκύλου:

-Κύριε μου έχετε ένα πολύ έξυπνο σκύλο!

-Μπα, δεν είναι και τόσο έξυπνο… πάλι ξέχασε τα κλειδιά του….

 

Υπήρχε κάποτε κάποιος ο οποίος είχε ψείρες. Ρώτησε λοιπόν ένα γνωστό του πως θα απαλλαγή από αυτές.

-Θα πας στο σπίτι σου και θα ανοίξεις τον φούρνο, θα βάλεις το κεφάλι σου μέσα και θα τον ανάψεις στους 250 βαθμούς, με τόση ζέστη οι ψείρες θα αναγκαστούνε να φύγουνε. Πήγε λοιπόν ο τύπος και έκανε ότι ακριβώς του είπε ο φίλος του. Καθώς ψηνότανε το κεφάλι του, κατεβαίνει στο αυτί του η αρχηγός ψείρα και του λέει.

-Μεγάλε, εδώ περνάμε φίνα. Κάνουμε μπάνιο, σάουνα, χαμάμ. Ωραίες διακοπές…

Την επομένη λέει στο φίλο του τι έγινε.

-Η συνταγή που θα σου δώσω τώρα είναι αλάνθαστη. Θα πας σπίτι και θα ανοίξεις τον καταψύκτη, και θα βάλεις το κεφάλι σου μέσα. Ε…με τόσο κρύο σίγουρα θα φύγουν.

Πήγε λοιπόν σπίτι και έκανε πάλι ότι του είπε. Και ενώ το κεφάλι του είχε σχεδόν παγώσει, κατεβαίνει πάλι η αρχηγός ψείρα και του λέει.

-Πως πάει ρε μεγάλε…Εμείς εδώ είμαστε σε χειμερινές διακοπές…Κάνουμε σκι, παίζουμε χιονοπόλεμο, φτιάχνουμε χιονάνθρωπους…. Ωραίες διακοπές!

Τι να κάνει λοιπόν, πάει στο φίλο του και του λέει πάλι τι έγινε.

-Αυτή τη φορά όμως, του λέει, δεν υπάρχει περίπτωση να αποτύχουμε. Τώρα που θα φύγεις απο εδώ, τον πρώτο που θα συναντήσεις με πολλά μαλλιά, να έχει και κάνα χρόνο να κάνει μπάνιο, θα τον αρχίσεις στο ξύλο…μπουνιές, κλωτσιές, και προπάντων κεφαλιές. Έτσι θα φύγουν απ’ το δικό σου κεφάλι και θα πάνε στο δικό του.

Βρίσκει λοιπόν κάποιον με τα παραπάνω χαρακτηριστικά, και χωρίς δεύτερη κουβέντα τον αρχίζει στο ξύλο… Μπουνιές, κουτουλιές…τον αφήνει αιμόφυρτο και αναίσθητο κάτω. Κατεβαίνει λοιπόν πάλι η αρχηγός ψείρα στο αυτί του και του λέει…

-Μεγάλε, είσαι πολύ δυνατό παιδί… αλλά και εμείς δεν κάτσαμε με σταυρωμένα τα χέρια. Όση ώρα τον έδερνες εσύ, εμείς του πήραμε 100 ψείρες ομήρους…..

 

Οδηγούσε ένας τύπος όταν άκουσε κάτι να χτυπάει στο μπροστινό τζάμι του αυτοκινήτου του. Σταματά ανήσυχος, κατεβαίνει και βρίσκει ένα σπουργιτάκι ξάπλα στην άσφαλτο.

-Πωπωπω κρίμα το σκότωσα το καημένο!

Σκύβει κάτω, το μαζεύει και σαν να ψιλοζούσε το σπουργιτάκι, αλλά ήταν σε κώμα. Το παίρνει, το πάει σπίτι του και το βάζει σε ένα κλουβί μέχρι να συνέλθει και να γίνει καλά. Αργότερα έφυγε από το σπίτι για δουλειές. Συνέρχεται και το σπουργιτάκι σιγά-σιγά και κοιτάει και τι να δει ; Πάνω κάγκελα, δεξιά κάγκελα, αριστερά κάγκελα, μπροστά κάγκελα, πίσω κάγκελα. Τρελαίνεται το σπουργιτάκι και λέει:

-Πωπωπω, τον σκότωσα τον άνθρωπο!!!!!

