Το μάθημα αυτό ήρθε στη θέση της «Πολιτικής παιδείας» Β΄ Λυκείου, και είναι γραπτώς εξεταζόμενο μόνο για τους μαθητές των θετικών σπουδών. Το Υπουργείο Παιδείας με εγκυκλίους καθορίζει την ύλη, το περιεχόμενο των ενοτήτων καθώς και τον τρόπο παραγωγής και διάρθρωσης των θεμάτων για την τελική γραπτή εξέταση. Το σχολικό εγχειρίδιο θέτει τους στόχους και ενδεικτικά , το χρόνο που συνίσταται να αφιερωθεί σε κάθε ενότητα.   Η διδακτική πρόταση, η μορφή του βιβλίου και η διάρθρωση της ύλης (μορφή project) σκοντάφτει σε σημαντικά εμπόδια και η όλη προσπάθεια κινδυνεύει ν’ απαξιωθεί από την πρώτη κιόλας χρονιά εφαρμογής της.

  Ένα πρώτο εμπόδιο αποτελεί η έλλειψη, από μεγάλο κομμάτι μαθητών, ακόμα και των στοιχειωδών γνώσεων στα θέματα που προτείνεται  να διδαχθούν. Αυτό οφείλεται , ως’ ένα βαθμό και στην μερική ή παντελή σε πολλές περιπτώσεις, άγνοια της ύλης, κυρίως εκείνης που αφορά στο μάθημα «Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή» Γ΄ Γυμνασίου. Το συγκεκριμένο μάθημα και ο τρόπος διδασκαλίας του αποτελεί προαπαιτούμενο. Το ίδιο συμβαίνει και με την «Πολιτική Παιδεία Α΄ Λυκείου. Πρακτικά το ζήτημα προκύπτει κυρίως από συνεχείς ερωτήσεις κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας, που είναι απόλυτα δικαιολογημένες όπως κι αυτονόητο είναι, ότι πρέπει ν’ απαντηθούν. Αυτό οδηγεί σε εκτροχιασμό κάθε προγραμματισμού. Ακόμα κι ανάμεσα στα τμήματα προκύπτει η ανάγκη διαφορετικού προγραμματισμού ενώ είναι αδύνατο να τηρήσει κάποιος το ενδεικτικό πρόγραμμα των οδηγιών.  Καλείται λοιπόν σε πολλές περιπτώσεις ο διδάσκων ν’ αποφασίσει τι μέρος από την προβλεπόμενη ύλη θα καλύψει και σε πόσο χρόνο. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι μαθητές δεν έχουν διδαχθεί ποτέ επίσημα κάτι για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πόσο θα πρέπει να σταθεί ο διδάσκων στη συγκεκριμένη ενότητα και τι γνώσεις θα προλάβει να καλύψει; Πώς θα κατανοήσει κάποιος τη λειτουργία της ΕΕ αν δε γνωρίζει τίποτα σχετικά με την Ευρωπαϊκή επιτροπή; Πως ας πούμε, θα καταλάβει τι σημαίνει «πολιτικό έλλειμμα»; Έχουμε λοιπόν από τη μια το πολύ θετικό γεγονός της αυξημένης συμμετοχής των μαθητών στον προβληματισμό για το σύγχρονο κόσμο και από την άλλη, την απουσία στοιχειωδών γνώσεων απαραίτητων για κατανόηση ή προβληματισμό και τις οποίες γνώσεις, αδυνατούμε να καλύψουμε έστω και με απλή αναφορά .

   Ένα δεύτερο εμπόδιο είναι ο τρόπος προσέγγισης της ύλης. Στο Λύκειο οι μαθητές έχουν προσανατολιστεί σε έναν άλλο, γνωστό σε όλους, τρόπο προσέγγισης των μαθημάτων, περισσότερο ή και αποκλειστικά «εξετασιοκεντρικό» , με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται ή και να αδυνατούν, να κατανοήσουν τόσο τον τρόπο προσέγγισης, όσο και τον τρόπο αξιολόγησης τους στο παραπάνω μάθημα. Η προτεινόμενη διδακτική πρόταση και οι οδηγίες για την παραγωγή των θεμάτων, οδηγούν, κατ’ ανάγκη θα έλεγα, σε θέματα εντελώς διαφορετικού περιεχομένου από ότι έχουν μέχρι τώρα συνηθίσει οι μαθητές να αντιμετωπίζουν στα περισσότερα μαθήματα. Αυτό είναι βέβαια θετικό για την αποφυγή της στείρας αποστήθισης, αλλά θα έπρεπε να υποστηρίζεται και με άλλους τρόπους ώστε να παράγει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

  Καλύτερη υποστήριξη, πολύ πιο συγκεκριμένες οδηγίες κι ανάθεση της διδασκαλίας των προαναφερόμενων μαθημάτων σε ειδικότητες σχετικές με τ’ αντικείμενα, ίσως είναι τα πρώτα απολύτως απαραίτητα. Διαφορετικά, όπως έχει γίνει και σε άλλες περιπτώσεις,  κάθε διδάσκων , ανάλογα και με τις συνθήκες που αντιμετωπίζει,  κάνει ότι τον βολεύει περισσότερο. Αυτό έχει ως συνέπεια να απαξιώνεται το μάθημα και να υπολείπεται της τεράστιας σημασίας που έχει στο πρόγραμμα σπουδών του Λυκείου η  «Πολιτική παιδεία», ιδιαίτερα στις παρούσες συνθήκες.

Αυτή η εργασία έχει άδεια χρήσης Creative Commons Αναφορά-Μη Εμπορική Χρήση 4.0.