Σύνδεσμοι

Αναζήτηση

Ιστορίες με το καπλάνι

21 Απριλίου 2019 από

Οι δικές μας ιστορίες με πρωταγωνιστή το καπλάνι.

Ο ταξιδιώτης και το καπλάνι

Ο Άγγλος ταξιδιώτης Tomas Swing εδώ και 10 χρόνια ταξιδεύει σε όλον τον κόσμο. Τα υπέροχα πράσινα μάτια του έχουν δει πολλά πράγματα έως τώρα, από το πιο ερημικό νησί έως και την πιο πυκνοκατοικημένη χώρα. Πριν από λίγο καιρό, λοιπόν, αποφάσισε να πάει στην Ινδία και να επισκεφθεί το Ταζ Μαχάλ. Ήταν το όνειρό του!

Όταν έφτασε η ημέρα και επισκέφθηκε αυτόν τον επιβλητικό ναό, ένιωσε δέος και αμέτρητη χαρά. Συγκινημένος από το θέαμα, άρχισε να τραβάει φωτογραφίες. Καθώς φωτογράφιζε κάθε σπιθαμή του τόπου, αντίκρισε μπροστά του ένα τεράστιο και δυναμικό άγαλμα ενός πανέμορφου, ιερού καπλανιού. Αυτό που του έκανε περισσότερη   εντύπωση ήταν ότι το ένα μάτι  του ήταν μπλε και το άλλο μαύρο. Αργά το μεσημέρι, έφυγε εντυπωσιασμένος από τον ναό και με την κάμερα γεμάτη. Ήθελε όμως πριν φύγει να περιηγηθεί στα μεγάλα δάση της χώρας. Πήρε λοιπόν ένα σχετικά μικρό αυτοκίνητο από την είσοδο του δάσους και ξεκίνησε.

Τι να πρωτοφωτογραφίσει; Τα υπέροχα λουλούδια ή τα πανύψηλα δέντρα; Όμως ξαφνικά, η βενζίνη του αμαξιού τέλειωσε και κόλλησε ο Τomas στη μέση του δάσους. Το κινητό του δεν έπιανε σήμα και κανένας δε βρισκόταν εκεί για να τον βοηθήσει. Ξαφνικά, καθώς περπατούσε σε έναν κακοτράχαλο δρόμο, εμφανίστηκε μπροστά του ένας μαύρος, μοχθηρός και πεινασμένος πάνθηρας. Τα μάτια του ήταν κι αυτά μαύρα και γυάλιζαν από την πείνα. Πλησίαζε όλο και πιο κοντά στον Τomas, ώσπου ο άντρας έκανε το λάθος κι άρχισε να τρέχει τρομοκρατημένος.

Έτρεχαν για πολλά μέτρα, μέχρι που βρέθηκε σε ένα ξύλινο τείχος που έλεγε: «Απαγορευμένη περιοχή-αδιέξοδο». Ο ταξιδιώτης έβλεπε τον κατάμαυρο πάνθηρα να πλησιάζει όλο και πιο πολύ προς το μέρος του και εκείνη τη στιγμή ευχήθηκε να ήταν εκεί το καπλάνι για να τον σώσει. Ο Tomas πλέον μπορούσε να διακρίνει τα δόντια του πάνθηρα και τότε, σαν από μηχανής θεός, πήδηξε πάνω από το τείχος το καπλάνι! Μπήκε μπροστά από τον ταξιδιώτη και με ένα γενναίο του γρύλισμα έδιωξε τον πάνθηρα και έσωσε τον Τomas. Ο Τomas ήταν τόσο ευτυχισμένος και ανακουφισμένος που αγκάλιασε και φίλησε το καπλάνι τόσες φορές όσες και οι χώρες που είχε πάει! Ύστερα το καπλάνι τον βοήθησε να βγει από το δάσος και ύστερα χάθηκε πάλι μέσα σε αυτό…

Ο Τomas ύστερα από αυτήν την εμπειρία δεν ξαναπήγε στην Ινδία. Μια βδομάδα, όμως, μετά το συμβάν, αγόρασε έναν σκύλο όμορφο και μεγάλο και τον ονόμασε  «Καπλάνι» προς τιμήν του καπλανιού που τον έσωσε!

Δανάη Ι., Α2

Η Λάικα και το καπλάνι στο διάστημα

Στις 3 Νοεμβρίου του 1957  η Λάικα ετοιμαζόταν να γίνει πρωταγωνίστρια στην πρώτη επίσκεψη στο διάστημα. Όταν προετοίμαζαν τη Λάικα, το καπλάνι κατάφερε να τρυπώσει στο διαστημόπλοιο. Ο λόγος που το καπλάνι έκανε κάτι τόσο επικίνδυνο ήταν επειδή η Λάικα ζήτησε τη βοήθειά του. Έφτασαν χωρίς κανένα πρόβλημα στο φεγγάρι και σχεδίαζαν να μείνουν εκεί για δέκα ημέρες. Ενώ όλα κυλούσαν ομαλά, τη δέκατη μέρα λίγο πριν ξεκινήσουν για την επιστροφή τους στη γη, έπαθε βλάβη το διαστημόπλοιο και ήταν σίγουρο πως θα καταστραφεί.

