>Δείτε εδώ τα ποιήματα του Οδ.Ελύτη που έχουν μελοποιηθεί.

http://stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=index&sort=alpha&lyricist_id=54

>


«ΑΣ μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας.

Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ.
Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του.
Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα.
Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ’ αντικείμενα σ’ όλες τους τις λεπτομέρειες αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία.
Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν την ύλη οι γλύπτες της Κυκλαδικής περιόδου, που έφτασαν ίσια-ίσια να ξεπεράσουν την ύλη, το δείχνει καθαρά. Οπως επίσης, ο τρόπος που οι εικονογράφοι του Βυζαντίου επέτυχαν από το καθαρό χρώμα να υποβάλλουν το «θείο».
Μια τέτοια, διεισδυτική και συνάμα μεταμορφωτική, επέμβαση, μέσα στην πραγματικότητα επεχείρησε πιστεύω ανέκαθεν και κάθε υψηλή ποίηση.
Όχι ν’ αρκεστεί στο «νυν έχον» αλλά να επεκταθεί στο «δυνατόν γενέσθαι».
Κάτι που, είναι η αλήθεια, δεν εκτιμήθηκε πάντοτε. Ίσως γιατί οι ομαδικές νευρώσεις δεν το επέτρεψαν. Ίσως γιατί ο ωφελιμισμός δεν άφησε τα μάτια των ανθρώπων ανοιχτά όσο χρειάζεται. Η ομορφιά και το φως συνέβη να εκληφθούν άκαιρα ή ανώδυνα. Και όμως. Η διεργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στο σχήμα του Αγγέλου είναι, πιστεύω πολύ πιο επώδυνη από την άλλη που εκμαιεύει όλων των λογιών τους Δαιμόνους.
Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο.
Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε ομορφιά. Την ομορφιά που είναι μια οδός -η μόνη ίσως οδός- προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει.
Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ’ αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στην βαθύτερη αλήθεια.
Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι ακατάλυτος και αιώνιος; Είναι φρόνιμο ν’ αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν. Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ’ αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών.
Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μες από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ’ αυτή τη γη.
Από τον Ηράκλειτο έως τον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα έως τον Ιησού διακρίνουμε αυτό το «δέσιμο» που φτάνει κάτω από διάφορες μορφές ως τις ημέρες μας και που μας λέει περίπου το ίδιο: ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο «πέραν» η δεύτερη πραγματικότητα η υπερτοποθετημένη επάνω σ’ αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε.
Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε εποχές υγιείς το κάλλος ταυτίσθηκε με το αγαθόν και το αγαθόν με τον Ήλιο. Κατά το μέτρο που η συνείδηση καθαίρεται και πληρούται με φως, τα μελανά σημεία υποχωρούν και σβήνουν αφήνοντας κενά που -όπως ακριβώς στους φυσικούς νόμους- τα αντίθετά τους έρχονται να πληρώσουν τη θέση τους.
Κι αυτό, με τέτοιον τρόπο που τελικά το δημιουργημένο αποτέλεσμα να στηρίζεται και στις δύο πλευρές, θέλω να πω στο «εδώ» και στο «επέκεινα». Ο Ηράκλειτος δεν είχε ήδη μιλήσει για μιαν «εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην»; Εάν είναι ο Απόλλων ή η Αφροδίτη, ο Χριστός ή η Παναγία, που ενσαρκώνουν και προσωποποιούν την ανάγκη να δούμε υλοποιημένο εκείνο που σε ορισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η αναπνοή της αθανασίας που μας επιτρέπουν. Η ποίηση οφείλει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πέραν από συγκεκριμένα δόγματα, να επιτρέπει αυτή την αναπνοή.
Πως να μην αναφερθώ εδώ πέρα στον Φρειδερίκο Χαίλντερλιν, τον μεγάλο ποιητή που με το ίδιο πνεύμα εστράφηκε προς τους Θεούς του Ολύμπου και προς τον Ιησού; Η σταθερότητα που έδωσε σ’ ένα είδος οράματος είναι ανεκτίμητη. Και η έκταση που μας αποκάλυψε μεγάλη. Θα έλεγα τρομακτική. Αυτή άλλωστε είναι που τον έκανε, όταν μόλις ακόμη άρχιζε το κακό που σήμερα μας πλήττει, ν’ ανακράξει: Wozu Dichter in durftiger Zeit!
Οι καιροί φευ εστάθηκαν ανέκαθεν για τον άνθρωπο durftiger. Αλλά και η ποίηση ανέκαθεν λειτουργούσε. Δύο φαινόμενα προορισμένα να συνοδεύουν την επίγεια μοίρα μας και που το ένα τους αντισταθμίζει το άλλο. Πως αλλιώς. Αφού και η νύχτα και τ’ άστρα εάν μας γίνονται αντιληπτά είναι χάρη στον ήλιο.
Με τη διαφορά ότι ο ήλιος, κατά τη ρήση του αρχαίου σοφού, εάν υπερβεί τα μέτρα καταντά «ύβρις». Χρειάζεται να βρισκόμαστε στη σωστή απόσταση από τον ηθικόν ήλιο, όπως ο πλανήτης μας από τον φυσικόν ήλιο, για να γίνεται η ζωή επιτρεπτή. Μας έφταιγε άλλοτε η αμάθεια. Σήμερα μας φταίει η μεγάλη γνώση. Δεν έρχομαι μ’ αυτά που λέω να προστεθώ στην μακρά σειρά των επικριτών του τεχνικού μας πολιτισμού. Μια σοφία παλαιή όσο και η χώρα που μ’ εξέθρεψε, μ’ εδίδαξε να δέχομαι την εξέλιξη, να χωνεύω την πρόοδο μαζί με όλα της τα παρεπόμενα, όσο δυσάρεστα και αν μπορεί να είναι αυτά.
Τότε όμως η ποίηση; Τί αντιπροσωπεύει μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Απαντώ: τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση. Και ακριβώς, η εφετινή απόφασή σας να τιμήσετε στο πρόσωπό μου την ποίηση μιας μικρής χώρας δείχνει σε πόσο αρμονική ανταπόκριση βρίσκεστε με την χαριστική αντίληψη της τέχνης, την αντίληψη ότι η τέχνη είναι η μόνη εναπομένουσα πολέμιος της ισχύος που κατήντησε να έχει στους καιρούς μας η ποσοτική αποτίμηση των αξιών.
Είναι, το ξέρω, άτοπο ν’ αναφέρεται κανείς σε προσωπικές περιπτώσεις. Και ακόμη πιο άτοπο να παινά το σπίτι του. Είναι όμως κάποτε απαραίτητο, στο βαθμό που αυτά βοηθούν να δούμε πιο καθαρά μιαν ορισμένη κατάσταση πραγμάτων. Και είναι σήμερα η περίπτωση. Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ’ όλ’ αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ’ ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μία Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. -χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρυσμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας. Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν’ αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Να τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση.
Η σφαίρα που σχηματίζει η νέα ελληνική ποίηση έχει, θα μπορούσε να πει κανείς, όπως κάθε σφαίρα δύο πόλους: τον βόρειο και τον νότιο. Στον ένα τοποθετείται ο Διονύσιος Σολωμός που από την άποψη της εκφραστικής επέτυχε -προτού υπάρξει ο Mallarme στα ευρωπαϊκά γράμματα- να χαράξει με άκρα συνέπεια και αυστηρότητα την αντίληψη της καθαρής ποίησης με όλα της τα παρεπόμενα: να υποτάξει το αίσθημα στη διάνοια, να εξευγενίσει την έκφραση και να δραστηριοποιήσει όλες τις δυνατότητες του γλωσσικού οργάνου προς την κατεύθυνση του θαύματος. Στον άλλο πόλο, τοποθετείται ο Κ. Π. Καβάφης, αυτός που παράλληλα με τον T.S. Eliot έφτασε στην άκρα λιτότητα, στη μεγαλύτερη δυνατή εκφραστική ακρίβεια, εξουδετερώνοντας τον πληθωρισμό στη διατύπωση των προσωπικών του βιωμάτων.
Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους κινήθηκαν οι μεγάλοι μας άλλοι ποιητές, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο προς το έν ή το άλλο από τα δύο άκρα. Αυτή είναι μια πρόχειρη και όσο γίνεται πιο σχηματική χαρτογράφηση του νεοελληνικού ποιητικού λόγου. Το πρόβλημα για μας που ακολουθήσαμε ήταν να επωμιστούμε τα υψηλά διδάγματα που μας κληροδότησαν και, ο καθένας με τον τρόπο του, να τ’ αρμόσουμε πάνω στη σύγχρονη ευαισθησία. Πέραν από τα όρια της τεχνικής, οφείλαμε να φτάσουμε σε μια σύνθεση που από το ένα μέρος ν’ αναχωνεύει τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης και από το άλλο να εκφράζει τα κοινωνικά και ψυχολογικά αιτήματα της εποχής μας. Με άλλα λόγια, να φτάσουμε να προβάλλουμε τον τύπο του «Ευρωπαίου-Έλληνα». Δεν μιλώ για επιτυχίες μιλώ για προσπάθειες. Οι κατευθύνσεις είναι που έχουν σημασία για τον μελετητή της λογοτεχνίας…
ΠΗΓΗ: http://portal.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathextra_7_17/10/2007_208369

