Ένα νέο δικτυακό τόπο που αναδεικνύει τη νεοελληνική γλωσσική κληρονομιά μέσω μιας σημαντικής ψηφιακής συλλογής κειμένων της νεοελληνικής γραμματείας, ανέπτυξε το Ινστιτούτο Επεξεργασίας του Λόγου (ΙΕΛ), στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Κοινωνία της Πληροφορίας». Ο δικτυακός τόπος που αναπτύχθηκε για την πολιτιστική, επιστημονική και εκπαιδευτική αξιοποίηση της συλλογής αυτής, από το ευρύτερο, αλλά και το ειδικό κοινό, βρίσκεται στη διεύθυνση www.potheg.gr.
Ο Πολιτιστικός Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας (ΠΟΘΕΓ) περιλαμβάνει αντιπροσωπευτικά κείμενα συγγραφέων από όλα τα λογοτεχνικά είδη και από μια ευρεία περίοδο της νεοελληνικής γραμματείας που ξεκινά από το νεοελληνικό Διαφωτισμό (τέλη του 18ου αιώνα – αρχές 19ου αιώνα) και φθάνει μέχρι τη σημερινή εποχή. Κάθε κείμενο συνοδεύεται από εκτενή τεκμηρίωση (βιογραφία και εργογραφία συγγραφέα, αποσπάσματα κριτικών κείμενων, βιβλιογραφία, φωτογραφικό υλικό), καθώς και από πρωτότυπο υλικό με πληροφορίες για το ρεύμα και τη λογοτεχνική σχολή στην οποία εντάσσεται.
Στη συλλογή ανθολογούνται οι σημαντικότεροι Έλληνες λογοτέχνες και τα σημαντικότερα έργα τους, έτσι ώστε να καταδεικνύεται η ιστορική εξέλιξη της νεοελληνικής γραμματείας. Στα συνοδευτικά κείμενα παρουσιάζονται τα θέματα και οι έννοιες που χαρακτηρίζουν τις διάφορες λογοτεχνικές τάσεις, ρεύματα και περιόδους, προβάλλονται οι θέσεις όλων των παρατάξεων της γλωσσικής διαμάχης και, τελικά, δημιουργείται στον επισκέπτη μια ολοκληρωμένη εικόνα για το πνευματικό κλίμα κάθε εποχής και την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας στο γραπτό λόγο.
Ο δικτυακός τόπος του ΠΟΘΕΓ σχεδιάστηκε με στόχο να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις διαχείρισης και πρόσβασης σε πολιτισμικό περιεχόμενο, ταυτόχρονα όμως ενσωματώνει τεχνολογικές καινοτομίες, υποστηρίζοντας δυνατότητες πολύπλευρης αναζήτησης /ανάκτησης και σύνθετους μηχανισμούς πρόσβασης στο περιεχόμενο (τεχνικές αναζήτησης ασαφούς ταιριάσματος, αναζήτηση με υποστήριξη μορφολογικού λεξικού, χρήση τεχνολογίας συνθετικής φωνής για εκφώνηση κειμένων και πλοήγηση στον ιστότοπο ατόμων με προβλήματα όρασης κ.λπ.).
Το πρωτότυπο περιεχόμενο είναι διαθέσιμο σε τρεις γλώσσες (Ελληνικά, Αγγλικά και Γαλλικά), ενώ προσφέρονται ακόμη στον επισκέπτη ένας εύχρηστος «Θησαυρός Λογοτεχνικών Όρων», στατιστικές πληροφορίες για την εμφάνιση λημμάτων στα ψηφιοποιημένα έργα, καθώς και κάποια – περιορισμένου περιεχομένου – εκπαιδευτικά παιχνίδια.
Σκοπός του Πολιτιστικού Θησαυρού της Ελληνικής Γλώσσας είναι η συστηματική ψηφιακή τεκμηρίωση, η βελτίωση της κατανόησης του ελληνικού γλωσσικού πολιτισμού, η προώθηση της πολιτιστικής εκπαίδευσης, η διάχυση προτύπων τεκμηρίωσης συλλογών πολιτιστικών αντικειμένων κ.ά. H διαδικτυακή υπηρεσία του παρέχεται δωρεάν για την ικανοποίηση των ερευνητικών και πνευματικών αναγκών του ειδικού κοινού (γλωσσολόγοι, φιλόλογοι, μελετητές της γλώσσας μας, εκπαιδευτικοί, μαθητές, κ.ά.), ενώ συμβάλλει στην ευαισθητοποίηση του γενικού κοινού σχετικά με την σπουδαιότητα της πολιτιστικής και ιστορικής γνώσης που απορρέει από την γλώσσα μας.
Ο Γιώργος Σεφέρης, όπως και αρκετοί άλλοι συγγραφείς της νεώτερης λογοτεχνίας μας (Κ.Π. Καβάφης, Κώστας Βάρναλης, Ηλίας Βενέζης, Τάσος Αθανασιάδης, Ανδρέας Εμπειρίκος, Στρατής Τσίρκας), προέρχεται από τον περιφερειακό Ελληνισμό. Γεννήθηκε, μαζί με τον εικοστό αιώνα, το 1900 στη Σμύρνη, και μάλιστα σε σημαδιακή ημερομηνία: 29 Φεβρουαρίου (με το παλιό ημερολόγιο), γεγονός στο οποίο αναφερόταν κάθε τόσο με τρόπο χιουμοριστικό. Όταν στα 1939 συναντήθηκε με τον Χένρυ Μίλλερ, ο Αμερικανός συγγραφέας τον ρώτησε πόσων χρόνων είναι και ο Σεφέρης τού απάντησε πως σε μερικούς μήνες θα γιόρταζε τα δέκατα γενέθλιά του!
Έχουν γραφτεί πολλά για την ελληνική Σμύρνη των αρχών του 20ού αιώνα, προτού δηλαδή μεταμορφωθεί από σύμβολο ευημερίας σε σύμβολο καταστροφής. Σήμερα, γεγονότα, πρόσωπα, αφηγήσεις και περιστατικά είναι τυλιγμένα στην αχλύ του θρύλου και της νοσταλγίας. Και όμως, ο Γιώργος Σεφεριάδης, πρωτότοκος γιος του Στέλιου Σεφεριάδη και της Δέσπως Τενεκίδη, αισθανόταν διαφορετικά τη σχέση του με τη γενέθλια πόλη. «Η Σμύρνη», θα γράψει, «ήταν το ανυπόφορο σχολειό, τα πεθαμένα βροχερά κυριακάτικα απογέματα πίσω από το τζάμι, η φυλακή. Ένας κόσμος ακατανόητος, ξένος και μισητός. Η Σκάλα του Βουρλά ήταν ό,τι αγαπούσα (…) ήταν για μένα ο μόνος τόπος που, και τώρα ακόμη, μπορώ να ονομάσω πατρίδα με την πιο ριζική έννοια της λέξης: ο τόπος όπου βλάστησαν τα παιδικά μου χρόνια (…) Αν η ζωή μου έγινε όπως έγινε και ξετυλίχτηκε πάνω σε δυο παράλληλους δρόμους ένα δρόμο υποχρεώσεων, υπομονής και συμβιβασμών, κι έναν άλλον όπου περπάτησε χωρίς συγκατάβαση, ελεύθερο, το βαθύτερο εγώ μου είναι γιατί γνώρισα κι έζησα, τα χρόνια εκείνα, δυο κόσμους ξεχωρισμένους καθαρά: τον κόσμο του σπιτιού της πολιτείας και τον κόσμο του σπιτιού της εξοχής».
