Η Στέρνα

Μια μικρή προέκταση της τάξης

Αρχεία για 'Έθνος-εθνισμός-εθνικισμός'

Πατριωτισμός εναντίον εθνικισμού. Θανάσης Γιαλκέτσης

Συγγραφέας: Γιάννης Τσιτσεκίδης στις 4 Απριλίου 2013

Η ΙΔΕΑ της πατρίδας έχει υποστεί φθορές από την κάκιστη χρήση και την κατάχρηση που της έκαναν ο εθνικισμός και ο φασισμός. Ο φασισμός μιλούσε για την πατρίδα, έλεγε ότι πρέπει να θυσιάζουμε τη ζωή μας αλλά και να σκοτώνουμε για την πατρίδα και στο όνομα της πατρίδας εξαπέλυε τους επιθετικούς του πολέμους και τα πογκρόμ του ενάντια στους «απάτριδες».

Η ιδέα της πατρίδας παραπέμπει σε ένα σύνολο αξιών στο οποίο ο πατριώτης αποδίδει ένα ιδιαίτερα θετικό συμβολικό νόημα. Γι’ αυτό και προσφέρεται για πολιτική εκμετάλλευση από μέρους εκείνων που κατέχουν την εξουσία. Έτσι, ο πατριωτισμός μπορεί εύκολα να εκφυλιστεί και να μετατραπεί σε πατριδοκαπηλία και σε εθνικισμό. Η αγάπη για την πατρίδα υπήρξε όμως και ένα σημείο αναφοράς του αντιφασισμού, που αντιτάχθηκε σθεναρά στο φασιστικό εθνικισμό. Η αντίσταση στο φασισμό και στο ναζισμό ήταν μια κορυφαία έκφραση πολιτικού πατριωτισμού, που κατέδειξε ότι η αγάπη για την πατρίδα μπορεί να οδηγήσει σε μιαν ανιδιοτελή, γενναιόδωρη και μαχητική στράτευση, σε πράξεις αυτοθυσίας και ηρωισμού με μεγάλη ηθικοπολιτική αξία. Στο όνομα της πατρίδας ο φασιστικός εθνικισμός εξαπέλυσε τους επεκτατικούς και κατακτητικούς του πολέμους, προκαλώντας μαζικές ανθρωποσφαγές και γενοκτονίες.

Ο πατριωτισμός του αντιφασισμού αντίθετα έδωσε ηθικό και πολιτικό περιεχόμενο στην πιο αδιάλλακτη και ηρωική αντίσταση στον επιτιθέμενο εισβολέα και στον κατακτητή. Ο πατριωτισμός του αντιφασισμού εμπνεόταν από την ιδέα ότι πατρίδα σημαίνει κοινή ελευθερία ενός λαού, ο οποίος θέλει να ζει ελεύθερος ανάμεσα σε ελεύθερους λαούς. Ανάμεσα σε αυτήν την ιδέα της πατρίδας και στον εθνικισμό, ο οποίος αναγορεύει σε πρωταρχική αξία όχι την ελευθερία αλλά την εθνική, θρησκευτική ή πολιτισμική ομοιογένεια ενός λαού ή το μεγαλείο, την υπεροχή και την επικράτηση του δικού μας έθνους στην αναμέτρηση με τα άλλα έθνη, υπάρχει μια ηθική και πολιτική άβυσσος.

Η παράδοση σκέψης που ενέπνευσε τον πατριωτισμό του αντιφασισμού (εκείνη που ερμηνεύει την αγάπη για την πατρίδα ως αγάπη για την κοινή ελευθερία) έχει τις ρίζες της στην πολιτική σκέψη του Διαφωτισμού. Στο λήμμα Patrie της Encyclopedie διαβάζουμε μεταξύ άλλων: «Πατρίδα δεν σημαίνει τον τόπο στον οποίο γεννηθήκαμε, όπως νομίζει μια αγοραία αντίληψη, αλλά σημαίνει ένα ελεύθερο κράτος (etat libre) του οποίου είμαστε μέλη και του οποίου οι νόμοι προστατεύουν τις ελευθερίες μας και την ευτυχία μας». Με αυτήν την έννοια, η αγάπη για την πατρίδα δεν αντιπαρατίθεται στην αγάπη για την ανθρωπότητα και στις οικουμενικές αξίες της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης.