>

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ Αλεπουδέλης γεννήθηκε στο Ηράκλειο στις 2 Νοεμβρίου του 1911. Είναι ο τελευταίος από τα 6 παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλη και της Μαρίας Βρανά. Κατάγεται και από τους δύο του γονείς από τη Μυτιλήνη. Στην Κρήτη βρέθηκε ο πατέρας του όταν αποφάσισε με τον αδερφό του να κατασκευάσει εργοστάσιο σαπωνοποιίας.Λίγα χρόνια αργότερα η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά όπου και μεταφέρεται η έδρα της επιχείρησης.
Το 1920 η οικογένεια Αλεπουδέλη αντιμετωπίζει επιθέσεις εξαιτίας της στενής σχέσης με τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Εξαιρετικά ανήσυχο πνεύμα, ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης στα μαθητικά του χρόνια έγραφε ποιήματα τα οποία και δημοσίευε στην «Διάπλαση των Παίδων» με ψευδώνυμα. Επηρεάστηκε από πολλούς ποιητές ιδιαίτερα όμως από τον Κωνσταντίνο Καβάφη και τον Ανδρέα Κάλβο.
Λόγω της οικογενειακής επιχείρησης σκέφτεται να σπουδάσει Χημεία, αλλά τελικά θα στραφεί στην Νομική στην οποία γράφτηκε το 1930, αλλά δεν την τελείωσε ποτέ.
Ως φοιτητής ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης αναζητά μια άλλη αντίληψη και ένα διαφορετικό περιεχόμενο για την ποίηση. Είναι η εποχή που ο κόσμος έχει βγεί από τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και στην Δυτική Ευρώπη, ζητάνε επειγόντως την αλλαγή του κόσμου.
Γεννιέται λοιπόν ένα ιδιαίτερο ρεύμα σκέψης, ο σουρεαλισμός – μία ένωση του φανταστικού με το πραγματικό – με πολύ μεγάλα ονόματα της Τέχνης σε όλους τους τομείς. Ο σουρεαλισμός στόχευε σε μια διαφορετική θεώρηση του κόσμου και κυρίως αναζητούσε εκείνο το απόλυτο γεγονός μέσω του οποίου ο άνθρωπος μπορούσε να εκδηλώσει όλες τις δυνατότητές του και ακόμα να τις ξεπεράσει. Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης θα επηρεαστεί από το συγκεκριμένο ρεύμα και κυρίως από την προσωπικότητα του Πώλ Ελυάρ.
Το 1934, γίνεται μέλος της «Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας του πανεπιστημίου Αθηνών» που διοργάνωνε φιλοσοφικές συζητήσεις με τη συμμετοχή των Κ.Τσάτσου, Π.Κανελλόπουλου, του Ι. Θεοδωρακόπουλου και του Ι.Συκουτρή. Εκείνη την εποχή, γνωρίζεται με το Γιώργο Σαραντάρη (1908-1941), – ποιητή, ο οποίος και τον ενθαρρύνει στις ποιητικές του προσπάθειες, τον γνωρίζει στο κύκλο του περιοδικού «Νέα Γράμματα»,περιοδικό – πνευματικό όργανο της γενιάς του ’30 στο οποίο και δημοσιεύονται τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη, καθιερώνοντας ταυτόχρονα και το ψευδώνυμό του.
Το 1935 ο Ελύτης γνώρισε τον Ανδρέα Εμπειρίκο που μαζί με τον Νίκο Εγγονόπουλο εισήγαγαν στην Ελλάδα τον υπερρεαλισμό. Το Πάσχα εκείνης της χρονιάς θα ταξιδέψουν στην Λέσβο, όπου με την συμπαράσταση των Μυτιληνιών ζωγράφων, Ορέστη Κανέλλη και Τάκη Ελευθεριάδη, ανακαλύπτουν την τέχνη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου που είχε πεθάνει το 1934. Την ίδια εποχή δένεται με ισχυρό φιλικό δεσμό με τον Νίκο Γκάτσο
Το 1936 στην «Α΄ Διεθνής Υπερρεαλιστική Έκθεση των Αθηνών», ο Ελύτης παρουσίασε ζωγραφικούς πίνακες με την τεχνική της χαρτοκολλητικής (collage). Το 1937 εγκαταλείπει τα νομικά, κατατάσσεται στο στρατό και πηγαίνει ως το 1938 στην Κέρκυρα, στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών. Το 1939, μετά από σκόρπιες δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε περιοδικά, τυπώνει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Προσανατολισμοί».
Με την έναρξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου ο Ελύτης, επιστρατεύεται στα αλβανικά βουνά ως ανθυπολοχαγός στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού. Στη διάρκεια της κατοχής γίνεται ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά”και το 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου». Το 1943 κυκλοφόρησε «Ο Ήλιος ο Πρώτος» μαζί με τις «Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα», ένας ύμνος του Ελύτη στη χαρά της ζωής και στην ομορφιά της φύσης. Στα «Νέα Γράμματα» που επανακυκλοφόρησαν το 1944, δημοσιεύει το δοκίμιό του «Τα κορίτσια», ενώ από το 1945 συνεργάζεται με το περιοδικό «Τετράδιο» μεταφράζοντας ποιήματα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και παρουσιάζοντας σε πρώτη δημοσίευση το ποιητικό του έργο «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».
Το 1945 – 1946 διορίστηκε για ένα μικρό διάστημα Διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και συνεργάστηκε με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», την «Ελευθερία» και την «Καθημερινή», όπου κράτησε ως το 1948 μια στήλη τεχνοκριτικής. Το 1948 εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου παρακολουθεί μαθήματα φιλοσοφίας και συνδέεται με τους Πικάσο, Ματίς, Σαγκάλ, Τζιακομέτι.
Η αριστερά εκείνη την εποχή, τον κατηγορεί για τυφλό και ανεπίκαιρο τρόπο γραφής.
Το 1959 μετά από αρκετά χρόνια ποιητικής σιωπής, ο Οδυσσέας Ελύτης τυπώνει το «Άξιον Εστί», που τον επόμενο χρόνο του δίνει το Α΄ Κρατικό βραβείο Ποίησης, ενώ τότε εκδίδει και τις «Έξη και Μία Τύψεις για τον Ουρανό». Λίγο πριν τυπωθεί το «Αξιον Εστί» ο ποιητής που δεν ανήκε καν στην Αριστερά, είχε εμπιστευθεί επιλεγμένα αποσπάσματα στο αριστερό περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης».
Δέκα χρόνια μετά την έκδοση του έργου, ο ποιητής θα εμπιστευθεί στον Γ. Π. Σαββίδη κάποιες σημειώσεις που εξηγούν το πώς δημιουργήθηκε το «Αξιον Εστί». «Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του ’48 με ’51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί – πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος – δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοιρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλαιψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ηταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ’ άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.
Ητανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ητανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου – η πρώτη ήτανε στην Αλβανία – που έβγαινα από το ατόμό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να ‘χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Ελληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.
Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοιρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους – και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου ‘δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ’ αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Αξιον Εστί».
Οι πρώτες αντιδράσεις για το «Αξιον Εστί» ήταν αρνητικές, πράγμα που ο Ελύτης βίωσε οδυνηρά.
Ο πρώτος που ονόμασε το έργο αυτό «οριακό» για την ποίηση ήταν ο Γ. Π. Σαββίδης με άρθρο του στον «Ταχυδρόμο» τον Δεκέμβριο του 1960.
Στις 19 Οκτωβρίου 1964 στο κινηματοθέατρο «Ρέξ» θα παρουσιαστεί το «Αξιον Εστί» σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη με τον Μάνο Κατράκη και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Το έργο επρόκειτο να πρωτοπαρουσιαστεί στο Φεστιβάλ Αθηνών, όμως την κυβέρνηση της Ενωσης Κέντρου την ενοχλούσε ο επικός τόνος του έργου και η σύμπραξη του Μίκη. Ετσι παρενέβη και απαγόρευσε το ανέβασμά του στο Φεστιβάλ Αθηνών με πρόσχημα ότι είναι ανάρμοστη η παρουσία ενός λαϊκού τραγουδιστή, του Γρηγόρη Μπιθικώτση, στο Ηρώδειο.
Ο ποιητήςταξιδεύει στη Γαλλία (1966) και την Αίγυπτο (1967) και ασχολείται με τη ζωγραφική και με μεταφράσεις, ως την άνοιξη του 1969 που ξαναγυρίζει στο Παρίσι. Το 1970 μένει για ένα διάστημα στην Κύπρο, ενώ το 1971 επιστρέφει στην Ελλάδα, όπου μετά τη Μεταπολίτευση, το 1974, διορίζεται Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΙΡΤ και μέλος για δεύτερη φορά του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου (1974 – 1977).
Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε το πολύπλευρο πνευματικό του έργο και το 1979 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, «για την ποίηση του που με φόντο την Ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία”
Το 1972 αρνήθηκε βραβείο θεσπισμένο από τη δικτατορία και το 1977 αρνήθηκε την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού.
Μέχρι την στιγμή της βράβευσής του έχει τυπώσει 10 ποιητικές συλλογές. Η κορυφαία στιγμή του ποιητή κατά την δεκαετία του ’80 ήταν η συλλογή «Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας». Η προτελευταία του συλλογή ήταν «Τα ελεγεία της Οξώπετρας». Το 1995 τυπώνεται το «Δυτικά της Λύπης», ενώ μετά θάνατον τυπώθηκε το «Εκ του πλησίον» και τα «2χ7ε».
“Εφυγε» στις 18 Μαρτίου 1996 σε ηλικία 85 ετών.
ΠΗΓΗ: http://portal.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathextra_6_17/10/2007_208375

