kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Χρήσιμο Ορθόδοξο γλωσσάρι (Α)

Συγγραφέας: kantonopou στις Οκτώβριος 16, 2008

den.jpg

Άβατον:
Ιερός τόπος, στον οποίο δεν μπορεί κανείς να εισέλθει. Α.Μοναστήρι είναι η Μονή στην οποία απαγορεύεται η είσοδος γυναικών και αντιθέτως, για γυναικείες Μονές, στις οποίες απαγορεύεται η είσοδος ανδρών. Α. Αγίου Όρους. Α. σε άνδρες και γυναίκες είναι και το Άγιo Βήμα των Ιερών Ναών στο οποίο πρέπει να εισέρχονται ΜΟΝΟ όσοι έχουν ειδική άδεια για να υπηρετήσουν το Λειτουργό Ιερέα.

Αββάς:
Τίτλος, που αρχικά χρησιμοποιήθηκε στην Αίγυπτο και στη Συρία, γι? αυτούς που εκτελούσαν χρέη πνευματικού οδηγού, όταν ο αναχωρητισμός άρχισε να μεταμορφώνεται σε κοινόβια. Αναγνωριζόταν η αγιότητα και η πείρα τους, είτε με εκλογή, είτε με φυσική αναγνώριση της αρετής τους, λόγω της μακροχρόνιας και ευλογημένης ασκήσεώς τους. Αργότερα ο όρος αντικαταστάθηκε στην πρώτη περίπτωση (εκλογή) από τη λέξη ?ηγούμενος?. Ανάλογος της λέξεως Αββάς υπήρξε αργότερα στη Ρωσία ο όρος ?Στάρετς?.

Αίνοι:
Καλούνται οι ψαλμοί ρμη’ (148), ρμθ’ (149) καί ρν’ (150), όχι μόνο επειδή προτάσσεται στούς περισσότερους στίχους αυτών η λέξη ?αινείτε?, αλλά και διότι οι τρεις αυτοί ψαλμοί είναι κατά το περιεχόμενο ένας αίνος και ένας ευχαριστήριος ύμνος στον Θεό. Στις Ιερές Μονές ψάλλονται, μόνοι ή μετά τροπαρίων, πανηγυρικά, στο τέλος του Όρθρου. Τα τροπάρια αυτά σαν εφύμνιο των στίχων των αίνων καλούνται στιχηρά των αίνων ή, κατά συνεκδοχή, ?αίνοι?. Στους Ιερούς Ναούς των πόλεων, συνήθως, αυτοί οι ?αίνοι? μόνο ψάλλονται. Όταν τελεiται Όρθρος καθημερινής καί δέν ύπάρχουν τροπάρια αiνων, αναγινώσκονται ή ψάλλονται οι αίνοι (οι τρεις ψαλμοί)

Ακηδία:
Με τη στενή έννοια είναι η αμέλεια, η αφροντισιά, η αδιαφορία, η παραίτηση από κάθε πνευματική εργασία (ψαλμωδία, προσευχή, μελέτη, εκτέλεση κανόνα κ.λπ.). Με την ευρύτερη έννοια είναι η γενική ψυχοσωματική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αρνητική τοποθέτηση του ανθρώπου στη ζωή: αϋπνία, ανορεξία, απελπισία, μελαγχολία,συγκεχυμένες? σκέψεις και τάση αυτοκαταστροφής.

Ακροβυστία:
Το τμήμα της πόσθης, του ανδρικού γεννητικού οργάνου, το οποίο κατά την περιτομή κόβεται, ή, το κομμένο τμήμα της πόσθης (βλ. Περιτομή).

Ακροστιχίς, ίδα:
Τα αρχικά γράμματα των Κοντακίων ή τών Κανόνων, ή των Ιαμβικών στίχων, που σχηματίζουν την αλφάβητο ή το όνομα του Υμνογράφου ή κάποια άλλη λέξη.

Αλληλουάριο:
Τριπλό αλληλούϊα, που ψάλλεται ως εφύμνιο βιβλικών ή ψαλμικών στίχων ή μετά το Αποστολικό Ανάγνωσμα. Όταν παρεμβάλλονται και ψάλλονται και οι δύο στίχοι που υπάρχουν (ή προβλέπονται, στούς ?Αποστόλους? τών καθημερινών) μετά τον ?Απόστολον? των Κυριακών, ψάλλεται τρεις φορές (επί τρία).

Αλληλούϊα:
Εβραϊκή λέξη που σημαίνει ?Αινείτε τον Θεόν?. Μπήκε στη χριστιανική λατρεία μαζί με τους ψαλμούς από την ιουδαϊκή λατρευτική πράξη. π.χ. στον Εξάψαλμο, στη Θ΄ Ώρα, στις στάσεις του Ψαλτηρίου κ.λπ. και ιδιαίτερα στις ακολουθίες της Μεγ. Τεσσαρακοστής.

Αμαρτία:
Η διακοπή των σχέσεων του ανθρώπου με τον Θεό, που γίνεται με λόγια, με έργα ή με τη διάνοια. Είναι η ανυπακοή του πλάσματος προς τον Πλάστη. Συνέπειες της αμαρτίας: Η ρήξη ανάμεσα στον άνθρωπο και στον Θεό εισάγει και μια ρήξη ανάμεσα στα μέλη της ανθρώπινης κοινωνίας (αρχής γενομένης από το πρώτο ζευγάρι. Γεν. β΄, 18.23΄ γ΄, 16΄ δ΄, 8.24), αλλά και την εμφάνιση μεταξύ Θεού και ανθρώπου τρίτου προσώπου? του διαβόλου. Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και την ανθρώπινη βούληση – προαίρεση – διάθεση καταπολεμείται η αμαρτία και επανέρχεται ο άνθρωπος στην περιοχή του θείου θελήματος, λόγω της νίκης του Χριστού κατά της αμαρτίας, του διαβόλου και του κόσμου (Ιω. Ιστ΄, 33).

Αμήν:
Εβραϊκή λέξη που έμεινε αμετάφραστη και σημαίνει: ναι, βέβαια, μακάρι, σίγουρα, είθε να γίνει, γένοιτο. Όταν κανείς λέει Αμήν, διακηρύσσει ότι θεωρεί αληθινό αυτό που μόλις ειπώθηκε, έτσι ώστε να επιβεβαιώνει μια πρόταση, ή να μετέχει, με αυτή τη λέξη, σε μια προσευχή.

Άμωμος:
Ο ριη΄ (118) ψαλμός. Ονομάστηκε έτσι επειδή αρχίζει με τη λέξη «Άμωμοι εν οδώ…». Διαβάζεται στο Μεσονύκτικό, στις κηδείες και στις Παννυχίδες.

Αναβαθμοί:
Α. λέγονται οι δέκα πέντε ψαλμοί ριθ΄- ρλγ΄ (119-133) τής Π. Διαθήκης που ψάλλονταν κατά τις αναβάσεις των Ιουδαίων στην Ιερουσαλήμ σε περιπτώσεις μεγάλων εορτών. Σήμερα στη θέση των ψαλμών ψάλλονται 75 τροπάρια των αναβαθμών της Οκτωήχου, τα οποία ο υμνωδός ερρανίσθη από τους 15 ψαλμούς και ψάλλονται στον Όρθρο κάθε Κυριακής (7 ήχοι x 9 τροπάρια + ο πλ. τοy δ; χ 12 = 75 Αναβαθμοί). Οί Α. αυτοί ανά τρεις αποτελούν ένα αντίφωνο (7 ήχοι x 3 + ο πλ. τού δ’ x 4 = 25 Αντίφωνα). Οι ωδές αυτές τών Α. ψαλλόμενες στις Εκκλησίες συμβολίζουν την ψυχική ανάταση των χριστιανών όχι στο Ναό τον επίγειο, αλλά σ? αυτόν τον αχειροποίητο Ναό του Θεού, τον Ουράνιο.

Ανάγνωσμα:
Περικοπή από τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, από τις Επιστολές (ή Πράξεις) και το Ιερό Ευαγγέλιο που διαβάζεται στις Ακολουθίες της Εκκλησίας και στη Θεία Λειτουργία.

Αναγνώστης:
Κατώτερος Κληρικός, καθιερωμένος στο λειτούργημα αυτό με χειροθεσία Επισκόπου. Είναι επιφορτισμένος με την ανάγνωση των διαφόρων αναγνωσμάτων (χύμα ή εμμελώς) της Λατρείας μας.

Ανάθεμα ή Αφορισμός:
Είναι η έσχατη εκκλησιαστική ποινή σε χριστιανούς που παραποίησαν την εκκλησιαστική τους συνείδηση και βαρειά-αμετανόητα αμαρτάνουν, ή περιέπεσαν σε αίρεση. Αφορισμός ανθρώπου σημαίνει αποκοπή από το σώμα της Εκκλησίας και τη χριστιανική κοινότητα. Αίρεται μετά από ειλικρινή και έμπρακτη μετάνοια. Ανάθεμα = Εις Θεόν ανατίθημι? για την τελική από Αυτόν κρίση.

Ανακομιδή:
Η μεταφορά των λειψάνων ενός Αγίου στον τόπο ή στο Ναό του Αγίου.

Ανάμα ή Νάμα:
Το κατάλληλο κόκκινο κρασί που προσφέρεται για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας.

Αναστασιματάριο:
Μουσικό εκκλησιαστικό βιβλίο που περιέχει αναστάσιμους ύμνους από την Οκτώηχο.

Ανάσταση νεκρών:
Είναι κατ’ εξοχήν χριστιανική διδασκαλία και δόγμα της πίστεώς μας. Την έκήρυξε ο Χριστός και την επιβεβαίωσε με τη δική Του Ανάσταση. Θα πραγματοποιηθεί κατά τή β΄ Παρουσία του Kυρίου. Τότε οι νεκροί θ? αναστηθούν για ν? ακολουθήσει η τελική κρίση. Όσοι εκείνη την περίοδο θα ζουν, «εν ριπή οφθαλμού» θ? αποκτήσουν και αυτοί τα νέα αναστημένα σώματα, τα οποία θα είναι τα ίδια, με αυτοσυνειδησία ταυτόχρονα όμως θα είναι και εντελώς καινούργια (όπως του Χριστού μετά την Ανάστασή Του), φωτεινά και λαμπρά. Ο άνθρωπος τότε θα γίνει ισάγγελος, εφ? όσον στην τελική κρίση συγκαταριθμηθεί μετά των δικαίων, οπότε θα του χαριστεί η αιώνιος ζωή.

Αναφορά:
Λέγεται η θεία Ευχαριστία διότι η θυσία αναφέρεται = προσφέρεται στον Θεό. Α. ονομάζεται και το κυριότερο μέρος της Θείας Λειτουργίας: η Λειτουργία του Μυστηρίου. Αρχίζει όταν ακούγεται η εκφώνηση: «Στώμεν καλώς? στώμεν μετά φόβου? πρόσχωμεν την αγίαν Αναφοράν εν ειρήνη προσφέρειν». Τελειώνει, όταν λέγεται το: «Και έσται τα ελέη του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού μετά πάντων ύμών».

Αντερί:
Ένδυμα των Κληρικών και Μοναχών, το οποίο καλύπτει το σώμα τους πριν από το ράσο. Λέγεται και ζωστικό.

Αντίδωρο:
Μικρό τεμάχιο από το πρόσφορο που αγιάστηκε στην Προσκομιδή, ή κατ’ οικονομία μπροστά στο Σώμα και Αίμα του Κυρίου κατά την ψαλμωδία του «Άξιόν έστιν…» της Θείας Λειτουργίας? προσφέρεται αντί του Δώρου. Παλαιότερα προσφερόταν μόνο σε όσους δεν κοινωνούσαν. Το τρώμε νηστικοί. Όσοι κοινωνούν το λαμβάνουν μόνοι τους και το τρώνε αμέσως για να κατέβουν μέσα τους μαζί με αυτό και τυχόν εναπομείναντες στο στόμα τους Μαργαρίτες (βλ. λέξη).

Αντίφωνα:
Είναι τροπάρια που ψάλλονται από τους δύο χορούς στην Εκκλησία κατ? ανταπόκριση. Δύο γνωστά αντίφωνα της Θείας Λειτουργίας είναι «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς» και «Σώσον ημάς, Υιέ Θεού, ο αναστάς εκ νεκρών, ψάλλοντάς Σοι Αλληλούϊα». Στα Α. αυτά προηγούνται στίχοι από τους ψαλμούς. Στον Όρθρο της Κυριακής μετά τα Ευλογητάρια και την Υπακοή ψάλλονται τα Α. των Αναβαθμών όπως αναλύθηκε προηγουμένως στους Αναβαθμούς (τρία Α. κάθε φορά x 3 τροπάρια), ακολουθεί το προκείμενον και αναγινώσκεται το Εωθινό Ευαγγέλιο.

Απάθεια:

Είναι η απελευθέρωση της ψυχής από την έλξη των παθών, η αποδέσμευση από την αμαρτία. Είναι δωρεά του Θεού στον άνθρωπο που αγωνίζεται φιλοπόνως με νηστεία, προσευχή, αγρυπνία, σιωπή και ιδιαιτέρως με την ταπεινοφροσύνη.

Απαρχές:

Μικρές ποσότητες από τους πρώτους, καλύτερους, καρπούς των προϊόντων της γης, οι οποίοι προσφέρονται σαν δώρο ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας στον Θεό. Η αφιέρωση στον Θεό των πρώτων καρπών εξαγιάζει όλη τη συγκομιδή, γιατί το μέρος αντιστοιχεί στο όλο (Ρωμ.ια΄, 16). Η προσφορά των πρωτοτόκων, των ζώων και των ανθρώπων, δηλ. «παν διανοίγον μήτραν» είναι μία ειδική εφαρμογή του νόμου για τις απαρχές (Εξ. Κβ΄, 28 εξ.). Στίς 6 Αυγούστου προσφέρονται και ευλογούνται στους Ναούς τα σταφύλια, στις 14 Σεπτεμβρίου οι σπόροι, το Πάσχα το τυρί και τα αυγά κ.λπ.

Απόστιχα:
ή «από στίχου» ή «τα του στίχου» είναι τροπάρια που ψάλλονται στον Εσπερινό μετά τα Πληρωτικά και στον Όρθρο καθημερινής προ της απολύσεως (όταν διαβάζονται οι ψαλμοί των Αίνων). Οι στίχοι που προηγούνται στα διάφορα τροπάρια διαφέρουν σε ποσότητα και ποιότητα. Των Α. οι στίχοι είναι συνήθως κατ’ έκλογήν, ενώ των στιχηρών τροπαρίων οι στίχοι είναι κατά συνέχεια από τον στιχολογούμενο ψαλμό. Τα Α. διακρίνονται: Σε Αναστάσιμα (αναφερόμενα στην Ανάσταση του Kυρίου), σε Σταυρώσιμα (στα πάθη και στο Σταυρό του Κυρίου), σε Αποστολικά (στους Αποστόλους), σε Μαρτυρικά, Νεκρώσιμα και Κατανυκτικά (που αναφέρονται στις μετά κατανύξεως δεήσεις μας).

Αποστολικές Διαταγές:
Κανονικολειτουργική συλλογή του Δ’ αιώνα. Είναι κείμενο ψευδεπίγραφο (βλ. λέξη).

Αποστολικοί Πατέρες:
Λέγονται οι Επίσκοποι και oι Εκκλησιαστικοί συγγραφεiς του Α΄ καί Β΄ μ.Χ. αιώνα. Τρεις είναι οι κυρίως Α.Π., διάδοχοι των Αποστόλων: Ο Κλήμης επίσκοπος Ρώμης (?101), ο Πολύκαρπος επίσκοπος Σμύρνης (? 156) και ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος επίσκοπος Αντιοχείας (? 113). Άλλοι Α.Π. είναι ο Παπίας, ο Βαρνάβας, ο Ερμάς και ο Φιλόθεος Βρυένιος. Οι περισσότεροι υπήρξαν συγγραφείς «λόγω περιστάσεων».

Αρτοκλασία:
Αγιαστική πράξη και τελετή ευλογίας των βασικών προϊόντων της γης (σίτου, οίνου και ελαίου) σ?ανάμνηση της ευλογίας των πέντε άρτων από τον Χριστό (Ματ.ιδ΄,19-20). Οι πιστοί προσφέρουν τα δώρα τους στον Χριστό και η Εκκλησία Του τα ευλογεί και εύχεται για την πλούσια καρποφορία τους στούς εορτάζοντες και σ? όλο τον κόσμο από τον Θεό που «ευλογεί, αγιάζει και τρέφει τα σύμπαντα». Στον Εσπερινό τελείται πριν από τα Απόστιχα και στον Όρθρο μετά τη Δοξολογία.

Αρχή (βάζω αρχή):
Η ανανέωση της αποφάσεως του πιστού για την εφαρμογή του θείου θελήματος με περισσότερη συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του, μετά από κάθε πτώση ή χαλάρωση του ζήλου και της αγωνιστικότητάς του.

Γεωργίου Σ. Κουγιουμτζόγλου, «Λατρευτικό εγχειρίδιο» σελ. 383-388

Αφήστε μια απάντηση