Το καπλάνι ήξερε πως η Λάικα κινδύνευε να πεθάνει από τη βλάβη που θα προκαλούσε υψηλή θερμοκρασία μέσα στο διαστημόπλοιο. Καθώς το καπλάνι βοηθούσε τη Λάικα να επιζήσει, είχε το γαλάζιο του μάτι ανοιχτό. Όμως ενώ και οι δυο τους πάλευαν για τη ζωή τους, το καπλάνι άνοιξε το μαύρο του μάτι και τότε όλα άλλαξαν. Ξαφνικά το καπλάνι αποφάσισε να αφήσει τη Λάικα να καεί.                                          Κωνσταντίνα Η. – Αναστασία Ζ., Α2

 

Μια καινούρια ζωή

Μια φορά κι έναν καιρό στη μακρινή Αφρική ζούσε το καπλάνι με τη μητέρα του. Ζούσανε ευτυχισμένα στο δάσος ώσπου συνέβη κάτι το αναπάντεχο. Μια ηλιόλουστη μέρα, έτσι όπως έπαιζαν δίπλα στο ποτάμι, ξαφνικά ακούστηκαν ήχοι από ελικόπτερα. Ήταν κυνηγοί! Η μητέρα άρπαξε γρήγορα το παιδί και έτρεξε ακόμη πιο βαθιά στο δάσος. Οι κυνηγοί όμως έπιασαν τη μητέρα και εκείνη φώναξε στο τιγράκι να τρέξει ακόμη πιο γρήγορα, αυτό όμως δεν τα κατάφερε και το πιάσανε. Οι κυνηγοί τότε άφησαν τη μητέρα  και πήραν μαζί τους το τιγράκι, επειδή σκοπός  τους ήταν να το βάλουν σε ζωολογικό κήπο.

Μετά το πέρασμα πέντε χρόνων ο τίγρης, πλέον, αποφάσισε να φύγει από τον ζωολογικό κήπο και να βρει τη μητέρα του, που τόσο πολύ λαχταρούσε. Μαζί με τη βοήθεια των άλλων ζώων κατάφεραν και έσπασαν την κεντρική πόρτα και βγήκαν όλα έξω. Οι κυνηγοί έτρεχαν γρήγορα για να τα φτάσουν, αλλά ήταν τόσο αποφασισμένα, που κανείς δεν τα έφτανε.

Το καπλάνι μετά από πολλά χιλιόμετρα διαδρομής έφτασε σε ένα δάσος. Όλα του φάνηκαν οικεία και κατάλαβε πως αυτό είναι το σπίτι του. Ρωτούσε τους πάντες για τη μητέρα του και εκείνοι του είπαν πως πέθανε από την αγωνία της γι’ αυτόν. Το καπλάνι στεναχωρήθηκε, αλλά αποφάσισε να κάνει μια καινούρια αρχή στη ζωή του.

Λίγες μέρες μετά ζευγάρωσε με μια όμορφη τίγρη και έκαναν τη δικιά τους οικογένεια, δίνοντας όρκο πως τίποτα δε θα τους χωρίσει.

Τριανταφυλλιά Η. – Αριστέα Δ., Α2

 

Το καπλάνι του μουσείου

Στον ζωολογικό κήπο της Βουδαπέστης το 1845 ανάμεσα στα υπόλοιπα ζώα υπήρχε μια τίγρη της Βεγγάλης. Ήταν δώρο του Ινδού βασιλιά στον βασιλιά της Αυστροουγγαρίας, για τα γενέθλιά του.

Μια μέρα, ένας φύλακας πήγε να ταΐσει την τίγρη και για κακή του τύχη ξέχασε την πύλη ανοιχτή, με αποτέλεσμα να δραπετεύσει. Έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε, ώσπου έφτασε στην όχθη του ποταμού Δούναβη. Μην ξέροντας πού να πάει, άρχισε να ακολουθεί το ρεύμα του ποταμού. Έτσι σιγά σιγά, έφτασε στα περίχωρα της Βιέννης. Εκεί, καθώς είχε ξεκινήσει η κυνηγετική περίοδος, το μέρος ήταν γεμάτο κυνηγούς. Έτσι, για κακή του τύχη, ένας κυνηγός, που βρέθηκε στον δρόμο του, τον πυροβόλησε με αποτέλεσμα να σκοτωθεί.

Ο κυνηγός, που είχε βγει προκειμένου να πιάσει ένα θήραμα για την οικογένειά του, μετέφερε το σκοτωμένο ζώο στην πόλη, για να μπορέσει να πουλήσει τη γούνα του και να πάρει κάποια χρήματα. Στο γουναράδικο που πήγε έτυχε να είναι εκεί μια αριστοκράτισσα που εντυπωσιάστηκε από το θήραμα του κυνηγιού. Ο άντρας της ήταν συλλέκτης ταριχευμένων θηραμάτων. Έτσι πρότεινε στον κυνηγό να το αγοράσει και αφού συμφώνησαν την τιμή και οι δυο έφυγαν ευχαριστημένοι για το σπίτι τους.