>


>


>

Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη– Μα που γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χίμαιρας
Ριγώντας μ’ αφρό τη θύμηση!
Που είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχρωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια
-Μα που γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου ‘λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.
Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ’ άρωμα των γυακίνθων – Μα που γύριζες
Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
Ήταν εκεί ένα κρύο αλμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
΄Όπου σελάγιζε ο δικός σου αστερίας.
Άκουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν’αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

>



Πρόκειται για μια ενημερωτική εκπομπή που παρουσιάζει τους δύο μεγάλους Έλληνες, βραβευμένους με ΝΟΜΠΕΛ ποιητές, ΓΙΩΡΓΟ ΣΕΦΕΡΗ και ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ. Ο ΞΕΝΟΦΩΝ ΚΟΚΟΛΗΣ, Επίκουρος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας, ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΕΡΗΣ, ποιητής-Καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, συγγραφέας, ο ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗΣ, φιλόλογος-Επίκουρος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και ο ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ, ποιητής-Διευθυντής του περιοδικού «Ποίηση», καταθέτουν τις απόψεις τους για τους δύο ποιητές, τη σημασία του έργου τους αλλά και τη γενιά λογοτεχνών του ’30 σε συνάρτηση με τη δυσκολία της νέας γενιάς να φανεί αντάξια της κληρονομιάς τους. Κάνουν λόγο για τις βραβεύσεις των δύο ποιητών, ενώ παράλληλα παρακολουθούμε πλάνα από αυτές, αποσπάσματα ομιλιών και συνεντεύξεών τους καθώς και αναγνώσεις από αποσπάσματα των έργων τους. Επίσης, μιλούν για τις ριζικές διαφορές της ποίησής τους, για το διαχωρισμό της λογοτεχνίας σε σχολές, γενιές και περιόδους, για τα βασικά χαρακτηριστικά της μοντέρνας ποίησης, για τη σχέση των ποιητών με τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις της εποχής και τέλος, για τη διεθνή εμβέλεια των έργων τους. Καθ’ όλη τη διάρκεια της εκπομπής, εναλλάσσονται πλάνα με φωτογραφίες των ποιητών και σχετικά δημοσιεύματα από εφημερίδες της εποχής.

ΠΗΓΗ: http://www.ert-archives.gr/V2/public/p01-info.aspx?titleid=6725&action=mInfo&mst=00:00:00:00

>



Πρόκειται για μια ενημερωτική εκπομπή που παρουσιάζει τους δύο μεγάλους Έλληνες, βραβευμένους με ΝΟΜΠΕΛ ποιητές, ΓΙΩΡΓΟ ΣΕΦΕΡΗ και ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ. Ο ΞΕΝΟΦΩΝ ΚΟΚΟΛΗΣ, Επίκουρος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας, ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΕΡΗΣ, ποιητής-Καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, συγγραφέας, ο ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΓΑΡΑΝΤΟΥΔΗΣ, φιλόλογος-Επίκουρος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και ο ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ, ποιητής-Διευθυντής του περιοδικού «Ποίηση», καταθέτουν τις απόψεις τους για τους δύο ποιητές, τη σημασία του έργου τους αλλά και τη γενιά λογοτεχνών του ’30 σε συνάρτηση με τη δυσκολία της νέας γενιάς να φανεί αντάξια της κληρονομιάς τους. Κάνουν λόγο για τις βραβεύσεις των δύο ποιητών, ενώ παράλληλα παρακολουθούμε πλάνα από αυτές, αποσπάσματα ομιλιών και συνεντεύξεών τους καθώς και αναγνώσεις από αποσπάσματα των έργων τους. Επίσης, μιλούν για τις ριζικές διαφορές της ποίησής τους, για το διαχωρισμό της λογοτεχνίας σε σχολές, γενιές και περιόδους, για τα βασικά χαρακτηριστικά της μοντέρνας ποίησης, για τη σχέση των ποιητών με τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις της εποχής και τέλος, για τη διεθνή εμβέλεια των έργων τους. Καθ’ όλη τη διάρκεια της εκπομπής, εναλλάσσονται πλάνα με φωτογραφίες των ποιητών και σχετικά δημοσιεύματα από εφημερίδες της εποχής.

ΠΗΓΗ: http://www.ert-archives.gr/V2/public/p01-info.aspx?titleid=6725&action=mInfo&mst=00:00:00:00

>

Τον δ’ άνευ λύρας όμως υμνωδεί
θρήνον Ερινύος
αυτοδίδακτος έσωθεν
θυμός, ου το παν έχων
ελπίδος φίλον θράσος.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, 990 επ.

«Φαίνεται ο Κάβο-Γάτα…», μου είπε ο καπετάνιος
δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι
τ’ άδειο ακρογιάλι ανήμερα Χριστούγεννα,
«… και κατά τον Πουνέντε αλάργα το κύμα γέννησε την Αφροδίτη·
λένε τον τόπο Πέτρα του Ρωμιού.
Τρία καρτίνια αριστερά!»
Είχε τα μάτια της Σαλώμης η γάτα που έχασα τον άλλο χρόνο
κι ο Ραμαζάν πώς κοίταζε κατάματα το θάνατο,
μέρες ολόκληρες μέσα στο χιόνι της Ανατολής
στον παγωμένον ήλιο
κατάματα μέρες ολόκληρες ο μικρός εφέστιος θεός.
Μη σταθείς ταξιδιώτη.
«Τρία καρτίνια αριστερά» μουρμούρισε ο τιμονιέρης.

…ίσως ο φίλος μου να κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστός σ’ ένα μικρό σπίτι με εικόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω απ’ τα κάδρα.
Χτύπησε η καμπάνα του καραβιού
σαν τη μονέδα πολιτείας που χάθηκε
κι ήρθε να ζωντανέψει πέφτοντας
αλλοτινές ελεημοσύνες.

«Παράξενο», ξανάειπε ο καπετάνιος.
«Τούτη η καμπάνα ―μέρα που είναι―
μου θύμισε την άλλη εκείνη, τη μοναστηρίσια.
Διηγότανε την ιστορία ένας καλόγερος
ένας μισότρελος, ένας ονειροπόλος.

»Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,
―σαράντα χρόνια αναβροχιά―
ρημάχτηκε όλο το νησί·
πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι,
χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου
και φαρμακερά.
Το μοναστήρι τ’ Αϊ-Νικόλα τό ειχαν τότε
Αγιοβασιλείτες καλογέροι
κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια
κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή·
τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν.
Την κάθε αυγή χτυπούσε μια καμπάνα
και ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη.
Όλη μέρα χτυπιούνταν ώς την ώρα
που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι.
Απόδειπνα πάλι η καμπάνα
και βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας.
Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις, λένε,
άλλη κουτσή, κι άλλη στραβή, την άλλη
χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι.
Έτσι με τέσσερεις καμπάνες την ημέρα
πέρασαν μήνες, χρόνια, καιροί κι άλλοι καιροί.
Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος
χαθήκανε· δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ωσάν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δεν αφήσαν στον αφρό
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή!
            Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα
το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.
Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι».
«Γραμμή!» αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης.

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969

(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1974)
Το ποίημα αντέγραψα από εδώ: 

http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=508&author_id=44

Ερώτηση: Να συσχετίσετε το περιεχόμενο του παραπάνω
 ποιήματος με το “Επί Ασπαλάθων…”.

>Να συσχετίσετε το περιεχόμενο του ποιήματος “Επί Ασπαλάθων…” με την πολιτική δήλωση του Γ. Σεφέρη 28/3/1969 στο ΒΒC που ακολουθεί:

“Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και – τόσο περίλαμπρα – ο λαός μας στον τελευταίο Παγκόσμιο πόλεμο.

Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές με πόνους και με κόπους, πάνε και αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά. Δεν θα μου ήταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτοιες ζημιές δεν λογαριάζουν πάρα πολύ για ορισμένους ανθρώπους.

Δυστυχώς δεν πρόκειται μόνο γι αυτόν τον κίνδυνο. Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη όμως η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μας βασανίζει -συνειδητά ή ασυνείδητα- όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου.
Όσο μένει η ανωμαλία τόσο προχωρεί το κακό. Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό και μπορώ να το πω: «μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος».
Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου.
Παρακαλώ το Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.”

Το κείμενο της δήλωσης πήρα από εδώhttp://sponta-aposponta.blogspot.com/2008/11/bbc-2831969.html

>

Tου BAΣIΛH K. KAΛAMAPA
Tη Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου του 1971 ο Γιώργος Σεφέρης (Σεφεριάδης) άφησε την τελευταία του πνοή μέσα στο ζόφο της δικτατορίας. Ο γεννημένος στη Σμύρνη ποιητής (29 Φεβρουαρίου/13 Mαρτίου 1900), ο οποίος γεφύρωσε την αρχαία με τη νεότερη Eλλάδα μέσα από το έργο του, άφηνε ως παρακαταθήκη στους απανταχού Eλληνες να αγαπούν τον τόπο τους με τρόπο σωματικό. Πριν από δύο χρόνια, στις 28 Mαρτίου 1969, είχε δώσει στη δημοσιότητα τη δήλωσή του εναντίον του καθεστώτος των συνταγματαρχών.
Hταν 6 το απόγευμα, στο νοσοκομείο «Eυαγγελισμός», όπου «είχεν εισαχθή επειγόντως τας πρώτας ημέρας του Aυγούστου και όπου είχεν υποβληθή εις δύο διαδοχικάς επεμβάσεις δι’ έλκος του δωδεκαδακτύλου. Tας επεμβάσεις επηκολούθησαν μετεγχειρητικαί περιπλοκαί και φλεγμονή του πνεύμονος, προ δύο δε εβδομάδων ο Σεφέρης υπέστη ημιπληγίαν. Eκτοτε η κατάστασίς του παρέμενε κρίσιμος, και παρά τας καταβληθείσας προσπαθείας των ιατρών, και παρά την ιδικήν του ισχυροτάτην κράσιν εσημειώθη από της πρωίας τής χθες ραγδαία επιδείνωσις» («Tο Bήμα», Tρίτη 21 Σεπτεμβρίου 1971).
Eίκοσι πέντε χρόνια συμπληρώνονται φέτος από το θάνατο του Γιώργου Σεφέρη, και μ’ αυτή την αφορμή ανατρέξαμε στις εφημερίδες της εποχής, για να θυμηθούμε το πώς κατέγραψαν το γεγονός, κάτω από καθεστώς της λογοκρισίας.
H σορός εκτέθη σε δημόσιο προσκύνημα στον ιερό ναό Mεταμορφώσεως τού Σωτήρος της οδού Kυδαθηναίων στην Πλάκα. «Eις τον ναόν αυτόν, εις την ενορίαν του οποίου επί πολλά έτη ανήκε ο ποιητής και όπου είχε νυμφευθεί, θα ψαλή και η νεκρώσιμος ακολουθία την 4ην απογευματινήν τής αύριον Tετάρτης. Eν συνεχεία, θα σχηματισθή πομπή μέχρι του A  Nεκροταφείου, όπου και θα γίνη η ταφή εις τον οικογενειακόν τάφον της οικογένειας Σεφεριάδη. Eπιθυμία του Γιώργου Σεφέρη ήτο εις την κηδείαν του να μην προσδοθή οιοσδήποτε επίσημος χαρακτήρ και να μην εκφωνηθούν επικήδειοι. Παράκλησις της οικογενείας του είναι να μην κατατεθούν στέφανοι («Tο Bήμα», ό.π.).
Οι πνευματικοί άνθρωποι και οι πολιτικοί με δηλώσεις τους καταθέτουν φόρο τιμής στον απόντα ποιητή: Mάρκος Aυγέρης, Aγγελος Tερζάκης («Tα Nέα»), Παναγιώτης Kανελλόπουλος, Mπάμπης Kλάρας, Nικόλαος Kρανιδιώτης, Γεώργιος Mαύρος, Γιάννης Mαγκλής, Kωστής Mπαστιάς, Πέτρος Xάρης («H Bραδυνή»), Aλέξανδρος Ξύδης («Θεσσαλονίκη» και «Tα Nέα»), Στρατής Tσίρκας, Aννα Συνοδινού («Θεσσαλονίκη»).
«Eλειψε η μεγάλη ελληνική φωνή»
Eκτενείς αναφορές στο έργο του έγιναν από τους Θέμο Δασκαλόπουλο «H τελευταία μέρα» («Aπογευματινή»), K.Θ. Δημαρά «Ο ποιητής και το έργο του. Eλειψε η μεγάλη ελληνική φωνή της εποχής μας» («Tο Bήμα»), Hρώ Λάμπρου «Στον Γ. Σεφέρη. Aποχαιρετισμός» («Θεσσαλονίκη»), Mαρία Nεοφωτίστου -Zήκα «Eνας ήλιος έσβησε από χθες. Γιώργος Σεφέρης. Ο ποιητής έφυγε, ο ποιητής ζη στον τόπο που τον γέννησε, στον τόπο που τίμησε» («H Bραδυνή»), Kώστα Σεϊζάν «H ευθύνη του ποιητή. Ο Γ. Σεφέρης τραγούδησε το ελληνικό φως σ’ έναν παγκόσμιο ορίζοντα» («Aπογευματινή»), Kώστα Σταματίου «Γιώργος Σεφέρης: H λυρική συνείδηση του Eθνους. Iστόρησε ανεπανάληπτα τους καημούς της ρωμιοσύνης» («Tα Nέα»), I. M. Xατζηφώτη «Γιώργος Σεφέρης. Ο αναθεωρητής της ελληνικής ποιήσεως. Λιτός και βαθύτατα ελληνικός» («Nέα Πολιτεία»).
Tετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 1971. Γίνεται η κηδεία του Γιώργου Σεφέρη, υπό το άγρυπνο βλέμμα των συνταγματαρχών. Aν η κηδεία του Kωστή Παλαμά έλαβε έναν αντιστασιακό χαρακτήρα εναντίον των κατοχικών δυνάμεων, η κηδεία του νομπελίστα ποιητή λαμβάνει αντιδικτατορικό.
Στις 4 το απόγευμα ψάλλεται η νεκρώσιμη ακολουθία. «Tο λαϊκό προσκύνημα στη σορό του Γιώργου Σεφέρη στο ναό του Σωτήρος στην Πλάκα θα συνεχισθεί σήμερα από τις 7 το πρωί: Xθες, από το πρωί μέχρι τις 8 το βράδυ, πλήθος Aθηναίων κάθε ηλικίας πέρασε από το ανθοστόλιστο φέρετρο του ποιητή αποτίοντας φόρο τιμής. Στη συντριπτική του πλειοψηφία το πλήθος αυτό αποτελείτο από νέους και νέες, μαθητές και φοιτητές. Aλλοι με λιγοστά λουλούδια στα χέρια, κάποιος με μερικά στάχυα, πολλοί με μια ποιητική συλλογή του Σεφέρη, προσκυνούσαν ευλαβικά το φέρετρο που έκλεινε μέσα του τη σορό που πρόσφερε το 1963 στην Eλλάδα το μοναδικό της Nόμπελ.
Tρία δάφνινα στέφανα μπροστά από το φέρετρο του ποιητή. Στο πρώτο η ταινία γράφει: “Λίγο ακόμη να ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν. Στον ποιητή Γ. Σεφέρη οι πολιτικοί κρατούμενοι της φυλακής των Tρικάλων”. Στο δεύτερο: “Στον ποιητή Γ. Σεφέρη, οι πολιτικοί κρατούμενοι της φυλακής Aλικαρνασού”. Kαι στο τρίτο: “Στον θείο Γιώργο, οι έξι ανεψιοί της Θεσσαλονίκης”» («Tο Bήμα»).
Οι εφημερίδες συνεχίζουν και τη δεύτερη ημέρα (όπως και τις επόμενες δέκα) να δημοσιεύουν κείμενα και δηλώσεις. Eχει σημάνει η ώρα για το βαρύ πυροβολικό. Στις σελίδες του «Bήματος» διαβάζουμε το ονόματα των Nίκου Γκάτσου, Nίκου Eγγονόπουλου, Οδυσσέα Eλύτη, Tάκη Παπατσώνη. Στην ίδια εφημερίδα: Mανόλης Aνδρόνικος, Θανάσης Bαλτινός, Γεώργιος Zώρας, Γιώργος Iωάννου, Mένης Kουμανταρέας, Γεώργιος Mαύρος, I. M. Παναγιωτόπουλος, Iωάν. Στεφ. Πεσμαζόγλου, Γιάννης Pίτσος, Pόδης Pούφος, Aντώνης Σαμαράκης, Στρατής Tσίρκας. Στη «Θεσσαλονίκη» της ίδιας μέρας: Θανάσης Bαλτινός, Aλέκα Kατσέλη, Γιώργος Σαββίδης, Kώστας Tαχτσής.
Συνεχίζουμε το ξεφύλλισμα. Συναντούμε το ανυπόγραφο «Ο Σεφέρης» («Aκρόπολις») και τα κείμενα «H δοκιμασία κι η αντοχή. Aντικειμενικά κριτήρια της αξίας του έργου του Σεφέρη» του Aλέξ. Aργυρίου («Tο Bήμα»), «H ελληνικότης του Γ. Σεφέρη. Eκφρασις της μακραίωνης παραδόσεως του έθνους» του Στέλιου I. Aρτεμάκη, «Tο Tέλος» του Nίκου Kαρύδη («Tο Bήμα»), «H ελληνική αίσθησις του Σεφέρη» του I. M. Xατζηφώτη («Nέα Πολιτεία»).
«Σ’ ευχαριστούμε για ό,τι μας έδωσες»
«H χθεσινή κηδεία του Γιώργου Σεφέρη. Eπιβλητική η παρουσία της νεολαίας». M’ αυτό τον τίτλο κυκλοφορεί «Tο Bήμα» της 23ης Σπτεμβρίου 1971. Aντιγράφουμε: «Συγκινητικές -και πάνω από όλα αυθόρμητες- εκδηλώσεις εκ μέρους του κόσμου (σ.σ. ήταν χιλιάδες) υποδέχθηκαν την έξοδο της σορού από την εκκλησία. Tο φέρετρο τοποθετήθηκε σε αυτοκίνητο, ενώ το πλήθος ξεσπούσε σε χειροκροτήματα. Mε το ξεκίνημα της πομπής από την εκκλησία, το πλήθος άρχισε να τραγουδά τον Eθνικό Yμνο, το μελοποιημένο από τον Mίκη Θεοδωράκη ποίημα του Σεφέρη “Aρνηση” και το κρητικό δημοτικό τραγούδι “Πότε θα κάνη ξαστεριά”».
H πομπή διήλθε από τις οδούς Kυδαθηναίων, λεωφόρου Aμαλίας, Aθ. Διάκου και Aναπαύσεως. «Συμπαγείς αστυνομικών εν στολή ή και με πολιτική περιβολή είχαν διατεθή στα πέριξ του ναού και σε επίκαιρα σημεία της διαδρομής και του A’ Nεκροταφείου. Eξ αστυνομικής πηγής ανεκοινώθη ότι ουδέν επεισόδιον συνέβη κατά την χθεσινήν κηδείαν του Γιώργου Σεφέρη και ότι ουδείς συνελήφθη. Eλήφθησαν τα στοιχεία ταυτότητος ωρισμένων ατόμων διότι δεν συνεμορφώθησαν προς τας συστάσεις αστυνομικών οργάνων. Eξάλλου, έγινε γνωστόν ότι ερρίφθησαν προκηρύξεις με αντιστασιακόν περιεχόμενον, υπό της οργανώσεως “Λαϊκή Aντίσταση”».
Eίναι προφανές ότι η εφημερίδα αναπαράγει το αστυνομικό δελτίο. Οπως μας διαβεβαιώνουν οι συνάδελφοι Hρακλής Aνδύρας και Πέτρος Mανταίος, οι οποίοι ήταν παρόντες, έγιναν συλλήψεις. Ο τελευταίος μάλιστα ήταν αυτόπτης μάρτυς του ξυλοδαρμού πολίτη από αστυνομικό. Στις 5.15 το απόγευμα η πομπή έφθασε στο A’ Nεκροταφείο. «H σορός του ποιητή καταβιβάσθηκε από τη νεκροφόρο και μεταφέρθηκε “στα χέρια”, ώς τον οικογενειακό τάφο της οικογενείας Σεφεριάδη, το βορειοδυτικό τμήμα του νεκροταφείου. Οι παραστάτες (εκπρόσωποι του πνευματικού κόσμου) που τον συνόδευαν ώς κείνη τη στιγμή αποχώρησαν και πήραν τις θέσεις τους νέα παιδιά. Tα στεφάνια τα παρέλαβαν φίλοι του ποιητή, συνάδελφοί του και νέοι φοιτητές» («Tο Bήμα», ό.π.).
Tο πλήθος χειροκροτεί και φωνάζει «Aθάνατος, αθάνατος». Eνας νέος άνθρωπος αποχαιρετά τον ποιητή: «Σου δόθηκε η χάρη να μιλήσης απλά. Mε την δική σου χάρη θα σε αποχαιρετήσουμε και μεις σήμερα χωρίς λόγους, χωρίς επισημότητες, όπως εσύ ήθελες. Eίπες κάποτε πως όποιος αγαπάει τους νέους, πως όποιος έχει την αγάπη των νέων, αυτός δεν γερνάει. Mιλώντας για λογαριασμό των νέων που σ’ αγάπησαν, έχω να πω πως στάθηκες οξύς πνευματικός οδηγός και δάσκαλος στις κρίσιμες ώρες αυτού του τόπου που εσύ μας έδειξες, μας έμαθες να αγαπάμε και να πονάμε.
Σ’ ευχαριστούμε για ό,τι μας έδωσες, για ό,τι μας δίνεις με το έργο σου και με το ζωντανό σου παράδειγμα. Σ’ ευχαριστούμε γιατί αύριο θα μπορούμε να λέμε στα δικά μας παιδιά: “Eίμασταν κοντά στον Σεφέρη όταν έφυγε”. Xαίρε αγαπημένε δάσκαλε και φίλε».
πηγή:  

http://www.hri.org/E/1996/96-09-20.dir/keimena/greece/greece1.htm

>

Η επικοινωνία με το παρελθόν 
Το παρελθόν για τον Σεφέρη δεν αναβιώνεται αλλά καλλιεργείται διαρκώς αισθητικά και διδακτικά. Για τούτο πιστεύω ότι η επανενεργοποίηση είναι κεντρική ιδέα στον Σεφέρη. Με αυτήν αφενός αποφεύγει τον σκόπελο της κυκλικότητας, της επαναληπτικότητας ή της στατικότητας και αφετέρου τιθασεύει την ατομική παρόρμηση που από τη στιγμή κατά την οποία εμπεριέχεται σε ένα ευρύτερο σύνολο δεν μπορεί να το αναθεωρήσει ριζικά. Πρόκειται για ένα σύστημα σκέψης που δεν επιτρέπει ριζική αλλαγή παρά μόνο διδακτική καλλιέργεια. Μαθαίνουμε καλλιεργώντας το παρελθόν. Πρόκειται δηλαδή για μια διαισθητική σχέση με το παρελθόν που οδηγεί στην ιστορική επίγνωση και στη διαρκή μαθητεία. Η έννοια της επαναδραστηριοποίησης δηλώνει την αισθητική επικοινωνία με το παρελθόν από την προοπτική πάντα του παρόντος, λειτουργώντας παράλληλα διδακτικά.
Τούτο φαίνεται χαρακτηριστικά σε τέσσερα ποιήματα του Σεφέρη που καλύπτουν σχεδόν όλο το φάσμα της ποιητικής σταδιοδρομίας του Σεφέρη: το «Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο» γράφεται, όπως δηλώνεται άλλωστε, το 1931 (δημοσιεύεται το 1932), ο «Βασιλιάς της Ασίνης» το 1938-40, η «Ελένη» το 1955 και το «Επί Ασπαλάθων», το τελευταίο ποίημα του Σεφέρη, το 1971. Και τα τέσσερα παρουσιάζουν κάποια κοινά γνωρίσματα. Κατ’ αρχάς έχουν αφετηρία τους μια κειμενική πηγή: μια φράση, έναν στίχο ή ένα κείμενο που με τη σειρά του μας παραπέμπει στην ελληνική αρχαιότητα. Τα τρία στον κόσμο του Ομήρου (είτε άμεσα στον «Βασιλιά της Ασίνης» είτε έμμεσα, μέσω Du Bellay, στο «Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο» και, μέσω Ευριπίδη, στην «Ελένη») και το άλλο στον Πλάτωνα. Ολα τους μπορούν να θεωρηθούν καλά δείγματα της μυθικής ή συνειρμικής μεθόδου. Το άλλο κοινό τους γνώρισμα είναι ότι προσεγγίζουν το παρελθόν είτε ρητά είτε υπαινικτικά από την προοπτική ενός σύγχρονου χώρου. Το «Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο» είναι βασισμένο στην εμπειρία του Λονδίνου, ο «Βασιλιάς της Ασίνης» αρχίζει με την περιήγηση στον χώρο της Ασίνης, η «Ελένη» ξεκινάει με μια αναφορά στις Πλάτρες της Κύπρου και το «Επί Ασπαλάθων» με μια επίσκεψη στο Σούνιο.
Μπορεί η επικοινωνία με το παρελθόν να έχει ως έναυσμα, πρόσχημα ή διαμεσολαβητή κάποια φιλολογική μνεία, η αναφορά όμως στον χώρο δηλώνει ότι η προσέγγιση του παρελθόντος γίνεται πάντοτε από την προοπτική του παρόντος. Και στα τέσσερα ποιήματα το παρελθόν δεν ανασυγκροτείται ούτε επανερμηνεύεται όσο επανενεργοποιείται μέσω του παρόντος. Η τακτική αυτή του Σεφέρη δεν είναι μόνο ζήτημα τεχνικής ή μεθόδου αλλά και ιστορικής αντίληψης. Η αναδρομή στο παρελθόν με βάση το παρόν συνιστά μια διδακτική εμπειρία: το παρόν θα πρέπει να συγχωνεύσει διδακτικά το παρελθόν. 
Ιστορική γνώση
Η διαισθητική λειτουργία στον Σεφέρη μπορεί να εκληφθεί ως η συνισταμένη του ενορατικού και του συναισθηματικού. Στα ποιήματα που εξετάζουμε το πρώτο δεν είναι τόσο έντονο, όπως στους ρομαντικούς, όμως κάνει την εμφάνισή του στο «Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο», όταν μπροστά στον αφηγητή παρουσιάζεται το φάντασμα του Οδυσσέα. Στον «Βασιλιά της Ασίνης» και στην Ελένη η διαισθητική διερεύνηση του κενού μιας εντάφιας προσωπίδας, ενός ειδώλου ή ενός πουκάμισου αδειανού, οδηγεί στην εκδήλωση ενός «υπαρξιακού» ιστορισμού που αναζητεί την ουσία αυτού του κενού επιχειρώντας μια κάθετη αλλά και διαχρονική διερεύνηση. Τα ποιήματα είναι ιστορικά παλίμψηστα που μόνο διαισθητικά μπορούν να προσεγγίσουν αυτό το κενό και το νόημά του. Οσο και αν στον «Βασιλιά της Ασίνης» η διερεύνηση ξεκινά εμπειρικά και εμπράγματα, μετεξελίσσεται σε μια διαισθητική, φανταστική και ενορατική, διείσδυση του παρελθόντος.
Το βλέμμα της εμπειρίας χάνει τη δύναμή του δίνοντας τη θέση του στη διαισθητική επικοινωνία με το παρελθόν. Ο «Βασιλιάς της Ασίνης» μόνο ενορατικά και μεταφυσικά μπορεί να νοηθεί, εφόσον λείπουν κάθε λογής πραγματολογικά στοιχεία για αυτόν. Η διαίσθηση βρίσκεται στους αντίποδες της ουδέτερης αποστασιοποιημένης αντικειμενικότητας εφόσον το ζητούμενο εδώ δεν είναι η ιστορική επαλήθευση όσο η ζωντανή επικοινωνία.
Ο Σεφέρης φαίνεται να ισχυρίζεται έμμεσα ότι η ιστορική γνώση και επίγνωση είναι δυνατή με το να εξετάσουμε και να διεισδύσουμε στη σκέψη των ανθρώπων του παρελθόντος με τους οποίους συγγενεύουμε. Ετσι δείχνει να συμμερίζεται την έννοια της διαπροσωπικής διαίσθησης για την ιστορική γνώση, κάτι που και ο Vico ως πρόδρομος αλλά και οι γερμανοί ιστορικιστές είχαν ποικιλοτρόπως υποστηρίξει. Ο,τι καθιστά δυνατή τη διαισθητική επικοινωνία είναι η συνειρμική λειτουργία στην οποία βασίζονται και τα ποιήματα που εξετάζονται εδώ.
Από τη σύζευξη παρόντος και παρελθόντος προκύπτει και στα τέσσερα ποιήματα κάποιο υπονοούμενο διδακτικό επιμύθιο. Πιο σαφές στα δύο τελευταία, πιο σκοτεινό στα δύο πρώτα. Στο «Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο» υποβάλλεται το δίδαγμα της ταπεινότητας και της αγάπης του λαϊκού ήθους· στον «Βασιλιά της Ασίνης» το πόσο ζωτική και παρηγορητική θα μπορούσε να είναι η επικοινωνία με το παρελθόν όταν αναλογίζεται κανείς τη φθορά του παρόντος· στην «Ελένη» υπογραμμίζεται η διαχρονική ματαιότητα κάθε πολέμου και στο «Επί Ασπαλάθων» η αναπόφευκτη τιμωρία όλων των τυράννων. Τα τέσσερα ποιήματα αφορούν universals ­ παράδοση, φθορά, πόλεμος, τυραννία ­ ενώ η αχρονία και η οικουμενικότητα των θεμάτων δεν μπορεί να αναδειχθεί δίχως την αισθητικοποίηση της ιστορίας.
Εκδηλώνεται σε αυτά τα ποιήματα μια ένταση ανάμεσα στην υποκειμενικότητα και στην αντικειμενικότητα, μεταξύ αισθήματος και ιστορίας, ατομικού ταλέντου και παράδοσης, μεταξύ κειμένου (φιλολογικής μνείας) και περι-κειμένου (με το τοπίο και τις χρονικές αναφορές να αναλαμβάνουν αυτόν τον ρόλο). Η θέαση του παρελθόντος από τη σκοπιά του παρόντος προϋποθέτει τόσο κάποιον βαθμό ταύτισης όσο και κάποιον βαθμό αποστασιοποίησής τους: δηλαδή αισθητικής απομάκρυνσης και διαμεσολάβησης. Οι αναφορές στον χώρο καθώς και οι κειμενικές μνείες βοηθούν στη διαισθητική επικοινωνία με το παρελθόν, στη σταδιακή απόσβεση και απορρόφηση της προσωπικότητας στην αχρονία της παράδοσης. Ετσι η υποκειμενικότητα, το παρόν, το ατομικό ταλέντο φαίνεται να χάνουν τη μάχη υπέρ της παράδοσης και διασώζονται μέσα από την ιδέα της επανενεργοποίησης. Το ποιητικό εγώ είναι αυτό που συνειρμικά μέσω του παρόντος επανενεργοποιεί το παρελθόν. 
Αρνηση της προσωπικότητας
Το παράδοξο που εκφράζει η ελιοτική στάση την οποία συμμερίζεται και ο Σεφέρης με την άρνηση και την απόσβεση της προσωπικότητας αφενός και την έμφαση στο ατομικό ταλέντο αφετέρου εκφράζεται και στη σχέση ιστορικού συμβάντος και ιστορικού γίγνεσθαι. Αν η παράδοση και η ιστορία ως οργανικά σύνολα απορροφούν το ατομικό ταλέντο ή το μεμονωμένο συμβάν, η μόνη αντίσταση της υποκειμενικότητας είναι μέσα από την ιδέα της επανενεργοποίησης, του ξαναδουλέματος ανενεργών πτυχών του παρελθόντος. Και στα τέσσερα ποιήματα λανθάνει ένα είδος «υπαρξιακού ιστορισμού». Για τον υπαρξιακό ιστορικό η ιστορία δεν νοείται ως γραμμική ή κυκλική διευθέτηση των γεγονότων αλλά ως παλίμψηστο όπου το παρόν συνίσταται από τα ίχνη όλου του παρελθόντος. Στο «Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο» και ακόμη περισσότερο στην «Ελένη» διάφορα ιστορικά επίπεδα συνυπάρχουν, δίνοντας την εντύπωση ότι όλο το παρελθόν εμπεριέχεται στο ποίημα.
Ο υπαρξιακός ιστορισμός δεν περιλαμβάνει τη συγκρότηση κάποιας γραμμικής, εξελικτικής ή γενετικής ιστορίας αλλά αντιπροσωπεύει κάτι σαν υπεριστορικό γεγονός: την εμπειρία αυτή καθεαυτή με την οποία η ιστορικότητα εκδηλώνεται μέσω της επαφής και της αλληλενέργειας της συνείδησης του ατόμου ή του ιστορικού στο παρόν και μιας συγκεκριμένης στιγμής στο παρελθόν. Το μεθοδολογικό πνεύμα του υπαρξιακού ιστορισμού μπορεί να περιγραφεί ως ιστορικός και πολιτισμικός αισθητικισμός. Το παρελθόν δεν προσεγγίζεται αρχαιοδιφικά αλλά διαισθητικά ως κάτι που διατηρεί ακόμη ίχνη ζωής: «η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής». Το επίθετο «ζωντανός» παίζει, νομίζω, σημαντικό ρόλο στο έργο του Σεφέρη, υποδηλώνοντας τη ζωντανή παρουσία του παρελθόντος στο παρόν.
Η συνειρμική μέθοδος
Τα τέσσερα ποιήματα επανενεργοποιούν από τη σκοπιά του παρόντος τον Οδυσσέα ως σύμβολο, τον χαμένο βασιλιά της Ασίνης, το αδειανό πουκάμισο της Ελένης, το πλατωνικό χωρίο που αναφέρεται στη μετά θάνατον τύχη του Αρδιαίου. Η συνειρμική μέθοδος του Σεφέρη είναι στενά συναρτημένη με τον υπαρξιακό ιστορισμό που βλέπει την ιστορία ως πλέγμα σχέσεων και συσχετισμών (άρα ερμηνειών) πάντοτε μέσα από τη συνείδηση ενός ιστορικού υποκειμένου στο παρόν. Ολα είναι ζήτημα αλληλοσυσχετισμών και συναρτήσεων. Ετσι η συνειρμική τεχνική που φέρνει κοντά την Ελένη με την Κύπρο της δεκαετίας του 1950 και τον Αρδιαίο με τους απριλιανούς δικτάτορες αποτελεί μέρος της γενικότερης αντίληψης της ιστορίας ως πλέγματος σχέσεων και επομένως προσωπικών συσχετισμών, δηλαδή ερμηνειών. Οτι τίποτε δεν μπορεί να νοηθεί και να κατανοηθεί μεμονωμένα αλλά πάντοτε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. «Συσχετίζει κανείς ­ και το κάνει θέλοντας μη θέλοντας» γράφει ο Σεφέρης μιλώντας για μια φράση του Πιραντέλο.
Η ιστορία για τους υπαρξιακούς ιστοριστές αλλά και για τον Σεφέρη δεν μπορεί να είναι κάτι «άλλο» ξεχωριστό από τη συνείδηση που την προσλαμβάνει. Η ιστορική αλήθεια συνίσταται από σχέσεις και όχι ακολουθίες. Και τα τέσσερα ποιήματα χτίζονται από τις σχέσεις του ποιητικού υποκειμένου και της εποχής στην οποία γράφονται με κείμενα και τοπία. Παρελθόν και παρόν δεν αντιπαρατίθενται για να αποκαλύψουν το μεγαλείο του παρελθόντος, να μεγαλοποιήσουν ή να μειώσουν το παρόν· αντίθετα, συμπαρατίθενται ως μέρη ενός ενιαίου συνόλου. Οταν ένα άτομο βιώνει κάτι στην ολότητά του, τότε αίρεται η σχέση υποκειμένου και αντικειμένου, η πράξη της εμπειρίας και το απόσταγμά της ταυτίζονται. Μέσω της ενσυναίσθησης και της διαίσθησης το παρελθόν γίνεται «ζωντανό βίωμα», ζωντανοί και νεκροί συνυπάρχουν διαλεκτικά, καθώς το ποιητικό υποκείμενο ταυτίζεται με το φάντασμα του Οδυσσέα ή τον βασιλιά της Ασίνης.
Ο Σεφέρης συχνά λογίζεται ως εμπειριστής, αλλά κατά βάθος ασπάζεται έναν υπαρξιακό ιστορισμό με την πίστη του σε ένα αναλλοίωτο και άχρονο υπόστρωμα που καθορίζει τις εκάστοτε εκφάνσεις του και τα επιφαινόμενα. Η ιστορική σκέψη του κηδεμονεύεται από την άρρηκτη οργανική σχέση αρχετύπου και επιφαινομένων ενώ η επικοινωνία με το παρελθόν γίνεται είτε διαισθητικά μέσα από φαντάσματα (Οδυσσέας), είδωλα (Ελένη), νυχτερίδες (Βασιλιάς της Ασίνης) είτε μνημονικά μέσα από τα αυλάκια του νου («Επί Ασπαλάθων»). *

