ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ, Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ..ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ: ΣΠΥΡΟΣ ΑΝΤΩΝΕΛΛΟΣ

http://snack.to/b7k9495k

ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΙΚΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ κο ΣΠΥΡΟ ΑΝΤΩΝΕΛΛΟ ..Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ.

www.schools.ac cy

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Ιθάκη

ΠΟΙΗΣΗ: ΚΩΝ/ΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ  ΣΤΗΝ ΑΓΓΛΙΚΗ:EDMUND KEELEY, PHILIP SHERRARD

ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ: SΕΑN CONNERY

ΜΟΥΣΙΚΗ : ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Artwork: Gavin Aung Than

 

Ο ΔΡΑΣΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ, ΣΑΒΒΙΔΗΣ

Γ.Π. ΣΑΒΒΙΔΗΣ, «O ΔΡΑΣΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ KΑΒΑΦΗ» (1972) ΆΡΘΡΑ

 

«ΕΛΕΥΘΕΡΙΗΣ ΦΑΟΣ ΙΡΟΝ…»

δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό

ΚΑΒΑΦΗΣ

– Πια δεν μπορώ! Θα φύγω φτερωτός

στον «ελεύθερον κόσμο του φωτός»!

(Όχι Άφρικα κι Ασία! Καθημερνά

φωτιά κι ατσάλι ο Αθάνατος κερνά.)

 

Θα γεννηθώ ξανά, όπως θέλω, κι όσο

μπορώ και θέλω εγώ να μεγαλώσω!

(Ιδού στάδιον δόξης σου λαμπρόν,

αθάνατη λεξούλα του Καμπρόν!)

 

– Αν απ’ εδώ σ’ αφήσουν κι αν εκεί

σε δεχτούνε, θ’ αλλάξεις φυλακή.

Ανάσα πουθενά του δουλευτή

που προσκυνά, ο φτωχός, να βολευτεί.

 

Χιλιάδες μίλια πέρα, αιώνες πίσω,

φτηνά το κρέας πουλιέται τ’ ανθρωπίσο.

Ξέν’ οι λαοί στον τόπο τους και δούλοι,

δεν έχουνε πατρίδα, οχτροί και μούλοι!

 

Όπου να πας, ξένος και δούλος, κι όπου

σταθείς, θα χάνεις κάθε αξία τ’ ανθρώπου.

Αλλού να γεννηθείς κι αλλού να πας,

παντού θα σε χτυπούν, αν δε χτυπάς!

 

Πουθενά δε θα μείνεις. Κάθε λίγο

θα παίρνεις το δισάκι σου: «Θα φύγω!»

Οι αλυσίδες σου στο ’να το σακί,

στ’ άλλο ο τάφος σου – κι ώρα σου κακή!

 

Τι τα θέλεις φτερά και πλοία κι οδό;

Ο «ελεύθερός σου κόσμος» είν’ εδώ.

Κόσμος θανάτου, απάτης και φαλλού!

Όλα τα ’χεις, γιατί να πας αλλού;

 

(ψιθυριστά)

 

Αν ζητάς ανθρωπιά και δίκιο νόμο,

δεν είν’ εκεί που πας. Ν’ αλλάξεις δρόμο!

 

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Το καινούργιο αυτό ποίημα, πρόσφατο και πολύτιμο δώρο του πολεμάρχου-ποιητή προς τον γράφοντα,1 μαρτυρεί (κοντά σε άλλα, ίσως πιο αυτονόητα) την συνεχιζόμενη γόνιμη επίδραση του Καβάφη στην ποίησή μας, τριανταεννιά χρόνια μετά τον θάνατό του.Δεν είναι, ασφαλώς, ποίημα που ο Αλεξανδρινός θα έγραφε ποτέ· ούτε, πάλι, θυμίζει κατά τίποτε (πέρα από την διαλεκτική δομή) τον καβαφικό τόνο και τρόπο – γι’ αυτό, άλλωστε, μίλησα για επίδραση και όχι διόλου για μίμηση. Με άλλα λόγια, παραφράζοντας την κατάθεση ενός άλλου ποιητή, κάποτε «στρατευμένου» όσο και ο κ. Βάρναλης, του W. H. Auden,2 μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το ποίημα τούτο, οργανική μεν συνέχεια της συλλογής Ελεύθερος Κόσμος (1965)3 και του Άτταλος ο Τρίτος, θα είχε μολαταύτα γραφεί πολύ διαφορετικά, ίσως και να μην είχε γραφεί διόλου, αν ο ποιητής του δεν είχε διαβάσει την «Πόλι» του Καβάφη.4

Ανάλογα θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς και σε άλλους ποιητές μας, νεότερους από τον κ. Βάρναλη. Για να περιοριστώ σε πρόσφατα, λίγο-πολύ χτυπητά παραδείγματα, αρκεί να μνημονεύσω το «Επί ασπαλάθων» του Σεφέρη, τα επτά ποιήματα της «Μυστικής σύνδεσης» της Ζωής Καρέλλη,5 ολόκληρη σχεδόν την σειρά των «Επαναλήψεων» του Γιάννη Ρίτσου,6 τα δέκα ποιήματα που αποτελούν το δεύτερο μέρος της Εκατονήσου του Πάνου Θασίτη – και, βέβαια, τα Κατά Σαδδουκαίων του Μιχάλη Κατσαρού, που επιτέλους «αποκαταστάθηκαν» στην συνείδηση του πλατύτερου αναγνωστικού κοινού, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την πρώτη τους έκδοση. Ακόμη, συλλογίζομαι το καίριο εκείνο τραγούδι των Μουσικών του Γιώργου Σκούρτη, «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί»: θα είχε τάχα γραφεί με τόση μυθικήν ενάργεια, δίχως την προϋπόθεση του «Περιμένοντας τους Βαρβάρους»;

Θα ήταν ενδιαφέρον, χωρίς άλλο, να επιχειρούσε κανείς μιαν αναλυτικήν εξέταση του βαθμού και των τρόπων με τους οποίους η καβαφική επίδραση έχει αφομοιωθεί σε τούτα τα ποιήματα, καθώς και της ιδιάζουσας προσωπικής διαφοράς που παρουσιάζουν σε σύγκριση με τα καβαφικά τους πρότυπα αφ’ ενός και αφ’ ετέρου με άλλες συνθέσεις των ίδιων ποιητών. Όμως ο χώρος και ο χρόνος μιας επιφυλλιδογραφικής περιδιάβασης δεν επιτρέπει παρά νύξεις και προτάσεις.

Να είναι σύμπτωση ότι όλα σχεδόν τα παραπάνω ποιήματα (ώς και η «Κυνίσκα» της κ. Καρέλλη)7 έχουν μια κόψη ή μιαν αιχμή πολιτική; Δεν το πιστεύω. Πρώτα-πρώτα γιατί δεν πιστεύω στις «λογοτεχνικές συμπτώσεις»·8 μέχρις αποδείξεως του εναντίου για κάθε περίπτωση, προτιμώ να τις θεωρώ συμπτώματα, τελείως διαφορετικά λ.χ. από το τυχαίο γεγονός ότι ο Καβάφης γεννήθηκε και πέθανε την ίδια ημερομηνία: 17/29 Απριλίου 1863 και 29 Απριλίου 1933. Αλλά επίσης γιατί όσοι από μας δεν παραδέχονται «παρθενογένεση στην τέχνη»,9 γνωρίζουν καλά πως κάθε νέο έργο τέχνης οφείλει εν μέρει την γένεσή του (θετικά είτε αρνητικά) και σε ένα άλλο, προγενέστερο έργο άλλου τεχνίτη. Όσο για εκείνους που επαίρονται ως αυτοδίδακτοι, ο «πρωτόγονος» Hemingway τους έχει βάλει μια για πάντα στην θέση τους, παρατηρώντας: «Δεν βλέπω γιατί καμαρώνουν που είχαν τόσο κακό δάσκαλο…».

Ωστόσο, το αξιοσημείωτο, εδώ, είναι πως τα ποιήματα αυτά δηλώνουν, κατά το πλείστον, για πατέρα τους τον «πολιτικό» Καβάφη –όπως μας έπεισε να τον ονομάζουμε ο Στρατής Τσίρκας– ενώ, ομολογουμένως, ο πρωτεϊκός Γέρος έχει πλήθος άλλες όψεις, από τις οποίες, σε πιο σεμνότυφα χρόνια, επικρατέστερη φαινόταν η ηδονική. Αξιοσημείωτο, όχι αξιοπερίεργο. Το βιβλίο, μας έχουν πει, είναι ένας καθρέφτης παράξενος: καθρεφτίζει όχι μονάχα τον συγγραφέα και την εποχή του, μα και τον εκάστοτε αναγνώστη και την δική του εποχή. Έτσι, σε εποχές αναστολής των φυσικών πολιτικών λειτουργιών, επόμενο είναι να διαπιστώνεται μια υπερτροφία της πολιτικής ευαισθησίας, ως αντιστάθμισμα. Εύλογα, λοιπόν, στα χρόνια μας, αντικρίζουμε κάπως αποκλειστικά τον «πολιτικό» Καβάφη – ο οποίος, εξ άλλου, ταυτίζεται με τον «ιστορικό», πάντως για όσους αναγνωρίζουν «πως η ιστορία είναι η πολιτική του παρελθόντος και η πολιτική η ιστορία του μέλλοντος».

Σχετικός με τον «ιστορικό», αλλά διόλου ταυτόσημος, είναι ο «κοινωνικός» Καβάφης. Αγκαλά και η ποίησή του, ως κοινωνικό φαινόμενο, έχει κατά κόρον συζητηθεί (και κάποτε κωμικοτραγικά παρερμηνευθεί από αδρανείς κριτικούς), πολύ λιγότερο έχει προσεχτεί ως κρυστάλλωμα κοινωνικής παρατήρησης και ενέργειας (στο σημείο αυτό χρωστώ να μνημονεύσω, ανάμεσα στις λιγοστές οξυδερκείς και θαρρετές εξαιρέσεις, τον ψευδώνυμο Μανόλη Λαμπρίδη).10

Ξεχνούμε, π.χ., ότι από το 1909 ως το 1918 ο ποιητής συνεργαζόταν αποκλειστικά στα δυο αλεξανδρινά περιοδικά, τα Γράμματα και την Νέα Ζωή, που είχαν για κύριο ιδεολογικό συνεργάτη τους τον Γ. Σκληρό11 (Το κοινωνικόν μας ζήτημα, 1907 – Τα σύγχρονα προβλήματα του Ελληνισμού, 1919). Διαξιφιζόμαστε ατέρμονα μπρος στα «Τείχη» ή απαγγέλλουμε δημοσία το «Ας φρόντιζαν», αλλά ένα ποίημα σαν το «Μέρες του 1909, ’10 και ’11», βαρύ από την διαπίστωση της ανθρώπινης σπατάλης (άλλοι θα την ονόμαζαν «αλλοτρίωση»), το προσπερνούμε είτε το κατατάσσουμε μηχανικώς στα «ηδονικά»:

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1909, ’10 ΚΑΙ ’11

Ενός τυραννισμένου, πτωχοτάτου ναυτικού

(από νησί του Αιγαίου Πελάγους) ήταν υιός.