Η οικογένεια Σεφεριάδη θα αποκτήσει δύο ακόμη παιδιά: την Ιωάννα (1902), μετέπειτα σύζυγο Κωνσταντίνου Τσάτσου, και τον πρόωρα χαμένο Άγγελο (1905-1950), που ξενιτεύτηκε και τον βρήκαν ένα πρωινό νεκρό στο μοναχικό δωμάτιό του στην Καλιφόρνια. Ο πατέρας, Στέλιος Σεφεριάδης, δικηγορούσε στη Σμύρνη, έγραφε ποιήματα, μετέφραζε αρχαίους Έλληνες τραγικούς και ξένους ποιητές. Λέγεται ότι ο δύσκολος Καβάφης ανέφερε συχνά στίχους του Στέλιου Σεφεριάδη. Προβλέποντας το αβέβαιο μέλλον του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία, ο Σεφεριάδης, που αργότερα θα γίνει καθηγητής του Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακαδημαϊκός, μετέφερε το 1914 την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου ο ποιητής θα τελειώσει το σχολείο και θα αποκτήσει τους πρώτους ελλαδίτες φίλους. Το λόγιο οικογενειακό περιβάλλον θα επιδράσει και στα τρία παιδιά, αλλά ο πρωτότοκος γιος βρισκόταν συνεχώς κάτω από την παρακολούθηση του απαιτητικού και αυστηρού πατέρα.
Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 θα βρει τον Σεφέρη φοιτητή στο Παρίσι, όπου, κατά τον δικό του λόγο, σπούδαζε «νομικά και πολλή λογοτεχνία». Το τραύμα της Καταστροφής θα παραμείνει βαθύ και ανεπούλωτο στην υπόλοιπη ζωή του ποιητή. Στο Παρίσι της εποχής εκείνης, όπως θυμάται ο Θανάσης Πετσάλης Διομήδης, υπήρχαν «πολλοί νεαροί Έλληνες που σπούδαζαν και άνοιγαν τα μάτια τους»: ο γλύπτης Μιχ. Τόμπρος, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Γ.Κ. Κατσίμπαλης, ο Νίκος Χατζηκυριάκος Γκίκας, ο Άγγελος Κατακουζηνός, ο μουσικός Πετρίδης, ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Ηλίας Τσιριμώκος, η Ελένη Χαλκούση. Στην κρίσιμη για τη διαμόρφωση της δημιουργικής του πορείας δεκαετία 1920-30, ο Σεφέρης βρίσκεται υπό τον αστερισμό της γαλλικής λογοτεχνίας, παλαιότερης και σύγχρονης, και ιδίως υπό την σκιά του Λαφόργκ και του Βαλερύ. Γράφει και σκίζει στίχους σε μια προσπάθεια να αρθρώσει την προσωπική του φωνή. Η πεπατημένη δεν τον ικανοποιεί. Θέλει να απαλλάξει τον λόγο του από τον υπερβολικό συναισθηματισμό των εύκολων στίχων και πειραματίζεται με ρυθμούς και μέτρα που δεν ήταν οικεία στη σύγχρονή του ελληνική ποίηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη του συλλογή (Στροφή», 1931) εμφανίζεται όταν ο ίδιος έχει κιόλας περάσει τα τριάντα του χρόνια, ηλικία μάλλον εκπρόθεσμη, αν σκεφτούμε πότε πρωτοεμφανίστηκαν, με πρωτόλεια έστω, παλαιότεροι ή περίπου συνομήλικοί του ποιητές. Η αντιφατική υποδοχή που επεφύλαξε η κριτική στη «Στροφή» και η έκδοση ενός ολόκληρου βιβλίου που προσπαθούσε να προσδιορίσει τα καινοφανή στοιχεία της συλλογής, γραμμένο από έναν μόλις εικοσάχρονο κριτικό που άκουγε στο όνομα Αντρέας Καραντώνης, μοιάζει μ’ ένα περίεργο στοίχημα που δικαιώθηκε από τον χρόνο.
Το 1925 επιστρέφει στην Ελλάδα και στο τέλος της επόμενης χρονιάς διορίζεται στο υπουργείο των Εξωτερικών. Οι συνεχείς υπηρεσιακές του μετακινήσεις από εδώ και στο εξής θα επιτείνουν στη συνείδησή του το αίσθημα του ανέστιου και του πρόσφυγα. Περίπου τα 25 από τα συνολικώς 35 χρόνια της καριέρας του στο υπουργείο θα τα υπηρετήσει σε διάφορα πόστα εκτός Ελλάδος: Λονδίνο (1931-34), Κορυτσά (1936-37), Αίγυπτος – Νότιος Αφρική (1941-44), Άγκυρα (1948-50), Λονδίνο (1950-51), Βηρυτός (1952-56, με αρμοδιότητες για τον Λίβανο, τη Συρία, την Ιορδανία και το Ιράκ), για να τερματίσει τη σταδιοδρομία του ως πρέσβης στο Λονδίνο και πάλι, κατά το κρίσιμο διάστημα (1957-62), που θα οδηγήσει στην ανεξαρτησία τής Κύπρου. Αν τον συγκρίνουμε, λ.χ., με τον Παλαμά, ο οποίος έζησε στην Αθήνα την «ασάλευτη ζωή» του, ή ακόμη και με τον Καβάφη, ο οποίος ταυτίστηκε, σχεδόν αμετακίνητος, με τη γενέθλια Αλεξάνδρειά του, ο Σεφέρης εκπροσωπεί τον πλάνητα Οδυσσέα, τον άνδρα-σύμβολο που «πολλών ανθρώπων οίδεν άστεα και νόον έγνω», μαστιζόμενος από τη νοσταλγία της επιστροφής στην εστία του. Τη θαλπωρή της εστίας θα την αισθανθεί ο ποιητής μόνον κατά τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του, όταν θα αποσυρθεί από την υπηρεσία και θα εγκατασταθεί στο σπίτι της οδού Άγρας, πίσω από το Παναθηναϊκό Στάδιο.