* Ο κ. Δημήτρης Τζιόβας είναι καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας και διευθυντής του Κέντρου Βυζαντινών, Οθωμανικών και Νεοελληνικών Σπουδών του ιδίου πανεπιστημίου
http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=128745&ct=114&dt=10/12/2000

>Το 1979 έγινε Κινηματογραφική μεταφορά του ποιήματος του Γιώργου Σεφέρη “Επί ασπαλάθων”. Η ταινία δεν παίχτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1979. Την απέρριψε η Προκριματική Επιτροπή

Σκηνοθεσία: Βουδούρης Νίκος Διάρκεια: 5΄30΄΄ Έτος: 1979
ΠΗΓΗ: http://www.shortfilm.gr/film.asp?id=570

>Κριτήριο αξιολόγησης του ΚΕΕ για το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη, Επί ασπαλάθων…

>

Είναι το τελευταίο ποίημα του Σεφέρη και δημοσιεύτηκε στο Βήμα (23.9.71) τρεις μέρες μετά το θάνατό του στην περίοδο της δικτατορίας. Το ποίημα βασίζεται σε μια περικοπή του Πλάτωνα (Πολιτεία 614 κ.ε.) που αναφέρεται στη μεταθανάτια τιμωρία των αδίκων και ιδιαίτερα του Αρδιαίου. Ο Αρδιαίος, τύραννος σε μια πόλη, είχε σκοτώσει τον πατέρα του και τον μεγαλύτερο του αδερφό του. Γι’ αυτό και η τιμωρία του, καθώς και των άλλων τυράννων, στον άλλο κόσμο στάθηκε φοβερή. Όταν εξέτισαν την καθιερωμένη ποινή που επιβαλλόταν στους αδίκους και ετοιμαζόταν να βγουν στο φως, το στόμιο δεν τους δεχόταν αλλά έβγαζε ένα μουγκρητό. “Την ίδια ώρα άντρες άγριοι και όλο φωτιά που βρισκόταν εκεί και ήξεραν τι σημαίνει αυτό το μουγκρητό, τον Αρδιαίο και μερικούς άλλους αφού τους έδεσαν τα χέρια και τα πόδια και το κεφάλι, αφού τους έριξαν κάτω και τους έγδαραν, άρχισαν να τους σέρνουν έξω από το δρόμο και να τους ξεσκίζουν επάνω στ’ ασπαλάθια και σε όλους όσοι περνούσαν από εκεί εξηγούσαν τις αιτίες που τα παθαίνουν αυτά και έλεγαν πως τους πηγαίνουν να τους ρίξουν στα Τάρταρα”. (Πλ. Πολιτεία 616).





Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού.”πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα και οι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμερα οι αρχαίες κολόνες,χορδές μιας άρπας που αντηχούν
ακόμη…

Γαλήνη
-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ,χαμένη στου μυαλού
τ’αυλάκια.
τ΄όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από κείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
“τον έδεσαν χειροπόδαρα” μας λέει
“τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο κουρέλι”.

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
Ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος

31 του Μάρτη 1971

ΠΗΓΗ:


« επιστροφήσυνεχίστε την αναζήτηση »