Εργάζονταν σε σιδερά. Παληόρουχα φορούσε.

Σχισμένα τα ποδήματά του της δουλειάς κ’ ελεεινά.

Τα χέρια του ήσαν λερωμένα από σκουριές και λάδια.

 

Το βραδυνό, σαν έκλειε το μαγαζί,

αν ήταν τίποτε να επιθυμεί πολύ,

καμιά κραβάτα κάπως ακριβή,

καμιά κραβάτα για την Κυριακή,

ή σε βιτρίνα αν είχε δει και λαχταρούσε

κανένα ωραίο πουκάμισο μαβί,

το σώμα του για ένα τάλληρο ή δυο πουλούσε.

Διερωτώμαι αν στους αρχαίους καιρούς

είχεν η ένδοξη Αλεξάνδρεια νέον πιο περικαλλή,

πιο τέλειο αγόρι από αυτόν – που πήε χαμένος:

δεν έγινε, εννοείται, άγαλμά του ή ζωγραφιά·

στο παληομάγαζο ενός σιδερά ριχμένος,

γρήγορ’ απ’ την επίπονη δουλειά,

κι από λαϊκή κραιπάλη, ταλαιπωρημένη, είχε φθαρεί.

Και όμως, τούτο το ποίημα είναι που έδωσε αφορμή στον Σεφέρη να σημειώσει για τον Καβάφη: «Δεν ξέρει κανείς, διαβάζοντάς τον, αν ένας νέος που δουλεύει σ’ ένα φτωχό σιδεράδικο της σημερινής Αλεξάνδρειας δεν πρόκειται να πάει το βράδυ στα χαμαιτυπεία όπου διασκεδάζουν οι υπήκοοι του Πτολεμαίου Λαθύρου».12 Και η έμφαση δεν είναι τόσο στα χαμαιτυπεία, όσο στο παρατσούκλι του άθλιου Πτολεμαίου: Λάθυρος, δηλ. Φάβας.

Ιδίως για όσους θα είχαν την διάθεση να εμβαθύνουν το θέμα του «κοινωνικού» Καβάφη, δημοσιεύω παρακάτω δυο άγνωστα σημειώματά του, από το αρχείο του, τα οποία είχα παλαιότερα ανακοινώσει προφορικώς.13

Το πρώτο σημείωμα, ρίχνει έναν κοινωνικό φωτισμό, απροσδόκητα βίαιο, στον τάχα απλώς αισθησιακό λαϊκισμό ορισμένων όψιμων ποιημάτων του Καβάφη, αλλά και στον δήθεν αποκλειστικά «αισθητικόν» αριστοκρατισμό πολλών ιστορικοφανών συνθέσεών του:

 

Με αρέσει και με συγκινεί η εμορφιά του λαού, των πτωχών νέων. Δούλοι, εργάται, μικροϋπάλληλοι του εμπορίου, υπάλληλοι των μαγαζιών. Είναι η αμοιβή, θαρρείς, για τες υστερήσεις των. Η πολλή δουλειά και η πολλή κίνησις τους κάμνουν λεπτά και συμμετρικά τα σώματα. Είναι σχεδόν πάντα λιγνοί. Τα πρόσωπά τους, ή άσπρα όταν η εργασία τους είναι μες σε μαγαζιά, ή ηλιοκαμένα όταν είναι έξω, έχουν ένα συμπαθητικό, ποιητικό χρώμα. Είναι μια αντίθεσις στους πλουσίους νέους που είναι ή αρρωστιάρηδες και φυσιολογικώς βρώμικοι, ή με πάχητα και με λίγδες απ’ τα πολλά φαγιά και τα πιοτά και τα παπλώματα· θαρρείς που στα πρησμένα ή στα ζουρωμένα μούτρα τους φανερώνεται η ασχημία της κλεψιάς και της ληστείας των κληρονομιών και των τόκων των.

29.6.’08

Το δεύτερο σημείωμα φανερώνει σαφέστατα και την μετρημένη αυτοσυνείδηση του Καβάφη και την κοινωνική του εγρήγορση, μα ιδίως την παραδειγματική αντίληψή του για την δραστικότητα του λόγου, ακόμη και του προφορικού:

Συχνά παρατηρώ τι λίγη σπουδαιότητα που δίδουν οι άνθρωποι στα λόγια. Ας εξηγηθώ. Ένας απλούς άνθρωπος (με απλούς δεν εννοώ βλαξ: αλλά όχι διακεκριμένος) έχει μιαν ιδέα, κατακρίνει έναν θεσμόν ή μιαν γενικήν γνώμην· ξεύρει ότι η μεγάλη πλειοψηφία σκέπτεται αντιθέτως προς αυτή, ως εκ τούτου σιωπά, θαρρώντας πως δεν ωφελεί να ομιλήση, στέκοντας που με την ομιλία του δεν θ’ αλλάξει τίποτε. Είναι ένα μεγάλο λάθος. Εγώ πράττω αλλέως. Κατακρίνω λ.χ. την θανατικήν ποινήν. Μόλις τύχει ευκαιρία, το κηρύττω, όχι διότι νομίζω ότι επειδή θα το πω εγώ θα την καταργήσουν αύριον τα κράτη, αλλά διότι είμαι πεπεισμένος ότι λέγοντάς το συντείνω εις τον θρίαμβον της γνώμης μου. Αδιάφορον εάν δεν συμφωνεί κανένας μαζί μου. Ο λόγος μου δεν πάγει χαμένος. Θα τον επαναλάβει ίσως κανείς και μπορεί να πάγη σε αυτιά που να τον ακούσουν και να ενθαρρυνθούν. Μπορεί από τους μη συμφωνούντας τώρα, να το θυμηθή κανένας – εις ευνοϊκήν περίστασιν – εις το μέλλον, και, με την συγκυρίαν άλλων περιπτώσεων, να πεισθή, ή να κλονισθή η εναντία του πεποίθησις. – Έτσι και εις διάφορα άλλα κοινωνικά ζητήματα, και εις μερικά που κυρίως απαιτείται Πράξις. Γνωρίζω που είμαι δειλός και δεν μπορώ να πράξω. Γι’ αυτό, λέγω μόνον. Αλλά δεν νομίζω που τα λόγια μου είναι περιττά. Θα πράξει άλλος. Αλλά τα πολλά μου τα λόγια – εμού του δειλού – θα τον ευκολύνουν την ενέργειαν. Καθαρίζουν το έδαφος.

19.10.1902

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. Κώστα Βάρναλη, Οργή Λαού, 1975, σ. 26-27.

2. Βλ. Επιθεώρηση Τέχνης, Αφιέρωμα, σ. 634.

3. Η δεύτερη έκδοση τούτης της συλλογής (Κέδρος, 1966) περιέχει σημαντικές προσθήκες στο τρίτο μέρος της («Μικρογραφίες», «Στον Ελληνικό Λαό», «Το ‘Ναι’ της Ιστορίας») καθώς και στο τελευταίο («Τα συνηθισμένα», «Στο Στρατή Τσίρκα», «Ο Ακαδημαϊκός Καραμπουζούκης»).

4. Οι λογοτεχνικές σχέσεις Καβάφη-Βάρναλη χρονολογούνται τουλάχιστον από το 1911· βλ. Σαββίδης, Εκδόσεις, σ. 220. Είναι γνωστό, εξ άλλου, ότι το 1925 ο Καβάφης υπέγραψε διαμαρτυρία για την παύση του Βάρναλη· βλ. Γ.Κ. Κατσίμπαλη, Βιβλιογραφία Κ.Π. Καβάφη, 1943, αρ. 163.

Από πλευράς Βάρναλη, πέρα από τα γνωστά δοκίμια και άρθρα για τον Αλεξανδρινό (βλ. Άνθρωποι, Κέδρος, 1958, σ. 71-78, και Αισθητικά-Κριτικά, Β΄, Κέδρος, 1958, σ. 191-194), σώζονται, από την βιβλιοθήκη του Καβάφη, στην κατοχή μου, αφιερωμένα αντίτυπα του Η αληθινή απολογία του Σωκράτη, 1931, και της δεύτερης έκδοσης του Το φως που καίει, 1933.

Δεν ξέρω αν έχει προσεχτεί αρκετά το κοινό κλίμα αισθητισμού και ηδονισμού των δύο ποιητών (ιδίως στα χρόνια 1910-1920) καθώς και η παράλληλη σατιρική τους διάθεση. Και υποπτεύομαι πως ο «Συμεών» του Καβάφη (Ανέκδοτα Ποιήματα, σ. 175-177) δεν δημοσιεύτηκε από τον ποιητή, γιατί στο μεταξύ είδε το φως ο «Στυλίτης» του Βάρναλη (1918;). Κάποτε θα πρέπει να γραφεί ένα δοκίμιο με τίτλο «Καβάφης-Βάρναλης· παράλληλοι».

5. Η «σύνθεση» αυτή της κ. Καρέλλη δημοσιεύτηκε στην Νέα Πορεία, ΙΖ΄, σ. 197-200, Ιούλιος-Οκτώβριος 1971, σ. 100-105. [Τα επτά ποιήματα της σύνθεσης («Η Μετάφραση των Εβδομήκοντα», «Η Καλλιξένα», «Απισιοδοξία», «Κυνίσκα…», «Φόβος εν ηδονή», «Η αντοχή του κυττάρου», «Τούτη η επίμονη μουσική…») περιλαμβάνονται σε τελείως διαφορετική κατάταξη στις συλλογές Το Σταυροδρόμι (1973) και Ημερολόγιο 1955-1973 που αποτελούν τα δύο τελευταία μέρη της συγκεντρωτικής έκδοσης Τα Ποιήματα, Β΄, 1973.]

6. Γιάννης Ρίτσος, Πέτρες-Επαναλήψεις-Κιγκλίδωμα, Κέδρος, 1972. Υπενθυμίζω πως στα 1963 ο κ. Ρίτσος είχε εκδώσει τα 12 ποιήματα για τον Καβάφη· ξαναδιαβάζοντάς τα τώρα, βρίσκω πως η καβαφική επίδραση, ανεξάρτητα από το θέμα, είναι ολότελα εξωτερική σε σύγκριση μετα ποιήματα των Επαναλήψεων. [Το θέμα Καβάφης-Ρίτσος εξετάζεται διεξοδικά από τα μελετήματα του Γιώργου Βελουδή (σ. 173-194) και του Massimo Peri (σ. 258-275) στον συλλογικό τόμο Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο, 1981.]

7. Ολόκληρος ο τίτλος του ποιήματος είναι «Κυνίσκα η Σπαρτιάτις και η εκ Μακεδονίας Βελεστίχη: ιπποτρόφοι». Η πολιτική αιχμή νομίζω πως υπάρχει στους τρεις τελευταίους στίχους:

Τότε, νίκησε στην Ολυμπία.

Τ’ όνομά της στην ιστορία έμεινε,

πρώτη Ολυμπιονίκις, η μοναδική,

γιατί πολύ αργότερα ενίκησαν οι πώλοι

της Βελεστίχης,

ερωμένης Πτολεμαίου του Φιλάδελφου.