Νόμπελ 1963. Με τη βράβευσή του ικανοποιήθηκε έπειτα από πολλές δεκαετίες ένα «εθνικό απωθημένο», ακούστηκαν όμως διάφορες μικρότητες και επιχειρήθηκαν άκαιρες συγκρίσεις. Στην επιστροφή του από τη Στοκχόλμη δεν βρέθηκε ούτε ένας κρατικός επίσημος ή ένας εκπρόσωπος των λογοτεχνικών σωματείων να τον υποδεχθεί και, φυσικά, δεν υπήρχε ακόμη στην Ελλάδα η πανταχού παρούσα σήμερα τηλεόραση…
Στο Λονδίνο του 1931 θα έρθει για πρώτη φορά σε επαφή με την ποίηση του Έλιοτ. «Παραμονές Χριστούγεννα του 1931», θα γράψει πολύ αργότερα, «κοίταζα σ’ ένα βιβλιοπωλείο της Όξφορντ Στρητ χριστουγεννιάτικα δελτάρια. Τότες, για πρώτη φορά, ανάμεσα στις πολύχρωμες λιθογραφίες, έπιασα στα χέρια μου ένα ποίημα του Έλιοτ. Ήταν η “Μαρίνα”». Με τον αμερικανικής καταγωγής Άγγλο ποιητή θα γνωριστεί προσωπικώς ο Σεφέρης μόλις το 1951, και θα μας αφήσει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πληροφορίες και στιγμιότυπα στη δοκιμή που δημοσίευσε όταν το 1965 πέθανε ο Έλιοτ. Η ποιητική σχέση Έλιοτ-Σεφέρη αποτέλεσε κατά καιρούς θέμα παρεξηγήσεων, εύκολων συνειρμών και άκριτων συσχετισμών. Πρόκειται για δυο παράλληλες ποιητικές συνειδήσεις που τις χωρίζουν πολυάριθμες διαφορές και τις ενώνουν αρκετές συγγένειες. Το 1935, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, στάθηκε το κρίσιμο έτος για τη νεωτερική ποίηση στην Ελλάδα. Τον Ιανουάριο κυκλοφορεί το περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα», τον Μάρτιο ο Ανδρέας Εμπειρίκος τυπώνει την «Υψικάμινο» και ο Σεφέρης τη συλλογή του «Μυθιστόρημα», τον Νοέμβριο θα δημοσιεύσει τα πρώτα του ποιήματα ο Οδυσσέας Ελύτης. Στα «Νέα Γράμματα», που τηρούν συμβιβαστική στάση απέναντι στην παράδοση και τον μοντερνισμό, ο Σεφέρης θα δημοσιεύσει ποιήματα, δοκίμια και μεταφράσεις του, ανάμεσά τους και η «Έρημη Χώρα» του Έλιοτ (1936). Τη χρονιά αυτή θα αρχίσει και η ερωτική του σχέση με τη Μαρώ. Ο δεσμός ενός διπλωμάτη με μια παντρεμένη γυναίκα (που έχει κιόλας δύο παιδιά) τείνει να λάβει διαστάσεις σκανδάλου. Η απροσδόκητη υπηρεσιακή μετάθεση του ποιητή στην Κορυτσά το 1937, λέγεται ότι οφείλεται σε παρασκηνιακές ενέργειες του πατέρα του, για να τον απομακρύνει από την Αθήνα. Όπως συμβαίνει, όμως, με όλους τους ερωτευμένους, η απόσταση και οι δυσκολίες επικοινωνίας θέρμαναν περισσότερο το πάθος, αντί να το κάνουν να καταλαγιάσει. Λίγες ημέρες μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα (10 Απριλίου 1941), ο Σεφέρης θα παντρευτεί τη Μαρώ και θα φύγουν μαζί με την ελληνική κυβέρνηση για την Αίγυπτο. Χαριτολογώντας, ο ποιητής έλεγε ότι κουμπάρος τους στάθηκε ο Χίτλερ.
Με τη Μαρώ. Η ερωτική τους σχέση αρχίζει το 1936. Η απροσδόκητη υπηρεσιακή μετάθεση του ποιητή στην Κορυτσά, το 1937, λέγεται ότι οφείλεται σε παρασκηνιακές ενέργειες του πατέρα του, για να τον απομακρύνει από την Αθήνα. Όπως συμβαίνει, όμως, με όλους τους ερωτευμένους, η απόσταση και οι δυσκολίες επικοινωνίας θέρμαναν περισσότερο το πάθος, αντί να το κάνουν να καταλαγιάσει. Παντρεύτηκαν το 1941
Στην Κορυτσά του 1937 θα αρχίσει η έκτοτε ισόβια και γόνιμη, μα τελικώς ανολοκλήρωτη προσπάθεια του Σεφέρη να οικειωθεί, να ερμηνεύσει και να εντάξει την περίπτωση του Καβάφη στη νεωτερική ποίηση. Οι απόψεις του για τον Αλεξανδρινό, «γι’ αυτό το μυθιστορηματικό, μυθικό, αλχημικό πρόσωπο που μου είναι πολύ συχνά ακατανόητο», όπως έλεγε λίγα χρόνια πριν, αρχίζουν να αλλάζουν. Θα καταλάβει καλύτερα τον Καβάφη, μόλις βρεθεί στα χρόνια του πολέμου στην Αίγυπτο. Πολύ αργότερα, ο Στρατής Τσίρκας θα αφιερώσει ένα από τα καβαφικά του βιβλία στον Σεφέρη, «που μας έμαθε να διαβάζουμε σωστότερα τον Καβάφη». Φεύγοντας το 1941 από την Ελλάδα, ο Σεφέρης είχε συγκεντρώσει και εκδώσει το σύνολο τής έως τότε ποιητικής παραγωγής του σε τρία βιβλία, που κυκλοφόρησαν ταυτόχρονα το 1940 («Ποιήματα, 1», «Τετράδιο γυμνασμάτων» και «Ημερολόγιο καταστρώματος»), σε μια προσπάθεια να δημοσιοποιηθεί το έως τότε έργο του, μια και ο πόλεμος φαινόταν να καταργεί το μέλλον. Η παραμονή του ποιητή εκτός Ελλάδος κατά τα χρόνια 1941-44, θα αποβεί μια από τις παραγωγικότερες περιόδους του. Θα δώσει διαλέξεις, θα εκδώσει βιβλία του («Δοκιμές», «Ημερολόγιο καταστρώματος, β’»), θα πρωτοστατήσει σε εκθέσεις για τον αντικατοχικό αγώνα στην Ελλάδα, θα συμβάλει αποφασιστικά στην έκδοση έργων του Σικελιανού και του Κάλβου στην Αίγυπτο, θα γράψει (για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του) περιστασιακά κείμενα και, τέλος, θα συνεργαστεί με γαλλόφωνα και αγγλόφωνα περιοδικά του Καΐρου. Η αρχή του πολέμου και η λήξη της εχθρικής Κατοχής στην Ελλάδα οριοθετούνται με δύο μείζονα ποιήματα του: «Ο βασιλιάς της Ασίνης» (1940), «Τελευταίος σταθμός» (1944). Στα λιγοστά χρόνια που θα παραμείνει στην Αθήνα μετά την απελευθέρωση, γνωρίζει τη φρίκη του εμφύλιου σπαραγμού και θα συνοψίσει τις εμπειρίες του πολέμου, μα και της αδερφοκτόνου συνέχειάς του στην «Κίχλη» (1947), τριμερές, ερμητικό ποίημα, που η κριτική το υποδέχτηκε με άστοχες κοινοτοπίες. Έπειτα από μια σύντομη παραμονή στο Λονδίνο, θα βρεθεί στην πρεσβεία της Άγκυρας, και απ’ εκεί στη Βηρυτό, απ’ όπου θα ταξιδέψει ιδιωτικώς τρεις φορές (1953-55) στην κοντινή Κύπρο και θα ανακαλύψει έναν τόπο «όπου λειτουργεί ακόμη το θαύμα». Τα κυπριακά του ποιήματα αυτών των χρόνων, που παρεξηγήθηκαν και, σχεδόν, χλευάστηκαν όταν κυκλοφόρησαν («… Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν…», 1955) σηματοδοτούν τον αμετακίνητο πνευματικό δεσμό του με την Κύπρο και, παράλληλα, καθιερώνουν τη Μεγαλόνησο στη νεώτερη λογοτεχνία μας ως ποιητικό τόπο-θέμα, κάτι ανάλογο προς την Αλεξάνδρεια του Καβάφη (και αργότερα του Λώρενς Ντάρρελ, του Ρόμπερτ Λίντελ και του Στρατή Τσίρκα). Η αγάπη του και η αγωνία του για την τύχη του νησιού εκφράστηκε ποικιλοτρόπως. Όταν κάποτε εκδοθεί ο τρίτος τόμος του πολιτικού του ημερολογίου, θα αποκαλυφθούν αρκετές λεπτομέρειες για τη σθεναρή και υπερήφανη στάση του στο Κυπριακό και, ταυτόχρονα, θα εκτιμηθεί η διορατικότητά του και οι δυσοίωνες προβλέψεις του για το μέλλον της Κύπρου, που επαληθεύτηκαν με τραγικό τρόπο το 1974.
