Επιμένω σ’ έναν άλλο κόσμο
15 Σεπ 2022

William Bronk

Συντάκτης: Κων/νος Βούλγαρης | Κάτω από: Χωρίς κατηγορία

William Bronk

 

 

 

 

William Bronk (1918-1999) was a poet from Fort Edward, New York. For his book, Life Supports (1981), he won the National Book Award for Poetry.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

The Smile on the Face of a Kouros

This boy, of course, was dead, whatever that
might mean. And nobly dead. I think we should feel
he was nobly dead. He fell in battle, perhaps,
and this carved stone remembers him
not as he may have looked, but as if to define
the naked virtue the stone describes as his.
One foot is forward, the eyes look out, the arms
drop downward past the narrow waist to hands
hanging in burdenless fullness by the heavy flanks.
The boy was dead, and the stone smiles in his death
lightening the lips with the pleasure of something achieved:
an end. To come to an end. To come to death
as an end. And coming, bring there intact, the full
weight of his strength and virtue, the prize with which
his empty hands are full. None of it lost,
safe home, and smile at the end achieved.
Now death, of which nothing as yet—or ever—is known,
leaves us alone to think as we want of it,
and accepts our choice, shaping the life to the death.
Do we want an end? It gives us; and takes what we give
and keeps it; and has, this way, in life itself,
a kind of treasure house of comely form
achieved and left with death to stay and be
forever beautiful and whole, as if
to want too much the perfect, unbroken form
were the same as wanting death, as choosing death
for an end. There are other ways; we know the way
to make the other choice for death: unformed
or broken, less than whole, puzzled, we live
in a formless world. Endless, we hope for no end.
I tell you death, expect no smile of pride
from me. I bring you nothing in my empty hands.

 

Το χαμόγελο στο πρόσωπο ενός Κούρου

Αυτό το αγόρι, φυσικά, ήταν νεκρό, ό,τι κι αν
θα μπορούσε να σημαίνει αυτό. Και μάλιστα, αρχοντικά νεκρό.
Νομίζω πρέπει να το νoιώθουμε
πως πέθανε με αρχοντιά. Μπορεί να έπεσε στη μάχη
κι αυτή η λαξευμένη πέτρα τον θυμάται
όχι όπως ίσως ήταν εμφανισιακά, αλλά σαν να θέλει να καθορίσει
τη γυμνή αρετή που η πέτρα περιγράφει ως δική του.
Το ένα πέλμα μπροστά, τα μάτια ατενίζουν, οι βραχίονες
πέφτουν προς τα κάτω, προσπερνούν τη στενή μέση και καταλήγουν σε χέρια
που κρέμονται, με μια πληρότητα χωρίς βάρος, δίπλα στις βαριές του λαγόνες.
Το αγόρι ήταν νεκρό κι η πέτρα χαμογελά για το θάνατό του,
φωτίζοντας τα χείλη με την ευχαρίστηση ενός επιτεύγματος:
ενός τέλους. Να φτάνει κανείς μέχρι τέλους. Να συναντιέται με το θάνατο
ως ένα τέλος. Και φτάνοντας εκεί, να φέρνει ανέπαφο, ολάκερο το
βάρος της δύναμης μα και της αρετής του, το έπαθλο με το οποίο
τ’ άδεια χέρια του είναι γεμάτα. Κανένα μέρος από αυτό να μην έχει χαθεί,
εκείνος να είναι σπίτι του ασφαλής στον προορισμό του
και να χαμογελά για την τελείωση του σκοπού του.
Τώρα ο θάνατος, για τον οποίο τίποτε ακόμη —ή και ποτέ— δεν έγινε γνωστό,
μας αφήνει μονάχους να αναλογιστούμε πώς τον θέλουμε
και αποδέχεται την επιλογή μας, δίνοντας σχήμα στη ζωή μέχρι το θάνατο.
Θέλουμε μήπως ένα τέλος; Μας το δίνει— και παίρνει αυτό που δίνουμε εμείς
και το κρατά. Κι έχει, έτσι, στην ίδια τη ζωή,
καταφέρει να φτιάξει κάτι σαν θησαυροφυλάκιο με ελκυστική μορφή,
να φυλαχτεί ο θάνατος εκεί και να μείνει
για πάντα όμορφος και ολοκληρωμένος, λες και
το να θέλει κανείς πάρα πολύ την τέλεια, αδιάσπαστη μορφή
είναι το ίδιο με το να θέλει το θάνατο, με το να επιλέγει το θάνατο
ως ένα τέλος. Υπάρχουν όμως κι άλλοι τρόποι. Ξέρουμε εμείς τον τρόπο
να κάνουμε την άλλη επιλογή για το θάνατο: αδιαμόρφωτοι
ή και σπασμένοι, λειψοί, σαστισμένοι, ζούμε
σε έναν άμορφο κόσμο. Χωρίς σκοπό, ελπίζουμε να μην έχουμε ούτε τέλος.
Σου λέω, θάνατε, μην περιμένεις χαμόγελο περφάνιας
από μένα. Εγώ δεν σου φέρνω τίποτα με τ’ άδεια μου χέρια.

 

Kouros

Ετικέτες: , , ,

Αφήστε μια απάντηση