Ο άντρας της αριστοκράτισσας ταρίχευσε την τίγρη και την πρόσθεσε στη συλλογή του. Δυστυχώς, αυτός και η γυναίκα του μετά από λίγο καιρό πέθαναν. Επειδή δεν είχαν παιδιά, η συλλογή έμεινε αθέατη μέσα στο έρημο σπίτι για πολλά χρόνια…

Περίπου ενάμιση αιώνα μετά το 1845, το σπίτι αγοράστηκε από έναν πλούσιο έμπορο. Μπαίνοντας στο καινούριο του σπίτι, ο έμπορος ανακάλυψε τη συλλογή με το σπάνιο καπλάνι. Αντιλήφθηκε αμέσως την αξία του και το δώρισε στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Βιέννης. Από τότε έως σήμερα δεσπόζει στην είσοδο του μουσείου και  το θαυμάζουν κάθε χρόνο χιλιάδες επισκέπτες.                                                                            Μαριάννα Κ., Α2

Το καπλάνι και το μικρό παιδί

Κυριακή πρωί και ξυπνάω στην αγκαλιά της γιαγιάς μου. Είχα μείνει το βράδυ εκεί, γιατί οι γονείς μου είχαν πάει σε πάρτι, όμως είχαν αργήσει ανησυχητικά  πολύ για να έρθουν. Την ησυχία του σπιτιού διακόπτει απότομα ο επίμονος ήχος του κουδουνιού της εξώπορτας. Με χαρά τρέχω να αντικρίσω τα αγαπημένα πρόσωπα των γονιών μου. Προς έκπληξή μου όμως βλέπω έναν σοβαρό άντρα με στολή αστυνομικού.

– Πού είναι η γιαγιά σου; με ρωτάει.

Η γιαγιά ακούγοντας και αυτή το κουδούνι είχε έρθει προς την πόρτα αγκαλιάζοντάς με προστατευτικά, σαν να προαισθανόταν το κακό που είχε συμβεί.

-Τι συμβαίνει; ρωτάει η γιαγιά με ανήσυχο βλέμμα.

-Δυστυχώς έχω δυσάρεστα νέα. Έγινε ένα τροχαίο και τα παιδιά σας έχουν εμπλακεί σε αυτό.

Η γιαγιά καταρρέει, αλλά εγώ πρέπει να φανώ δυνατός. Και οι δύο μου γονείς είναι πλέον νεκροί και εγώ είμαι μόνος με μόνο στήριγμά μου την προχωρημένη σε ηλικία γιαγιά μου.

Οι επόμενοι δύο μήνες ήταν οι πιο δύσκολοι της ζωής μου. Τα πάνω κάτω είχαν έρθει. Άλλαξα σχολείο, σπίτι, πόλη και προσπαθούσα να προσαρμοστώ στην καινούρια μου ζωή. Στη γιαγιά μπροστά έδειχνα πάντα ότι έχω συμβιβαστεί με την απώλεια των δικών μου, αλλά από μέσα μου δεν το δεχόμουν. Η διέξοδός μου ήταν ένα συγκεκριμένο μέρος. Κάθε απόγευμα μετά τη δύση του ήλιου το παγκάκι μέσα στον ζωολογικό κήπο ήταν η μόνιμή μου θέση. Ακριβώς δίπλα η βιτρίνα με το καπλάνι.

Τις πρώτες μέρες απλώς καθόμουν δίπλα στο καπλάνι. Μετά όρθιος άρχισα να το παρατηρώ με λεπτομέρεια. Τότε συνειδητοποίησα τη διαφορετικότητα των ματιών του. Το ένα πράσινο και το άλλο μπλε. Τις επόμενες μέρες άρχισα να του μιλώ. Ήταν για μένα πλέον η καθημερινή απογευματινή μου συντροφιά. Αρχικά, του εξιστόρησα όλη μου τη ζωή, αλλά και τα τελευταία γεγονότα που είχαν συμβεί. Ένιωθα ότι το καπλάνι με άκουγε και έδειχνε ενδιαφέρον. Όλο και περισσότερο δενόμουν μαζί του.

Ήδη είχε περάσει ένας χρόνος και κάθε απόγευμα ήμουν εκεί. Πάντα κοιτούσα το καπλάνι κατάματα και του εξιστορούσα τις δυσκολίες μου και τους φόβους μου. Το καπλάνι ακίνητο μπροστά μου, αλλά τα μάτια του όχι και τόσο ή έτσι μου φαίνονταν εμένα. Όταν κάποιες φορές έκλαιγα, τα μάτια του γίνονταν  πιο υγρά.