Στο Λονδίνο. Τη διπλωματική του σταδιοδρομία τερμάτισε ως πρέσβης στη βρετανική πρωτεύουσα κατά το κρίσιμο διάστημα (1957 – 1962) που θα οδηγήσει στην ανεξαρτησία της Κύπρου. Στη φωτογραφία, από την πρεσβευτική κατοικία, ο ποιητής συνομιλεί με τους πρωθυπουργούς της Βρετανίας Χάρολντ Μακ Μίλαν και της Ελλάδας Κωνσταντίνο Καραμανλή
Οι συνεχείς εκτός Ελλάδος μετακινήσεις του Σεφέρη, με σύντομα διαλείμματα παραμονής στην Αθήνα, με λιγοστές εμφανίσεις κειμένων του σε περιοδικά και εφημερίδες και με περίπου περιθωριακή ανάμειξη στην τρέχουσα πνευματική ζωή της πρωτεύουσας, συντηρούσαν μιαν ασαφή εικόνα για τον άνθρωπο και το έργο στα μάτια των νεώτερων ομοτέχνων του, τουλάχιστον έως το 1961, όταν εκδόθηκε ο τιμητικός τόμος για τα τριάντα χρόνια της «Στροφής». Όπως έχει παρατηρηθεί, «αυτός ο καθωσπρέπει διπλωμάτης, έννοια και ιδιότητα με πολύ μεγαλύτερη αίγλη στα χρόνια του Σεφέρη απ’ ό,τι σήμερα, ασφαλώς θα φάνταζε ασυγχρόνιστος και εκτός κλίματος στα μάτια των νεωτέρων του που ανδρώνονταν στη μετεμφυλιακή Ελλάδα». Γι’ αυτό, ίσως, και κατά τη βράβευσή του με το Νόμπελ το 1963, όταν ικανοποιήθηκε έπειτα από πολλές δεκαετίες ένα «εθνικό απωθημένο», ακούστηκαν διάφορες μικρότητες και επιχειρήθηκαν άκαιρες συγκρίσεις. Στην επιστροφή του από τη Στοκχόλμη, δεν βρέθηκε ούτε ένας κρατικός επίσημος ή ένας εκπρόσωπος των λογοτεχνικών σωματείων να τον υποδεχθεί και, φυσικά, δεν υπήρχε ακόμη στην Ελλάδα η πανταχού παρούσα σήμερα τηλεόραση… Η τελική ανακεφαλαίωση της ζωής του θα γίνει με τη συλλογή «Τρία κρυφά ποιήματα» (1966), λίγο πριν από τη δικτατορία του 1967. Χωρίς αναμείξεις σε εκδηλώσεις και χωρίς δημόσιες εμφανίσεις, πέρασε και τα τελευταία χρόνια της ζωής του, φροντίζοντας και τακτοποιώντας το έργο του. Ήταν, επομένως, εύλογη η έκπληξη για την καθυστερημένη, ανοιχτή αντίθεσή του προς τους συνταγματάρχες, με τη «Δήλωση» του 1969, αντίθεση που συνεχίστηκε με το ποίημα «Οι γάτες τ’ Άη Νικόλα» το 1970 στα «Δεκαοχτώ Κείμενα» και με τους έσχατους στίχους του «Επί ασπαλάθων» το 1971. Ο θάνατός του (20.9.1971) και η πάνδημη κηδεία του δύο ημέρες αργότερα στάθηκε έκφραση ελευθεροφροσύνης του λαού που τον συνόδεψε στην τελευταία του κατοικία.
Ο Σεφέρης υπήρξε κεντρική μορφή της νεωτερικής ποίησης, από τους βασικότερους εκφραστές του ελληνικού μοντερνισμού. Τα ποιήματά του συνδυάζουν το ελληνικό πολιτισμικό παρελθόν και την ευρωπαϊκή πρωτοπορία του καιρού του. Τα δοκίμιά του, στις καλύτερες στιγμές τους, είναι υποδείγματα γλωσσικής καθαρότητας και εκφραστικής σαφήνειας. Οι ποικίλες μεταφράσεις του μας γνώρισαν κρίσιμα και βασικά έργα της ξένης γραμματείας. Οι αλλεπάλληλες εμφανίσεις ανέκδοτων γραπτών του μετά τον θάνατό του επιβεβαιώνουν την άγρυπνη, σχεδόν βασανιστική σχέση του με τη γραφή και τονίζουν την ενότητα οράματος και αντιλήψεων για τη ζωή και την τέχνη, ενότητα που μόνον οι μεγάλοι δημιουργοί διαθέτουν και είναι σε θέση να εκφράσουν.
*Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος είναι Βιβλιογράφος – ποιητής
Τελικά γιατί γράφουμε; Για τη μεταθανάτια δόξα; Για να μείνει το όνομά μας έστω στη μνήμη δύο-τριών ανθρώπων που μας διάβασαν; Για να συμπεριληφθεί στο λήμμα «λογοτεχνία» μιας εγκυκλοπαίδειας; Μήπως όσο περισσότερο γράφουμε τόσο περισσότερο μένουμε μόνοι μας και στο τέλος ανταμοιβή μας είναι η αιώνια λήθη; Μήπως όλους, καλούς, κακούς και μέτριους, μας περιμένει το σεφερικό ακρογιάλι, ανώνυμο μνήμα των εραστών της τέχνης και της περιπέτειας;
…………………………………………………………………………………………………. Ωστόσο σε επίπεδο καθαρά αισθητικής λειτουργίας τα αρχικά ερωτήματα αυτού του κειμένου όχι μόνο παραμένουν αναπάντητα, αλλά πολλαπλασιάζονται όταν αναλογιστούμε μάλιστα και τη μοίρα κάποιων άλλων, εξίσου αδικημένων ή «καταραμένων» αν προτιμάτε, που, αν και αποσιωπήθηκαν στην αρχή, σήμερα αναγνωρίζονται απ’ όλους, π.χ. ο Καρυωτάκης, ο Καβάφης, ο Παπατσώνης, ο Μπάρας κ.ά. Τι είναι τελικά αυτό που έχει το έργο τους και τους εξασφαλίζει χρόνια μετά τον θάνατό τους την προσοχή του αναγνωστικού κοινού, ενώ αντιθέτως τον Λαπαθιώτη φέρ’ ειπείν που διέγραψε μια εντυπωσιακή τροχιά στα γράμματά μας δύσκολα σήμερα τον ξαναδιαβάζουμε; Ισως η απάντηση να κρύβεται σε μια λέξη: ο μοντερνισμός. Αν μετά το 1914 δεν μεσολαβούσε στην Ευρώπη μια επανάσταση σε όλους τους τομείς της σύγχρονης τέχνης και αν κάποιοι ποιητές μας δεν αντιλαμβάνονταν εγκαίρως τη δυναμική της, αν η γενιά του τριάντα δεν έφερνε και στη χώρα μας τα νάματα του μοντερνισμού, αν ο Λαπαθιώτης και ο κύκλος του δεν απέρριπταν κάθε προσπάθεια ανανέωσης των εκφραστικών τρόπων, τότε η πορεία της λογοτεχνίας μας θα ήταν διαφορετική, ενδεχομένως και ο τρόπος που τη διαβάζουμε. Ισως πάλι οι δημιουργοί που παρουσιάζονται ξανά σήμερα να μη διεύρυναν ποτέ, τόσο πολύ, το προσωπικό τους όραμα ώστε αυτό να αρθεί στο ύψος ενός συλλογικότερου προβληματισμού και να επηρεάσει τη σκέψη της εποχής τους, όπως το κατόρθωσε ο Καβάφης και αργότερα ο Σεφέρης.
Σε συνεργασία με τη Microsoft, η NASA παρουσίασε μια διαδικτυακή υπηρεσία που επιτρέπει στους χρήστες να συνδράμουν τους ερευνητές στην εξερεύνηση του Αρη.
«Βρισκόμαστε σε ένα σημείο της Ιστορίας όπου οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει εξερευνητής» του Κόκκινου Πλανήτη, δήλωσε ο Νταγκ ΜακΚουίστον, διευθυντής του Προγράμματος Εξερεύνησης του Αρη.
«Η συνεργασία με χιλιάδες εθελοντές θα μπορούσε να βοηθήσει τους επιστήμονες να καταρτίσουν καλύτερους χάρτες» αναφέρει κοινή ανακοίνωση της NASA και της εταιρείας.
Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν, για παράδειγμα, να αναλάβουν την καταμέτρηση των αναρίθμητων κρατήρων στις εκατοντάδες χιλιάδες φωτογραφίες που περιλαμβάνει η υπηρεσία «Be a Martian» («Γίνε Αρειανός»).
Περιλαμβάνει ακόμα ένα «εικονικό δημαρχείο» του Αρη όπου το κοινό μπορεί να υποβάλλει ερωτήματα σε ειδικούς, αναφέρει το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων.
Το Εργαστήριο Αεριώθησης (JPL) της NASΑ, το οποίο διαχειρίζεται τη νέα υπηρεσία, προσφέρει επίσης βραβεία για τους προγραμματιστές που δημιουργούν εργαλεία πρόσβασης σε εικόνες από τον Αρη, για χρήση από μαθητές σχολείων αλλά και από τους επιστήμονες.
Πρεμιέρα έκανε χθες στη Γερμανία η πρώτη «εξατομικευμένη» εφημερίδα της Ευρώπης. Η «niiu» συντάσσεται κατά παραγγελία, τυπώνεται και διανέμεται κατ΄ οίκον νωρίς το πρωί στους 1.000 συνδρομητές αντί 1,20 ευρώ. Κάθε αναγνώστης «στήνει» την εφημερίδα του όπως τη θέλει ο ίδιος επιλέγοντας μέσω Διαδικτύου (www. niiu.de) τις ειδήσεις και τις στήλες που επιθυμεί. Το προτεινόμενο πρωτογενές υλικό είναι ποικίλο και προέρχεται από 500 μέσα ενημέρωσης, γερμανικά και ξένα, μεταξύ των οποίων οι εφημερίδες «Νew Υork Τimes» και «Ιnternational Ηerald Τribune». Οι δύο 27χρονοι εμπνευστές της εφημερίδας λένε ότι πολλοί Γερμανοί έχουν κουραστεί να ενημερώνονται μέσω υπολογιστή και είναι πρόθυμοι να πληρώσουν για μια εφημερίδα του προσωπικού γούστου τους.