 

Περνάει ένας τύπος έξω απο ένα μαγαζί που πουλάει ωδικά πτηνά και βλέπει ένα κλουβί με δύο καναρίνια, εκ των οποίων το ένα κελαηδάει υπέροχα. Μαγεμένος απο το άκουσμα της μελωδίας, μπαίνει γρήγορα στο μαγαζί και ρωτάει πόσο κάνει το καναρίνι για να το αγοράσει. Του λέει ο καταστηματάρχης: «Τα δύο καναρίνια σε αυτό το κλουβί πάνε πακέτο. Δώσε 50.000€ και πάρ τα και τα δύο» .

– Μα τι να τις κάνω και τα δύο μαζί ; Εγώ αυτό που κελαηδάει θέλω μόνο.

Ναι αλλά το άλλο του γράφει τα τραγούδια.

 

Πως λένε οι ανθρωποφάγοι έναν άνθρωπο που τρέχει;Fast food!…

Γιατί εφευρέθηκαν οι λευκές σοκολάτες; Για να λερώνονται και τα μαύρα παιδάκια….

Πως λέγεται αυτός που έχει δει ένα λιοντάρι; Λέων…ειδας!!!!!…

Πως λέγεται το τανκ στα Τούρκικα; -Τσαμπουκά Τρακτέρ…

Τι θα έχουμε αν διασταυρώσουμε 1 φίδι με 1 σκαντζόχοιρο ; Δύο μέτρα συρματόπλεγμα!…

 

Από το προαύλιο του τρελοκομείου, ένας τρελος φωνάζει σε έναν περαστικό:

– Ψιτ, κύριος! Έχεις ρολόι;

– Ναι.

– Και δε μου λες, δουλεύει το ρολόι σου;

– Ναι, βέβαια….

Τι δουλειά κάνει;

 

Είναι δύο κρουασάν σε ένα μπαρ. Ποιό από τα δύο θα κεράσει; – Το κρουασάν κεράσι!

Ειναι 4 κρουασάν και παίζουν τζόκερ. Ποιό από τα τέσσερα θα κερδίσει; – Το κρουασάν Με-ρέντα!

 

Μια μέρα στην τάξη, λέει η δασκάλα στονΤοτό

-Εγώ διαβάζω, εσύ διαβάζεις… τι χρόνος είναι;

Χαμένος χρόνος κυρία!

 

Μια φορά ήταν ένας που βρισκόταν σε μια ερημική περιοχή κάπου ανάμεσα σε Αθήνα και Λαμία. Ήταν χειμώνας, έκανε παγωνιά. Έκανε ώτο- στοπ για να πάει μέσα στην πόλη. Η ώρα ήταν περασμένες 2:00 τα μεσάνυχτα. Από τα λιγοστά αυτοκίνητα που πέρασαν κανένα δεν σταμάτησε. Τα χέρια του είχαν κοκαλώσει, μελάνιασε από το κρύο.

Καταλάβαινε πως αν δεν σταματήσει κάποιος μέσα σε λίγη ώρα θα έφτανε το τέλος του. Ελπίδες δεν είχε. Σκέφτηκε και είπε ε! αφού θα πεθάνω που θα πεθάνω ας ξαπλώσω στη μέση του δρόμου για να με βρουν. Εκεί που ξάπλωσε, από μακριά βλέπει ένα αυτοκίνητο να έρχεται με μικρή ταχύτητα, σηκώνεται τρέχει, ανοίγει την πόρτα μπαίνει μέσα.

Ααχ! παράδεισος είναι εδώ. Χίλια ευχαριστώ που σταμα…στα.. Γυρίζει και βλέπει το κάθισμα του οδηγού άδειο. Το τραύλισμα άρχισε να μετατρέπεται σε πανικό όταν το αυτοκίνητο συνέχιζε να προχωράει! Αμάν το αμάξι είναι στοιχειωμένο! έκανε να ανοίξει την πόρτα να κατέβει αλλά ο τσουχτερός αέρας του άλλαξε το μυαλό.

