kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η Εκκλησιαστική Αναγέννηση στη Ρωσία . ( Γ )

Συγγραφέας: kantonopou στις Νοέμβριος 1, 2008

r4.jpg 

 Η Ρωσική Εκκλησία προσπαθεί να παρέχει έγκαιρη και  αναγκαία  αξιολόγηση των φαινομένων που αντιμετωπίζουμε στην εποχή μας, όπως η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης κοινωνίας και οι διεργασίες που λαμβάνουν χώρα σ’αυτή.

Συσσωρευμένο από την Εκκλησία θεολογικό και πνευματικό δυναμικό, η βοήθεια στους εμπειροτέχνες από διάφορους τομείς της επιστήμης και της γνώσης ,επέτρεψαν να δημιουργηθεί ένα ντοκουμέντο, το οποίο αποκαλείται  «Οι βάσεις της κοινωνικής αντιλήψεως  της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας».

Αυτό το έγγραφο  εγκρίθηκε από την Ιερά Σύνοδο του 2000  και  περιέχει την αντίληψη της Εκκλησίας σχετικά με τέτοια θέματα όπως η Εκκλησία και το έθνος, η Εκκλησία σε σχέση με το κράτος και την πολιτική , μέσα στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και παραδόσεως,  εξετάζει τέτοιες κατηγορίες όπως: ιδιοκτησία, ο πόλεμος και η ειρήνη, το έγκλημα, η τιμωρία και η αποκατάσταση,  θίγοντας  τα ηθικά ζητήματα της βιοηθικής και της οικολογίας. 

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, η Εκκλησία απέκτησε ανεκτίμητη εμπειρία  της διακονίας  στις νέες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Οι σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και  Κράτους σήμερα έχουν μια  ιδιαιτερότητα που τις διακρίνει από όλες τις προηγούμενες ιστορικές φάσεις της ανάπτυξης αυτών των σχέσεων.

Ο συμφωνητικός,συνεργατικός χαρακτήρας του  σημερινού διαλόγου της Εκκλησίας και της κυβερνήσεως είναι νέο,καινοφανές  μοντέλο στις σχέσεις  τους, το  οποίο δεν έχει αντιστοιχία  στην ιστορία της Ρωσίας. Ιστορικά, οι σχέσεις  της Εκκλησίας και του αρχαίου ρωσικού κράτους βασίζονταν στις αρχές της μη επεμβάσεως στις εσωτερικές υποθέσεις  αλλήλων και την αμοιβαία υποστήριξη .

Το κράτος χρειαζόταν την Εκκλησία σαν μια δύναμη ικανή για πνευματική, ηθική και πολιτιστική μεταμόρφωση της κοινωνίας και η  Εκκλησία στηριζότανε στην προστασία  της αποστολής της από το κράτος καθώς και στην υλική υποστήριξη.

Κατά την εποχή των  μεταρρυθμίσεων  του Μεγάλου  Πέτρου στο πρώτο τέταρτο  του XVIII αιώνα, η Εκκλησία έχασε την αυτονομία της  και έγινε κρατική υπηρεσία. Μετά την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917 η Εκκλησία  χωρίζεται από το κράτος, διώχνεται από τη δημόσια σφαίρα, η ίδια η ύπαρξή της ήταν σε κίνδυνο, και οι  σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους είχαν επεισοδιακό χαρακτήρα χωρίς σύστημα στη βάση τους.

Οι αλλαγές στις σχέσεις  Εκκλησίας-Κράτους εμφανίστηκαν μόνο στις αρχές της δεκαετίας του 90. Αυτές αποτέλεσαν τη βάση για την οικοδόμηση του σύγχρονου συστήματος  σχέσεων μεταξύ της Εκκλησίας και του κράτους.
Σήμερα  η Εκκλησία επιχειρεί να χτίσει  μια εταιρική σχέση με το κράτος και με τους διάφορους  δημόσιους  φορείς. Στο διάλογο με την εξουσία η Εκκλησία έχει ισότιμη φωνή και  είναι σε θέση να μιλήσει για  πρωτοβουλίες και σχέδια και να εκφράσει την ανησυχία της προς την οικονομική ή κοινωνική πολιτική του κράτους.

Το  χτίσιμο των σχέσεων Εκκλησίας-Κράτους βασίζεται στην κρατική νομοθεσία, που αντανακλάται στο βασικό νόμο της χώρας – στο Σύνταγμα και στη νομοθεσία για την θρησκεία, καθώς και στον πραγματικό ρόλο και στη σημασία της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας ως θρησκεία που επηρέασε τη μόρφωση και τον πολιτισμό του κράτους στην ιστορική διεργασία.

Το Σύνταγμα παρουσιάζει τη Ρωσία ως μια κοσμική χώρα και υποδείχνει ότι καμία  θρησκεία δεν  μπορεί να καθιερωθεί ως δημόσια ή υποχρεωτική  και οι  θρησκευτικές κοινότητες είναι ξεχωρισμένες από το κράτος και ίσες ενώπιον του νόμου.
Ωστόσο, αυτοί οι κανόνες του Συντάγματος δεν εμποδίζουν το κράτος να
καθορίσει τις προτεραιότητες  όσον αφορά τις σχέσεις με τις θρησκευτικές οργανώσεις, ανάλογα με τη συμβολή τους στην ιστορική παράδοση και στον πολιτισμό του λαού, με  την αξία  τους στην κοινωνία.

Τα τελευταία δεκαπέντε  χρόνια επεκτείνεται  η υπογραφή  συμφωνιών συνεργασίας μεταξύ της Εκκλησίας και διαφόρων ομοσπονδιακών και περιφερειακών υπουργείων και υπηρεσιών, καθώς και μεμονωμένων οργανισμών. Αυτό αφορά επιστημονικές, εκπαιδευτικές, κοινωνικές και πολλές άλλες  σφαίρες των κοινών δραστηριοτήτων. Με  τα αντίστοιχα ειδικά  κρατικά  όργανα η Εκκλησία υπέγραψε συμφωνίες συνεργασίας.

Η εδαφική οργάνωση της Εκκλησίας επιτρέπει να διατηρηθούν  σχέσεις,
να επεξεργαστούν και να εφαρμοστούν τα κοινωνικά  προγράμματα σε διάφορους τομείς της δημόσιας ζωής, μαζί με δημοτικά  και κρατικά όργανα  σε ενορικό τοπικό επίπεδο, καθώς και στο περιφερειακό επίπεδο  επισκοπής, στο κρατικό επίπεδο όλης της Εκκλησίας γενικά.

Στις σύγχρονες  συνεργατικές  σχέσεις του  κράτους και της Εκκλησίας  υπάρχουν και μειονεκτήματα που σχετίζονται με την έλλειψη νομοθετικής ρύθμισης αυτών των σχέσεων, οι οποίες, αφενός, να καθοδηγούν αυτές τις σχέσεις  στον  αμοιβαίο επωφελή καμβά   και για  τις δύο πλευρές και από την άλλη πλευρά, να  παρέχουν στα μέρη τις  εγγυήσεις  των εκτελέσεων των αμοιβαίων υποχρεώσεων.
Ένα άλλο σημαντικό μειονέκτημα της συντηρήσεως των σχέσεων  μεταξύ Εκκλησίας και κρατικών  Τμημάτων  είναι  ο γραφειοκρατικός παράγοντας.

Σε ένα υπηρεσιακό προϊστάμενο οι αντιπρόσωποι της Εκκλησίας μπορούν να έχουν εποικοδομητικές  σχέσεις, αλλά με τον ερχομό ενός άλλου υπαλλήλου, η κατάσταση θα αλλάξει. Η αντίσταση ορισμένων υπαλλήλων στις πρωτοβουλίες και τα έργα της Εκκλησίας, και ενίοτε η απλή απροθυμία για διάλογο μπορεί να εμποδίζει  σημαντικά την ανάπτυξη των Εκκλησιαστικών-Κρατικών  σχέσεων προς ορισμένες κατευθύνσεις.

Σήμερα, με μεγάλη δυσκολία υπερασπίζονται τα δικαιώματα των Ρώσων μαθητών  να λαμβάνουν γνώσεις στο μάθημα «Βασικές αρχές του Ορθοδόξου Πολιτισμού». Το μάθημα βασίζεται στην αρχή της προαιρετικής  εκπαίδευσης στον τομέα  «πνευματικός  και ηθικός  του πολιτισμός». Στον εκπαιδευτικό τομέα μπορούν να εισάγονται και άλλα θρησκευτικά και πολιτιστικά μαθήματα  καθώς και κοσμική ηθική, όλα αυτά επιλέγονται από τους μαθητές.

Στις Ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων είναι η Αυστρία, υπάρχει η εμπειρία της διδασκαλίας στα σχολεία, της ιστορίας και του πολιτισμού της θρησκείας, καθώς και  άλλων θρησκευτικών μαθημάτων. Είναι σταθερή πρακτική που δεν προκαλεί αμηχανία.

Στη Ρωσία, κάποιοι υπάλληλοι της  εκπαίδευσης δε βιάζονται να δεχτούν  προτάσεις της Εκκλησίας, και το πρόβλημα  της πλήρους διδασκαλίας  των «Βασικών αρχών του Ορθοδόξου Πολιτισμού» παραμένει άλυτο στη χώρα για περισσότερο από δεκαπέντε  χρόνια.

Το ίδιο το κράτος δεν είναι πάντοτε πρόθυμο να δεχθεί τις πρωτοβουλίες της Εκκλησίας. Έτσι, δεν έχει  ακόμα λυθεί θετικά το ζήτημα  της εισαγωγής στις  στρατιωτικές μονάδες του θεσμού των στρατιωτικών ιερέων, που είναι μια παγκόσμια πρακτική.

Εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά στον τομέα της κοινωνικής συνεργασίας του κράτους και της Εκκλησίας στο τμήμα   χρηματοδοτήσεων των κοινωνικών  δραστηριοτήτων  των εκπροσώπων της Εκκλησίας.

Αλλά, τέτοια παραδείγματα δεν είναι   δείκτης του γενικού επιπέδου των σχέσεων της Εκκλησίας και του κράτους. Μέχρι σήμερα, σε ομοσπονδιακό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, υλοποιούνται πολλά κοινά εκκλησιαστικά -κρατικά και εκκλησιαστικά- κοινωνικά  προγράμματα στους τομείς της επιστήμης  και  της κοινωνίας, της άμυνας και της επιβολής του νόμου, καθώς και στον τομέα της εκπαίδευσης και του πολιτισμού.

Αυτή η συνεργασία  βασίζεται στη συνειδητοποίηση της ανάγκης για την   ενίσχυση  στην κοινή συνείδηση  των παραδοσιακών πνευματικών και πολιτιστικών αξιών, που αποτελούν τη βάση της πρωτοτυπίας του λαού μας ιστορικά.
   Μια δραστήρια  δημόσια στάση της Εκκλησίας, η στενή της συνεργασία με τους κρατικούς  και τους κοινωνικούς θεσμούς, η παρουσία  της Εκκλησίας σε πολλούς τομείς της δημόσιας ζωής είναι η σημερινή πραγματικότητα.

Αν  και ορισμένοι, δυσαρεστημένοι μέσα στην Εκκλησία ή εξωτερικοί  της εχθροί,  είναι αντίθετοι σε μια τέτοια παρουσία, η Εκκλησία ποτέ δεν μπαίνει σε εθελοντική εξορία, κατακόμβες και σπηλιές, απομονώνοντας τον εαυτό της   από τον έξω κόσμο.

Αυτό είναι αδύνατο, γιατί έρχεται σε αντίθεση   με τη φύση της Εκκλησίας που έχει ως  αποστολή να προχωρήσει και να διδάσκει τους   λαούς (Mθ 28, 19), καθώς  επίσης γιατί  η Εκκλησία στρέφεται στους ανθρώπους αντοποκρινόμενη  στις ανάγκες και στις παρακλήσεις τους.  Θα ήταν απαράδεκτο να απομακρυνθούμε από αυτούς τους ανθρώπους υποκριτικά.
Η αναβίωση της εκκλησιαστικής ζωής στη Ρωσία, στις διάφορες μορφές της, είναι η βάση για την ευημερία και την ανάπτυξη της κοινωνίας μας, στην οποία  οι καθημερινές  μέριμνες των ανθρώπων αρμονικά θα συμπληρώνονταν  από την επιδίωξη για  πνευματική τελειότητα.
     

Πηγή  :http://www.bogoslov.ru/text/332300.html

Αφήστε μια απάντηση