Οι στίχοι αυτοί, πιστεύω, προεκτείνουν τις αρμονικές του «Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα» (1921) που και αυτό προϋποθέτει το «Δημητρίου Σωτήρος» (1919).

 

8. Βλ. Σαββίδης, Εκδόσεις, σ. 105.

9. Βλ. Σεφέρης, Δοκιμές, Β΄, σ. 19.

10. Βλ. το μελέτημά του «Il gran rifiuto (Καβάφης-Βάρναλης-Καρυωτάκης και η παρακμή)», Επιθεώρηση Τέχνης, Β΄, 7, Ιούλιος 1955, σ. 29-42 [=Μανόλης Λαμπρίδης, Il gran rifiuto, 1979, σ. 31-69.]

11. Για τις σχέσεις Καβάφη-Σκληρού, βλ. Σαββίδης, Εκδόσεις, σ. 196, σημ. 8, και σ. 223, 226. [Για δημόσια αναφορά του Καβάφη στον Σκληρό, βλ. Πεζά, σ. 142· επίσης βλ. Γ.Π. Σαββίδης, «Ο Καβάφης συντάκτης μαθητικής ανθολογίας δημοτικών τραγουδιών» (1982), Μικρά Καβαφικά, Β΄, Ερμής, 1987, σ. 207-246 και «Νεοαλεξανδρινές εντυπώσεις» (1984), ό.π., σ. 335-340.

12. Σεφέρης, Δοκιμές, Β΄, σ. 76.

13. Τα σημειώματα αυτά, μαζί με άλλα 25, αποτελούν μια ομοειδή σειρά που, στο μεγαλύτερο μέρος της παραμένει ανέκδοτη, μολονότι επανειλημμένα ανακοινώθηκε ολόκληρη δημόσια: στην Αθήνα, στην Θεσσαλονίκη, στην Καβάλα, στα Γιάννενα, στο Ηράκλειο κλπ. [Βλ. τώρα Γ.Π. Σαββίδης, «Ανέκδοτα σημειώματα ποιητικής και ηθικής» (1963), Μικρά Καβαφικά, Β΄, Ερμής, 1987, σ. 89-146.

 

Άλκης Θρύλος, «Μερικές ακόμη εντυπώσεις από το έργο του Καβάφη», Ο Κύκλος. Φύλλα Λόγου και της Τέχνης, Νοέμβρης 1931, Αφιέρωμα στον Κ. Π. Καβάφη, σσ. 65-68. Σσ. 67-68

ιαβάζω και ξεναδιαβάζω το Περιμένοντας τους βαρβάρους. Οι βαθμολογήσεις και οι ταξιθετήσεις είναι βέβαια πάντα επικίνδυνες η κι ανόητες, εν τούτοις επειδή πολύ συνειθίζονται οι έρευνες που έχουν σκοπό να σχηματοποιήσουν τις αξίες, συχνά σκέφθηκα ότι αν μια τέτοια έρευνα μου ρωτούσε ποια θεωρώ τα αρτιότερα, τα πιο παραστατικά και μαζί πιο υποβλητικά δέκα σύντομα ποιήματα της παγκόσμιας ποιήσεως, ασφαλώς θα έλεγα ότι ένα απ’ αυτά πρέπει να είναι και το Περιμένοντας τους βαρβάρους. Η καλλιτεχνική κι ανθρώπινη συγκίνηση που αναδίνεται απ’ αυτό είναι διάφορη, αλλ’ ανάλογη σε ποιο, σε ένταση και σε πληρότητα με τη συγκίνηση του Μεθυσμένου Καραβιού του Rimbaud και του Κορακιού του Πόε.

Ο Καβάφης έχει φυσικά πολύ εκτιμηθεί και θαυμασθεί στην Ελλάδα, νομίζω όμως ότι απέχομε ακόμα πολύ από το να έχομε ακριβώς αναγνωρίσει τη μεγάλη αξία του. Πόσοι ξέρουν ότι ο ΜΟΝΟΣ μας λογοτέχνης του οποίου το σύνολο του έργου θα μπορούσε αν ήταν δυνατό να αποδοθεί άρτια σε μια ξένη γλώσσα, να επιβληθεί στο διεθνές αναγνωστικό κοινό και να το κατακτήσει; Κι’ άλλοι λογοτέχνες μας έγραψαν εκλεκτά κομμάτια έμμετρα κι πεζά, άλλ’ αυτά είνε και σποραδικά φαινόμενα μισά στο σύνολο της παραγωγής τους, και δεν παρουσιάζουν τίποτε το εντελώς καινούριο. Το ενδιαφέρον τους παραμένει τοπικό. Ο Καβάφης προβάλλει μια εντελώς ξεχωριστή προσωπικότητα.

Το έργο του είνε δυστυχώς εξαιρετικά δυσκολομετάφραστο, σχεδόν αμετάφραστο, όπως ζήτησα να το εξηγήσω στη μακριά μελέτη που έγραψα άλλοτε γι’ αυτό. Θα έπρεπε εν τούτοις να καταβληθεί μια προσπάθεια. Το Κράτος πρόπερσι αγωνίσθηκε, ματαιοπόνησε για μια ουτοπία: φαντάσθηκε ότι είταν δυνατό να δοθεί το Nobel σε ένα έργο που έχει σημασία μόνο για την Ελλάδα, που δεν έχει καθορισμένο χαρακτήρα, που είνε γεμάτο από απηχήσεις, που είνε το πιο συχνά ρητορικό, και πολύ σπάνια αληθινά ποιητικό. Σκέπτεται τώρα και σχεδιάζει, ή τουλάχιστον το σκεπτότανε και το σχεδίαζε πριν από την κρίση, να υποστηρίξει την πληθωρική μετάφραση και έκδοση νεοελληνικών έργων τα οποία είνε αδύνατο να κινήσουν τίποτε άλλο από την περιέργεια μερικών ειδικών φιλολόγων και τα οποία στους λογοτέχνες θα περάσουν περίπου απαρατήρητα.

Ένα Έθνος μικρό και νέο σαν τη Νέα Ελλάδα δεν μπορεί να έχει γεννήσει πολλές μεγαλοφυίες είνε αρκετό για την τιμή του ότι γέννησε έστω και μόνο μία αλλά πρέπει να ξέρει να συγκεντρωθεί γύρω της.

Δυστυχώς η κοινή συνείδηση δεν έχει ακόμη παραδεχθεί την απόλυτη υπεροχή του Καβάφη. Δεν υπέβαλλε στο Κράτος να κατανοήσει ότι είνε χρέος του και συμφέρον του αν θέλει να ακουσθεί και η ελληνική φωνή μέσα στην ορχήστρα της παγκόσμιας λογοτεχνικής δημιουργίας να ωθήσει το έργο του Καβάφη προς το διεθνές κοινό. Όσο κι αν είνε, το επαναλαμβάνω, δυσκολομετάφραστο, νομίζω ότι αν προσκαλιούνταν δύο από τους πιο εκλεκτούς ποιητάς, ένας άγγλος και γάλλος, νά συνεργασθούν με τον ίδιο τον Καβάφη ο οποίος κατέχει και τις δύο αυτές γλώσσες, θα μπορούσε να κατορθωθεί μια αρκετά πιστή δημιουργική απόδοση του έργου του.

Φυσικά η εντελώς αντιηρωική ατμόσφαιρα της ποιήσεως του αποκλείει να επιδιώξει ποτέ βραβεία Nobel κι άλλες επίσημες αναγνωρίσεις. Τι σημαίνει; Μερικοί θα παρατηρήσουν επίσης ότι η μεγάλη συντομία του έργου του και το γεγονός ότι άγγιξε σχετικά ελάχιστες χορδές συγκρατούν τον Καβάφη ανάμεσα στους λογοτέχνες της δεύτερης σειράς, σε κάποια απόσταση από τους κορυφαίους δημιουργούς οι οποίοι υπήρξαν πάντα πολύπλευροι και χειμαρρώδεις. Η παρατήρηση αυτή είνε σωστή, αλλά μου φαίνεται ότι κι ο Καβάφης και η ελληνική ποίηση μπορούν να ικανοποιηθούν από την κατάκτηση μιας θέσεως ανάμεσα σε ποιητάς σαν τον Rimbaud, τον Mallarmé, τον Heine, τον Shellye που έπλασαν έναν περιορισμένο αλλά μέσα στα όρια του ολοκληρομένο και κατάδικο τους κόσμο.

Ο Καβάφης θα γίνει δεκτός από τους ανεξάρτητους λογοτεχνικούς κύκλους σαν αποκάλυψη. Δεν μοιάζει με κανέναν, δεν είνε δυνατό να καθοριστεί ούτε έμεσα ποια επιροή μπορεί να εξασκήθηκε επάνω του. Παρουσιάζεται σαν ένα φαινόμενο. Από συνομιλίες που είχα μαζί του απεκόμισα την εντύπωση ότι είνε ένας άνθρωπος πολύ καλλιεργημένος αλλ’ ο οποίος μορφώθηκε προπάντων με κλασσικούς συγγραφείς ύστερα ανέπτυξε μόνος του τον εαυτό του. Διαισθάνθηκε ή μάλλον προαισθάνθηκε αυτόματα τις μοντέρνες τάσεις. Τους μοντέρνους συγγραφείς δεν νομίζω να τους παρακολούθησε κι’ ούτε σχεδόν να τους γνωρίζει. Εκείνοι όμως θα αναγνωρίσουν ότι εκφράζοντας τον εαυτό του εξέφρασε και μια εποχή πολύ πριν εκδηλωθεί η ομαδική προσπάθεια της αποδράσεως από την παράδοση, από τους καθιερομένους τύπους, από κάθε καλούπι. ο Καβάφης μόνος, χωρίς καμία εκζήτηση, αυθόρμητα, σπρωγμένος μόνον από την αξίωση της πολύ ισχυρής του προσωπικότητας, έπλασε, για να κλείσει μέσα της την ιδιόρρυθμη ψυχή του, μια μορφή ποιήματος τέλεια αρμονισμένη με το περιεχόμενο που σα της εμφυσούσε, κ’ εντελώς πρωτότυπη. Τόλμησε προ σαράντα χρόνων όταν στην Ελλάδα οργίαζε ακόμα ο ρωμαντισμός, κι’ ο συμβολισμός κυριαρχούσε στην επίλοιπη Ευρώπη, να γράψει ποιήματα μ’ έναν λυρισμό τόσο συγκρατημένο κ’ εσωτερικό ώστε να δίνουν την εντύπωση στην πρώτη ανάγνωση ότι είνε συχνά ανυπόφορα πεζά. Όποιος όμως ανακαλύψει τον επίτηδες εξαφανισμένο από κάθε εξωτερική επίδειξη βαθύτατο αυτό λυρισμό θα ηλεκτρισθεί από τη δόνισή του.

Στη μελέτη που έγραψα άλλοτε για το έργο του είχα εκφράσει την ιδέα ότι ίσως πρέπει ν’ αναζητηθεί η πηγή του ποιητικού του τρόπου στους αλεξανδρινούς ποιητάς. Η εξήγηση αυτή μου φαίνεται σήμερα εκζητημένη κι’ ανακριβής. Δεν αποκλείεται φυσικά ο Καβάφης να άντλησε μερικές υποδείξεις από τους αλεξανδρινούς επιγραμματοποιούς, αλλ’ οι διαφορές που τον χωρίζουν απ’ αυτούς είνε πολύ μεγαλύτερες από τις ομοιότητες που τον πλησιάζουν. Οι αλεξανδρινοί επιγραμματοποιοί δεν ήσαν ουσιαστικά τίποτε περισσότερο από πολύ από πολύ επιδέξιοι στιχοπλόκοι. Ο στίχος είταν γι’ αυτούς ένα παιχνίδι. Ο Καβάφης είνε και δεξιοτέχνης γιατί η απογυμνωμένη από κάθε επιφανιακό, εξωτερικό, στόλισμα μορφή των ποιημάτων του είνε καταπληκτικά μελετημένη, δουλεμένη, και ζυγισμένη, αλλ’ ό,τι τον χαρακτηρίζει προπάντων είνε ο έντονος παλμός, ο πρωτότυπος λυρισμός, η ποίηση, που ενστάλαξε μέσα στις μοναδικά λιτές του συνθέσεις. Ο Καβάφης είνε με όλη τη σήμασία της λέξεως ένας δημιουργός.

Διαβάζω και ξενα5ιαβάζω τα ποιήματα του Καβάφη. Τα υποβάλλω διαρκώς στη δοκιμασία της αντοχής και κάθε φορά μου προσφέρουν νέες απόψεις, νέες προεκτάσεις, νέες εκπλήξεις. Μίλησα για το Περιμένοντας τους Βαρβάρους. Ξεχώρισα αυτό το ποίημα μόνον γιατί νομίζω ότι είνε, το πιο αντιπροσωπευτικό όλης της ουσίας και της τεχνοτροπίας της ποιήσεως του Καβάφη, κι’ όχι γιατί κοντά του επισκιάζονται τα άλλα ποιήματα. Ο Καβάφης δεν είνε ποτέ ανώτερος ή κατώτερος του εαυτού του είνε πάντα ο εαυτός του. Προς τι να αναφέρω τίτλους ποιημάτων; Δεν ανταποκρίνονται βέβαια προς όλες τις διαθέσεις μας, γιατί ο Καβάφης, το επαναλαμβάνω, δεν είνε πολυσύνθετος, αλλά καθένα μας μεταδίνει με μια σπάνια υποβλητικότητα και παραστατικότητα τη διάθεση του ποιητή που’ είνε συχνά και η δική μας διάθεση.

Ό,τι προξενεί εντύπωση είνε η ενότητα όλου του έργου του. Ο Καβάφης ποτέ δεν απίστησε προς τον εαυτό του, ούτε στιγμή δεν απομακρύνθηκε από τα προσωπικά του θέματα. Από το πρώτο του ποίημα φαίνεται σαν να είχε κιόλας συμπληρωθεί μέσα του όλος ο κύκλος τον οποίον θα διέτρεχε, και το κάθε ποίημα είνε απαραίτητο για να προβληθεί οικοδομημένος όλος ο εσωτερικός του κόσμος.

Η ζωή είνε μια μεγάλη απάτη. Ο άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται την επιθυμία να φύγει προς τις απεριόριστες κατακτήσεις μα χωρίς να το καταλάβει έκτισε ή άφησε αυτός ο ίδιος άλλους να κτίσουν γύρω του μεγάλη κι’ αυστηρά τείχη∙ διαμένει πάντα στην ίδια. πόλη, στην ατμόσφαιρα που αναδίνεται από τον εαυτό του και που σαν έναν κλοιό τον περιβάλλει. Οι μέρες σβύνονται σαν άσκοπα κεριά που σκόρπισαν μια λάμψη πλανερή. Κι’ αυτός ακόμη που είνε σε θέση να πει το μεγάλο ναι το λέγει μόνον γιατί έχει μέσα του έμφυτη τη δύναμη να το πει. Δεν έχει κι αυτό καμιά αξία. Εν τούτοις δεν πρέπει κανείς να παραπονιέται. Είνε εντελώς περιττό. Προτιμότερο να βρει μια απολύτρωση στην απόλαυση της ομορφιάς της έντεχνης – όχι της φυσικής, η φύση σαν κάθε στοιχείο εξωτερικό του ανθρώπου τον μειώνει κι’ ο άνθρωπος πρέπει να τη βλέπει υπεροπτικά – και της ηδονής. Η κάποια χαρά που θα αντλήσει από τις δύο αυτές απολαύσεις μπορεί να του δώσει μια γαλήνη και μια αξιοπρέπεια. Θα ξέρει ότι το ταξίδι δεν οδηγεί πουθενά, ότι όλα είνε μάταια, ότι οι Ιθάκες δεν υπάρχουν, αλλά στο δρόμο θα έχει διασκεδάσει, θα έχει πλουτίσει το Εγώ του, θα έχει μάθει να βλέπει, και να εκτιμά όλες τις ανθρώπινες προσπάθειες κι’ όλες τις ανθρώπινες γελοιότητες με το ίδιο ενδιαφέρον και με την ίδια απάθεια. Θα έχει μάθει νο χαμογελά Το χαμόγελο του θα είνε πολύ ειρωνικό, αλλά χωρίς καμία σατυρική, – ανώφελη, ανορθωτική πρόθεση, θα είνε προπάντων γεμάτο οίκτο, και τον ίδιο θα τον ικανοποιεί. Ο άνθρωπος θα έχει ανακαλύψει μια γοητεία στο θέαμα της ζωής και μια χάρη στην ύπαρξη. Όταν θα έρθει η ώρα να την εγκαταλείψει θα μπορέσει να την αφήσει χωρίς φυσικά. και πάλι ταπεινούς θρήνους αλλά και με μια περηφάνεια ότι οπωσδήποτε την κατέκτησε, και με μια βαθύτατη θλίψη.

Η φιλοσοφία αυτή του Καβάφη όσο κι’ αν είνε προσωπική δεν θα. αρκούσε φυσικά μόνη της να τον αναδείξει σαν Δημιουργό και σαν Ποιητή αλλά δόνισε κάθε της άποψη με μια υποβλητικότατη συγκίνηση και την πρόβαλλε μέσ’ από εικόνες εντελώς καινούριες, πολύ παραστατικές, και που εντυπώνονται χωρίς νο είνε πια δυνατό να λησμονηθούν. Τις εικόνες αυτές τις αντλεί και τις πλάθει από τη ζωή της γύρω του πολιτείας ή από την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας, της βυζαντινής, και τρόπον των της αλεξανδρινής σε όλες εμφυσά τη δική του πνοή και τον δικό του τόνο. Ο Καβάφης εξέφρασε μια διάθεση της εποχής μας, την κούραση της, την παρακμή της, την απαισιοδοξία που ενσταλάξαν μέσα της οι πολλές γνώσεις, και σύγχρονα αναδημιούργησε και μια εποχή: την αλεξανδρινή. Οι αλεξανδρινοί τον είλκυσαν εξαιρετικά γιατί είσαν άνθρωποι κλονισμένοι, χωρίς ισχυρές ηθικές αρχές, που κυνηγούσαν στη ζωή την απόλαυση, που είχαν δώσει στις άξιες μια σχετικότητα, αλλά δεν τον ενέπνευσαν, δεν του επεβλήθηκαν αυτοί, αυτός τους πλησίασε γιατί διέκρινε στο χαρακτήρα τους συγγένειες με το δικό του, γιατί του έδιναν τη δυνατότητα με αρκετή πιθανοφάνεια να τους εμψυχώσει με τη δική του ψυχή. Ο Καβάφης δεν έκανε έργο ψυχρού Ιστορικού∙ τα περισσότερα δήθεν ιστορικά του πρόσωπα είνε συνθέσεις της φαντασίας του. Ο Καβάφης είνε ποιητής. Ζωντάνεψε μια περίοδο της ιστορίας με το δικό του τρόπο τόσο ζωηρά ώστε όποιος διάβασε το έργο του να μη μπορεί πια να αναλογισθεί την αλεξανδρινή εποχή χωρίς να τη δει μέσα από το πρίσμα του Καβάφη.

Διαβάζω και ξεναδιαβάζω τα ποιήματα του Καβάφη. Κάθε φορά πείθομαι περισσότερο πως ο Καβάφης δεν είνε μόνον ένα φαινόμενον εξαιρετικό για την Ελλάδα που μπορεί να γέννησε άλλα ταλέντα, δεν γέννησε όμως άλλη ιδιοφυία, πώς προσφέρει στην παγκόσμια δημιουργία έναν κόσμο πρωτόπλαστο.

ΑΛΚΗΣ ΘΡΥΛΟΣ

Οι λίγες αυτές γραμμές δεν έχουν την αξίωση κριτικής μελέτης. Θέλησα μόνον να ξαναεπαναλάβω τον άπειρο μου θαυμασμό για το έργο του Καβάφη και κάπως με απλές υποδείξεις να τον δικαιολογήσω

Α. Θ.

 ΠΗΓΗ: ΠΟ.Θ.Ε.Γ

Mαλάνος Τίμος, Ο Kαβάφης απαραμόρφωτος, Αθήνα 1981, Πρόσπερος. Σσ. 7-20

ΜΙΑ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ

Τον Καβάφη τον εγνώρισα το 1915. Το 1926 μου ήρθε η ιδέα να γράψω γι’ αυτόν ένα εκτεταμένο βιβλίο. Μα το περίεργο σ’ αυτή την υπόθεση είναι ότι ενώ ως τότε τον είχα συναντήσει άπειρες φορές, όταν έπιασα να δώσω την προσωπογραφία του, δεν κατόρθωνα να συλλάβω τα σημαντικά σημεία της φυσιογνωμίας του. Και όμως ήμουνα γεμάτος απ’ την εικόνα του. Η συχνή επαφή μ’ έναν άνθρωπο αμβλύνει συνήθως ορισμένα αισθητήρια. Και σε ποιον αλήθεια, δεν έτυχε να κλείσει καμιά φορά τα μάτια, θέλοντας ν’ αναπολήσει ένα πολύ σχετικό του πρόσωπο και, παρ’ όλη του την προσπάθεια, να μη το κατορθώνει; Δε μου έμενε λοιπόν τώρα παρά ν’ απομακρυνθώ χρονικά από τον Καβάφη και να τον επαναφέρω στην όρασή μου σαν κάτι το πρωτοειδωμένο. Έτσι θα μπορούσα να συλλάβω τα χαρακτηριστικά του. Εννοώ τα χαρακτηριστικά της βαθύτερης φυσιογνωμίας του. Μα δεν έβλεπα και το μέσο που θα με βοηθούσε να ανανεώσω την όρασή μου. Ευτυχώς μου ήρθε μια έμπνευση Ν’ αποταθώ σ’ έναν όχι Αλεξανδρινό, που ναι μεν να τον είχε γνωρίσει, μα που να είχε χρόνια πολλά να τον δει Κι ευτυχώς πάλι, μαζί με την έμπνευση, μου ήρθε στο νου και το πρόσωπο. Ήταν ο  Ξενόπουλος. Πράγματι ο Ξενόπουλος, εκείνη τη στιγμή, θα πρέπει να είχε συναντήσει τον Καβάφη πριν από 22 περίπου χρόνια. Επομένως, αν ήθελε, θα μου έδινε μιαν εικόνα του ζωηρή, αφού, όντας ο ίδιος χρονικά απομακρυσμένος από το πρόσωπο, θα προσέτρεχε στη μνήμη του, που ασφαλώς θα είχε συγκρατήσει από εκείνο όχι μόνο τα πιο χαρακτηριστικά μα και τα πιο ουσιώδη. Έπιασα λοιπόν και του έγραψα. Και ιδού τι επί λέξει μου απάντησε σε λίγο, μ’ ένα του γράμμα που το φυλάγω ως κόρην οφθαλμού:

«Τον είδα, τότε, δυο τρεις φορές στο σπίτι μου ή στο γραφείο των «Παναθηναίων». Μου είχε πει πως έκανε τον έμπορο. Στα ποιήματά του δε φαινόταν να δίνει μεγάλη σημασία και, πιο πολύ παρά γι’ αυτά, μου μιλούσε για τα διηγήματα και τα κριτικά άρθρα που δημοσίευα τότε στα «Παναθήναια». Πολύ νέος δεν ήταν, μα στιλπνός. Μ’ αυτή τη στίλβη τον φέρνω πάντα στη θύμησή μου. Έστιλβαν τα κατάμαυρα μαλλιά του, η κάτασπρη χωρίστρα του, τα μάτια του πίσω απ’ τα ματογυάλια, το μελαχρινό του πετσί, τα στολίδια του, τα ρούχα του, όλα. Η ομιλία του πολύ αλλιώτικη απ’ τη δική μας εδώ, μου φάνηκε λιγάκι επιτηδευμένη. Δε μιλούσε ελεύθερα. Στεκόταν, θα ‘λεγες, να βρίσκει ή να διαλέγει τις λέξεις. Σύνολον ωστόσο πολύ ιδιόρρυθμο, πολύ συμπαθητικό και πολύ επιβλητικό. Τέτοιος ήταν εκείνο τον καιρό ο Καβάφης».

Μπορώ να βεβαιώσω τώρα τον αναγνώστη μου πως η εικόνα αυτή —έτσι δοσμένη απ’ τον Ξενόπουλο— μου ανανέωνε ως διά μαγείας την δράση. Με βοηθούσε να τον φέρω κι εγώ στη μνήμη μου, σαν ένα πρόσωπο που είχε ζήσει άλλοτε ή που μας είχαν χωρίσει τα χρόνια ή τέλος σαν ένα που είχε πεθάνει, και τώρα θα το ζωγράφιζα βασιζόμενος στην αναπόλησή του. Κάθησα λοιπόν και έγραψα σε λίγες μέρες τα έξης: «Και τώρα, έρημος, δίχως συγγενείς και δίχως αδέλφια, αυτός ο τελευταίος γόνος της οικογένειάς του, κάθεται —τριγυρισμένος από μερικά έπιπλα του πλούσιου πατρικού του σπιτιού, που του απόμειναν— και διαβάζει, και συλλογίζεται και περιμένει εκείνο που περιμένουν οι παρεξηγημένοι γέροι ποιητές. Ο επισκέπτης του τον βρίσκει καθισμένο σε μια χαμηλή πολυθρόνα, μέσα σ’ ένα παράξενο ημίφως, με κάτι το εκκλησιαστικό στο ύφος, να παίζει συλλογισμένα το κομπολόι του, που αντηχεί βαθιά στη σιωπή. Κάποια κεριά αναμμένα πιο πέρα, σε μια κονσόλα επάνω, λιώνουν και χύνουν το λιγοστό το φως τους, και μεταδίνουν επίμονα την ιδιαίτερη μυρωδιά τους, λες και θέλουν να υποβάλουν κάποιο σύμβολο. Δίπλα του, σ’ έναν καναπέ, είναι ανοιγμένη, πάνω στην Παλαιά Διαθήκη, η «Rôtisserie « του Ανατόλ Φρανς.

Σε προσεκτικότερο κοίταγμα, μοιάζει με βυζαντινή μοναχική μορφή. Είναι μελαχρινός με μια γυαλάδα λιπαρή στο πεσμένο του δέρμα και με πυκνά μαύρα μαλλιά, εξαιρετικώς μαύρα για την ηλικία του. Τα γυαλιά που φορά σε μια μύτη γρυπή του προφυλάγουν ένα βλέμμα αδικαιολόγητα φοβισμένο, αλλά και χαρακτηριστικά χαμηλωμένο, ένα βλέμμα που αποφεύγει αινιγματικά τις ματιές των άλλων, ενώ, ταυτόχρονα, κοιτάζει με περιέργεια τους γύρω του. Τα μάτια του είναι μεγάλα και τα φρύδια του πυκνά και μαύρα. Στα μάτια του βρίσκεται ολόκληρος. Μέσα απ’ αυτά μαντεύει κανείς όλο τον άνθρωπο, όλο του το βίο, την πείρα του όλη. Αποφεύγουν ν’ αντικρίσουν τον απέναντί τους. Κι όμως με τα λαθραία τους κοιτάγματα, μ’ εκείνες τις μισοματιές τους, ζυγίζουν, υπολογίζουν και εννοούν.

Το σώμα του, μέτριου αναστήματος, ξερακιανό και κάποτε σαν κουρασμένο. Στο όλον του διακρίνει κανείς έναν ακοίμητο υπολογισμό, που του παραμορφώνει σταθερά κάθε του χειρονομία, κάθε του κίνηση, και που τον απομακρύνει από τη φυσικότητα, δημιουργώντας του έτσι μια τεχνητή, θα έλεγα, φυσικότητα. Γενικά, στους τρόπους του έχει κάτι το προσποιημένο, ένα δικό του τρόπο να φέρεται, να περπατά, να χαιρετά, να δίνει το χέρι, κάτι τέλος από τη γοητεία του ηθοποιού, που επιδιώκει, μιλώντας, ν’ αποσπάσει την προσοχή, να προκαλέσει το θαυμασμό».

Όπως βλέπετε, το πορτραίτο μου αυτό, παρόλο που το επιχείρησα 25 περίπου χρόνια μετά τον Ξενόπουλο, και είναι, φυσικά, λεπτομερέστερο, δε διαφέρει και πολύ στα κύρια τουλάχιστο χαρακτηριστικά του, από το σκίτσο εκείνου. Κι οι δυο μας πάντως είμαστε σύμφωνοι πως ο Καβάφης έδινε στους άλλους την εντύπωση του επιτηδευμένου. Ο Ξενόπουλος όμως, αν θυμάστε, μου έγραφε ότι ο Καβάφης στα ποιήματά του δε φαινόταν να δίνει μεγάλη σημασία, και, πιο πολύ παρά γι’ αυτά, του μιλούσε για τα διηγήματα και τις κριτικές του. Αυτή ακριβώς η παρατήρηση του Ξενόπουλου — που φυσικά ο τετραπέρατος Ζακυνθινός δε μου την σημείωσε χωρίς λόγο — μ’ έκανε να προσθέσω στο χαρακτηρισμό μου και τα εξής, που ήταν τρόπον τινά η πείρα μου η προσωπική από την πολύχρονη γνωριμία μου με τον Καβάφη:

Όταν καμώνεται πως ενδιαφέρεται για κάποιον, το ενδιαφέρον του είναι πλαστό. Κατά βάθος δεν ενδιαφέρεται παρά εγωιστικά για τους άλλους. Σε κάθε γνωριμία που κάνει, δεν περιμένει παρά το θαυμασμό ή μιαν υπηρεσία προς το έργο του. Αυτό θα μπορούσα να το τεκμηριώσω μ’ ένα σωρό περιστατικά, αλλά θα περιοριστώ σ’ αυτό μόνο που του απέφερε η ιστορική του συνάντηση με τον Ξενόπουλο. Και πράγματι, ύστερ’ απ’ αυτήν, κολακευμένος και γοητευμένος ο Ξενόπουλος, θα γράψει στα «Παναθήναια» και θα τον παρουσιάσει, πρώτος ως ποιητή.

Ο Καβάφης ήταν ένας άνθρωπος κλειστός, σκεπτικός και χωρίς ενθουσιασμούς. Η ψυχή του δεν έκανε ποτέ γυμνή την εμφάνισή της. Το αίσθημα —κάθε αίσθημα που τον πλησίαζε για να του ανοιχτεί— αντίκριζε σ’ αυτόν μιαν αφιλόξενη έρημο. Αλλά κι ο ίδιος δεν εκμυστηρευόταν ποτέ τα μυστικά του ή μάλλον έλεγε απ’ αυτά τόσο όσο έκρινε σκόπιμο να πει. Σιωπούσε, μα η σιωπή του ήταν η άμυνα της Σφίγγας. Ήταν ομιλητικός, αλλ’ όταν ήθελε. Σ’ αυτά όλα απαραίτητο είναι να σημειωθεί και μια άλλη εντύπωση που έδινε στον άλλο. Ο άνθρωπος αυτός, θα έλεγε κανείς ότι είχε γεννηθεί γέρος. Πολλές φορές μιλούσε και έλαμπε στα λόγια του η ανάμνηση της νεότητάς του. Μάταια όμως προσπαθούσε κανείς να τον φανταστεί για μια στιγμή νέο. Ήταν αδύνατο να συλλάβει κανείς αυτή τη νεότητα.

Τώρα, που ξαναφέρνω στη μνήμη μου τον άνθρωπο που τόσο με απασχόλησε και τόσα χρόνια δαπάνησα για να τον μελετήσω, οφείλω να πω ότι ως άνθρωπος υπήρξε ένας απίθανος τύπος. Ήταν ένας τύπος από τους σπάνιους, που ασφαλώς θα σαγήνευε τον Μπαλζάκ. Κανένας απ’ τους ανθρώπους της Τέχνης —και γνώρισα όχι λίγους— δεν τράβηξε την περιέργειά μου τόσο όσον αυτός. Φορούσε μια μάσκα, μια μάσκα που είχε γίνει Καβάφης, γιατί ποτέ του δεν την ανασήκωνε, μήτε και την ξεχνούσε, μα που, στη συχνή επαφή, ο προσεκτικός παρατηρητής αντιλαμβανόταν ότι η μάσκα αυτή υπήρχε. Όλη μου η ευχαρίστηση πολλές φορές —τότε που τον συναντούσα— ήταν να τον παρακολουθώ πίσω από τη μάσκα του αυτή, συχνά δε νομίζω ότι διέκρινα την αληθινή φυσιογνωμία που έκρυβε, την ψυχή του την ίδια. Η μάσκα του Καβάφη ήταν πραγματικά ένα έργο τέχνης. Γι’ αυτό και αν με ρωτούσε κανείς σήμερα, θα ‘θελες να τον ξανάβλεπες στη ζωή, αλλά χωρίς τη μάσκα του, θα έλεγα όχι. Μου άρεσε τέτοιος που ήταν, τεχνητός, όπως μου αρέσουν τα πλάσματα της φαντασίας, έξω απ’ την ηθική, έξω από κάθε ηθική.

Ό,τι προπάντων παραξένευε σ’ αυτόν και τον έκανε σατανικό στα μάτια εκείνων που τον συναναστράφηκαν, είναι το πώς μεταχειριζόταν, χωρίς καμιά υπερηφάνεια, όλα τα μέσα για να δημιουργεί φιλικούς κριτικούς του έργου του, λες κι έκανε τέχνη για βιοπορισμό και ήταν γι’ αυτό υποχρεωμένος να καταφεύγει στη διαφήμιση. Ενώ οποιοσδήποτε άλλος στη θέση του θα αδιαφορούσε για τις κουτές συχνά γνώμες διαφόρων ασήμαντων, αυτός αντιθέτως τις προκαλούσε με μια τέχνη που λίγοι μονάχα την κατέχουν. Ο Νίκος Καζαντζάκης —θαυμαστής του, αλλά και με οξύτατη παρατηρητικότητα— έγραψε γι’ αυτόν, μετά που τον γνώρισε, ότι «θα έπρεπε να είχε γεννηθεί στο 15ον αιώνα στη Φλωρεντία καρδινάλιος, μυστικοσύμβουλος του Πάπα, να διαπραγματεύεται τις πιο σατανικές και πολύπλοκες και σκανδαλώδεις υποθέσεις».

Ο Καβάφης που είχε μαθητέψει στη σχολή του Λουκιανού και του Ανατόλ Φρανς, υπήρξε χαριτωμένος και στις κακίες του ακόμα. Όταν αποφάσιζε να ξεκάνει τον αντίπαλό του ή κάποιον που του αφαιρούσε το θαυμασμό και το ενδιαφέρον της διανοούμενης νεολαίας, που τα ήθελε αποκλειστικά για τον εαυτό του, ήταν αμίμητος. Εκείνα τα χρόνια, θυμάμαι, είχε έρθει στην Αλεξάνδρεια ο ποιητής Σκίπης. Τον υποδέχτηκαν φυσικά οι εκεί θαυμαστές του, και για μέρες το ενδιαφέρον όλων —κυρίως με τα διάφορα υποδαυλιστικά σημειώματα του Λιάτση στον «Ταχυδρόμο»— είχε στραφεί προς αυτόν. Μάλιστα, σ’ ένα του άρθρο γραμμένο εκείνες τις μέρες, ο ποιητής Πέτρος Μάγνης, παρασυρμένος από υπερβολικό ενθουσιασμό, τον αποκαλούσε, ούτε λίγο ούτε πολύ, Απόλλωνα! Τον Καβάφη, ως συνήθως, αυτός όλος ο θόρυβος τον ενοχλούσε και δύσκολα το ‘κρυβε. Στη δική του την Αλεξάνδρεια —σκέψου!— κατέφθανε ένας άλλος ποιητής, ενώ αυτός, έστω και προσωρινά, παραμεριζόταν στο δεύτερο πλάνο. Σε αυτά όλα όχι μόνο αντέδρασε με διάφορες ειρωνείες εις βάρος του Σκίπη, αλλά και με κάτι ψυχρούς χαιρετισμούς έδινε, στους φίλους του της «Νέας Ζωής», που τον είχαν εγκολπωθεί, να καταλάβουν πόσο λίγο τους επιδοκίμαζε. Τέλος μια μέρα ο Σκίπης έφευγε για το Κάιρο. Ώστε έφυγε ο Απόλλων;» ρωτούσε σκωπτικά ο Καβάφης. «Και με τι μέσον έφυγε ο Απόλλων;». Κάποιος του είπε: «Με το τραίνο των 12». «Μα πώς είναι δυνατόν να πάρει τραίνο ο Απόλλων!… Ο Απόλλων σε τραίνο!… Ασφαλώς θα πρόκειται περί λάθους. Με κάποιο άλλο μέσον, πιότερο θεϊκό, θα πρέπει να έφυγε ο Απόλλων!»

Ποια ήταν συνήθως τα θέματα της κουβέντας του; Ο Καβάφης υπήρξε ένας εγκυκλοπαιδικός με γνώσεις οργανωμένες, που ήξερε όμως τις γνώσεις του αυτές να τις μεταχειρίζεται με την απαράμιλλη εκείνη τέχνη, που, ακόμα και σ’ ένα τίποτα, δίνει αξία. Αυτό εμένα με έθελγε, κι αυτό ήτανε όλο. Είμαι επίσης σε θέση να βεβαιώσω πως η προσωπική του ενημέρωση πάνω στα σύγχρονα προβλήματα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Κανένα απ’ αυτά δε φαίνονταν να τον απασχολεί. Ήξερε να μιλά και να σαγηνεύει. Αλλά το χάρισμά του αυτό, μπορώ να πω πως το χρησιμοποιούσε προπάντων για να προσελκύει ή μάλλον για να καλλιεργεί τις φιλίες του έργου του. Εκείνο που τον ενδιέφερε πρωτίστως ήταν η σοφιστική ανάπτυξη —η τόσο προσωπική εξάλλου— του θέματος του, δηλαδή το παιχνίδι του λόγου, απ’ όπου, φυσικά, δεν έλειπε αρκετή δόση επίδειξης. Μ’ αυτό, βέβαια, δε θέλω να υποτιμήσω καθόλου τα λεγόμενά του. Θέλω μόνο να πω πως η πρωτοτυπία τους βρισκόταν άλλου. Και πράγματι, εκείνο που προκαλούσε το θαυμασμό των ακροατών του ήταν το ύφος του, η τέχνη του στο χειρισμό του θέματός του, ήταν τα ρητορικά του τα σχήματα. Και είναι η αναπόληση όλων αυτών τώρα, που με κάνει να πιστεύω ότι, για πρώτη φορά ίσως, ένας νεώτερος Έλλην ξαναμίλησε τη γλώσσα μας με την τέχνη των συνδιαλεγομένων σοφιστών της αρχαιότητας.

Όσον άφορα τη λογοτεχνική του ενημέρωση, δε νομίζω ότι σφάλλω αν πω πως αυτή σταματά γύρω στα 1910. Πέρα από την ημερομηνία αυτή δε φαίνεται να ενδιαφέρθηκε η περιέργειά του. Καινούργια βιβλία, στα 18 τουλάχιστο χρόνια που τον εγνώρισα, ούτε αγόρασε ούτε και διάβασε. Δεν παρακολουθούσε μήτε την παγκόσμια, μήτε την ευρωπαϊκή, μήτε και τη νεοελληνική παραγωγή. Μετά το θάνατό του, βρέθηκαν βιβλία με αφιερώσεις άκοπα, κι ένα απ’ αυτά του Καρυωτάκη. Οι περιέργειές του είχαν, αν καλοσκεφθούμε, παρελθοντικό μάλλον χαρακτήρα. Το παρελθόν ήταν η ζωτική ανάγκη της ποίησής του, ήταν το κλίμα του. Το παρόν ήταν αυτός. Τίποτε άλλο. Μέσα του δεν υπήρχε τόπος για τους άλλους. Αν τον ανησυχούσε κάτι, αυτό δεν ήταν η τύχη της ανθρωπότητας, αλλ’ η δική του τύχη, και, κατά προέκταση, η τύχη του έργου του. Γι’ αυτόν εξάλλου το λόγο, κι από τα εξωτερικά γεγονότα, μόνο εκείνα που αφορούσαν το έργο του τον ενδιέφεραν. Δεν εννοούσε καθόλου το ρόλο του αποστόλου, βρισκόταν όμως τέλεια στο ρόλο του Θεού. Ζητούσε τη λατρεία. Αδιάφορος για τις κοινωνικές ιδέες, τα επαναστατικά ρεύματα και τις θεωρίες που φανάτιζαν τις μεταπολεμικές γενεές, ζητούσε τη λατρεία, τη λατρεία του έργου του, που ήταν και η πιστότερη εικόνα του εαυτού του. Εξάλλου κι ο ίδιος το έλεγε καθαρά: «Δεν εννοώ τη φιλία ή την έχθρα παρά ως φιλία ή έχθρα προς το έργο μου». Η ψύχωσή του αυτή, ή μάλλον η αδυναμία του που έφθανε την ψύχωση, ήταν, τολμώ να πω, η βαθύτερη έκφραση της φιλαρέσκειάς του. Μη παραδεχόμενος ένας το έργο του, κι ας τον εκτιμούσε για προτερήματά του άλλα, ήταν ωσάν να μην αναγνώριζε σε μια γυναίκα εξαιρετικά φιλάρεσκη —κι ο Καβάφης είχε τη φύση και τις ευαισθησίες γυναίκας— την ομορφιά της, να της αναγνώριζε όμως την αρετή της. Για τον Καβάφη, το έργο του ήταν η ομορφιά του η ίδια, στην οποία ήθελε να πιστεύουν κι οι άλλοι, όπως κι ο ίδιος εξάλλου επίστευε. Κάθε ιδέα ξένη προς το συμφέρον και την τύχη του έργου του, τον ενδιέφερε σχετικά. Μέσα του δεν μπορούσαν να χωρέσουν άλλα προβλήματα. Το δικό του το πρόβλημα γέμιζε την ύπαρξή του, το είναι του. Είμαι βέβαιος ότι αν βρισκόταν ένας κάποιος και τον βεβαίωνε ότι το έργο του δεν επρόκειτο να ζήσει, και το πίστευε, είμαι βέβαιος, λέγω, ότι ο Καβάφης θα πέθαινε από απελπισία.

«Είσαι ακόμη νέος», μου έλεγε το 1920, «κι αυτό μόνον αργότερα θα το εννοήσεις. Ο τεχνίτης, κι όταν πια γεράσει, μπορεί να βρίσκει ακόμα ενδιαφέρον και θέρμη στη ζωή, χάρις στο ίδιο του το έργο. Είναι μέσον αυτού που θα παρηγορηθεί για το μεγάλο κακό, το ανεπανόρθωτο, που του επιφυλάσσουν τα χρόνια του γήρατος. Εκεί που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν τίποτ’ άλλο ν’ αντικρίσουν παρά τα ίδια τους τα ερείπια μόνον, αυτός έχει το έργο που τον παρηγορεί, το έργο που εδημιούργησε ο ίδιος, το έργο που συγκινεί, συζητείται, αρέσει». Αλλ’ η προσήλωση του Καβάφη στο έργο του ή καλύτερα ο ταυτισμός του μ’ αυτό, έχει και άλλους βαθύτερους λόγους. Σ’ αυτό μέσα, εκτός απ’ την αισθαντικότητά του, τη φιλοδοξία του όλη και το μόχθο του, υπάρχει και η πιστότερη εικόνα του μυστικού του, καθώς και όλη του η μέριμνα να αποκρύψει στην αρχή το μυστικό του αυτό, αλλά και να το αποκαλύψει βαθμηδόν, με τα μέσα που του παρείχε η τέχνη. Σ’ αυτό μέσα είχε μεταφερθεί επίσης, στην αφηρημένη της μορφή, η πολιτεία με τις συνοικίες της, τα σπίτια της, τους δρόμους της, δηλαδή η σκηνογραφία ή ίδια μέσα στην οποία, επί χρόνια, παίχθηκε η περιπέτεια του σώματός του. Σ’ αυτή μέσα την πολιτεία χάλασε τη ζωή του, πληρώνοντας το τίμημα των συγκινήσεών του. Και είναι το ατένισμα της πολιτείας αυτής, όταν η ανάμνηση του παρελθόντος γινόταν μέσα του, μερικά βράδια, καημός, μελαγχολία και πίκρα, που τον παρηγορούσε:

Και βγήκα στο μπαλκόνι μελαγχολικά,

βγήκα ν’ αλλάξω σκέψεις, βλέποντας τουλάχιστον

ολίγη αγαπημένη πολιτεία,

ολίγη κίνησι του δρόμου και των μαγαζιών.