Μπριτς! που θα κατέβω! στοιχειωμένο, ξεστοιχειωμένο εγώ εδώ θα μείνω. Το αυτοκίνητο εν τω μεταξύ συνέχιζε την πορεία του κανονικά είχε μπει στην εθνική και κάπου αργότερα έστριψε σ` ένα βενζινάδικο πήρε βενζίνη, σε λίγο ανοίγει η πόρτα του οδηγού, και μπαίνει ένας μέσα.

– «Αχ! μη! μη κύριε μπαίνετε σ` αυτό το αμάξι! είναι στοιχειωμένο!»

«Πιο στοιχειωμένο βρε ηλίθιε! απ` τα διόδια το σπρώχνω!»

 

Μια χελώνα περνούσε έξω από ένα μπαρ. Τσουπου τσουπου η χελώνα μπάινει μέσα στο μπαρ, κάθεται στο σκαμπό και λέει στον μπάρμαν:

– Ένα διπλό ουίσκι παρακαλώ.

Την κοιτάζει ο μπάρμαν, βγαίνει έξω από το μπαρ, την αρπάζει και ταααααγκ, την πετάει έξω από το μαγαζί. Μετά από 3 μήνες η χελώνα ξανά, τσουπου τσουπου τσουπου τσουπου, μπαίνει πάλι στον μπαρ, ανεβαίνει στο σκαμπό, κοιτάζει τον μπάρμαν και του λέει:

Τώρα αυτό…. γιατί το έκανες;;

 

Είναι λοιπόν ένας τύπος σε ένα ταξί , οπότε θέλει να πει κάτι στον ταξιτζή . Όπως είναι από πίσω του λοιπόν , κάνει λίγο μπροστά και τον χτυπάει ευγενικά στον ώμο με τα δάχτυλα . Ο ταξιτζής τρελαίνεται ! Χάνει τον έλεγχο του αυτοκινήτου , πέφτει πάνω σε ένα σκουπιδοτενεκέ , ανεβαίνει στο πεζοδρόμιο , περνάει ξυστά από μία γριούλα , και σταματάει λίγα εκατοστά μπροστά από μία βιτρίνα σε ένα μαγαζί . Γυρίζει στον πελάτη έξαλλος και του λέει :

» Μα είσαι τρελός ; Κόντευα να πάθω καρδιακή προσβολή ! »

» Μα κύριε , απλά σας ακούμπησα λίγο στον ώμο για να σας μιλήσω ! »

» Χμ .. Ναι , ξέρετε , δίκιο έχετε , αλλά είναι η πρώτη μέρα που δουλεύω ταξιτζής . Τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια οδηγούσα νεκροφόρα!»

 

Πώς μπορεί κανείς να κάνει εκατομμύρια στο χρηματιστήριο όταν έχει πτώση;

Έχοντας βάλει δισεκατομμύρια.
– Πώς λέγεται το συναχωμένο Πόκεμον;

Πικαψού!
Χτυπάει το τηλέφωνο στο σπίτι και το σηκώνει ο μικρός Τοτός. – Ορίστε, λέει ψιθυριστά – Δώσε μου τον πατέρα σου, λέει ένας κύριος. – Δεν μπορώ τώρα, απαντά ξανά ψιθυριστά ο Τοτός. – Γιατί αγόρι μου, λέει ο κύριος. – Είναι απασχολημένος, ψιθυρίζει ο Τοτός. – Καλά παιδί μου, δώσε μου την μητέρα σου, λέει ο κύριος. – Δεν μπορώ είναι και αυτή απασχολημένη, ψιθυρίζει ο Τοτός. – Δεν πειράζει δώσε μου τον παππού, ξαναλέει ο κύριος. – Δεν μπορώ ούτε αυτόν, κύριε, είναι απασχολημένος, ψιθυρίζει ο Τοτός. – Εντάξει δώσε μου τότε την γιαγιά, λέει ενοχλημένος ο κύριος. – Δεν μπορώ, είναι απασχολημένη κι αυτή, ψιθυρίζει ο Τοτός. – Καλά παιδί μου όλοι απασχολημένοι είναι; Τι κάνουν επιτέλους; λέει ο κύριος. – Ψάχνουν να με βρουν κύριε, ψιθυρίζει ο Τοτός.

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων