Κατά τη διάρκεια της φοίτησης στο Δημοτικό, πολλά παιδιά με γενετικά σύνδρομα εμφανίζουν ιδιαίτερες μαθησιακές ανάγκες που επηρεάζουν τη γνωστική, κοινωνική και ακαδημαϊκή τους ανάπτυξη. Τα σύνδρομα αυτά – όπως το σύνδρομο Down, το σύνδρομο Williams, το σύνδρομο Fragile X και το σύνδρομο Rett – συνδέονται με ποικίλου βαθμού νοητική αναπηρία, γλωσσικές δυσκολίες, αισθητηριακές ιδιαιτερότητες και περιορισμούς στην προσαρμοστική συμπεριφορά.
Στα μαθηματικά, οι μαθητές με γενετικά σύνδρομα παρουσιάζουν συχνά δυσκολίες στην κατανόηση των αριθμητικών εννοιών, στην ποσοτική σύγκριση, στη χρήση συμβολικών αναπαραστάσεων και στην εκτέλεση βασικών πράξεων. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η ανάγκη για μάθηση μέσω οπτικοποιημένων, βιωματικών και πολυαισθητηριακών προσεγγίσεων, καθώς η λεκτική και αφαιρετική διδασκαλία δεν είναι επαρκώς αποτελεσματική για την πλειονότητα των μαθητών αυτών.
Επιπλέον, η μνήμη εργασίας, η συγκέντρωση, η προσοχή στη λεπτομέρεια και η δυνατότητα γενίκευσης δεξιοτήτων συνήθως περιορίζονται. Η αργή μαθησιακή πρόοδος, οι συχνές επαναλήψεις και η ανάγκη για ενίσχυση της αυτονομίας καθιστούν απαραίτητη την παρουσία εξατομικευμένων στόχων και προσαρμογών στο εκπαιδευτικό περιβάλλον. Παράλληλα, πρέπει να ληφθεί υπόψη η συναισθηματική και κοινωνική στήριξη του παιδιού, καθώς και η τακτική συνεργασία με διεπιστημονικές ομάδες και την οικογένεια.
Η επιτυχής υποστήριξη των παιδιών με γενετικά σύνδρομα στο Δημοτικό εξαρτάται από τη διαφοροποίηση της διδασκαλίας, την καλλιέργεια θετικού μαθησιακού κλίματος και την αξιοποίηση των δυνατοτήτων του κάθε παιδιού, ώστε να ενισχυθεί η σχολική ένταξη, η αυτοεκτίμηση και η λειτουργική μάθηση.