Αλλ’ η αγάπη του για το έργο του οφείλεται ακόμα και στο ό,τι σ’ αυτό μέσα αναβιώνεται με τον πιο αξιοθαύμαστο τρόπο η Ελληνιστική Πολιτεία —είτε Αλεξάνδρεια αυτή λέγεται, είτε Αντιόχεια, είτε Σελεύκεια— που τόσο συγκίνησε τη φαντασία του, και που «με τη δική του φωνή ελάλησε επιτέλους αληθινά από τα βάθη των αιώνων και μας είπε πρώτη φορά», όπως τόσο εύστοχα παρατήρησε ο Γρυπάρης, «κατ’ ευθείαν και άμεσα τα δικά της αισθήματα, τις δικές της συγκινήσεις, τους δικούς της παλμούς». Τέλος, σ’ αυτό μέσα το λιγοσέλιδο έργο, ποιητής παρακμής ο ίδιος, αφού στάθηκε στα σημαντικότερα σημεία παρακμής της Ιστορίας μας, και τα μελέτησε, κατόρθωσε με την ασύγκριτη τέχνη του, αλλά και με την πιο υπερήφανη φυλετική μνήμη που διέθετε ποτέ Έλλην ποιητής, να μας υποβάλει το παλαιό μεγαλείο της φυλής μας, τον εκπολιτιστικό της ρόλο και την εξελληνιστική δύναμη της γλώσσας μας.

Σ’ έναν που θα διαβάσει για πρώτη φορά το καβαφικό έργο, είναι αδύνατο να μην του γεννηθούν απορίες. Μια εποχή μάλιστα μερικοί απ’ τους λογοτέχνες μας (κι όχι τυχαίοι) φρονούσαν ότι δεν είχε τη θέση του μέσα στη νεοελληνική ποίηση. Ασχολούμενοι δε μ’ αυτήν, απόφευγαν να κάνουν ακόμα και μνεία του ονόματος του Αλεξανδρινού ποιητή. Και όμως το έργο αυτό δε μας επιτρέπεται να το εξοστρακίσουμε από τη νεοελληνική ποίηση. Είμαι της γνώμης ότι βγαίνει μέσ’ απ’ αυτήν, αλλ’ ως αντίδρασή της. Ο Παλαμάς λ.χ. το απωθούσε. Κι ως ένα σημείο τον δικαιολογώ. Είναι η αντίθετη ακριβώς όψη της ποιητικής του. Το έβρισκε αντιποιητικό. Αλλά κι αυτή ακόμα η γνώμη, μολονότι δεν είναι υπέρ του Παλαμά ως κριτικού, είναι ως ένα σημείο αρκετά θεμιτή. Τα έργα τους διαφέρουν ριζικά. Ο κοινώς εννοούμενος λυρισμός, η μεγάλη πνοή, η διακοσμημένη ρητορική, δεν ήταν δυνατόν να παραδεχθούν την πεζή, τη δημοσιογραφική έκφραση, την άρνηση της εικόνας και της μεταφοράς, τη γυμνή συχνά λιτότητα. Για την κριτική όμως το ζήτημα τίθεται διαφορετικά. Τέτοιο που μας δόθηκε το καβαφικό έργο, χαρίζει την ποιητική συγκίνηση; Δύσκολα θα μπορούσαμε να το αρνηθούμε.

Η αλήθεια είναι ότι ο Καβάφης, θέλοντας ν’ αποφύγει με κάθε τρόπο τις χαρακτηριστικές υπερβολές των ποιητών της εποχής του, αναγκαστικά εδημιούργησε τις δικές του. Γι’ αυτό και φοβάμαι πως ένα μέρος από το έργο του, και στο μέλλον ακόμα, πιο πολύ θα το συζητούν παρά που θα το απολαμβάνουν. Πάντως οι υπερβολές του καβαφικού έργου είναι εκείνες που καλύτερα από κάθε τι άλλο χαρακτηρίζουν το είδος της πρωτοτυπίας του. Και είναι αυτές οι ίδιες επίσης που μας δείχνουν με ποιο τρόπο ο Καβάφης, κόβοντας από μιαν ορισμένη στιγμή κάθε σχέση με τα κοινώς παραδεγμένα ποιητικά στοιχεία, που μεταχειριζόταν κι ο ίδιος ως τότε, βρίσκει την πρωτοτυπία του. Γιατί, από το 1886 ίσαμε το 1900 περίπου —κι αυτό ίσως μερικοί να μην το ξέρουν— όχι μόνο δε διέφερε από τους άλλους ποιητές, αλλά και όλα του τα ποιήματα της περιόδου εκείνης, με το να μην έχουν κανένα κοινό γνώρισμα, εκτός απ’ τη συντομία, με τα ποιήματα που εγκαινίαζαν το νέο του τρόπο, τον καβαφικό, σιωπηρώς τ’ αποκήρυξε, σε μερικούς δε που καμιά φορά τον ρωτούσαν γι’ αυτά, θέλοντας ίσως να τον φαντάζονται ως έναν από γενετής ιδιότυπο, τ’ αρνιόταν ή έλεγε πως είναι ποιήματα ενός συγγενή του. Αυτά λοιπόν τα ποιήματα, που πρώτος αναδημοσίευσα το 1936 στο αθηναϊκό περιοδικό «Νέα Γράμματα», όχι μόνο δεν έχουν ίχνος ιδιοτυπίας, αλλ’ αντιθέτως μας δείχνουν έναν ποιητή μέτριο, που ακολουθεί τα ρομαντικά βήματα των ποιητών της εποχής του:

Η γη ‘ναι σφαίρα σκοτεινή, ψυχρά τε και δολία.

Τα άσματά μου πλανερά του κόσμου είν’ εικών.

Έρωτα ψάλλω και χαράν. Αθλία παρωδία,

αθλία λύρα, έρμαιον παντοίων απατών!

Και όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να φτάσει στην ιδιοτυπία.

Μη έχοντας όμως το έμφυτο δώρο της, την ζήτησε —κι αυτό είναι το αξιοθαύμαστο σ’ αυτόν, αξιοθαύμαστο όχι μόνο επειδή την ζήτησε, αλλά και την πραγματοποίησε— με το μόνο μέσο που του απόμενε, αντιμετωπίζοντας απλώς το πρόβλημά της ως τεχνίτης, κι επιδιώκοντας τη λύση του με τον πεζότατο και λογικό εκείνο τρόπο, που υποδεικνύει στο περί φιλοσοφίας της συνθέσεως δοκίμιό του ο Edgar Allan Poe, δηλαδή εμπιστευόμενος το παν στον εγκέφαλό του.

Στην προσωπική του περίοδο, αυτή που όλοι μας ονομάζουμε καβαφική, θ’ αποφύγει να γράψει ποιήματα βασιζόμενος απλώς σ’ αυτό που καλείται έμπνευση. Δε θέλω βέβαια να πω ότι αγνοεί το κίνητρο-έμπνευση. Αλλ’ αποδώ και στο έξης αποκλείει το πηγαίο, το δε πρόβλημα του χτισίματος του ποιήματός του το αντικρίζει με τα μέσα, τις ικανότητες και την εμπειρία που διαθέτει ως τεχνίτης. Ο ίδιος μου έλεγε ότι συχνά του έτυχε ν’ αφήσει ατέλειωτο ένα του ποίημα, κι αυτό το ίδιο να το ξαναπιάσει και να το τελειώσει ύστερ’ από χρόνια. Έτσι, και δυο από τ’ αποκηρυγμένα του κατόρθωσε, ξαναπιάνοντας τα ύστερ’ από μερικά χρόνια, να τα μεταμορφώσει και να τους δώσει, σα θαυματοποιός, την ομορφιά και το ρίγος που δεν είχαν στην πρώτη τους μορφή.

Υπάρχουν ποιητές που γράφουν ως αν υπακούουν σε μια μυστηριώδη φωνή. Παρόμοιας διάθεσης ποιήματα από τη στιγμή που αποφάσισε ν’ αλλάξει, δε φιλοδόξησε πια να γράψει. Η έμπνευση γι’ αυτόν στο εξής λέγεται υπομονή. Θα μεταχειριστώ μια κουβέντα του Πικασσό: «Δεν ψάχνω, βρίσκω». Την ίδια φράση θα μπορούσε κάλλιστα να την πει κι ένας ποιητής. Και πράγματι, μεταξύ του ψάχνω για να βρω και του βρίσκω χωρίς να ψάχνω, υπάρχει κι όλη η διαφορά που διακρίνει τον ποιητή, που τον κινεί μια εσωτερική παρόρμηση, και που κατόπιν με την επέμβαση του κριτικού του νου θα κρατήσει το ουσιαστικότερο απ’ ό,τι του δόθηκε και θ’ απορρίψει το περιττό, από τον ποιητή που είναι μάλλον τεχνίτης. Ο δεύτερος δανείζεται συνήθως ιδέες, δεν έχει πάντοτε τις απ’ ευθείας εμπνεύσεις, μα έχει την ικανότητα να φθάνει, δουλεύοντας με υπομονή, σε ποιητικά αποτελέσματα χάρη σ’ ένα λεπταίσθητο γούστο και μια συνδυαστική τεχνική, που ξέρει να ταιριάζει τις λέξεις μ’ ένα τρόπο απροσδόκητο ωραίο, περνώντας απ’ αυτές μέσα το ποιητικό ρεύμα. Ο Καβάφης ανήκει στους δεύτερους. Το σύνολο του έργου του μας δείχνει ότι διέθετε μάλλον μια παρασιτική φαντασία, χωρίς να της λείπουν βέβαια και οι δικές της συλλήψεις. Κι ενώ ο οραματισμός δεν του ήταν ολότελα ξένος, η σύνθεση ενός υλικού που έβρισκε διαβάζοντας, και το δανειζόταν επειδή ταίριαζε με τα πράγματα που ήθελε να εκφράσει, ήταν εκείνο που κυρίως τον είλκυε.

Ο Βαλερύ, που κι αυτός, όπως ξέρουμε, μίλησε με αρκετή αδιαφορία για την έμπνευση, σημείωσε κάπου κάτι που συμφωνεί με την προαναφερμένη κουβέντα του Πικασσό. «Υπάρχουν», λέγει, «στίχοι που ο ποιητής βρίσκει. Τους άλλους τους φτιάχνει. Τελειοποιεί εκείνους που βρήκε και πολιτογραφεί τους άλλους». Δεν υπάρχει αμφιβολία πως και ο Καβάφης βρήκε, αν και νομίζω ότι συχνότερα έφτιαξε, χωρίς αυτό βέβαια να τον εμποδίσει να μας μεταδώσει την ευαισθησία του και τις συγκινήσεις του σε άρτια, από κάθε άποψη, ποιήματα.