Έτσι κύλησαν τα χρόνια. Η γιαγιά μου πέθανε και έμεινα εντελώς μόνος στον κόσμο. Αποκούμπι μου όμως εξακολουθούσε να είναι το καπλάνι. Πλέον ήμουν σίγουρος ότι και το καπλάνι είχε δεθεί μαζί μου. Από μακριά μπορούσα να διακρίνω το ανήσυχο βλέμμα του, αν καθυστερούσα στο απογευματινό μας “ραντεβού” και μετά την ηρεμία του, όταν με αντίκριζε. Μέσα από τα μάτια του μου διηγούνταν τη δική του ζωή, τις δυσκολίες του και πώς έγινε καπλάνι στη βιτρίνα. Είχαμε μια σχέση ιδιαίτερη και ο ένας ήταν απαραίτητος στον άλλο.

Στα χρόνια που πέρασαν είχα τελειώσει το σχολείο και το πανεπιστήμιο και, όταν έμαθα ότι υπήρχε κενή θέση φροντιστή στον ζωολογικό κήπο, δεν μπορούσα να κρύψω τη χαρά μου. Τώρα θα ήμουν κοντά στο καπλάνι αρκετές ώρες της ημέρας. Καθημερινά πολλοί ήταν οι επισκέπτες και δεν έχανα την ευκαιρία να εξιστορώ τις περιπέτειες του καπλανιού και τη διαδρομή του. Ολοένα και περισσότεροι ενδιαφέρονταν για το καπλάνι και όσο περνούσε ο καιρός η φήμη του ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Ο ζωολογικός κήπος είχε γίνει διάσημος και οι εισπράξεις κάθε μέρα  όλο και περισσότερες. Μέσω του καπλανιού έγινα και εγώ διάσημος και ο ιδιοκτήτης με έκανε διευθυντή του ζωολογικού κήπου! Το καπλάνι πλέον έχει περίοπτη θέση στον ζωολογικό κήπο και η ικανοποίησή μου είναι απερίγραπτη. Χάρη στο καπλάνι γνώρισα τη σύζυγό μου όταν επισκέφτηκε τον ζωολογικό κήπο και αποκτήσαμε δίδυμα παιδιά.                                                                                                                                                                                          Ευαγγελία Δ., Α2

Αγώνας για ζωή

Ήταν κάποτε ένα άρρωστο παιδάκι το οποίο είχε μια άγνωστη ασθένεια, που δεν είχε ξαναεμφανιστεί σε τέτοια μικρή ηλικία. Η γιαγιά του παιδιού το συντρόφευε κάθε βράδυ με τις ιστορίες ενός καπλανιού που θεράπευε τους αρρώστους και τους τραυματίες, την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το καπλάνι αυτό κυκλοφορούσε τις νύχτες που οι εχθροί δεν είχαν καλή ορατότητα, για να μπορέσουν να το δουν.

Με αυτές τις ιστορίες η γιαγιά έδινε θάρρος στο παιδί, για να μπορέσει να συνεχίσει τον δικό του αγώνα κατά της ασθένειάς του. Την ημέρα που οι γιατροί ανακοίνωσαν στο παιδί ότι δε θα μπορέσει να επιβιώσει, είδε στον ύπνο του το καπλάνι να του λέει: «Μη σταματήσεις ποτέ τον αγώνα σου σε αυτήν τη ζωή, γιατί μόνο εσύ μπορείς να καθορίσεις το πώς θα τη ζήσεις».

Μετά από εκείνη τη νύχτα άλλαξαν τα πάντα. Το παιδάκι συνέχισε να πολεμάει με θάρρος, επιμονή και πίστη στον εαυτό του, για να μπορέσει να βγει νικητής στον αγώνα της ζωής του.                                                                                                          Ελισάβετ Α., Μυρσίνη Γκ., Χάιντι Δ., Έφη Β., Α1

 

Το μετανιωμένο καπλάνι

Μια φορά κι έναν καιρό ένα βράδυ το καπλάνι είχε ανοιχτό το μπλε μάτι και τριγυρνούσε στην πόλη. Τότε είδε τον Κόσκορη να κλέβει το περίπτερο της κυρίας Αγγελικής και πήγε να τον πιάσει. Αλλά εκείνη τη στιγμή άνοιξε το μαύρο του μάτι κι άρχισε να κλέβει μαζί με τον Κόσκορη. Ο Κόσκορης μόλις είδε το καπλάνι, τρόμαξε κι έφυγε τρέχοντας. Το καπλάνι ξανάνοιξε το μπλε μάτι. Τότε κατάλαβε το λάθος του, άφησε τα πράγματα που πήρε και επέστρεψε στο σπίτι, γιατί είχε αρχίσει να ξημερώνει και η θεία Δέσποινα είχε κανονίσει επίσκεψη με τον Αμστραντάμ Πικιπικιράμ και τον δεσπότη.                                                                                                                                                                                                                                                                                                      Στράτος Β.- Νικόλας Γ., Α1