Το 1968, ο Γιάννης Σπανός στην “Ανθολογία Β” μελοποίησε το ποίημα “Μόνο”, που τραγούδησε ο Γιάννης Πουλόπουλος. Στο δίσκο συμμετείχαν ακόμα η Αρλέτα, η Πόπη Αστεριάδη, η Αλέκα Μαβίλη, η Καίτη Χωματά και ο Μιχάλης Βιολάρης. Είχε προηγηθεί, ένα χρόνο πριν, η πρώτη προσπάθεια του Σπανού να μελοποιήσει έλληνες ποιητές στη δισκογραφική “Ανθολογία Α”, ενώ το πείραμα επαναλήφθηκε και ολοκληρώθηκε το 1975 με την “Τρίτη Ανθολογία”.Έτσι, σε τρεις δίσκους ο Γιάννης Σπανός μελοποίησε έλληνες ποιητές (Βασίλη Ρώτα, Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, Σωτήρη Σκίππη, Ζαχαρία Παπαντωνίου, Μυρτιώτισσα, Μαρία Πολυδούρη κ. α.), με ευδιάκριτες νεοκυματικές επιρροές στις συνθέσεις του, με περίσσευμα μελωδίας και με ενδιαφέρουσες λαϊκές πινελιές. Στις δυο πρώτες “Ανθολογίες” χρησιμοποίησε τους ίδιους, περίπου, τραγουδιστές, που την εποχή εκείνη ήταν γνωστοί από τα τραγούδια του Νέου Κύματος: Καίτη Χωματά, Πόπη Αστεριάδη, Γιώργος Ζωγράφος, Μιχάλης Βιολάρης και Γιάννης Πουλόπουλος. Τα τραγούδια της “Τρίτης Ανθολογίας” ερμηνεύτηκαν από την Αρλέτα και από τον πρωτοεμφανιζόμενο -τότε- Κώστα Καράλη.Στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, κυκλοφόρησε η “Τετραλογία” του Δήμου Μούτση. Ένας δίσκος βασισμένος στις μελοποιήσεις ποιημάτων του Κ. Π. Καβάφη, του Κώστα Καρυωτάκη, του Γιάννη Ρίτσου και του Γιώργου Σεφέρη. Ο Μούτσης επέλεξε ως ερμηνευτές το Μανώλη Μητσιά, το Χρήστο Λεττονό και την πρωτοεμφανιζόμενη Άλκηστη Σεβαστή Αττικιουζέλ, που την έκανε …Πρωτοψάλτη! Δύο ποιήματα του Καρυωτάκη υπάρχουν εδώ: “Η Πρέβεζα” και οι “Ιδανικοί αυτόχειρες”, αμφότερα ηχογραφημένα από τον αείμνηστο Χρήστο Λεττονό. Ο Λεττονός – πέρα από ερμηνευτής – ήταν, επίσης, ένας πολύ καλός ζωγράφος, ενώ κάπου – κάπου έγραφε και τραγούδια. Δικό του το “Τετάρτη βράδυ”, με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη.Ενορχηστρωτικά, η “Τετραλογία” ήταν πολλά χρόνια μπροστά από την εποχή της. Η χρήση του συνθεσάιζερ ξάφνιασε τόσο το κοινό της εποχής όσο και το κοινό του Μούτση, που δεν είχε συνηθίσει τέτοιους πειραματισμούς στα τραγούδια του μέχρι τότε. Το ένα από τα δύο ποιήματα του Καρυωτάκη, “Η Πρέβεζα” (“Θάνατος είν’ οι κάργιες που χτυπιούνται…”), είχε μελοποιηθεί την ίδια χρονιά και από το Γιάννη Γλέζο για να την τραγουδήσει ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας στο δίσκο του “Ατέλειωτη εκδρομή”, ενώ το εν λόγω τραγούδι – με τη φωνή του Γιάννη Γλέζου, αυτή τη φορά – υπάρχει και στο δίσκο “Αυτά που αγαπήσαμε” (1979). Την “Πρέβεζα” συμπεριέλαβε και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, το 1982, στο δίσκο του “Φοβάμαι”.Και από την “Τετραλογία” στο “Σάλπισμα” του Νίκου Ξυλούρη. Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1978 σε μουσική Λουκά Θάνου και ποίηση Βάρναλη, Καρυωτάκη και Αλεξάνδρου. Ξεχώρισε “Η μπαλάντα του κυρ – Μέντιου” του Κώστα Βάρναλη, ενώ υπάρχουν εδώ πέντε ποιήματα του Καρυωτάκη: “Κι αν έσβησε”, “Ιδανικοί αυτόχειρες”, “Δεν αγαπάς”, “Είσαι ψυχή μου”, “Το άγαλμα της Ελευθερίας”.Το 1984, ήρθε ο “Καρυωτάκης” του Μίκη Θεοδωράκη, με ερμηνευτή το Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Δώδεκα ποιήματα το περιεχόμενό του, μελοποιημένα από το Μίκη Θεοδωράκη και ενορχηστρωμένα από τον μετρ του είδους Κώστα Γανωσέλη: “Υποθήκαι”, “Δημόσιοι υπάλληλοι”, “Για τη ζωή σου μου ‘λεγες”, “Πάρε τα δώρα”, “Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων”, “Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ”, “Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου”, “Η νύχτα μας εχώρισεν”, “Δρόμος”, “Αγάπη”, “Μπρούτζινος γύφτος”, “Όλα τα πράγματά μου”.Ο δίσκος δεν είχε ιδιαίτερη απήχηση, καταγράφεται, όμως, ως μια ολοκληρωμένη τραγουδιστική εργασία του Μίκη Θεοδωράκη πάνω στο έργο του ποιητή. Και κάνω αυτή τη διευκρίνιση, θέλοντας να σας θυμίσω ότι στο συμφωνικό έργο του Θεοδωράκη υπάρχει και η όπερα “Καρυωτάκης”. Οι δυο άντρες, εξ’ άλλου, έχουν και κάτι κοινό. Στη γενέθλια πόλη του ποιητή, την Τρίπολη, ο Μίκης Θεοδωράκης πέρασε ένα μεγάλο μέρος των παιδικών του χρόνων.Το ξέρατε ότι Καρυωτάκη μελοποίησε και ο Μίμης Πλέσσας; Για χάρη του Νίκου Κούρκουλου και για ένα, συλλεκτικό πια, δισκάκι με “4 μπαλάντες”, ανάμεσα στις οποίες βρίσκουμε και το ποίημα του Καρυωτάκη “Η Κυριακή”.Ο ποιητής έδωσε το …παρόν του και στους Αγώνες Ελληνικού τραγουδιού της Κέρκυρας, που διοργάνωσε το 1981 ο Μάνος Χατζιδάκις, με το ποίημά του “Δικαίωση”, μελοποιημένο από την Ηδύλη Τσαλίκη.Ένα χρόνο μετά, η Λένα Πλάτωνος παρουσίασε μια σπουδαία δουλειά, σε ποίηση “Καρυωτάκη”, με την οποία θα ασχοληθούμε εκτενώς την επόμενη Τετάρτη, μαζί με άλλες σχετικές προσεγγίσεις, όπως της Μαρίας Βουμβάκη ή του νεότερου και πολύ ταλαντούχου Δημήτρη Μαραμή.Για σήμερα, λέω να σας αφήσω με τους στίχους του Σπήλιου Μεντή, από το τραγούδι του “Ρουτίνα”, όπως τους τραγούδησε το 1992 η Αφροδίτη Μάνου:”Φυγομάχησες καημένε Καρυωτάκημε μια σφαίρα στη θλιμμένη σου καρδιάκι εμείς μείναμε και πίνουμε φαρμάκιτη ρουτίνα μας γουλιά – γουλιά…”
