Η Στέρνα

Μια μικρή προέκταση της τάξης

Αρχεία για 'Δημοκρατία'

Προπαγάνδα

Συγγραφέας: Γιάννης Τσιτσεκίδης στις 25 Φεβρουαρίου 2013

Τι είναι όμως η Προπαγάνδα; Πολλοί κατά καιρούς προσπάθησαν να δώσουν τον ορισμό της προπαγάνδας χωρίς, όμως, να επιτύχουν να τον επιβάλουν και καθιερώσουν. Γιατί δεν είναι εύκολο να καθορίσει ένας τι είναι προπαγάνδα και τι όχι και ποια είναι η φύση και ο χαρακτήρας της.

Ο Jacques Driencount λέει πως το καθετί είναι προπαγάνδα, γιατί όπως υποστηρίζει, στην πολιτική και οικονομική ζωή όλα επηρεάζονται και διαμορφώνονται από αυτή. Από την άλλη, μερικοί σύγχρονοι Αμερικανοί επιστήμονες των κοινωνικών επιστημών εισηγούνται να εγκαταλειφθεί ο όρος προπαγάνδα, γιατί δεν είναι δυνατό να οριστεί με ακρίβεια. Η υιοθέτηση της μιας ή της άλλης άποψης δεν είναι σωστή, γιατί μας οδηγεί στην εγκατάλειψη της μελέτης του φαινομένου που υπάρχει και πρέπει να διερευνηθεί.

Μεταξύ του 1920 και του 1940 η έμφαση στην προσπάθεια ορισμού της προπαγάνδας δόθηκε στην ψυχολογική πλευρά του θέματος. Ο John Albig λέγει πως «προπαγάνδα είναι η επιτήδεια χρήση ψυχολογικών συμβόλων για επίτευξη στόχων που ο ακροατής δεν υποψιάζεται». Ορίζει σαν απαραίτητα στοιχεία του ορισμού τον μυστικό χαρακτήρα και τους κρυφούς στόχους, την πρόθεση αλλαγής των στάσεων, την διάδοση συμπερασμάτων αμφιβόλου κύρους, την τάση εμβολιασμού ιδεών παρά την τάση για ανάλυση και ερμηνεία των ιδεών τούτων.

Μετά τις επιστημονικές εργασίες του Harold Lasswell η μελέτη της προπαγάνδας μπήκε πάνω σε νέες βάσεις. Η σημασία από τότε δόθηκε στις προθέσεις του προπαγανδιστή. Αργότερα η πρόθεση της κατηχήσεως, ιδιαίτερα σ’ ότι αφορά πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά θέματα, απετέλεσε το χαρακτηριστικό γνώρισμα της προπαγάνδας.

Ο Marburg b. Ogle’s έδωσε τον εξής ορισμό: «Προπαγάνδα είναι κάθε προσπάθεια αλλαγής των γνωμών ή απόψεων. Προπαγανδιστής είναι οποιοσδήποτε προβάλλει τις ιδέες του με πρόθεση να επηρεάσει τον ακροατή του». Αυτός ο ορισμός, όμως, θα μπορούσε να περιλάβει και τον δάσκαλο, τον ιερέα και ακόμη κάθε πρόσωπο που συνομιλεί καθημερινά με οποιονδήποτε άλλο πάνω σε οποιοδήποτε θέμα. Ένας τέτοιος πλατύς ορισμός δεν βοηθά στην κατανόηση του ειδικού χαρακτήρα της προπαγάνδας και ταυτίζει την προπαγάνδα με την ελεύθερη επικοινωνία.

Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Ανάλυσης της Προπαγάνδας με την καθοδήγηση του Lasswell, έδωσε τον ακόλουθο ορισμό: «Προπαγάνδα είναι η ελεύθερη έκφραση απόψεων ή η ελεύθερη ανάληψη ενεργειών από άτομα ή ομάδες ατόμων, με σκοπό τον επηρεασμό των στάσεων ή των πράξεων άλλων ατόμων ή ομάδων, με βάση προκαθορισμένους στόχους και με ψυχολογικούς χειρισμούς».

Θα μπορούσαμε να δώσουμε ένα μεγάλο αριθμό ορισμών που δεν θα ωφελούσε σε τίποτε, ούτε θα οδηγούσε πουθενά. Από τους ορισμούς, όμως, αυτούς βασικά προκύπτει πως η προπαγάνδα πρέπει να χαρακτηρίζεται από σύστημα και προγραμματισμό. Πρέπει να είναι καλά οργανωμένη και να κινείται με βάση προκαθορισμένους στόχους και όχι να ενεργεί στην τύχη η ευκαιριακά.

Ο Ανδρέας Χριστοφίδης δίδει τον ακόλουθο ορισμό της προπαγάνδας: «προπαγάνδα είναι η ιδιοτελής, εσκεμμένη και συστηματοποιημένη επιδίωξη ενός ατόμου ή μιας ομάδας να ελέγξει τη στάση άλλων ατόμων ή ομάδων με τη χρήση κάθε δυνατού μέσου επικοινωνίας και με σκοπό την πρόκληση επιθυμητής για την πηγή συμπεριφοράς του στόχου».

(Α. Κ. Σοφοκλέους, Εισαγωγή στην επικοινωνία, πείθω, προπαγάνδα, Λευκωσία 1977, σελ. 16-17)

δ) Σχέσεις προπαγάνδας – ψυχολογίας – κοινωνιολογίας

Πρώτα από όλα η σύγχρονη προπαγάνδα βασίζεται στην επιστημονική έρευνα – ανάλυση και στα πορίσματα της Ψυχολογίας και Κοινωνιολογίας. Βήμα προς βήμα ο προπαγανδιστής πρέπει να οικοδομεί τις μεθόδους και την τεχνική του πάνω στις γνώσεις για τον άνθρωπο, τις τάσεις και κλίσεις του, τις επιθυμίες και ανάγκες του και τους ψυχικούς μηχανισμούς του, στηριζόμενος πάνω στα πορίσματα της Κοινωνικής Ψυχολογίας ή της Ψυχολογίας του Βάθους. Πρέπει να καθορίζει την πορεία του με βάση τις γνώσεις του για τα άτομα, τις κοινωνικές ομάδες και τους βασικούς κανόνες σχηματισμού και διαλύσεώς του. Ο προπαγανδιστής πρέπει να είναι επίσης καλά ενήμερος της Ψυχολογίας των Μαζών και του Όχλου, των μαζικών επιδράσεων και επηρεασμών με τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, καθώς και των περιοριστικών παραγόντων του περιβάλλοντος.

Από όσα έχουμε αναφέρει υποστηρίζεται πως η προπαγάνδα είναι μια σύγχρονη τεχνική που στηρίζεται στην επιστημονική γνώση και στα επιστημονικά δεδομένα. Εκείνο που αποδεικνύει κυρίως τον επιστημονικό χαρακτήρα της σύγχρονης προπαγάνδας είναι η καταβαλλόμενη προσπάθεια για τον έλεγχό της, την καταμέτρηση των αποτελεσμάτων της και τον καθορισμό των επιδράσεών της.

Αυτό είναι δύσκολη δουλειά, αλλά απόλυτα αναγκαία, γιατί ο σύγχρονος προπαγανδιστής δεν πρέπει να ικανοποιείται με την πίστη ότι έχει επιτύχει μερικά αποτελέσματα. Πρέπει να επιδιώκει πλήρη και ακριβή αποτελέσματα, σύμφωνα με τους στόχους που έθεσε πλήρη και ακριβή αποτελέσματα, σύμφωνα με τους στόχους που έθεσε στην αρχή. Πρέπει να προσπαθεί να δίδει απαντήσεις στα ερωτήματα «πώς» και «γιατί» και να καταμετρά τις ακριβείς επιρροές και επιδράσεις. Πρέπει να φλέγεται από τη γοητεία του επιστημονικού πειράματος και της έρευνας και της επιθυμίας να αναλύει τα αποτελέσματά τους. Από το σημείο αυτό μπορεί ένας να υποστηρίξει ότι αρχίζει η επιστημονική μέθοδος.

Πρέπει να γίνει αντιληπτό και παραδεκτό, ότι η προπαγάνδα σήμερα δεν γίνεται στην τύχη, αλλά ότι είναι αντικείμενο σοβαρής μελέτης και κινείται πάνω σε επιστημονικά δεδομένα και στα πορίσματα επιστημονικής εργασίας. Για παράδειγμα η Σταλινική Προπαγάνδα στηριζόταν κυρίως στην ψυχολογική θεωρία του Παυλώφ για «ελεγχόμενη αντίδραση» (conditioned reflex), η Χιτλερική προπαγάνδα στηρίχθηκε στις θεωρίες του Φρόυντ για περιστολή, αυτοσυγκράτηση (repression) και ζωηρή σεξουαλική επιθυμία (libido), και η σύγχρονη Αμερικανική προπαγάνδα ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τη θεωρία του Όε^εγ για τις μεθόδους αγωγής Theory of Teaching).

(Α. Κ. Σοφοκλέους, ό.π. σελ 41 και 44)

ε) Οι ορθές απαντήσεις σε ερωτήματα τέτοια που έχουμε αναφέρει αποτελούν προϋπόθεση επιτυχίας για τον προπαγανδιστή, που χρηματοδοτεί κατ’ ακολουθίαν εκτεταμένες έρευνες γύρω από το θέμα της οργανώσεως του μηνύματος. Επιπλέον φροντίζει καθαρά να προωθεί το θέμα της κατά το δυνατόν καλύτερης διατυπώσεως του μηνύματος, με επιδίωξη αμετακίνητη τον έλεγχο της συμπεριφοράς του στόχου. Σ’ αυτή την επιδίωξη σύμμαχο στοιχείο έχει βασικά το λόγο. Και τον τελευταίο καιρό έχει επιχειρήσει ένα τεράστιο άλμα προς την κατεύθυνση της χρησιμοποιήσεως της γλώσσας σαν οργάνου που είναι δυνατό να αποκτά διάφορη σημασία όχι απλώς σε διαφορετικές περιστάσεις αλλά και μέσα στο ίδιο σύνολο συχνά. Κι έτσι φτάσαμε σ’ ό,τι είναι γνωστό στην προπαγανδιστική ορολογία σαν «double-talk» που κατά κυριολεξία σημαίνει «δισήμαντη ομιλία» ομιλία με δυο έννοιες. Δεν είναι το ίδιο με την παραβολή, αν και θα δούμε ότι παρόμοια αρχή διαπερνά το «δισήμαντο λόγο».

Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά τους. Δεν θα εκπλαγούμε αν βρούμε στις ρίζες αυτού του δισήμαντου λόγου τον κορυφαίο σχολιαστή της πολιτικής ιστορίας, το Θουκυδίδη. Είναι τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου, στην Κέρκυρα έχει ξεσπάσει ολέθριος εμφύλιος σπαραγμός, τα πάθη έχουν εξαφθεί. Τότε επισημαίνεται η τάση για χρησιμοποίηση της γλώσσας κατά τρόπον που δεν ανταποκρινόταν στην ίδια της τη φύση αλλά στις περιστάσεις και τα συμφέροντα των διάφορων μερίδων. Να τι έχει να μας πει ο Θουκυδίδης γι’ αυτή τη φάση της διαμάχης.

«Και την καθιερωμένη σημασία (έννοια) των λέξεων ανταλλάξανε στην πράξη με ό,τι εθεωρείτο ότι συνέφερε (ό,τι ήτο σκόπιμο). Δηλαδή: η ασυλλόγιστη τόλμη θεωρήθηκε ανδρεία προς χάρη των φίλων, η με περίσκεψη αναβολή ευπρεπής δειλία. Η σωφροσύνη πρόσχημα ανανδρίας, η σύνεση σχετικά με όλα, καθυστέρηση σε όλα, η υπερβολή οξυθυμία ανδροπρέπεια …».

Με μεγαλύτερη καθαρότητα δεν θα ήταν δυνατόν να διαγραφεί η θεωρητική θεμελίωση και η μέθοδος εφαρμογής μιας τεχνικής που σήμερα έχει προωθηθεί με πολλή περίσκεψη. Η θεωρητική θεμελίωση: οι λέξεις έχουνε κατά φύση μια καθιερωμένη έννοια (ειωθυίαν αξίωσιν). Συγχρόνως είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν με διπλή έννοια, αφού η σκοπιμότης (δικαίωσις) δικαιολογεί τη δεύτερη, όχι φυσική, σημασία. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι επίσης φανερό.

Υπάρχουν οι λίγοι που γνωρίζουνε καλά τη γλώσσα, στη φυσική έννοιά της και στις προεκτάσεις που είναι δυνατό να λάβει με δικαιολογία τη σκοπιμότητα. Αυτοί οι λίγοι στη σύνταξη του προπαγανδιστικού μηνύματος έχουνε υπόψη την πρώτη – θεμελιακή – έννοια των λέξεων, συγχρόνως όμως γνωρίζουνε την απήχηση που είναι δυνατό να έχει ένα μήνυμα, όταν δοθεί μια περιστασιακή χρήση της λέξης. Ένα βήμα παρακάτω θα συναντήσουμε το εξής: Οι λίγοι χρησιμοποιούν τη δισήμαντη γλώσσα. Βάζουνε στο μήνυμα λέξεις που γενικότερα αντιμετωπίζονται με την καθιερωμένη σημασία από το κοινό, ενώ διατηρούνε για τους λίγους και μεμυημένους μια ειδική σημασία, πιθανώτατα απαράδεκτη ή αντιπαθή στο στόχο.

Σήμερα οι λέξεις που περισσότερο υπόκεινται σε τέτοια χρήση από τους προπαγανδιστές είναι οι λέξεις ελευθερία, δημοκρατία, ειρήνη κι άλλες που ανάγονται στον τομέα των διεθνών σχέσεων σ’ ένα κόσμο διηρημένο, βασανισμένο από την ένταση του ψυχρού πολέμου που γέρας έχει για το νικητή τους λαούς και τον προσηλυτισμό τους στη μια ή στην άλλη ιδεολογία. Για τον ορθόδοξο και ενήμερο λ. χ. κομμουνιστή ειρήνη σημαίνει την κατάσταση που επικρατεί σε μια κομμουνιστική κοινωνία. Σε μη κομμουνιστική κοινωνία συνεχίζεται αδιάκοπη πάλη και πόλεμος των τάξεων. Όταν όμως σε ένα κομμουνιστικό ανακοινωθέν γίνεται λόγος για την ειρήνη, η λέξη πια γίνεται δισήμαντη και για τους πολλούς ειρήνη είναι δυνατό να σημαίνει την απουσία πολέμου μεταξύ των λαών.

Η λέξη ελευθερία πάλι είναι δυνατό να χρησιμοποιείται αόριστα και για τους πολλούς να έχει μία σημασία, ενώ για τους λίγους μπορεί να σημαίνει είτε την ανατροπή είτε την επιβολή ενός κομμουνιστικού καθεστώτος, ανάλογα με την πηγή. Όσο για την λέξη Δημοκρατία είναι πασίγνωστο ότι και μέσα στα όρια του ίδιου κράτους είναι δυνατό να χρησιμοποιείται κατά τρόπο δισήμαντο. Για έναν ορθόδοξο καπιταλιστή είναι πιθανό να συμπίπτει με την άρνηση κάθε σοσιαλιστικού μέτρου και την επικράτηση του καθαρόαιμου κεφαλαιοκρατισμού – free enterpise – συστήματος. Για μια ολιγαρχική μερίδα που χρησιμοποιεί τη λέξη η δημοκρατία μπορεί να σημαίνει το τι συμφέρει στους πολλούς σύμφωνα με την άποψη των ολίγων κ.ο.κ.

Χρειάζεται εξαιρετική προσοχή και γνώση για να είναι σε θέση το άτομο να διακρίνει σ’ ένα μήνυμα – κείμενο την πραγματική σημασία των λέξεων που το απαρτίζουν από την έννοια που τους προσδίδεται χάρη των πολλών στους οποίους απευθύνεται. Πολεμοκάπηλοι, φασίστες, ιμπεριαλιστές, ειρηνόφιλοι, ουδετερόφιλοι, δεσμευμένοι και αδέσμευτοι – λέξεις που καθημερινά επανέρχονται στον τύπο και στην ραδιοφωνία, σε διαφορετικά σύνολα και από διαφορετικές πηγές. Πώς ο κοινός άνθρωπος θα ξεχωρίσει τι αντιπροσωπεύουν εκάστοτε αυτές οι λέξεις και θα τους δώσει την «ειωθυίαν αξίωσιν» σε αντίθεση με την «δικαίωσιν» – που σαν σκοπιμότητα υποτάσσεται σε μια γενικότερη αρχή;

Είναι αναγκαίο γι’ αυτό το σκοπό να γνωρίζει τι σημαίνει ακριβώς η λέξη ιδεολογία, τι ρόλο παίζει στη ζωή μας και πώς επηρεάζει την προπαγάνδα.

(Α. Χριστοφορίδης, Εισαγωγή στην προπαγάνδα, εκδ. ΡΙΚ, Λευκωσία 1966, σελ. 335)

Από το Βιβλίο του καθηγητή, σελ. 67-71

Κατηγορία Δημοκρατία | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Η Φύση της Πολιτικής Ευρώπης». Γιώργος Κοντογιώργης

Συγγραφέας: Γιάννης Τσιτσεκίδης στις 21 Ιανουαρίου 2013

Κατηγορία Δημοκρατία | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο μύθος της αντιπροσωπευτικότητας

Συγγραφέας: Γιάννης Τσιτσεκίδης στις 21 Ιανουαρίου 2013

Για τον Ρουσσώ η Δημοκρατία είτε είναι άμεση, είτε δεν υπάρχει καθόλου. Επηρεασμένος από την αρχαία Αθήνα και την «αυτόνομη πόλη» του Καλβίνου, γράφει στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο»: « Οι βουλευτές του λαού ούτε είναι ούτε μπορεί να είναι αντιπρόσωποί του. Δεν είναι παρά επίτροποί του. Τίποτα δεν μπορούν να αποφασίσουν οριστικά. Κάθε νόμος που δεν τον κύρωσε αυτοπροσώπως ο ίδιος ο λαός, είναι άκυρος».

O Ρουσσό δυστυχώς δε φαίνεται να κατάφερε και πολλά με τις ριζοσπαστικές του θέσεις. Πεθαίνει το 1778 στη Γαλλία αφήνοντας πίσω σπουδαίες παρακαταθήκες για τις κοινωνίες του μέλλοντος. Ελάχιστες όμως, κοινότητες υιοθέτησαν από τότε τις «ανώτερες» πολιτικές του προτάσεις περί συμμετοχικής Δημοκρατίας, όπως τα καντόνια της Ελβετίας, η Παρισινή Κομμούνα του 1871, τα Ρωσικά Σοβιέτ του 1905 και βέβαια κάποιες σύγχρονες μικρές «πολιτείες» στις Σκανδιναβικές χώρες.

Τι συνέβη λοιπόν και δεν λειτούργησε η άμεση Δημοκρατία; Γιατί ενώ οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες σε πνευματικό και πολιτιστικό επίπεδο, οι κοινωνίες επέλεξαν πολιτεύματα αντιπροσωπευτικότητας και όχι άμεσης συμμετοχής των πολιτών; Κατά τον 18ο αιώνα στην ευρωπαϊκή διανόηση άρχισε να επικρατεί ο φιλελευθερισμός, ένα φιλοσοφικό κίνημα το πολιτικό σκέλος του οποίου υποστήριζε μία συνταγματική μοναρχία, με τους πολίτες να αποτελούν φορείς προκαθορισμένων ατομικών δικαιωμάτων, με τη δυνατότητα παρέμβασης του κράτους στον βίο τους να είναι περιορισμένη και με ισορροπημένη διάκριση των εξουσιών μεταξύ διαφορετικών πολιτικών οργάνων.

Εν μέσω του Διαφωτισμού, πρώτα με την Αμερικανική και στη συνέχεια με τη Γαλλική Επανάσταση, τέθηκε σε φιλελεύθερο πλαίσιο το αίτημα της κατάργησης της μοναρχίας και της διακυβέρνησης από πολιτικούς αντιπροσώπους, εκλεγμένους από μία μερίδα του λαού με δικαίωμα ψήφου. Οι εν λόγω αντιπρόσωποι θα μπορούσαν να εκφράζουν ανταγωνιζόμενα συμφέροντα και αντιλήψεις στο εσωτερικό της κοινωνίας, μέσω της προσκόλλησής τους σε διαφορετικά πολιτικά κόμματα.

Πλάθοντας το σύστημα αυτό, οι θεμελιωτές του κράτους των ΗΠΑ απέρριψαν ρητά την άμεση δημοκρατία ως επιλογή, πιστεύοντας ότι θα οδηγούσε στην υπερίσχυση των πολυπληθέστερων κατώτερων κοινωνικών τάξεων ή σε χαοτική αταξία, και διαμόρφωσαν την αντιπροσωπευτική ολιγαρχία ονομάζοντας το νέο πολίτευμα «ρεπουμπλικανικό» και όχι «δημοκρατικό», ώστε να παραπέμπει στο ρωμαϊκό κράτος της ελληνιστικής περιόδου. Καθώς παράλληλα εξαπλωνόταν και ο εθνικισμός, στη Γαλλική Επανάσταση η επίσης αντιπροσωπευτικού χαρακτήρα Εθνοσυνέλευση προβλήθηκε ως ενσάρκωση της βούλησης του έθνους. Με λίγα λόγια η μετάβαση από τον ολοκληρωτισμό της μοναρχίας σε ένα άλλο πολίτευμα φιλελεύθερου χαρακτήρα έπρεπε να γίνει έτσι ώστε να μη χαθεί το «μαγικό ραβδί» των αποφάσεων από την ελίτ της παλιάς εξουσίας αλλά και να ικανοποιηθεί το ολοένα και πιο πολιτικοποιημένο εργατικό δυναμικό.

Ήταν σχεδόν αδύνατο να συνεχίσουν να υφίστανται κοινωνίες βιομηχανοποιημένες, αστικού τύπου με κανόνες δουλοπαροικίας και απόρριψης του εργαζόμενου ως μη πολιτικού όντος. Ο δούλος έγινε δουλοπάροικος και μετά εργαζόμενος με σύμβαση υπογεγραμμένη και με ανθρώπινα δικαιώματα. Ο κοινοβουλευτισμός ήταν ένα σατανικά «ευφυές κόλπο» για να δοθεί στον προλετάριο και αργότερα εξειδικευμένο υπήκοο η ψευδαίσθηση της αντιπροσωπευτικότητας και των ειδικών προσωπικών κατακτήσεων στην εργασία, στον πολιτισμό και στην ίδια του τη ζωή. Από τις αρχές του 20ου αιώνα ως σήμερα, δε φαίνεται να άλλαξε η πολιτική φιλοσοφία, τουλάχιστον σε ό τι αφορά τις προθέσεις των εξουσιών για μία σοβαρή μετάπλαση του πολιτεύματος σε συμμετοχικό. Σημαντικοί πολιτικοί διανοητές όπως ο Καστοριάδης αλλά και σύγχρονοι επιστήμονες όπως ο Τζοζάια Όμπερ δηλώνουν απερίφραστα ότι αυτό που βιώνουμε σε όλο τον δυτικό κόσμο δεν είναι Δημοκρατία. Πρόκειται ουσιαστικά για μια μεγάλη απάτη που τρέφει την ανευθυνότητα του απροστάτευτου μέλους μιας κοινότητας και συγκαλύπτει πάντα, τις ανεξέλεγκτες ή και εγκληματικές διαθέσεις μιας θρασύτατης πολιτικής ελίτ.

Επεξηγηματικά ο «κατά φαντασίαν» πολίτης είναι κομμάτι μιας μάζας που ο αντιπρόσωπός της συνδέεται μαζί της κάθε τέσσερα χρόνια μόνο για να συνομιλήσει σ΄ ένα ασαφές και καταναγκαστικό επίπεδο επικοινωνίας και αόριστης υποσχεσιολογίας. Με την ψήφο «εκβιασμού», ο «αντιπρόσωπος» παίρνει την εντολή να δράσει όπως εκείνος επιθυμεί και ερμηνεύοντας αυθαίρετα θεσμούς και νόμους , σύμφωνα με το δικό του πολιτικό και «υπαρξιακό» συμφέρον. Το αποτέλεσμα είναι να διοικεί το 15% και το υπόλοιπο 85% να ακολουθεί χωρίς καμία δυνατότητα υπεύθυνης συμμετοχής σε αποφάσεις που το αφορούν!

Εντωμεταξύ, αναπτύσσονται παράλληλα, σε όλο τον βιόκοσμο του συστήματος, μηχανισμοί στήριξης της «αντιπροσωπευτικότητας» για να εξυπηρετήσουν όλο το δίκτυο άσκησης της εξουσίας. Κυρίαρχα εργαλεία είναι ο μεσσιανισμός και ο λαϊκισμός. Οι χώροι διαπαιδαγώγησης του «αμέτοχου» αλλά «αντιπροσωπευόμενου» ατόμου είναι το σχολείο , όπου ακολουθεί τη μαζική εκπαίδευση , αντιγράφοντας και όχι δημιουργώντας, η μαζική επικοινωνία όπου εμπιστεύεται την ενημέρωση στη συνείδηση του συνήθως «στρατευμένου» δημοσιογράφου, το καταναλωτικό σύστημα που επιλέγει για χάρη του τον τρόπο ζωής, τη μόδα και την ψυχαγωγία. Καλλιεργείται σταδιακά, μια ατροφική διάθεση για συμμετοχικότητα σε οτιδήποτε. Όλοι ξέρουμε ότι κάποιος άλλος, «μεσσίας» , θα τραβάει μπροστά κι εμείς θα ακολουθούμε.

Γέμισε όλη η Ελλάδα προέδρους συλλόγων, συμβουλίων, συνεδρίων, δεκαπενταμελών, “καφενείων”, σωματείων , κομμάτων! Έχουμε πια τόσους πολλούς αντιπροσώπους που χρειάζονται και οι ίδιοι αντιπρόσωπο να βάλει σε τάξη την έπαρση, το ναρκισσισμό και πολλές φορές την εγκληματικότητά τους! Ο δάσκαλος, ο δημοσιογράφος, ο παπάς, ο μεσίτης, ο μουσικός παραγωγός, ο συνδικαλιστής, ο πολιτικός είναι ο αντιπρόσωπος της ζωής μας κι εμείς αμέριμνοι «καταναλωτές» ενός ανεύθυνου χρόνου τρέχουμε πίσω τους , πιστοποιώντας την ύπαρξη και την ταυτότητά μας!

«Έχω αντιπρόσωπο, άρα υπάρχω»! Η αντιπροσωπευτικότητα τρέφει την ψευδαίσθηση της ασφάλειας. Το άτομο αισθάνεται έναν εφησυχασμό και, με τον καιρό, αποβάλλει το ένστικτο της ευθύνης και την εσωτερική διέγερση της δράσης. Αδιαφορεί πια για συμμετοχή γιατί πιστεύει ότι άλλος το ανέλαβε ή ότι δεν υπάρχει καμία δυνατότητα παρέμβασης σε αποφάσεις . Πολλαπλασιάζονται έτσι οι κοινότητες των ανεύθυνων μελών που γίνονται πλέον, εύκολη βορά του πελατειακού συστήματος των «διακεκριμένων» αντιπροσώπων τους. Το αποτέλεσμα είναι να βιώνουμε έναν αστικό πολιτισμό με φεουδαρχικούς μηχανισμούς ελέγχου και καθοδήγησης της κοινωνίας. Αν θέλουμε να πιστεύουμε στην αξία του «πολιτικού» ανθρώπου, έστω σε μια εξελίξιμη μορφή του, θα πρέπει να μας προβληματίσει έντονα, πώς είναι δυνατόν να εκχωρούμε το δικαίωμα της πολιτικής μας ταυτότητας στην οποιαδήποτε κατασκευασμένη περσόνα που ξεπετάχθηκε «φτιασιδωμένη» από τα studios κάποιας τηλεόρασης.

Είναι καιρός πια να ξυπνήσουμε από τον λήθαργο. Κοιμόμαστε κανονικά και κυνηγάμε μάγισσες χωρίς λόγο. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο. Βλέπουμε εικόνες από τη Συρία, τη Μέση Ανατολή και χαιρόμαστε που εμείς έχουμε γραβατωμένους βουλευτές, πολυτελή κοινοβούλια, θεσμούς και συντάγματα, πολυεθνικές και δεκάδες χιλιάδες «πεφωτισμένους αντιπροσώπους» , έτοιμους να μας σώσουν από «τα τέρατα» που οι ίδιοι συνεχώς δημιουργούν στις αυλές τους!

Το 1813 ο Kόμης Capo d΄Istria (Καποδίστριας), ένας από τους σπουδαιότερους ευρωπαίους της παγκόσμιας διπλωματίας , δημιούργησε το συμμετοχικό ελβετικό κράτος ως πρότυπο αποκεντρωμένης διοίκησης και άμεσης δημοκρατίας. Στον τόπο καταγωγής του όμως, δολοφονήθηκε από κάποιους «προστάτες αντιπροσώπους» που διέκριναν τον κίνδυνο να χάσουν το δικαίωμα της «αντιπροσωπείας»! Αργότερα, στον ιταλικό βορά (Τορίνο) και σε κρατίδια της Γερμανίας αναπτύχθηκαν κοινωνίες άμεσης παρέμβασης στα κοινά. Τα τελευταία χρόνια σε Δανία, Σουηδία , Φινλανδία και Νορβηγία εξελίσσονται, θεσμικά, μηχανισμοί πρόσβασης των πολιτών στις αποφάσεις της εξουσίας με άμεσο τρόπο.

Η συμμετοχική δημοκρατία δεν είναι ο όχλος (όπως εξελίχθηκε) της πλατείας Συντάγματος, δεν είναι οι «αγανακτισμένοι» που ζητούν «άμεση πρόσβαση» στην πολιτική χωρίς να γνωρίζουν την αναλογική άσκηση δικαιώματος και υποχρέωσης. Πρόκειται για ένα σύστημα οργανωμένης πολιτικής κοινότητας, όπου το δικαίωμα της συμμετοχής δίνεται σε όλους, παρακινώντας τους να το ασκήσουν ελεύθερα, αφού πρώτα ενεργοποιήσουν τις δυνατότητές τους. Προϋποθέσεις είναι η γνώση, η ενημέρωση και ασφαλώς η διάθεση για συμμετοχή σε αποφάσεις με άμεσο, ασφαλή και έγκυρο τρόπο.

Η τεχνολογία, η ψηφιακή μηχανοργάνωση των δεδομένων, η υπεύθυνη πολιτικοποίηση των νέων και τα σύγχρονα πρότυπα συμμετοχικής διακυβέρνησης μας επιτρέπουν να ελπίζουμε στην οργάνωση μιας ολοκληρωμένης κοινότητας υπεύθυνων πολιτών. Και στην Ελλάδα και σε όλο τον πλανήτη υπάρχουν πλέον χιλιάδες άνθρωποι, επιστήμονες, τεχνοκράτες και φιλόσοφοι που ξέρουν καλά τι και πως πρέπει να γίνει. Κάθε μέρα «χτίζονται» ψηφιακές πλατφόρμες για δημοψηφίσματα και άμεσες υπεύθυνες ψηφοφορίες.

Λίγο πολύ, όλοι βλέπουν την ανάγκη της μεγάλης στροφής στο αυτονόητο αλλά ελάχιστοι το συζητούν. Την παρακαταθήκη την έχουμε. Γιατί δεν την προχωράμε συντεταγμένα? Δεν μπορώ να δεχτώ ότι οι κοινωνίες δεν είναι τόσο ώριμες να το μελετήσουν. Τόσο δύσκολο είναι να οραματιστούμε μια «αντιστάρ» κοινωνία φυσιολογικών ανθρώπων που οι μόνοι τους αντιπρόσωποι θα είναι οι ειδικοί και όχι οι πολιτικοί; Παντού βλέπουμε πως οι διοικήσεις λειτουργούν καλύτερα όταν ασκούνται από ειδικούς τεχνοκράτες και όχι από ανεύθυνους πολιτικάντηδες.

Ας διορίσουμε μια κυβέρνηση από μη πολιτικά πρόσωπα κι ας ενισχύσουμε θεσμούς και νόμους εμείς οι ίδιοι, με την άμεση και υπεύθυνη συμμετοχή μας στα κοινά. Ας μελετήσουμε λίγο περισσότερο το σύστημα της Ελβετίας που εδώ και δύο αιώνες την έκανε το πιο σταθερό κράτος στον κόσμο . Ας ξεκινήσουμε μια μεγάλη συζήτηση κάποτε κι ας διαρκέσει χρόνια.

Να, λοιπόν η μεγάλη πρόκληση για νέους επίδοξους, πολιτικούς φορείς. Να, το μεγάλο ουσιαστικό στοίχημα για το μεγάλο πολιτικό και κυρίως πολιτισμικό άλμα της κοινωνίας μας: η στράτευση στην άρση της ανούσιας αντιπροσωπευτικότητας και η έμπνευση ενός οράματος συμμετοχικότητας. Αυτό θα άρει το μεσσιανισμό και θα στείλει στο περιθώριο την οποιαδήποτε ανεύθυνη κίνηση που σπεύδει κατά καιρούς να «πουλήσει» άριστες υπηρεσίες «μεσιτείας» στον ελληνικό λαό.

Δεν έχει πια νόημα να φαντασιωνόμαστε σωτήρες που παίζουν με τους παλιούς όρους του φθαρμένου πολιτικού συστήματος. Είναι δύσκολο να πετύχουν ανατροπές. Η επόμενη πολιτική πρόταση ας φωνάξει στον Έλληνα ότι μόνο οι θεσμοί και οι νόμοι είναι ανώτεροι απ’ αυτόν, ότι κανένας «ατσαλάκωτος πολιτικός μασκοφόρος» δεν μπορεί να τον εκπροσωπεί πουθενά αν πρώτα δεν τον ρωτάει και ότι οι «μεσσίες» ανασταίνονται όχι σαν «αιώνιοι βασιλείς» αλλά σαν βουλιμικά «ζόμπι»!

Ανδρέας Ζαμπούκας, ΤΟ ΒΗΜΑ, 1/8/2012

http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=469284&h1=true#commentForm

Κατηγορία Δημοκρατία | Δε βρέθηκαν σχόλια »