Σύνδεσμοι

Αναζήτηση

Γνωριμία με το βιβλίο της Λογοτεχνίας

28 Σεπτεμβρίου 2017 από και με ετικέτα ,

Κάνοντας μια πρώτη γνωριμία με το βιβλίο της Λογοτεχνίας της Β΄ Γυμνασίου, επιλέξαμε τίτλους κειμένων από τα Περιεχόμενα του βιβλίου και γράψαμε τις δικές μας ιστορίες:

Η παράξενη μέρα

ΑΘΗΝΑ

Μια μέρα εκεί που καθόμασταν στον καναπέ, αποφασίσαμε να διαβάσουμε το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ,  η οποία έτυχε να είναι η Άννα του Κλήδονα. Ξαφνικά μας έπιασε ο ύπνος. Την επόμενη μέρα μάς ξύπνησε η μάνα του Γιάννη και μας είπε πως βρισκόμασταν στην Αθήνα, στην πόλη με τις χαλασμένες γειτονιές και με τους έξι χιλιάδες νέους και με τα εκατομμύρια μαγαζιά.

Γιάννης, Αντώνης, Αντώνης, Τζανέρ, Χάρης Β1

                                      Θάλασσα και ύπαιθρος

LEYKADA

Ξυπνάμε και η θάλασσα ξυπνά μαζί μας. Θα κάναμε βόλτες στα ερημωμένα χωριά, πίνοντας ήλιο κορινθιακό, όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν. Τώρα που φεύγουμε θα μου λείψει η εξοχική Λευκάδα και οι Κυριακές στη θάλασσα.

Χρήστος, Χρήστος, Γεωργία, Έφη Β1

                                 

Η ιστορία του δαχτυλιδιού

RING

Κάποια Χριστούγεννα στις χαλασμένες γειτονιές της Αθήνας, ένα παλιό μήνυμα για τον σύγχρονο κόσμο φτάνει στα χέρια ενός ζευγαριού, του Τάκη-Πλούμα και της Άννας του Κλήδονα. Το μήνυμα αυτό ήταν από το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ. Τότε το ζευγάρι πήγε στο άσπρο ξωκκλήσι για να ρωτήσει τον παπά στην εκκλησία τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Ο παπάς άφησε αναπάντητο το ερώτημα του ζευγαριού. Τρεις μέρες αργότερα έξι χιλιάδες νέοι κατέφθασαν μ΄ένα δαχτυλίδι. Ταραχή στην πόλη! Ο παπάς τηλεφώνησε στο ζευγάρι και τους είπε την ιστορία του δαχτυλιδιού και τι σχέση είχε με το γράμμα. Η μάνα του Βασίλη ζούσε στα ερημωμένα χωριά, εκεί που έζησε και δοξάστηκε ο Διγενής. Η κυρία Νίτσα,  κάθε φορά που τη ρωτούσε ο μονάκριβός της γιατί αγαπούσε τόσο πολύ αυτόν τον τόπο,  εκείνη τον κοιτούσε μ΄ένα βλέμμα όλο φως και απαντούσε: «Εδώ ξυπνάμε και η θάλασσα ξυπνά μαζί μας. Οι Κυριακές στη θάλασσα, πίνοντας ήλιο κορινθιακό μου δίνουν τόση χαρά, όση ένιωσα όταν πρωτοκατέβηκα στη Σμύρνη, στα καμένα χώματα, χρόνια μετά τη μεγάλη καταστροφή».

Ο Βασίλης ήταν ο μοναχογιός της, που τον μεγάλωσε μόνη, όσο καλύτερα μπορούσε στην εξοχή και δίπλα στη θάλασσα στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας. Μάνα και πατέρας μαζί, καθώς η ζωή την τιμώρησε με την εσχάτη των ποινών, όταν έχασε τον άντρα της σε ένα ταξίδι του εις Σάμον. Μάταια περίμενε την επιστροφή του Αντρέα, ο Βασίλης προσευχόταν κάθε βράδυ να τον δει να περνάει το κατώφλι του σπιτιού, όμως ο μπαμπάς δεν ερχόταν. Όταν τον έπιανε το παράπονο, εκείνη του διηγούνταν ξανά και ξανά τα δύο ταξίδια που πρόλαβε να κάνει με τον καπετάνιο της ζωής της, με τόση γλύκα, όση το γλυκό του κουταλιού. Μια Κυριακή στην Κνωσό μού χάρισε αυτό το δαχτυλίδι, έλεγε κλείνοντάς το αρχικά στην παλάμη της και μετά του μιλούσε για την ιστορία του λαβύρινθου και για το πόσο όμορφα περάσανε στην εξοχική Λευκάδα. Τα βράδια τον έκλεινε στην αγκαλιά της και ψιθύριζε νανούρισμα στον γιο μου, τον μονάκριβό μου και έλεγε παραμύθια για ένα παιδί που κοιμάται και για τον μικρό πρίγκιπα και την αλεπού.

Τα καλοκαίρια κυλούσαν όμορφα για τον Βασίλη, παίζοντας ποδόσφαιρο με την τοπική ομάδα και περιμένοντας το πανηγύρι για να δει τον Καραγκιόζη, ένα ελληνικό θέατρο σκιών. Όταν τέλειωναν όμως, ο Βασίλης μουρμούριζε: «Και πάλι στο σχολείο…» Βγαίνοντας από το σχολείο, μόλις στα 12, πήγε σε ένα γραφείον ευρέσεως εργασίας και ήταν Πάσχα τ΄Απρίλη όταν της είπε ότι θα φύγει στα καράβια. Θέλω να πα στην ξενιτιά μάνα και εκείνη του έδωσε το δαχτυλίδι της και έμεινε να κουνά το μαντίλι όπως έφευγε μακριά της με το λεωφορείο.

Της έστελνε γράμματα απ΄όπου πήγαινε. Της έγραφε για το Τόκιο, για το πώς δάκρυσε όταν άκουσε το τραγούδι του Γιανγκ, για το πόσο όμορφα ήταν τα μαλαισιακά τραγούδια και τα λουλούδια της Χιροσίμα. Έλεγε πως άνθρωποι και δελφίνια κολυμπούσαν μαζί. Και εκείνη ευχαριστούσε τον δάσκαλο που της τα διάβαζε: «Να ‘σαι καλά δάσκαλε» του έλεγε και τραγουδούσε το ξενιτεμένο μου πουλί.

Εάν επέλεγε έναν τίτλο για το χρονικό της ζωής της αυτός θα ήταν η τρίπλα των ονείρων, γιατί δεν ευτύχησε να δει όσα ονειρεύτηκε. Η θάλασσα της έκλεψε άντρα και παιδί. Τα παιδιά είναι το δέλεαρ του Θεού, έλεγε. Τα βλέπει ο άνθρωπος που πετάν ελεύθερα και θέλει να τα ακολουθήσει πέρα από τον ορίζοντα και δε σκέφτεται ότι ο ορίζοντας δε φτάνεται. Όταν χάνεις τον άντρα, σού ραγίζει η καρδιά, όμως όταν πεθαίνει ένα παιδί, σου κόβεται η ανάσα και δε ζεις πια.

Ο παπάς σταμάτησε να μιλά και έδειξε στο ζευγάρι το δαχτυλίδι μαζί μ΄ένα γράμμα που ξέβρασε η θάλασσα κάπου στην ανατολή, μέσα στο μπουκάλι που πρόλαβε να τα βάλει ο Βασίλης πριν βυθιστεί το καράβι.  Ο ψαράς που το βρήκε διάβασε το τελευταίο γράμμα του  γιου στη μάνα και αποφάσισε να το ανεβάσει στο διαδίκτυο, ζητώντας από νέους σε όλο τον κόσμο να βοηθήσουν να επιστρέψει στην Ελλάδα, στην εκκλησιά που ο Βασίλης άναψε το τελευταίο του κερί πριν ανέβει στο καράβι.

«Αν θέλετε να μάθετε γιατί πήρατε το μήνυμα,  φροντίσετε να μάθετε ποιος το έστειλε, μοιραστείτε το όπως κι ο ψαράς με όσους περισσότερους ανθρώπους μπορείτε, γιατί μπορεί να είστε απλά μια στάση του ταξιδιού του», είπε ο παπάς στο ζευγάρι.

Δήμητρα-Ραφαέλα, Μαντώ, Σερκάν, Χρήστος Β1

Κατηγορία Λογοτεχνία Β | 29 Σχόλια »



Αφήστε μια απάντηση