 

Τα μάτια του καπλανιού

Μια μέρα το καπλάνι ζωντάνεψε και βγήκε έξω στην πόλη μαζί με τη Μέλια και τη Μυρτώ. Εκείνη τη μέρα είχε ανοιχτό το μπλε του μάτι. Αμέσως μετά πήγαν μια βόλτα στο πάρκο. Όταν έφτασαν εκεί, άρχισε να φυσάει πολύ δυνατά, τόσο που ένα σκουπίδι τραυμάτισε το μπλε μάτι του και το καπλάνι άνοιξε το μαύρο του μάτι. Όμως όταν το καπλάνι είχε ανοιχτό το μπλε μάτι ήταν ήρεμο και φιλικό, ενώ όταν άνοιγε το μαύρο γινόταν άγριο και κατέστρεφε ό,τι έβρισκε  μπροστά του. Έτσι λοιπόν άρχισε να επιτίθεται στους ανθρώπους και να προκαλεί καταστροφές.  Τα κορίτσια έτρεξαν για να το ηρεμήσουν. Η Μέλια, επειδή είχε μια ιδιαίτερη αγάπη προς το καπλάνι, στάθηκε μπροστά του, έσκυψε και ήρθε στο ύψος του, ενώ η Μυρτώ πήγε από πίσω του και άρχισε να το χαϊδεύει.  Έτσι η Μέλια είχε την ευκαιρία να του περιποιηθεί την πληγή  και να το ηρεμήσει. Το καπλάνι συμπάθησε τα κορίτσια και άρχισε να τις υπακούει. Τα κορίτσια το είχαν σαν κατοικίδιο, το τάιζαν και το φρόντιζαν. Το καπλάνι έμαθε να ελέγχει τη δύναμή του και πλέον, όποιο μάτι και να είχε ανοιχτό, ήταν ήρεμο.

Δήμητρα Β.– Μαρίνα Β. – Αφροδίτη Γκ., Α1

Το καπλάνι και τα τρία γουρουνάκια

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρία γουρουνάκια, τα οποία ζούσαν όμορφα κι ωραία. Ώσπου μια μέρα άρχισε να βρέχει πολύ και να ρίχνει κεραυνούς. Το σπίτι τους διαλύθηκε και δεν είχαν πού να μείνουν. Για τρεις μέρες που έβρεχε, προσπαθούσαν  να καλυφθούν κάτω από τα δέντρα για να μη βρέχονται. Όταν η βροχή σταμάτησε, άρχισαν να προσπαθούν να φτιάξουν ξανά το σπίτι τους. Τη μέρα το έχτιζαν και τη νύχτα προσπαθούσαν να βρουν στέγη εκεί κοντά, για να κοιμηθούν. Την άλλη μέρα που πήγαν βρήκαν το σπίτι περισσότερο χτισμένο και κάποια υλικά να υπάρχουν εκεί. Δεν έδωσαν πολλή σημασία και συνέχισαν τη δουλειά για το σπίτι τους. Όταν όμως ήρθε το βράδυ, αποφάσισαν να κάτσουν εκεί κοντά και να παρακολουθήσουν εάν πάει κάποιος. Μετά από λίγη ώρα πήγε εκεί το καπλάνι και άρχισε να συνεχίζει το σπίτι. Τα τρία γουρουνάκια πήγαν να του μιλήσουν θυμωμένα. Το ρώτησαν γιατί βρισκόταν εκεί και ασχολείται με το σπίτι τους.  Εκείνο απάντησε ότι τους έβλεπε αρκετό καιρό και ήθελε να τους πλησιάσει, επειδή ζούσε έξω και μόνο. Ήθελε να γνωριστούν και να ζήσουν όλοι μαζί. Τότε τα τρία γουρουνάκια  λυπήθηκαν το καπλάνι και το άφησαν να ζήσει μαζί τους. Όταν τελείωσαν το σπίτι, ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.                                                                                                                            Αριστείδης Β. – Δημήτρης Δ., Α1

 

Μια ιστορία με το καπλάνι

Άλλη μία βαρετή Κυριακή έφτασε, όπως όλες τις άλλες. Αλλά τώρα που είμαστε στο Λαμαγάρι, οι Κυριακές γίνονται όλο και πιο διασκεδαστικές. Το μεσημέρι ήρθε ο Νίκος από τη χώρα. Κατά το απογευματάκι μαζευτήκαμε όλη η παρέα, για να μας πει ο Νίκος ιστορίες για το καπλάνι. Μία από αυτές είναι: «Μια μέρα του φθινοπώρου το καπλάνι πήγε βόλτα στη λαϊκή αγορά. Εφόσον είχε ανοιχτό το μπλε μάτι, ήταν όλα μια χαρά. Εκείνη την ημέρα όμως φυσούσε πολύ. Τότε μπήκε ένα σκουπίδι  στο γαλάζιο του μάτι και έτσι το καπλάνι αναγκάστηκε να ανοίξει το μαύρο του μάτι. Ξαφνικά αγρίεψε και άρχισε να σκορπάει τρόμο στη λαϊκή αγορά και να καταστρέφει ό,τι υπήρχε στους πάγκους. Εκείνη τη στιγμή είδε ένα θηλυκό καπλάνι. Αμέσως θαμπώθηκε από την ομορφιά της και την ερωτεύτηκε. Τότε άνοιξε το γαλάζιο μάτι και έγινε ήρεμο, όπως πριν. Το καπλάνι μάλιστα σύντομα έφτιαξε την οικογένειά του».