Το 1968, ο Γιάννης Σπανός στην “Ανθολογία Β” μελοποίησε το ποίημα “Μόνο”, που τραγούδησε ο Γιάννης Πουλόπουλος. Στο δίσκο συμμετείχαν ακόμα η Αρλέτα, η Πόπη Αστεριάδη, η Αλέκα Μαβίλη, η Καίτη Χωματά και ο Μιχάλης Βιολάρης. Είχε προηγηθεί, ένα χρόνο πριν, η πρώτη προσπάθεια του Σπανού να μελοποιήσει έλληνες ποιητές στη δισκογραφική “Ανθολογία Α”, ενώ το πείραμα επαναλήφθηκε και ολοκληρώθηκε το 1975 με την “Τρίτη Ανθολογία”.Έτσι, σε τρεις δίσκους ο Γιάννης Σπανός μελοποίησε έλληνες ποιητές (Βασίλη Ρώτα, Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, Σωτήρη Σκίππη, Ζαχαρία Παπαντωνίου, Μυρτιώτισσα, Μαρία Πολυδούρη κ. α.), με ευδιάκριτες νεοκυματικές επιρροές στις συνθέσεις του, με περίσσευμα μελωδίας και με ενδιαφέρουσες λαϊκές πινελιές. Στις δυο πρώτες “Ανθολογίες” χρησιμοποίησε τους ίδιους, περίπου, τραγουδιστές, που την εποχή εκείνη ήταν γνωστοί από τα τραγούδια του Νέου Κύματος: Καίτη Χωματά, Πόπη Αστεριάδη, Γιώργος Ζωγράφος, Μιχάλης Βιολάρης και Γιάννης Πουλόπουλος. Τα τραγούδια της “Τρίτης Ανθολογίας” ερμηνεύτηκαν από την Αρλέτα και από τον πρωτοεμφανιζόμενο -τότε- Κώστα Καράλη.Στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα, κυκλοφόρησε η “Τετραλογία” του Δήμου Μούτση. Ένας δίσκος βασισμένος στις μελοποιήσεις ποιημάτων του Κ. Π. Καβάφη, του Κώστα Καρυωτάκη, του Γιάννη Ρίτσου και του Γιώργου Σεφέρη. Ο Μούτσης επέλεξε ως ερμηνευτές το Μανώλη Μητσιά, το Χρήστο Λεττονό και την πρωτοεμφανιζόμενη Άλκηστη Σεβαστή Αττικιουζέλ, που την έκανε …Πρωτοψάλτη! Δύο ποιήματα του Καρυωτάκη υπάρχουν εδώ: “Η Πρέβεζα” και οι “Ιδανικοί αυτόχειρες”, αμφότερα ηχογραφημένα από τον αείμνηστο Χρήστο Λεττονό. Ο Λεττονός – πέρα από ερμηνευτής – ήταν, επίσης, ένας πολύ καλός ζωγράφος, ενώ κάπου – κάπου έγραφε και τραγούδια. Δικό του το “Τετάρτη βράδυ”, με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη.Ενορχηστρωτικά, η “Τετραλογία” ήταν πολλά χρόνια μπροστά από την εποχή της. Η χρήση του συνθεσάιζερ ξάφνιασε τόσο το κοινό της εποχής όσο και το κοινό του Μούτση, που δεν είχε συνηθίσει τέτοιους πειραματισμούς στα τραγούδια του μέχρι τότε. Το ένα από τα δύο ποιήματα του Καρυωτάκη, “Η Πρέβεζα” (“Θάνατος είν’ οι κάργιες που χτυπιούνται…”), είχε μελοποιηθεί την ίδια χρονιά και από το Γιάννη Γλέζο για να την τραγουδήσει ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας στο δίσκο του “Ατέλειωτη εκδρομή”, ενώ το εν λόγω τραγούδι – με τη φωνή του Γιάννη Γλέζου, αυτή τη φορά – υπάρχει και στο δίσκο “Αυτά που αγαπήσαμε” (1979). Την “Πρέβεζα” συμπεριέλαβε και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, το 1982, στο δίσκο του “Φοβάμαι”.Και από την “Τετραλογία” στο “Σάλπισμα” του Νίκου Ξυλούρη. Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1978 σε μουσική Λουκά Θάνου και ποίηση Βάρναλη, Καρυωτάκη και Αλεξάνδρου. Ξεχώρισε “Η μπαλάντα του κυρ – Μέντιου” του Κώστα Βάρναλη, ενώ υπάρχουν εδώ πέντε ποιήματα του Καρυωτάκη: “Κι αν έσβησε”, “Ιδανικοί αυτόχειρες”, “Δεν αγαπάς”, “Είσαι ψυχή μου”, “Το άγαλμα της Ελευθερίας”.Το 1984, ήρθε ο “Καρυωτάκης” του Μίκη Θεοδωράκη, με ερμηνευτή το Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Δώδεκα ποιήματα το περιεχόμενό του, μελοποιημένα από το Μίκη Θεοδωράκη και ενορχηστρωμένα από τον μετρ του είδους Κώστα Γανωσέλη: “Υποθήκαι”, “Δημόσιοι υπάλληλοι”, “Για τη ζωή σου μου ‘λεγες”, “Πάρε τα δώρα”, “Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων”, “Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ”, “Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου”, “Η νύχτα μας εχώρισεν”, “Δρόμος”, “Αγάπη”, “Μπρούτζινος γύφτος”, “Όλα τα πράγματά μου”.Ο δίσκος δεν είχε ιδιαίτερη απήχηση, καταγράφεται, όμως, ως μια ολοκληρωμένη τραγουδιστική εργασία του Μίκη Θεοδωράκη πάνω στο έργο του ποιητή. Και κάνω αυτή τη διευκρίνιση, θέλοντας να σας θυμίσω ότι στο συμφωνικό έργο του Θεοδωράκη υπάρχει και η όπερα “Καρυωτάκης”. Οι δυο άντρες, εξ’ άλλου, έχουν και κάτι κοινό. Στη γενέθλια πόλη του ποιητή, την Τρίπολη, ο Μίκης Θεοδωράκης πέρασε ένα μεγάλο μέρος των παιδικών του χρόνων.Το ξέρατε ότι Καρυωτάκη μελοποίησε και ο Μίμης Πλέσσας; Για χάρη του Νίκου Κούρκουλου και για ένα, συλλεκτικό πια, δισκάκι με “4 μπαλάντες”, ανάμεσα στις οποίες βρίσκουμε και το ποίημα του Καρυωτάκη “Η Κυριακή”.Ο ποιητής έδωσε το …παρόν του και στους Αγώνες Ελληνικού τραγουδιού της Κέρκυρας, που διοργάνωσε το 1981 ο Μάνος Χατζιδάκις, με το ποίημά του “Δικαίωση”, μελοποιημένο από την Ηδύλη Τσαλίκη.Ένα χρόνο μετά, η Λένα Πλάτωνος παρουσίασε μια σπουδαία δουλειά, σε ποίηση “Καρυωτάκη”, με την οποία θα ασχοληθούμε εκτενώς την επόμενη Τετάρτη, μαζί με άλλες σχετικές προσεγγίσεις, όπως της Μαρίας Βουμβάκη ή του νεότερου και πολύ ταλαντούχου Δημήτρη Μαραμή.Για σήμερα, λέω να σας αφήσω με τους στίχους του Σπήλιου Μεντή, από το τραγούδι του “Ρουτίνα”, όπως τους τραγούδησε το 1992 η Αφροδίτη Μάνου:”Φυγομάχησες καημένε Καρυωτάκημε μια σφαίρα στη θλιμμένη σου καρδιάκι εμείς μείναμε και πίνουμε φαρμάκιτη ρουτίνα μας γουλιά – γουλιά…”
Η μπαλάντα αυτή ανήκει στην ποιητική συλλογή του Καρυωτάκη Νηπενθή (1921). Ο τίτλος συνοψίζει το κύριο θέμα του ποιήματος. Τα σταθερά θεματικά σημεία αναφοράς του είναι η αδυναμία της ποίησης να αποτρέψει τη συγκρουσιακή και αδιέξοδη σχέση της με την πραγματικότητα, η ειρωνική και σαρκαστική προβολή της συμβατικότητάς της, η υπαρξιακή αγωνία και ματαίωση του κοινωνικά περιθωριοποιημένου ποιητή.18
Εντοπίζουμε στο ποίημα αντιθέσεις οι οποίες στηρίζουν τη θεματική του και ταυτόχρονα αισθητοποιούν την καρυωτακική ειρωνεία. Η βασική αντίθεση αφορά στην αντιπαράθεση των δυο ποιητικών κόσμων του συνθέματος: ένδοξοι – άδοξοι ποιητές. Οι καταξιωμένοι στην ποιητική τέχνη ποιητές Verlaine, Hugo, Poe και Baudelaire αντιπαραβάλλονται με τους ανώνυμους, δηλαδή μη αναγνωρισμένους ποιητές. Με την επιλογή αυτή του Καρυωτάκη γίνεται σαφής αναφορά στη συνάρτηση Ζωή & Τέχνη.19
Ο Καρυωτάκης υπό την επήρεια του γαλλικού συμβολισμού επιλέγει τον τύπο του καταραμένου ποιητή,20 ο οποίος είναι σε διαρκή δυσαρμονία με την περιβάλλουσα
πραγματικότητα, κυριαρχείται από ολέθρια πάθη και συνθέτει το έργο του αναλώνοντας τον εαυτό του. Είναι ποιητές οι οποίοι αρνήθηκαν να ενταχθούν στις κοινωνικές συμβάσεις «εξέπεσαν» (στ. 2) και «έζησαν […] δυστυχισμένοι» (στ. 9), «εζήσανε νεκροί» (στ. 10), σε καλλιτεχνικό όμως επίπεδο τους έχει χαριστεί η «η Αθανασία» (στ. 11), είτε για την πλούσια «ρίμα» τους (στ. 4) είτε γιατί το έργο τους τελικά επιβιώνει και αναγνωρίζεται καλλιτεχνικά.21
Άλλη ισχυρή αντίθεση την οποία εντοπίζουμε είναι η αντιπαράθεση ανάμεσα στον «κόσμο» (κοινωνία) και στους άδοξους ποιητές. Είναι χαρακτηριστική η έκφραση που χρησιμοποιεί ο Καρυωτάκης: «η καταφρόνια τους βαραίνει» (στ 17) κι υπονοεί πως η περιφρόνηση του κόσμου έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην ψυχική τους κατάσταση και παρακάτω (στ. 22) η επίγνωση πως όλοι τους ξεχνούνε. 22
Οι ποιητές αυτοί έχουν την «τραγικήν απάτη» (στ. 19) ότι η αναγνώριση («Δόξα», στ. 20), θα έλθει κάποτε. Την ιδιότυπη καρυωτακική ειρωνεία ενισχύει η διαφοροποίηση ανάμεσα στην κατάσταση του τώρα, όπου οι ποιητές περνούν «αλύγιστοι και ωχροί» (στ. 18) και του μετά όπου «[…] η Δόξα καρτερεί, παρθένα βαθυστόχαστη ιλαρή» (στ. 20-21).
Στον τελευταίο στίχο κάθε στροφής δραματοποιείται η συναισθηματική ένταση του ποιητή. Ενώ αρχικά θεωρούμε πως ο Καρυωτάκης διαφοροποιείται σε σχέση με τους άδοξους ποιητές, κατονομάζοντάς τους «στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε» (στ. 14) κι αλλού ειρωνεύεται τις απατηλές προσδοκίες τους (περί Δόξας), επιλέγει να αφιερώσει σε αυτούς κι όχι στους ένδοξους ποιητές τη μπαλάντα του. Η φωνή του τότε μοιάζει σαν φωνή διαμαρτυρίας που φτάνει στον αυτοσαρκασμό συμπάσχει και η μπαλάντα του γίνεται «λυπητερή» (στ. 7) και «θλιβερή» (στ. 23).
Στο χαμηλόφωνο εξομολογητικό του τόνο, στο τέλος του ποιήματος, διακρίνουμε την επιθυμία του να διασωθεί και να μνημονευτεί κάποτε το έργο του (στ. 25-26). Στην αυτοσαρκαστική του διάθεση, η οποία εκφράζεται με τον χαρακτηρισμό της μπαλάντας «πενιχρή» (στ. 27), διακρίνουμε την απαισιόδοξη και αρνητική του διάθεση απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα και το έργο του, η οποία υποβάλλεται στο μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού του έργου. 23
Ο χαμηλόφωνος λυρισμός του ποιήματος, η χρήση του καθημερινού λεξιλογίου, η αίσθηση πίκρας και απογοήτευσης του ποιητή, παραπέμπουν στα χαρακτηριστικά της λεγόμενης «γενιάς του 1920» στην οποία ο Καρυωτάκης εντάσσεται γραμματολογικά.24
Στο ποίημα διακρίνουμε πλούτο εκφραστικών μέσων: παρομοιώσεις λ.χ. «σαν άρχοντες που εξέπεσαν», μεταφορές λ.χ. «μαραίνονταν οι Βερλαίν», «πλούτος η ρίμα»,
οξύμωρο λ.χ. «εζήσανε νεκροί», προσωποποιήσεις λ.χ. «η Δόξα […] παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή», συνεκδοχή: η «ρίμα» αντί η «ποίηση» και επαναλήψεις.
Γλώσσα του ποιήματος είναι η δημοτική με ανάμειξη τύπων της καθαρεύουσας λ.χ. εξέπεσαν, ανιστορεί, έρεβος, ιλαρή, πενιχρή κλπ. Η μουσικότητα του ποιήματος δημιουργείται με το σταθερό ιαμβικό του ρυθμό (στίχοι ιαμβικοί εντεκασύλλαβοι και δεκασύλλαβοι), με τα στροφικά του συστήματα, με την πλούσιά του ομοιοκαταληξία.
Ο Καρυωτάκης δεν πραγματεύεται μεγάλα ιδανικά, ψάλλει το άδοξο, το ασήμαντο. Στο ποιητικό του σύμπαν δεν υπάρχουν εκλεκτοί και εμπνευσμένοι δημιουργοί. Η φωνή του είναι φωνή διαμαρτυρίας και ταυτόχρονα αυτοσαρκαστική. Το ύφος του είναι χαμηλότονο, ο μελαγχολικός λυρισμός (απήχηση της ποίησης των «καταραμένων ποιητών») συνυπάρχει με τον σαρκασμό. Οι ποιητικοί του χαρακτήρες είναι σε δυσαρμονία με το κοινωνικό περιβάλλον.
Η σαρκαστική στάση ως προς τις προσωπικές αξίες και βλέψεις των ποιητών, είναι τα κοινά στοιχεία του Καβάφη και του Καρυωτάκη.