Ποια χρόνια της αθωότητας;

Eνημέρωση Nέα Εγχειρίδια-Άρθρα

Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ  δημοσιευμένο στη διαδικτυακή θέση http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=380413 Έντυπη Έκδοση Επτά, Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

ΣΤΗΝ αρχή νόμιζα ότι ήταν εντευκτήριο. Κάποιας ενορίας. Δεν είχα δώσει τη δέουσα προσοχή. Μάλλον έδειχνα, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω το μήνυμα. Μία ημικυκλική επιγραφή με τα στοιχεία «Τα χρόνια της αθωότητας».
Ξαναπήγα στο Λαύριο κι έγινα πιο προσεκτικός, αν και η πρωινή ζέστη του Αυγούστου με υπνώτιζε. Συν ο θερμός ύπνος της προηγούμενης νύχτας, που είχε μουσκέψει τα μαξιλάρια μου. Λούτσα. Βλέπετε, είμαι και αντι-ερκοντισιονιστής.
Έβαλα όλα τα δυνατά μου και τα αδύνατά μου. Για να καταλάβω. Πολύ πράσινο σκέπαζε την όρασή μου. Έπρεπε να τραβήξω τις «κουρτίνες» από τα ευσκιόφυλλα δέντρα για να ξεχωρίσω. «Μα, μπροστά στα μάτια σου είναι η επιγραφή, πώς δεν την βλέπεις;», ακούστηκε από μέσα μου μία φωνή.
Τα χρόνια της αθωότητας. Ουδέποτε υπήρξε αυτή η αθωότητα. Αυτήν που καταλαβαίνουν μόνον οι διαφημιστές και θέλουν ντε και καλά να μας επιστρέψουν σ’ αυτήν. Λες και η Ελλάδα κάποτε ήτο παράδεισος. Έλειπαν μόνον τα εξωτικά πτηνά με τους κρωγμούς τους, για να θυμίζει αμαζόνια ζούγκλα. Ζούγκλα ήταν, αλλά όχι με πολύχρωμα πουλιά. Αλλά με κατάμαυρα. Της εξορίας. Κι άλλα με γαμψά νύχια.
Λοιπόν. Δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά ο θερινός κινηματογράφος «Τα χρόνια της αθωότητας». Σε μία βιομηχανική πόλη, όπως το Λαύριο, όπου ουδέποτε καλλιεργήθηκε η αθωότητα. Μόνον η υποψία και η καχυποψία. Η ανάγκη. Η φτώχεια. Η ένδεια. Η λάσπη. Τα χαμηλά σπίτια. Η Γαλλική Εταιρεία. Οι μεταλλωρύχοι με τα μουντζουρωμένα πρόσωπα. Το «Αιγαίον». Η «Ιζόλα». Το σπιρτάδικο. Ο «Λάμπρου».
Όλα αυτά έχουν κλείσει. Ερείπια. Ή έχουν ανακαινισθεί προς καταναλωτική χρήση. Εσωτερικοί οικονομικοί μετανάστες κατέφθαναν στην πόλη, απ’ όλη την Ελλάδα. Για ένα κομμάτι ψωμί. Για ένα ποτήρι κρασί. Μεροδούλι μεροφάι.
«Από αυτή την τρύπα έβγαιναν. Τα μούτρα τους ήταν κατάμαυρα», μου λέει ο πρώην ηλεκτρολόγος των Μεταλλείων Λαυρίου Γιάννης Πρέκας. Μιλάει σαν να κλαίει. Κλαίει σαν να μιλάει. Ο θερινός κινηματογράφος παίζει διαφημιστικά με το παρελθόν της Λαυρεωτικής σαν μία σειρήνα θανάτου. Γι’ αυτούς που γνωρίζουν. Γι’ αυτούς που μεγάλωσαν μέσα στο χώμα. Που έφαγαν χώμα. Που έφτυναν χώμα. Ουδέποτε αθωότητα.
Ο Γιάννης Πρέκας μένει σ’ ένα πετρόκτιστο σπίτι με κεραμίδια της παλαιάς Γαλλικής Εταιρείας. Στενόμακρο. Έχει τη δομή των βαγονιών του τρένου. «Σαν τρένο είναι το σπίτι μας». Ακούω τη Δήμητρα Πρέκα και συγκινούμαι. Πόρτα. Δωμάτιο. Και ούτω καθεξής. Μέχρι να φτάσεις στην κουζίνα. Κοινόβιο. Ακουμπάω τα ψώνια πάνω στο τραπέζι. Αντιστρόφως. Πόρτα. Δωμάτιο… Ώσπου βγαίνω στην αυλή. Και από εκεί στο δρόμο. Να αναπνεύσω. Αθωώθηκα.

Αφήστε μια απάντηση