Μέλια                                                                                                          Μαρία Γ. – Κωνσταντίνα Β. Α1–  Νίκος Κ., Α2

 

Το πληγωμένο καπλάνι

Ήταν μια ήσυχη Κυριακή και το καπλάνι αποφάσισε να πάει μια βόλτα. Μου πρότεινε να πάω κι εγώ μαζί του. Περάσαμε πολλές ώρες κάνοντας βόλτες στο δάσος. Γυρνώντας από τον περίπατό μας, το χτύπησε ένα φορτηγό. Δεν ήξερα τι να κάνω. Νόμιζα πως πέθανε. Κάλεσα το ασθενοφόρο και ήλπιζα σε ένα θαύμα. Οι γιατροί μου είπαν πως θα χρειαστεί τεχνητά μέλη.

Μετά από τρεις εβδομάδες, το καπλάνι δεν είχε προσαρμοστεί τελείως, αλλά προσπαθούσε. Εγώ πίστευα πως ίσως δεν αντέξει, όμως σιγά σιγά αρχίζω να αλλάζω γνώμη. Ίσως να ήταν η θέλησή του να μείνει γερό ζωντανό και να μην παρατήσει ποτέ να προσπαθεί για το καλύτερο. Είμαι πολύ περήφανη για το καπλάνι μου. Μέχρι και σήμερα δεν είναι πλήρως καλά, αλλά συνεχίζει να παλεύει.                                                                                  Μαρίνα Κ., Α2

 

Το καπλάνι στον πόλεμο

Μια χειμωνιάτικη μέρα του 1940 το καπλάνι της βιτρίνας φύλαγε τις αποθήκες των Ελλήνων στα βουνά, ενώ πολεμούσαν με τους Ιταλούς. Οι Έλληνες χρειάζονταν έναν καλό φύλακα. Μια μέρα ένας Ιταλός πήγε να σαμποτάρει τα πυρομαχικά των Ελλήνων, αλλά το καπλάνι τα προστάτεψε. Βρυχήθηκε και ορμώντας στον Ιταλό έδιωξε τον Ιταλό σαμποτέρ.                                                                                                                                Γιάννης Δ., Α2

 

Το καπλάνι και ο Νίκος

Ο μεγάλος πόλεμος

Κατά την αρχαία εποχή, γύρω στον 32ο αιώνα π.Χ.  έγινε ο μεγαλύτερος πόλεμος στη γη  ανάμεσα σε μεγάλους πανίσχυρους λαούς. Δυστυχώς δεν έχουμε καθόλου γραπτά στοιχεία για τις λεπτομέρειες των μαχών. Κανείς δεν ξέρει τον λόγο που τελέστηκε αυτός ο πόλεμος. Η μοναδική πηγή  ένα γραπτό κείμενο που αναφέρει τις σπουδαιότερες   μάχες του 60ου-15ου αιώνα π.Χ., που συντάχθηκε από τέσσερα άγνωστα πρόσωπα το 300 π.Χ. Αρκετοί ειδικοί πιστεύουν ότι ο πόλεμος έγινε για τη διεκδίκηση γης. Άλλοι πιστεύουν ότι έγινε για να λύσουν τις διαφορές τους οι δύο λαοί.

1ο Μέρος: Ο Νίκος και το καπλάνι

Τον 20o  αιώνα μ.Χ. πλέον ένα μικρό παιδί, ο Νίκος, πρόκειται να δώσει απαντήσεις στο ερώτημα αυτό.  Από μωρό τον εγκατέλειψε ο πατέρας του για να ασχοληθεί με αυτόν τον μυστηριώδη πόλεμο. Κανείς δεν τον ξαναείδε από τότε. Τον αγαπούσε όμως ο μικρός Νίκος και ήλπιζε πως κάποια μέρα θα τον ξαναδεί.

Ο πατέρας του τού είχε αφήσει ένα καπλάνι, που η  μητέρα  του το κράταγε στην πίσω αυλή τους. Το καπλάνι έμενε ξύπνιο όλη μέρα χωρίς να κοιμάται και μπορούσε να κάνει απίστευτα πράγματα,  ακόμα και για έναν άνθρωπο. Μια μέρα είχε πηδήξει έναν ολόκληρο φράκτη πέντε μέτρων! Ο Νίκος προσπαθούσε συνεχώς να πείσει τη μητέρα του πως δεν είναι ένα τυχαίο ζώο και ότι ο μπαμπάς του το άφησε για κάποιον λόγο, όμως αυτή δεν το δεχόταν.

2ο Μέρος: Τα μυστηριώδη γράμματα

Τα χρόνια κυλούσαν. Ο Νίκος δεν μπορούσε να βρει τίποτα για τον πατέρα του κι έτσι σταμάτησε να ψάχνει. Όμως στα δέκατα όγδοα γενέθλιά του η μητέρα του  έδωσε γρήγορα την τούρτα του μόλις ξύπνησε και του είπε να ντυθεί, για να του δείξει κάτι. Ο Νίκος δεν έφαγε καν την τούρτα και ντύθηκε αμέσως. Νόμιζε πως θα ήταν κάτι για τον πατέρα του. Ένιωθε ενθουσιασμένος αλλά και πολύ φοβισμένος. Η μητέρα του τον πήγε στην πίσω αυλή και του έδειξε δύο γράμματα από τον πατέρα του, που ήταν κρυμμένα στο σπιτάκι του καπλανιού. Ήταν από τον πατέρα του και έγραφαν:

12 Ιανουαρίου 1922 (14 ημέρες πριν)

Αγαπητέ Νίκο,

Όπως θα γνωρίζεις έχω φύγει στην Ευρώπη για να βρω στοιχεία για τον πόλεμο του 32ου αιώνα π.Χ. Σύντομα θα με δεις!!!

17 Ιανουαρίου 1922 (9 ημέρες πριν)

Αγαπητέ Νίκο,

Δυστυχώς έχω συναντήσει ένα πολύ αλλόκοτο φαινόμενο. Τα κύματα της θάλασσας κινούνται κυκλικά, ενώ ο άνεμος μεταφέρει συνεχώς πολύ ζεστούς υδρατμούς σαν να είναι καλοκαίρι. Βρισκόμαστε σε ένα ακατοίκητο, μη χαρτογραφημένο νησί  06_55_04_Βόρεια_158_11_06 Ανατολικά. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου αυτό το φαινόμενο προκαλείται από την έκλειψη του ηλίου και από τα υποβρύχια ρεύματα. Δε μας έχει μείνει σχεδόν καθόλου τροφή. Έλα όσο πιο γρήγορα μπορείς, για να σώσεις τις θεωρίες μου. Να φέρεις και το καπλάνι σου, είναι πολύ καλά εκπαιδευμένο.

3ο  Μέρος: Η κατασκευή του πλοίου και το ταξίδι στον ωκεανό

Μόλις ρώτησε τη μητέρα του τι γνώριζε η ίδια για τον πατέρα του, έλυσε το καπλάνι και το πήγε στο δωμάτιό του να ελέγξει όλες τις ικανότητές του. Μπορούσε να τρέξει με ταχύτητα 25 χιλιόμετρα την ώρα και να ανιχνεύσει ό,τι υλικό του έδειχνες. Ήταν το ικανότερο ζώο που είχε δει ο Νίκος!

Μετά από όλα αυτά άρχισαν να φτιάχνουν ένα πλοίο που να μπορεί να αντιμετωπίσει τις πιο δύσκολες συνθήκες. Το καπλάνι έβρισκε όλα τα υλικά που χρειαζόντουσαν για την κατασκευή του. Ο Νίκος έμεινε άφωνος όταν είδε πως το καπλάνι έφερε ένα σπάνιο υλικό τελείως άθραυστο αλλά πάρα πολύ ελαφρύ. Άρχισε να καταλαβαίνει πως ίσως το καπλάνι είναι όχι απλώς ένα καλά εκπαιδευμένο ζώο αλλά και πολύ σπάνιο. Δούλευαν μέρα νύχτα για πέντε ημέρες.

Το καράβι κατασκευάστηκε και πλέον ήταν έτοιμοι να το ρίξουν στην θάλασσα. Θα άντεχε τα πάντα. Είχε κατάρτια από γερό πανί από το παλιό καλό του κοστούμι. Επίσης το κατάστρωμά του από ένα άθραυστο και ελαφρύ είδος ξύλου. Τέλος το τιμόνι από μέταλλο και δίπλα του ήταν ένα ακριβό τηλέφωνο.

Το ταξίδι άρχισε. Καθώς έφευγε από τη Νέα Υόρκη, η μητέρα του προσευχόταν να γυρίσει πίσω σύντομα. Μάλιστα του είχε γεμίσει όλη την αποθήκη με τρόφιμα για αυτόν και με τροφή για το καπλάνι. Ο καιρός ήταν καλός και ένας δυτικός άνεμος φυσούσε. Ήταν οι κατάλληλες συνθήκες για αυτό το ταξίδι. Αλλά μόλις απομακρύνθηκαν αρκετά, κοντά στις Βερμούδες μια μεγάλη θαλασσοταραχή ξέσπασε και κάτι τους τραβούσε προς τα κάτω. Εκείνη τη στιγμή πανικοβλήθηκαν και ο Νίκος έτρεξε αμέσως στο τιμόνι για να ξεφύγει από τη θαλασσοταραχή. Το καπλάνι προσπαθούσε να τραβήξει το σχοινί και να ανεβάσει τα κατάρτια. Τελικά κατάφεραν να γλιτώσουν χωρίς να πάθουν κάποια σοβαρή ζημιά.

Το ταξίδι τους συνεχίστηκε ομαλά και σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Νίκου βρίσκονταν στη μέση της διαδρομής τους. Μόνο τρεις ημέρες υπομονή έπρεπε να κάνει ο Νίκος για να δει τον πατέρα του.

4ο Μέρος: Η περιπέτεια στο νησί και το τηλεφώνημα από τον πατέρα του Νίκου

Οι υπολογισμοί του Νίκου βγήκαν σωστοί και μετά από τρεις ημέρες έφτασαν στον προορισμό τους. Ο Νίκος έριξε την άγκυρα γρήγορα κάτω και μαζί με το καπλάνι πήγαν να δουν μετά από 18 χρόνια τον πατέρα του Νίκου. Άρχισαν να ψάχνουν με επιμονή το νησί που  ήταν πολύ μικρό κι έτσι σε δύο περίπου ώρες το είδε όλο.

Ήταν ένα πανέμορφο νησί και κρίμα που ήταν ακατοίκητο. Είχε λαμπερά και πεντακάθαρα νερά. Επίσης η γη του ήταν πολύ εύφορη και πολύ πλούσια και το καπλάνι βρήκε  παράξενα φρούτα και πολύ χρυσό, διαμάντια και ασήμι. Ο Νίκος μαζί με το καπλάνι μάζεψαν τα παράξενα φρούτα και τους πολύτιμους λίθους και τα πήγαν στο πλοίο.

Στο πλοίο ακουγόταν το τηλέφωνο. Ο Νίκος άφησε γρήγορα τα σακιά με τα υλικά που μάζεψε και σήκωσε το τηλέφωνο. Ακουγόταν μια ανδρική φωνή που του φαινόταν κάπως γνωστή. Ήταν ο πατέρας του, ο Αλέξανδρος! Το φαινόμενο που τον ταλαιπωρούσε υποχώρησε και έφτασε στη Νέα Υόρκη με πολλά χρήματα. Δυστυχώς όμως έχασε την έρευνά του σε μια θαλασσοταραχή  στις Βερμούδες. Ο πατέρας του τον συμβούλεψε να γυρίσει πίσω, όμως ο Νίκος ήθελε να καταφέρει να βρει την έρευνα του πατέρα του. Ο πατέρας του δεν μπόρεσε να του αλλάξει γνώμη, έτσι  του είπε πως όλα τα στοιχεία θα τα βρει μέσα σε έναν καταρράκτη στο νησί που είχε παγιδευτεί  06_55_04_Βόρεια_158_11_06 Ανατολικά. Σ’ αυτό το νησί βρισκόταν τώρα ο Νίκος.

Χωρίς καθυστέρηση ο Νίκος και το καπλάνι άρχισαν να ψάχνουν τους καταρράκτες. Βρήκαν μόνο έναν τεράστιο καταρράκτη που έμοιαζε σαν ένα πρόσωπο. Ο Νίκος άρχισε να σκέφτεται τι εννοούσε ο πατέρας του, αλλά, μόλις είδε το καπλάνι να μπαίνει μέσα στον καταρράκτη, κατάλαβε πως ήταν μια κρυφή είσοδος.

Ήταν μια σπηλιά που είχε πολλές τοιχογραφίες σχετικά με τον πόλεμο του 36ου αιώνα π.Χ. Τότε ο Νίκος έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτί και μια πένα και άρχισε να καταγράφει όλα όσα έβλεπε. Το μυστήριο είχε λυθεί. Κανείς δε θα το φανταζόταν πως ο μεγαλύτερος πόλεμος στην ιστορία έγινε απλώς επειδή ένας πολίτης είπε στους δύο βασιλιάδες ότι έπρεπε να συμφιλιωθούν.

5ο Μέρος: Η επιστροφή του Νίκου από την περιπέτεια

Ο Νίκος με το καπλάνι ήταν πλέον οι λύτες του μεγάλου μυστηρίου. Μετά από αυτήν την περιπέτεια γύρισαν ασφαλείς στη Νέα Υόρκη μαζί με τη μεγαλύτερη περιουσία που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος, τη δόξα και με πολλά εκατομμύρια χρήματα από τους πολύτιμους λίθους.  Ο Νίκος γνώρισε επιτέλους τον πατέρα του και έζησε όλη η οικογένεια μαζί με το καπλάνι   πλούσιοι, ενωμένοι και ευτυχισμένοι για την υπόλοιπη ζωή τους.

Σταύρος Δ., Α2

Κατηγορία Διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου "Το καπλάνι της βιτρίνας", Λογοτεχνία Α | 29 Σχόλια »



Αφήστε μια απάντηση