Κάπου έχω γράψει την εξής φράση: «Ο Καβάφης ταξίδεψε την ερωτική του ανωμαλία μέσα στην ιστορία, παρόλο που κάποτε τη λησμονεί για την ιστορία την ίδια». Αλλά και όταν ακόμα ταξιδεύει στην ιστορία για την ιστορία την ίδια, παραμένει πάντοτε ο decadent, που τον ελκύει το τέλος και δεν ζητάει σ’ αυτή μέσα παρά στιγμές του τέλους. «Je suis l’ Empire à la fin de la décadence», όπως έλεγε κι ο Βερλαίν στον περίφημο και τόσο χαρακτηριστικό στίχο του. Ο Καβάφης εντρυφούσε με ιδιαίτερη ευχαρίστηση στη μελέτη της ιστορίας. Συχνά μάλιστα έλεγε πως αν δεν έγραφε ποιήματα, θα ήθελε να γράψει ιστορία. Αν τώρα λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι σε ηλικία 14 χρονών, σχεδόν παιδί, είχε αρχίσει να συντάσσει ο ίδιος ένα ιστορικό λεξικό, τότε τίποτα δε μας εμποδίζει να παραδεχτούμε ότι στην περίπτωσή του έχουμε να κάνουμε μ’ έναν ποιητή, στου οποίου την εκδήλωση προϋπήρξε ο ιστορικός. Και ναι μεν τελικά ο Καβάφης δεν έγραψε ιστορία, έγραψε όμως, όπως μας δείχνει το έργο του, το καθαρά ιστορικό ποίημα. Πάντως οφείλω να παρατηρήσω ότι, διαβάζοντας την ιστορία, παρασύρθηκε κυρίως από τη λεπτομέρεια, πράγμα που φανερώνει ότι σ’ αυτόν ο ιστορικός γίνεται όργανο του τεχνίτη. Ο ίδιος είχε πολύ μεγάλη ιδέα για τα ιστορικά του ποιήματα. Έλεγε ότι είχε επινοήσει ένα καινούργιο είδος, όπου φιλοδοξία του ήταν να συμπυκνώσει, σ’ ελάχιστους στίχους, μιαν ολόκληρη εποχή, και να καθρεφτίσει σ’ αυτούς μέσα τη νοοτροπία και την ψυχολογία της. Σ’ αυτού του είδους τα ποιήματα, δίνει την εποχή που τον ελκύει με την τεχνική του δραματικού, συχνά στο ύφος του σκεπτομένου και, μια-δυο φορές, με τη διάθεση του διδακτικού.

Ο ίδιος έλεγε, το 1926, ότι είκοσι επί συνεχή χρόνια δεν είχε αφήσει την Ιστορία από τα χέρια του. Αλλ’ εγώ είμαι πεπεισμένος ότι ο Καβάφης ποτέ στη ζωή του δεν είχε αφήσει την ιστορία. Τα ιστορικά είναι τα μόνα βιβλία στα όποια προσέτρεχε, θέλοντας να εξακριβώσει την εποχή ή και ορισμένες λεπτομέρειες ποιημάτων που έγραφε ή που επρόκειτο να γράψει. Η ιστορική του μόρφωση απ’ ό,τι ξέρω ήταν γερή κι ο ίδιος πολύ καμάρωνε γι’ αυτό. Εξάλλου, με τις ιστορικές του γνώσεις συχνά εξέπληττε και ειδικούς ακόμα, και γενικά όλους όσους είχαν την τύχη να παρευρεθούν σε κουβέντες που, σκόπιμα κάποτε, άνοιγε πάνω σε θέματα της. Ένας γνωστός μου γιατρός ακόμα θυμάται το τρομερό πράγματι ερώτημα που όλως απρόοπτα έβαλε μια βραδιά στον καθηγητή της Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Βολωνάκη, όταν συναντήθηκαν, καλεσμένοι και οι δύο, στο σπίτι ενός γνωστού Αλεξανδρινού: «Τον δεύτερο μετά Χριστόν αιώνα, που τα σύνορα της Αρμενίας ήταν προς βορρά τάδε (και είπε ποια ακριβώς ήταν), προς δυσμάς τάδε (και είπε ποια ήταν), προς νότον… θυμάστε, κύριε καθηγητά, ποια ήταν τα σύνορα της Αρμενίας προς νότον τον δεύτερο μετά Χριστόν αιώνα;» Φυσικά, ο κύριος καθηγητής έμεινε άφωνος!

Αλλ’ όπως έβαλε σε δύσκολη θέση τον καθηγητή, το ίδιο μπορεί να πει κανείς ότι έκανε και εξακολουθεί να κάνει και με τους κριτικούς του. Τους μπερδεύει για να μη πω ότι τους σπρώχνει στο ναυάγιο. Έτσι κι ο Άλκης Θρύλος, γράφοντας για τον Καβάφη, κάποτε με πολλή εμβρίθεια αποφάνθηκε πως ο Καισαρίων —δηλαδή το παιδί της Κλεοπάτρας με τον Καίσαρα— δεν ήταν ιστορικό πρόσωπο, αλλά φανταστικό που το είχε επινοήσει ο ποιητής! Αλλά και στο αποτυχημένο βιβλίο του Μιχάλη Περίδη, το αφιερωμένο στο βίο και το έργο του ποιητή, άσχημα πάλι μπερδεύει τον κριτικό του. Ίσως μ’ αυτό τον τρόπο να τον εκδικείται και μετά θάνατο, για κάποια όχι πολύ ευνοϊκή κριτική του, με την οποία, θυμάμαι, τον είχε αρκετά ταράξει το 1915. Έτσι, χάρη σ’ αυτό το λίαν ενδιαφέρον για τις ιστορικές του ανακρίβειες βιβλίο, πρώτη φορά μαθαίνουμε ότι ο Ηρώδης ο Αττικός (ο περίφημος Αθηναίος και απόγονος των Αιακιδών), ήτανε Σύρος! Ότι Αλαβάρχης σημαίνει, κατά τον κριτικό μας πάντοτε, φύλαρχο Αιγύπτιο και όχι Προϊστάμενο της Εβραϊκής Κοινότητας Αλεξανδρείας, όπως όλοι οι ιστορικοί του κόσμου (και ο Καβάφης μαζί) διατείνονται. Αλλ’ από τα πιο καταπληκτικά κατορθώματα του κριτικού μας είναι και το εξής: Ο Καβάφης, στο ποίημά του «Επιτύμβιον Αντιόχου βασιλέως Κομμαγηνής», αποδίδει, ποιητική αδεία, ένα δικό του επιτύμβιο στο σοφιστή Καλλίστρατο. Φιλότιμος ερευνητής ο Περίδης, άνοιξε, φαντάζομαι, διάφορα λεξικά και, στον πρώτο Καλλίστρατο που βρήκε, έσπευσε, με κάποια αφέλεια, να του αποδώσει την πατρότητα του επιτυμβίου. Μάταιος όμως ο κόπος του. Γιατί ο Καλλίστρατος του ποιήματος δεν είναι, όπως νόμισε, ιστορικά υπαρκτό πρόσωπο, αλλά πρόσωπο ποιητικής φαντασίας…

Ως φόρμα το καβαφικό ποίημα συνήθως, όταν δεν είναι απλό επίγραμμα, θα είναι ή μίμος ή μίμος σε μέγεθος επιγράμματος. Κύριο χαρακτηριστικό του μίμου είναι ο ευθύς λόγος. Σ’ αυτόν ο ποιητής απουσιάζει από τη σκηνή, κρατώντας για τον εαυτό του το ρόλο του υποβολέα. Όπως, πρώτος, υποστήριξα το 1933 και δικαιώθηκα το 1963 από τους Χρονολογικούς Πίνακες των καβαφικών ποιημάτων, που βρέθηκαν στο αρχείο του ποιητή, την ιδέα του μίμου ο Καβάφης την οφείλει στους «Μιμιάμβους» του Ηρώνδα, όταν το 1889, χάρη στην ανάγνωση ενός παπύρου από τον Ρ. Ο. Kenyon, έγινε γνωστή η ύπαρξή τους. Δεν μπορούμε όμως να πούμε πως ο Καβάφης μιμήθηκε δουλικά τον αρχαίο συνάδελφό του. Γιατί, ενώ εκείνος μας προσφέρει σύντομα θεατρικά έργα δυο-τριών σελίδων, ο Καβάφης περιορίζεται σ’ ένα λιγόστιχο μονόλογο. Βέβαια μονόλογος είναι και ο όγδοος Μιμίαμβος του Ηρώνδα, είναι όμως και ο μόνος μέσα στους άλλους που βρέθηκαν. Πάντως οφείλω να προσθέσω ότι ορισμένα καβαφικά ποιήματα, όπως λ.χ. το «Να μείνει», θυμίζουν, με το ρεαλισμό τους, τα θέματα που φαίνεται να προτιμούσε κι ο Ηρώνδας. Αλλά για να συμπληρωθεί χαρακτηριστικότερα η εικόνα του, θα πρέπει οπωσδήποτε ο αναγνώστης να έχει υπόψη του, ότι τόσο τα σύγχρονα όσο και τα ιστορικά ή ιστορικοφανταστικά πρόσωπα, που κινούνται στην αληθινά παράξενη πολιτεία του καβαφικού έργου, δεν είναι παρά οι ηθοποιοί που επινόησε ή και απλώς διάλεξε ο Καβάφης, οι ηθοποιοί που επαναλαμβάνουν τα δικά του τα λόγια, τις δικές του τις σκέψεις, τούς δικούς του καημούς και φόβους, το δικό του το δράμα.

Η ποίηση του Καβάφη είναι η ποίηση μιας ζωής συμπληρωμένης ή σωστότερα η ποίηση ενός γέρου ή ενός πρόωρα γερασμένου που αναπολεί το παρελθόν του. Ο ίδιος κάποτε είπε: « Εγώ είμαι ο ποιητής του γήρατος. Τα ζωηρότερα γεγονότα δε με εμπνέουν αμέσως. Χρειάζεται πρώτα να περάσει καιρός. Κατόπιν τα ενθυμούμαι και εμπνέομαι». Έτσι η καβαφική ποίηση, σε τελευταία ανάλυση, μας παρουσιάζεται ως μια ποικιλία από προβολές προσωπικού και ιστορικού παρελθόντος.

ΠΗΓΗ:http://www.potheg.gr/ ΠΟ.Θ.Ε.Γ.

 

Έλληνες του πνεύματος & τις τέχνης- Κων/ντίνος Καβάφης

Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ, αφ. «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ» εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

images

Για να διαβάσετε το αφιέρωμα, πατήστε εδώ.

 

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ -ΚΑΒΑΦΗΣ- ΟΜΑΔΟΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ Β1

Για να δείτε την παρουσίαση, πατήστε εδώ.

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων