kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Ο ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον.Η περικοπή της μοιχαλίδας (ερμηνεία-ανάλυση)

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούλιος 22, 2018

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα ερμηνευτικό στο κατά Ιωάννην). 

Για τη γνησιότητα της περικοπής αυτής προκλήθηκαν σοβαρές αντιρρήσεις. Το ότι αυτή παραλείπεται μεν από πολλούς από τους παλαιότερους μεγαλογράμματους κώδικες, ανάμεσα στους οποίους και οι κώδικες (Σιναϊτικός, Αλεξανδρινός και Βατικανός (ομοίως στους κώδικες C, L, Ν, Τ, Χ, Δ ,Θ, καθώς και σε 70 άλλους μικρογράμματους κώδικες), από κάποιους πάλι άλλους (Ε Μ S Λ Π και 45 μικρογράμματους κώδικες) σημειώνεται με αστερίσκο ή οβελίσκο, σημάδια που εκφράζουν αμφιβολίες για τη γνησιότητα, και από άλλους τοποθετείται αλλού (δηλ. ο υπ’ αριθμόν 225 κώδικας τοποθετεί αυτήν μετά το Ιω. ζ 36, 10 άλλοι στο τέλος του ευαγγελίου και 4 άλλοι στο ευαγγέλιο του Λουκά μετά το κεφ. κα) θεωρήθηκε ως αρκετά σοβαρό επιχείρημα εναντίον της γνησιότητάς της.
Η σοβαρότητα επίσης του επιχειρήματος αυτού ενισχύεται και από το ότι οι Τερτυλλιανός, Κυπριανός, Ωριγένης, Χρυσόστομος και Νόννος δεν μιλούν καθόλου για την περικοπή αυτή, η οποία δεν ερμηνεύεται ούτε στο κατά Ιωάννην υπόμνημα του Κυρίλλου, ούτε από τον Θεοφύλακτο, και μόλις κατά τον ιβ αιώνα παρουσιάζεται πρώτος να υπομνηματίζει αυτήν ο Ζιγαβηνός, ο οποίος όμως παρατηρεί για αυτήν, ότι «στα ακριβή αντίγραφα ή δεν βρίσκεται ή σημειώνεται με το σημάδι του οβελίσκου· για αυτό φαίνεται ότι είναι εμβόλιμα και προσθήκη και απόδειξη αυτού είναι ότι ούτε ο Χρυσόστομος τα αναφέρει καθόλου».
Επιπλέον η περικοπή λείπει και από τις παλαιές μεταφράσεις (Πεσιττώ, του Σινά, του Cureton, της Φιλοξενιανής) όπως και από τη Σαϊδική (μετάφραση), την Κοπτική, τη Γοτθική και την Αρμενική.
Αλλά και το πλήθος των διαφορετικών γραφών, οι οποίες σημειώθηκαν δυσανάλογα στους 12 στίχους της περικοπής αυτής, παρουσιάζει ελάχιστα πιθανό, ότι το κείμενο αυτό προήλθε από γραφίδα κάποιου αποστόλου, διότι ήταν αδύνατον κείμενο αποστολικό να υποστεί τέτοιες αλλοιώσεις. Υπολόγισαν σε 80 και πλέον τις διαφορετικές αυτές γραφές, ενώ ο Griesbach διέκρινε 3 διαφορετικά κείμενα αυτής της περικοπής.
Αντιθέτως άλλοι μεγαλογράμματοι κώδικες (Δ F G Η Κ U Γ) και πάνω από 300 μικρογράμματους περιλαμβάνουν την περικοπή χωρίς να σημειώνουν κάποιο σημάδι αμφιβολίας, ομοίως επίσης και κάποια χειρόγραφα της Ιτάλας (λατινική μετάφραση) όπως και η Βουλγάτα και η Συριακή μετάφραση της Ιερουσαλήμ. Επιπλέον μαρτυρείται αυτή από τις Αποστολικές Διαταγές (Ι,2,24), και η μαρτυρία αυτή, που μπορεί να φτάσει και μέχρι το τέλος του τρίτου αιώνα, θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως η παλαιότερη από όλες.

Κατά τον τέταρτο αιώνα οι Αμβρόσιος, Ιερώνυμος και Αυγουστίνος κηρύττονται υπέρ της αυθεντικότητας της περικοπής και εξηγούν την παράλειψή της από κάποιους κώδικες ότι οφείλεται στο φόβο κάποιων ασθενών στην πίστη χριστιανών μήπως οι γυναίκες τους βγάλουν από αυτήν συμπεράσματα χαλαρών ηθικών αντιλήψεων (August. De conj. Adult ΙΙ 6 δες και Hieron. Adv. Pelag. ΙΙ 17).
Αλλά και εσωτερικοί λόγοι, δηλαδή από την ανομοιότητα του ύφους σε σχέση με αυτό του υπόλοιπου ευαγγελίου του Ιωάννη, όπως και η απότομη παρεμβολή αυτού του ανεκδότου στη σειρά της διδασκαλίας του Κυρίου κατά την εορτή της σκηνοπηγίας, και η γενικότερη ομοιότητα και του περιεχομένου και της μορφής της περικοπής με την παράδοση και αφήγηση των συνοπτικών, συνηγορεί υπέρ της εκδοχής, ότι η περικοπή αυτή δεν έχει συγγραφεί από τον Ιωάννη.
Από την άλλη όμως η αφήγηση για τη μοιχαλίδα παρουσιάζεται ως αυθεντικό απόσπασμα πρωϊμότατης παράδοσης για τα λόγια και έργα του Κυρίου. Φαίνεται επίσης αν όχι βέβαιο, τουλάχιστον πιθανότατο, ότι σε αυτήν αναφέρεται ο Ευσέβιος (Εκκλ. Ιστ. γ 39) μιλώντας για τον Παπία (επίσκοπο Ιεραπόλεως) ότι έγραψε «και άλλη ιστορία για γυναίκα η οποία κατηγορήθηκε για πολλές αμαρτίες στον Κύριο, την οποία περιέχει το καθ’ Εβραίους ευαγγέλιο». Όπως όμως ήδη είπαμε, η όλη περικοπή παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τις ιστορίες των συνοπτικών, και η επιείκεια και η σοβαρότητα συγχρόνως που αποδίδονται από αυτήν στον Ιησού εμφανίζονται εξ’ ολοκλήρου σύμφωνες με τα χαρακτηριστικά του Ιησού, όπως διέσωσαν σε εμάς αυτά οι συνοπτικοί.

Και δεν απομένει η παραμικρή αμφιβολία, ότι το τεμάχιο αυτό εξιστορεί γεγονός αυθεντικό και διασώζει πιστά τα λόγια και τη στάση του Ιησού απέναντι σε γυναίκα που παρεκτράπηκε. Η σοφία και η δραστική δύναμη, την οποία ο Ιησούς εκδηλώνει στην ιστορία της μοιχαλίδας είναι τόσο μεγάλα, ώστε να παρουσιάζεται παράδοξο, πώς το αξιόλογο αυτό τμήμα της ευαγγελικής ιστορίας θεωρείται από πολλούς συγχρόνους ως αβέβαιο (b). (Δες g,β).

Ιω. 8,1 Ἰησοῦς δὲ(1) ἐπορεύθη εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν(2)·
Ιω. 8,1 Ο δε Ιησούς επήγεν στο όρος των ελαιών.
(1)   Αντιθετικός σύνδεσμος. Τα μεν μέλη του συνεδρίου γύρισαν στα σπίτια τους, ο δε Ιησούς μετέβη…
(2)   Πουθενά στον Ιωάννη δεν συναντιέται η ονομασία αυτή, την οποία βρίσκουμε στους συνοπτικούς (β). Ο Ιωάννης για τον ίδιο τόπο χρησιμοποιεί τη φράση «πέραν του χειμάρρου των κέδρων» (ιη 1)(ο). Η γενική τοποθεσία της αφήγησης μοιάζει με αυτήν που περιγράφεται στη συνοπτική παράδοση. Ενώ διαρκούσε η τελευταία εβδομάδα πριν το Πάσχα, κατά την οποία ο Ιησούς σταυρώθηκε, ο Κύριος περνούσε την ημέρα στην Ιερουσαλήμ και ειδικά στο ναό και το απόγευμα αποσυρόταν έξω από την πόλη στη Βηθανία (Μάρκ. ια 11,12,19,27,Ματθ. κα 17). Τόσο από τον Μάρκο όσο και από τον Λουκά το όρος των Ελαιών μνημονεύεται ειδικά σε σχέση με τη συνηθισμένη του αυτή αποχώρηση (Μάρκ. ιγ 1-3,Λουκ. κα 37,38,κβ 39)(χ).

Ιω. 8,2 ὄρθρου(1) δὲ πάλιν παρεγένετο εἰς τὸ ἱερόν, καὶ πᾶς ὁ λαὸς(2) ἤρχετο πρὸς αὐτόν· καὶ καθίσας(3) ἐδίδασκεν αὐτούς.
Ιω. 8,2 Ενώ δε ακόμη ήτο πρωϊ, ήλθεν πάλιν στον ναόν και όλος ο λαός ήρχετο προς αυτόν. Και αφού εκάθισε, τους εδίδασκε.
(1)   Λέξη που συνηθίζεται από τον Λουκά (Λουκ. κδ 1,Πράξ. ε 21) αντί για την οποία ο Ιωάννης χρησιμοποιεί τη λέξη πρωΐ (ιη 28,κ 1,κα 4)(β). Πολύ πρωί ο Κύριος επανέρχεται στο συνηθισμένο τόπο της διδασκαλίας του για συνέχιση του έργου του. Δες και Μάρκ. ια 20, όπου και πάλι πρωί παρουσιάζεται ο Κύριος να επιστρέφει στην πόλη (ο). Ο Κύριος δίδασκε «ευκαίρως, ακαίρως». Τρία πράγματα είναι αξιοσημείωτα εδώ σε σχέση με το κήρυγμα του Ιησού.
α) Ο χρόνος. «Όρθρου», πολύ πρωί. Παρόλο που διανυκτέρευσε έξω από την πόλη και πιθανότατα διέθεσε μεγάλο μέρος της νύχτας σε προσευχή, παρ’ όλα αυτά ήλθε εκεί πολύ νωρίς. Όταν το έργο κάποιας ημέρας πρόκειται να γίνει για το Θεό και τις ψυχές, καλό είναι να το αρχίζουμε νωρίς και να έχουμε ολόκληρη την ημέρα μπροστά μας και στη διάθεσή μας. β) Ο τόπος. Στο ιερό. Διότι εκεί συνέρρεε κατά τις ημέρες εκείνες λαός πολύς, για να λατρεύσει το Θεό, και ο Κύριος ήθελε να ενθαρρύνει το λαό σε τέτοιες συναθροίσεις, διότι δεν είχε ακόμα αφήσει τον τόπο εκείνο έρημο. γ) Η στάση του κατά την ώρα του κηρύγματος. Καθόταν και δίδασκε ως έχοντας εξουσία και ως έχοντας την πρόθεση να παρατείνει για πολύ το λόγο.
(2)   Ο λαός που είχε καλές διαθέσεις προς αυτόν και όχι οι άρχοντες που σχεδίαζαν σκευωρίες εναντίον του (ο). Ήλθαν προς αυτόν, παρόλο που ήταν πολύ πρωί. Όσοι ζητούν αυτόν νωρίς και από τον όρθρο, θα τον βρουν.
(3)   Σύμφωνα με τη συνήθεια αυτών που διδάσκουν δημόσια. Δες Ματθ. ε 1,Μάρκ. ιγ 3,Ιω. στ 3 (ο). Διαφορετικές γραφές στο στίχο: Παραγίνεται… ο όχλος. Αποσιωπάται από αρκετά χειρόγραφα το «προς αυτόν».

Ιω. 8,3 ἄγουσι δὲ οἱ γραμματεῖς(1) καὶ οἱ Φαρισαῖοι γυναῖκα(2) ἐπὶ μοιχείᾳ κατειλημμένην(3), καὶ στήσαντες αὐτὴν ἐν μέσῳ(4)
Ιω. 8,3 Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι φέρουν τότε μίαν γυναίκα, η οποία είχε συλληφθή επ’ αυτοφώρω καταπατούσα την συζυγικήν πίστιν. Και αφού την έβαλαν ορθίαν στο μέσον του συγκεντρωμένου πλήθους,
Ιω. 8,4 λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε(5), αὕτη ἡ γυνὴ κατείληπται ἐπ᾿ αὐτοφώρῳ(6) μοιχευομένη(7)·
Ιω. 8,4 του λέγουν• “Διδάσκαλε, αυτή η γυναίκα έχει συληφθή επ’ αυτοφώρω να καταπατή την συζυγικήν πίστιν•
(1)   Πουθενά στον Ιωάννη δεν συναντιέται αυτός ο όρος, ενώ στους συνοπτικούς συχνότατα βρίσκεται η φράση οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι (β). Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, των οποίων ο υποκριτικός βίος θα αναγκάσει τον Κύριο να απευθύνει προς αυτούς τα καυστικά εκείνα Ουαί, αυτοί οδηγούν τη μοιχαλίδα μπροστά στον Ιησού. Είναι κάτι κοινό και συνηθισμένο σε εκείνους, οι οποίοι είναι παραδομένοι στην αμαρτία, να είναι αυστηροί στις αμαρτίες των άλλων.
(2)   Η γυναίκα οδηγείται προς τον Ιησού όχι για διεξαγωγή κανονικής δίκης, αλλά με σκοπό να προκαλέσουν τον Ιησού να εκφράσει γνώμη για ζήτημα που σχετιζόταν με τον μωσαϊκό νόμο, και να χρησιμοποιήσουν στον κατάλληλο καιρό την γνώμη αυτήν εναντίον του (δες σ. 6)(β). Ο οικτίρμων και φιλεύσπλαχνος διδάσκαλος, ο οποίος δειχνόταν τόσο χαλαρός στην τήρηση των παραδόσεων, θα εξέφραζε φανερά τώρα τη διαφωνία του με τον Μωϋσή, που ξεκάθαρα πρόσταζε εδώ ως ποινή το λιθοβολισμό; Εάν θα διαφωνούσε με τον Μωϋσή, θα πιανόταν στην παγίδα (τ).
(3)   Παρόμοιο με το συλλαμβάνω, και εκφράζει επιπλέον και την έννοια της σύλληψης στην ίδια την πράξη. Και στον Ιωάννη (α 5,ιβ 35)(β). Υπάρχει και η γραφή καταληφθεισαν. Ο κώδικας του Βέζα αντί για «επί μοιχεία» γράφει «επί αμαρτία».
(4)   Στο μέσο των παρισταμένων εκεί που άκουγαν τη διδασκαλία του, έτσι ώστε ενώπιον όλων να συντελεστεί η εξέταση του ζητήματος και η έκφραση της γνώμης του Ιησού (β).
(5)   Υπάρχει και η γραφή: λέγουσιν αυτω πειράζοντες. Βέβαιοι για το ότι ο Ιησούς θα συλλαμβανόταν στην παγίδα, μιλούν προς αυτόν ευγενικά αναγνωρίζοντας αυτόν διδάσκαλο (ο). Ονομάζοντας αυτόν διδάσκαλο, δήλωναν ταυτόχρονα και το λόγο για τον οποίο ζητούσαν από αυτόν να εκφέρει την απόφασή του (b).
(6)   Επάνω στην ίδια την πράξη. Συνεπώς η ενοχή της είναι αδιαμφισβήτητη (ο). «Επ’ αυτοφώρω σημαίνει: ελέγχεται από μόνο του, φαίνεται από μόνο του, είναι ολοφάνερο» (Ζ). Παρόλο που η μοιχεία είναι έργο σκοταδιού, για το οποίο οι ένοχοι παίρνουν όλα τα μέτρα, για να το συγκαλύψουν εκτελώντας αυτό κρυφά, όμως μερικές φορές αποκαλύπτεται δημόσια. Όσοι νομίζουν, ότι μπορούν να κρυφτούν όταν αμαρτάνουν, πλανώνται οικτρά. Διότι και εάν στην παρούσα ζωή πετύχουν να κρυφτούν, ασφαλώς θα έλθει ημέρα, κατά την οποία τα πάντα θα φανερωθούν.
(7)   Το ρήμα δεν συναντιέται στον Ιωάννη, ενώ βρίσκεται συχνά στους συνοπτικούς (β). Και η γραφή: Ταύτην εύρομεν… μοιχευομένην.

Ιω. 8,5 καὶ ἐν τῷ νόμῳ ἡμῶν Μωϋσῆς ἐνετείλατο τὰς τοιαύτας λιθοβολεισθαι(1)·
Ιω. 8,5 και στον νόμον μας ο Μωϋσής διέταξε να λιθοβολούνται αυταί αι γυναίκες.
(1)   Σύμφωνα με το Λευϊτ. κ 10 τόσο ο μοιχεύων όσο και η μοιχευομένη έπρεπε να θανατώνονται. Δεν καθορίζεται όμως ο τρόπος της θανάτωσης. Στο Δευτερ. κβ 21-24 από την άλλη, ορίζεται ο με λιθοβολισμό θάνατος για τη νεόνυμφη, η οποία δεν θα βρισκόταν να είναι παρθένα, όπως και για την αρραβωνιασμένη, η οποία θα συλλαμβανόταν να μοιχεύει. Ίσως η μοιχαλίδα για την οποία γίνεται λόγος στην περικοπή αυτή να ήταν κάποια αρραβωνιασμένη. Πάντως όπως μπορεί κάποιος να συμπεράνει από το ότι τίθεται ζήτημα, του οποίου και ζητείται η λύση, η νομική αυτή διάταξη δεν βρισκόταν σε ισχύ, αλλά είχε χαλαρωθεί υπερβολικά η τήρησή της (g,β). Και οι γραφές: λιθάζειν, λιθάζεσθαι.

Ιω. 8,6 σὺ οὖν τί λέγεις; τοῦτο δὲ εἶπον ἐκπειράζοντες αὐτόν(1), ἵνα σχῶσι κατηγορίαν κατ᾿ αὐτοῦ. ὁ δὲ Ἰησοῦς κάτω κύψας τῷ δακτύλῳ ἔγραφεν(2) εἰς τὴν γῆν(3).
Ιω. 8,6 Συ, λοιπόν, τι λέγεις;” Αυτό δε είπαν, δια να τον θέσουν εις πειρασμόν και να έχουν εναντίον του κατηγορίαν. Ο δε Ιησούς έσκυψε κάτω και με το δάκτυλόν του έγραφεν στο έδαφος.
(1)   Με ποιό τρόπο εδώ τον πείραζαν; Όχι μόνο διότι «ξέροντας ότι είναι ελεήμων και συμπαθής, περίμεναν ότι θα την λυπηθεί και επομένως θα έχουν κατηγορία εναντίον του, ότι παράνομα λυπάται αυτήν που ο νόμος λιθοβολεί» (Ζ). Οι Φαρισαίοι έβαζαν τον Ιησού μπροστά σε δίλημμα όπως στο Ματθ. κβ 15-22, πάνω στο οποίο η οποιαδήποτε απάντηση εξέθετε αυτόν σε κίνδυνο. Εάν δειχνόταν επιεικής, θα κατηγορούνταν ως παραβάτης του νόμου. Εάν συνιστούσε τον λιθοβολισμό, θα κατηγορούνταν ότι παρορμούσε τα πλήθη να μην σεβαστούν το δικαίωμα, το οποίο επιφύλασσε στον εαυτό της η Ρωμαϊκή εξουσία στις κατακτόμενες χώρες, να αποφασίζει αυτή για τις περιπτώσεις της καταδίκης σε θάνατο (jus gladii=νόμος του ξίφους). Παρόλο όμως που μερικές φορές οι ρωμαϊκές αρχές δείχνονταν χαλαρές στη διεκδίκηση αυτού του δικαιώματός τους, όπως μπορεί κάποιος να συμπεράνει από την περίπτωση του Στεφάνου (Πράξ. ζ 58), όμως οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι θα εύρισκαν αφορμή κατηγορίας εναντίον του Ιησού και θα δικαιολογούνταν πλήρως για τη σύλληψή του (g,β).
(2)   Υπάρχει και η γραφή: κατέγραφε. Διάφορες ερμηνείες: Ή, σύμφωνα με γραφή σε κάποιους κώδικες η οποία μπήκε μέσα στο κείμενο «ενός εκάστου αυτών τας αμαρτίας»· Ή, όχι μόνο αυτών αλλά και όλων των θνητών τις αμαρτίες σύμφωνα με το Ιερεμ. ιζ 13 «όλοι όσοι σε εγκατέλειψαν… ας γραφτούν πάνω στη γη» (Ιερώνυμος adv. Pelag. ΙΙ 17). Ή, έγραφε αυτήν την ίδια την απάντηση που έδωσε «ο αναμάρτητος…» και μάλιστα το πρώτο μισό της, κατά την στο σ. 6 έναρξη του να γράφει και το άλλο μισό της κατά την στο σ. 8 εξακολούθηση του να γράφει (g). Ή, πρόκειται για συμβολική πράξη που δηλώνει, ότι μπορούσε να ορίσει νόμο που ήταν ανώτερος από τον αντίστοιχο Μωσαϊκό.

Η πιο πιθανή από όλες αυτές είναι η επόμενη: «Αυτό ακριβώς που συνηθίζουν πολλές φορές να κάνουν αυτοί που δεν θέλουν να απαντήσουν… Διότι γνωρίζοντας το τέχνασμά τους, προσποιούνταν ότι γράφει στη γη και δεν προσέχει αυτά που έλεγαν» (Ζ). Στο κείμενο της αφήγησης η έμφαση βρίσκεται όχι στο τι ο Κύριος έγραφε στο έδαφος, αλλά στην κίνηση του χεριού, την πράξη της γραφής (χ). Τελείως φυσικά, όπως θα έπραττε ο καθένας, όταν καθισμένος, ίσως και με ραβδί στα χέρια, θα απασχολούνταν από σκέψεις (μ) σε περίπτωση μάλιστα κατά την οποία αυτοί που ζητούσαν από αυτόν την απάντηση θα κινούνταν όχι από ευθέα ελατήρια.

Με το παράδειγμά του αυτό ο Κύριος μάς δίδαξε να είμαστε αργοί στο να μιλήσουμε, όταν μάλιστα δύσκολες περιπτώσεις προβάλλουν μπροστά μας. Και όταν βρισκόμαστε μπροστά σε προκλήσεις, πρέπει να συγκρατιόμαστε και διακόπτοντας να σκεφτόμαστε προηγουμένως και έπειτα να μιλάμε. Σκέψου δύο φορές πριν μιλήσεις μία.
(3)   Μετά από αυτό κάποιοι κώδικες προσθέτουν την από έξω προερχόμενη γραφή «μη προσποιούμενος»=προσποιούμενος ότι δεν είναι έτσι· προσποιούμενος ότι δεν έχουν έτσι τα πράγματα ή ότι δεν άκουσε τι του είπαν (β).

Ιω. 8,7 ὡς δὲ ἐπέμενον ἐρωτῶντες αὐτόν, ἀνέκυψε καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν(1) πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ᾿ αὐτήν(2).
Ιω. 8,7 Επειδή δε εκείνοι επέμενον να τον ερωτούν, εσήκωσε την κεφαλήν και τους είπεν• “ο αναμάρτητος από σας ας ρίψη πρώτος λίθον επάνω της”.
(1)   Όχι ο αναμάρτητος ως προς την πράξη της μοιχείας ή ως προς τα αμαρτήματα της ακαθαρσίας, αλλά ο αναμάρτητος ως προς κάθε αμαρτία (β). Με την απάντηση αυτή ο Κύριος δεν εννοεί, ότι για να δικάσει κάποιος πρέπει να είναι αναμάρτητος, αλλά στρέφεται κυρίως εναντίον της αυστηρότητας, με την οποία άνθρωποι παραβλέποντας τις δικές τους αμαρτίες και παρεκτροπές, κρίνουν τους άλλους. Μεταφέρει έτσι το ζήτημα από το δικαστικό επίπεδο στο ηθικό. Βεβαίως ο δικαστής, ο εντεταλμένος να αποδίδει δικαιοσύνη, οφείλει να πράττει αυτό ανεξάρτητα της προσωπικής του ηθικής κατάστασης. Εδώ όμως ο Κύριος δεν προσκαλούνταν να εκδώσει απόφαση ως επίσημος δικαστής, αλλά να εκφέρει γνώμη ως διδάσκαλος (g).

Όταν βρισκόμαστε μπροστά σε σφάλματα των άλλων, πρέπει να σκεφτόμαστε και τα δικά μας σφάλματα, για τα οποία πρέπει να γίνουμε αυστηρότεροι εναντίον του εαυτού μας παρά εναντίον των άλλων. Πρέπει να είμαστε ήπιοι και επιεικείς, όχι βέβαια προς τις αμαρτίες που διαπράχθηκαν, αλλά προς τα πρόσωπα που τις διέπραξαν, τα οποία πρέπει να διορθώνουμε «με πνεύμα πραότητας» αποβλέποντας στους εαυτούς μας και στη διεφθαρμένη μας φύση. Είτε είμαστε και εμείς τώρα, είτε υπήρξαμε στο παρελθόν, είτε ενδέχεται να υπάρξουμε στο μέλλον ό,τι είναι αυτός που τώρα κρίνεται από εμάς.
(2)   «Δες πώς ταυτόχρονα και το νόμο τήρησε και τη γυναίκα λυπήθηκε» (Ζ). Με τη φράση αυτή ο Κύριος δεν θέτει ζήτημα για το αν η διάταξη είναι ή δεν είναι σωστή ως αυστηρή, αλλά αναγνωρίζοντας την ισχύ του νόμου θέτει ζήτημα, για το ποιος έπρεπε να εκτελέσει αυτόν (g).
«Πώς απάντησε η Αλήθεια; Πώς αποκρίθηκε η Σοφία; Πώς αποκρίθηκε η Δικαιοσύνη; Δεν είπε· ας μη λιθοβοληθεί. Διότι θα παρουσιαζόταν να μιλά εναντίον του νόμου. Ούτε είπε· ας λιθοβοληθεί. Διότι ήλθε όχι για να χάσει εκείνο, το οποίο βρήκε, αλλά να ζητήσει το χαμένο. Αλλά τι απάντησε; Ο αναμάρτητος… Ω απόκριση Σοφίας! Παρατηρούσαν τη μοιχαλίδα και δεν έβλεπαν μέσα στον εαυτό τους. Ήταν παραβάτες του νόμου και επιθυμούσαν να εφαρμοστεί ο νόμος… Ας τιμωρηθεί ο αμαρτωλός, αλλά όχι από αμαρτωλούς· ας τηρηθεί ο νόμος, αλλά όχι από τους παραβάτες του νόμου» (Αυ).

Ιω. 8,8 καὶ πάλιν κάτω κύψας(1) ἔγραφεν εἰς τὴν γῆν(2).
Ιω. 8,8 Και αφού έσκυψε πάλιν κάτω, δια να τους δώση καιρόν να συναισθανθούν την ιδικήν των αμαρτωλότητα έγραφεν εις την γην.
(1)   Με αυτό εκδηλώνει σαφώς ο Κύριος, ότι δεν είχε διάθεση να επεκταθεί σε περαιτέρω συζήτηση για το θέμα με τους Φαρισαίους (β).
(2)   «Έτσι ώστε, την ώρα που αυτός ασχολούνταν δήθεν με το να γράφει, να τους δώσει τη δυνατότητα να αναχωρήσουν πριν τους καταδικάσει πιο φανερά. Διότι και αυτούς λυπόταν από υπερβολική αγαθότητα» (Ζ). Κάποια χειρόγραφα προσθέτουν: ενός εκάστου τας αμαρτίας.

Ιω. 8,9 οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐξήρχοντο(1) εἷς καθ᾿ εἷς, ἀρξάμενοι ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων(2), καὶ κατελείφθη ὁ Ἰησοῦς καὶ ἡ γυνὴ ἐν μέσῳ οὖσα(3).
Ιω. 8,9 Εκείνοι δε, όταν ήκουσαν το λόγια του, ήρχισαν ο ένας μετά τον άλλον να φεύγουν, αρχής γενομένης από τους γεροντοτέρους (διότι όλοι ήρχισαν να δοκιμάζουν ελέγχους της συνειδήσεως δια τα ιδικά των αμαρτήματα). Και απέμεινεν ο Ιησούς και η γυναίκα, η οποία εστέκετο ορθία στο μέσον των άλλων.
(1)   Υπάρχει και η γραφή: ακούσαντες και υπό της συνειδήσεως ελεγχόμενοι εξήρχοντο. Έβγαιναν φοβούμενοι ίσως να μην ελεγχθούν αυστηρότερα από τον Ιησού, αλλά κυρίως μη ενδιαφερόμενοι πλέον για κάτι άλλο αφού η προσπάθειά τους για παγίδευση του Ιησού απέτυχε. Άφησαν τη γυναίκα, διότι δεν ενδιαφέρονταν να τιμωρηθεί η παράβαση του νόμου, αλλά να παγιδευτεί ο Ιησούς. Εάν ενδιαφέρονταν για την τιμωρία του παραβάτη, θα οδηγούσαν αμέσως τη γυναίκα ενώπιον των επίσημα εγκατεστημένων δικαστών (g).
(2)   Στην ηλικία, οι οποίοι ως τέτοιοι ήταν και επί κεφαλής της όλης πομπής και βρίσκονταν στην πρώτη σειρά των κατηγόρων (g). Κάποιοι κώδικες προσθέτουν «έως των εσχάτων». =Όχι τους νεώτερους στην ηλικία, αλλά τους τελευταίους (Meyer). Έτσι όλοι οι κατήγοροι αποχώρησαν.
(3)   Από τη φράση αυτή συμπεραίνουμε ότι δεν αποχώρησε και ο λαός που ήταν μαζί με τον Ιησού, που άκουγε τη διδασκαλία του (ο). «Άφησαν τη γυναίκα μαζί με τη μεγάλη της αμαρτία σε Αυτόν, ο Οποίος ήταν χωρίς αμαρτία» (Αυ).

Ιω. 8,10 ἀνακύψας(1) δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· γύναι(2), ποῦ εἰσιν(3); οὐδείς σε κατέκρινεν;
Ιω. 8,10 Εσήκωσε τότε ο Ιησούς την κεφαλήν και της είπε• “γυναίκα, που είναι αυτοί που σε κατηγόρησαν; Κανείς δεν σε κατέκρινε αξίαν λιθοβολισμού;”
(1)   Υπάρχει και η γραφή αναβλέψας. Μέχρις ότου αποχωρήσουν όλοι οι κατήγοροι ο Ιησούς έχοντας το κεφάλι στραμμένο προς τα κάτω, εξακολουθούσε να γράφει με το δάχτυλο στο έδαφος. Όταν λοιπόν αποχώρησαν όλοι, τότε ο Ιησούς αφού σήκωσε το κεφάλι απηύθυνε το λόγο προς την γυναίκα (ο). Μετά το «ο Ιησούς» κάποιοι από τους μεγαλογράμματους κώδικες προσθέτουν «και μηδένα θεασάμενος πλην της γυναικός».
(2)   Φαίνεται, ότι και αυτή από ντροπή είχε προς τα κάτω το κεφάλι. «Ανέμενε να τιμωρηθεί από αυτόν, στον οποίο δεν μπορούσε να βρεθεί αμαρτία» (Αυ). Για αυτό και ο Κύριος αποκαλεί αυτήν με το «Γυναίκα». «Αυτός ο οποίος έτρεψε σε φυγή τους κατηγόρους της με τη γλώσσα της δικαιοσύνης, υψώνοντας μάτια επιείκειας προς αυτήν, τήν ρώτησε» (Αυ).
(3)   Προστίθεται από άλλους κώδικες: εκείνοι οι κατήγοροί σου; Με το ερώτημα αυτό ο Κύριος ζητά όχι να πληροφορηθεί για την αποχώρηση των κατηγόρων της γυναίκας, αλλά να επιστήσει την προσοχή της στο γεγονός της αυτοκαταδίκης εκείνων και σε εκείνο, το οποίο θα έλεγε σε αυτήν με την ευκαιρία της αποχώρησης (ο).

Ιω. 8,11 ἡ δὲ εἶπεν· οὐδείς, Κύριε. εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς· οὐδὲ ἐγώ(1) σε κατακρίνω(2)· πορεύου(3) καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε(4).
Ιω. 8,11 Εκείνη δε είπε• “κανείς, Κυριε”. Είπε δε ο Ιησούς• “ούτε εγώ, που είμαι αναμάρτητος, σε κατακρίνω. Πηγαινε και από τώρα και πέρα μη αμαρτάνεις πλέον”.
(1)   «Ούτε εγώ σε κατακρίνω, από τον οποίο ίσως φοβάσαι ότι θα κατακριθείς, διότι σε εμένα δεν βρίσκεις αμαρτία» (Αυ). Με αυτό αφήνει ο Κύριος να εννοηθεί από τη γυναίκα, ότι αυτός είχε το δικαίωμα να ρίξει εναντίον της την πέτρα της καταδίκης (g).
(2)   Όχι δεν κατακρίνω την πράξη σου και την διαγωγή σου. Δεν προβαίνω στο έργο του κριτή και εκτελεστή της καταδικαστικής απόφασης (ο).
(3)   Δεν προσθέτει: εις ειρήνην· ούτε λέει: σου συγχωρούνται οι αμαρτίες, αλλά μην αμαρτάνεις πλέον (b). Δεν συγχωρεί τη γυναίκα για την αμαρτία της, διότι αυτή δεν είχε προσέλθει μόνη μετανιωμένη και ζητώντας την άφεση, όπως αυτή στο Λουκ. ζ 37. Ούτε απευθύνει προς αυτήν τα ίδια λόγια, τα οποία και προς εκείνην (ο.π. σ. 48,50). Απλώς μακροθυμεί και παρέχει σε αυτήν πίστωση χρόνου για διόρθωση (g).
(4)   Διακηρύσσεται το μέγεθος της παρεκτροπής της γυναίκας και καλείται αυτή να μην επαναλάβει αυτήν στο μέλλον (ο).

«Ο Κύριος κατέκρινε. Κατέκρινε όμως την αμαρτία, όχι τον άνθρωπο. Διότι εάν ήταν προστάτης της αμαρτίας θα έλεγε· Ούτε εγώ σε κατακρίνω. Πήγαινε, ζήσε όπως θες» (Αυ).

Πράγματι ευτυχείς είναι εκείνοι, τους οποίους ο Χριστός δεν κατακρίνει, αλλά συγχωρεί. Διότι όλων των άλλων οι κατακρίσεις και τα δυσμενή σχόλια λαμβάνουν αποστομωτική απάντηση από την φιλεύσπλαχνη απόλυση, την οποία παρέχει ο Κύριος, ο οποίος και μόνος είναι ο Ύψιστος Κριτής. Μη λησμονούμε όμως, ότι εκείνους δεν κατακρίνει ο Κύριος, οι οποίοι, αν και αμάρτησαν, πορεύονται με την απόφαση του να μην αμαρτάνουν στο εξής. Για τις προηγούμενες αποστασίες μας δεν θα ζητήσει λόγο από εμάς, εάν δειχτούμε διατεθειμένοι να ρίξουμε κάτω τα χέρια και να επιστρέψουμε στην υποταγή προς αυτόν.

(Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 284-290 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα. Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας,  Θφ = Θεοφύλακτος
Αμ = Αμμώνιος,  Ι = Ισιδωρος πρεσβύτερος
Αυ = Αυγουστίνος,  Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Β = Βασίλειος ο Μέγας,  Κλ = Κλήμης Αλεξανδρεύς
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός,  Σβ = Σευήρος Αντιοχείας
Γν = Γρηγοριος Νύσσης,  Σχ. = Σχολιαστής ανώνυμος
Ε = Ευσέβιος Καισαρειας,   Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζ = Ζιγαβηνός,   Ω = Ωριγένης
Θη = Θεόδωρος Ηρακλείας
Θμ = Θεόδωρος Μοψουεστίας
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
b = Bengel κ = Κομνηνός Π.,
β = Bernard. J.H, Edinburg 1928 χ = Hoskyns Edwyn Gl. London 1947
C = Cremer μ. = Macgregor G.H. London 1928
DB = Dict. Of the Bible,Hastings τ = Temple William, London 1945
F = Fillion L. Cl. Paris 1928 σ. = στίχος
G = Crimm
g = Godet F. 1885
o = Owen John, New York 1861
δ = Δαμαλάς Ν, Αθήναι 1940

Αφήστε μια απάντηση