Αντίθετα μάλιστα, μπορεί να αποτελεί έναν αναγκαίο ενδιάμεσο σταθμό στην πορεία που οδηγεί σε αυτές τις οικουμενικές αξίες. Αυτή η ιδέα πολιτικού πατριωτισμού, η οποία ερμηνεύει την αγάπη για την πατρίδα ως αφοσίωση στο συνταγματικό συμβόλαιο που συνδέει τους πολίτες μιας πολιτικής κοινότητας, μοιάζει με την έννοια του «συνταγματικού πατριωτισμού», που πρότεινε ο Χάμπερμας στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η θεωρία του συνταγματικού πατριωτισμού, αν και εμφανίζεται συνήθως ως ανανέωση της παραδοσιακής σημασίας του όρου, στην πραγματικότητα υπογραμμίζει την ασυνέχεια που οι μεγάλες αστικές επαναστάσεις (η αμερικανική του 1776 και η γαλλική του 1789) είχαν προκαλέσει με τη ριζική αλλαγή της έννοιας της πολιτικής κοινότητας. Έπειτα από αυτές τις επαναστάσεις, πράγματι, η αφοσίωση στο μονάρχη ή στο κράτος θα αντικατασταθεί από την αφοσίωση στην πατρίδα. Εδώ η έννοια της πατρίδας αναφέρεται από τη μια μεριά στην πολιτισμική παράδοση και κληρονομιά ενός λαού και από την άλλη στην αφοσίωση σε μια πολιτική διάταξη η οποία νομιμοποιείται ως ελεύθερη έκφραση της κοινής βούλησης των πολιτών και αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος.

Η πατρίδα επομένως σημαίνει τόσο τη γενέθλια γη, τη «γη των πατέρων», δηλαδή τη χώρα με την οποία τα άτομα αισθάνονται συνδεδεμένα για λόγους γενεαλογικούς ή πολιτισμικούς, όσο και την πολιτική κοινότητα που συγκροτήθηκε από ανθρώπους οι οποίοι μοιράζονται συνειδητά μια κοινή κληρονομιά (ιστορίας, γλώσσας και πολιτισμού) και μια κοινή μοίρα. Για τους κλασικούς της πολιτικής σκέψης, η πολιτική αρετή του πατριωτισμού είναι αναγκαία για την υπεράσπιση και τη διατήρηση μιας ελεύθερης πολιτείας. Στην παράδοση του πολιτικού πατριωτισμού (η οποία ως πατρίδα εννοεί την κοινή μας ελευθερία, μια κοινότητα ελεύθερων πολιτών), η αγάπη για την πατρίδα έχει ένα νόημα εντελώς διαφορετικό από αυτό που της δίνει η εθνικιστική ρητορική, από το θαυμασμό δηλαδή για την εθνική υπεροχή και «καθαρότητα», από την υπεράσπιση της πολιτισμικής ομοιογένειας ενός έθνους ενάντια σε κάθε είδους επιμειξία.

Όταν μιλάει για αγάπη για την πατρίδα ο πολιτικός πατριωτισμός δεν εννοεί μιαν αποκλειστική και τυφλή πρόσδεση στην κοινότητα καταγωγής μας, αλλά έναν άλλο τύπο αγάπης, ικανό να εμπνέει το γενναιόδωρο πάθος που ωθεί το άτομο να ενδιαφέρεται όχι μόνο για την οικογένειά του, για τους συγγενείς και τους φίλους του, αλλά για όλους τους συμπολίτες του ή ακόμη και για όλους εκείνους (ανεξάρτητα από την καταγωγή τους) που είναι θύματα αδικιών, διακρίσεων και καταπίεσης. Με άλλα λόγια, ο πατριωτισμός μπορεί να είναι μια πολύτιμη για τη δημοκρατία πολιτική αρετή, δηλαδή μια δύναμη που κινητοποιεί τους πολίτες, ένα πάθος που δίνει στα άτομα το θάρρος και την αποφασιστικότητα να υπηρετούν τη χώρα τους και την κοινή τους ελευθερία, παραμερίζοντας ή και θυσιάζοντας τα εγωιστικά και ιδιωτικά τους συμφέροντα.

Κυριακάτικη (Επτά), 23/11/2011

http://www.enet.gr/?i=arthra-sthles.el.home&id=319782

Κατηγορία Έθνος-εθνισμός-εθνικισμός | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εθνικισμός και κοσμοπολιτισμός. Νίκος Μουζέλης

Συγγραφέας: Γιάννης Τσιτσεκίδης στις 4 Απριλίου 2013

Με την ένταση της οικονομικής κρίσης αναπτύσσεται ραγδαία ένας ακραίος, αμυντικός εθνικισμός και στον δημόσιο χώρο και σε αυτόν της πολιτικής πρακτικής. Λόγω αυτού αξίζει τον κόπο να εξετάσει κανείς τις αλληλοσυνδεόμενες έννοιες του εθνικισμού, του πατριωτισμού και του κοσμοπολιτισμού- έννοιες που παίζουν κεντρικό ρόλο στις διαμάχες περί έθνους και εθνικής ταυτότητας.

Εθνικισμός

Ο εθνικισμός, στην κλασική εκδοχή του, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το κράτος-έθνος- όπως αυτό αναπτύχθηκε στον 19ο και στον 20ό αιώνα. Το κράτος-έθνος κατόρθωσε να διεισδύσει στην περιφέρεια της κοινωνίας σε βαθμό που ήταν αδιανόητος σε προνεωτερικές εποχές, κατόρθωσε δηλαδή να κινητοποιήσει και να εντάξει ολόκληρο τον πληθυσμό μιας επικράτειας στο εθνικό κέντρο. Αυτό σήμαινε τη σταδιακή έκλειψη της παραδοσιακής κοινότητας και τη συγκέντρωση στα χέρια εθνικών ελίτ όχι μόνο των μέσων οικονομικής και πολιτισμικής παραγωγής αλλά και των μέσων κυριαρχίας. Σήμαινε με άλλα λόγια τη μετατόπιση υλικών και άυλων πόρων από την περιφέρεια στο κέντρο. Σήμαινε τέλος ένα πέρασμα από την ταύτιση του ατόμου με την τοπική κοινότητα στην ταύτιση με τη «φαντασιακή κοινότητα» του κράτους-έθνους (Ρ. Αnderson). Έτσι, στις αρχές του 19ου αιώνα, η τοπική ταυτότητα ήταν συχνά ισχυρότερη της εθνικής. Σταδιακά όμως η δεύτερη υπερισχύει της πρώτης.

Στην ελληνική περίπτωση, για παράδειγμα, πριν από την Επανάσταση του 1821 η ελληνική ταυτότητα ήταν εθνοτική (βασιζόταν στη θρησκεία και στη συνέχεια της γλώσσας) και τοπικιστική (το υποκείμενο ταυτιζόταν με την κοινότητά του και όχι με το οθωμανικό κράτος). Με το όραμα ενός ελληνικού κράτους, την ίδρυσή του και την εδραίωσή του περνάμε από το εθνοτικό στο εθνικό. Από το τοπικό στο υπερτοπικό.

Το κράτος-έθνος δεν κατάφερε μόνο να εντάξει τον πληθυσμό στο εθνικό κέντρο. Κατάφερε επίσης να ομογενοποιήσει τον πληθυσμό μιας επικράτειας είτε με ειρηνικά μέσα (σχολείο, στρατιωτική θητεία κτλ.), είτε με βίαια (π.χ. η εξολόθρευση των Αρμενίων στην Τουρκία). Ο εθνικισμός, ως ιδεολογία, ήταν χρήσιμος, αν όχι απαραίτητος, στη δημιουργία σύγχρονων κρατών, ιδίως στις περιπτώσεις διάλυσης δυναστικών αυτοκρατοριών, όπως αυτές των Αψβούργων και των Οθωμανών. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο εθνικισμός ήταν η κύρια κινητήρια δύναμη και για την ανεξαρτησία και, στο εσωτερικό της επικράτειας, για την πάταξη τοπικιστικών δυνάμεων που αντετίθεντο στη δημιουργία ισχυρού εθνικού κέντρου. Και βέβαια, ο εθνικισμός στα Βαλκάνια υπήρξε βάση πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των νέων ανεξάρτητων χωρών που είχαν ανταγωνιστικούς στόχους.

Ο πατριωτισμός του πολίτη

Τα πράγματα αλλάζουν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη Δύση η αποικιοκρατία καταρρέει, ενώ οι φρικιαστικές εκατόμβες και η γενοκτονία των Εβραίων και άλλων μειονοτήτων (αποτελέσματα ενός ακραίου, παρανοϊκού γερμανικού εθνικισμού) κάνουν τους πολίτες και των ηττημένων δυνάμεων του Άξονα και των Συμμάχων να κοιτάζουν με καχυποψία τους σοβινιστικούς εθνικισμούς- είτε αυτοί παίρνουν αποικιοκρατική μορφή είτε τη μορφή αλυτρωτικών διεκδικήσεων.

Οι ευρωπαίοι πολίτες και στο κέντρο και στη νοτιοανατολική ημιπεριφέρεια αρχίζουν σταδιακά να ενδιαφέρονται λιγότερο για τη «δόξα των όπλων» και περισσότερο για την ποιότητα ζωής, λιγότερο για στρατιωτικές περιπέτειες και περισσότερο για τη δημοκρατία και το κράτους δικαίου, λιγότερο για την κατάκτηση εδαφών και περισσότερο για τη διάχυση κοινωνικοοικονομικών δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια, το κοινωνικο-δημοκρατικό και ανθρωπιστικό στοιχείο υπερτερεί του γεωπολιτικού. Έτσι περνάμε από τον επιθετικό εθνικισμό στον πατριωτισμό του πολίτη ή του Συντάγματος (Ηabermas).

Δεν είναι περίεργο μάλιστα το ότι μετά την επούλωση των πληγών του Εμφυλίου η πλειονότητα των ελλήνων πολιτών ενδιαφέρεται λιγότερο για αλυτρωτικούς αγώνες και περισσότερο για την πάταξη του κρατικού δεσποτισμού, της διαφθοράς, την ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους και την αναβάθμιση της Παιδείας. Αυτού του είδους τα προτάγματα μπορεί να μην εκπληρώθηκαν. Αποτελούν όμως προτεραιότητες για τον μέσο πολίτη.

Τέλος, το πέρασμα από τον εθνικισμό στον πατριωτισμό του Συντάγματος δεν σημαίνει βέβαια την εξαφάνιση της παραδοσιακής κουλτούρας. Μπορεί και πρέπει να σημαίνει τη μετουσίωση της παράδοσης μέσω νέων πολιτισμικών μορφών (στον χώρο των γραμμάτων, της τέχνης, της διανόησης) που συνδέουν το παλιό με το νέο, που φέρνουν πιο κοντά στη σημερινή πραγματικότητα πατροπαράδοτους τρόπους ζωής και έκφρασης.

Κοσμοπολιτισμός

Τα πράγματα αλλάζουν πάλι στις δεκαετίες του ΄70 και του ΄80. Η ραγδαία νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση δημιούργησε και εξακολουθεί να δημιουργεί τεράστιες κοινωνικές ανισότητες και μεταξύ χωρών και στο εσωτερικό της κάθε χώρας. Στην Ελλάδα ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού περιθωριοποιείται. Σε αυτό το πλαίσιο η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία θεοποιεί την αγορά και προωθεί την καταναλωτική κουλτούρα. Από την άλλη, δημιουργεί στα περιθωριοποιημένα στρώματα ανάγκες που δεν μπορούν να ικανοποιήσουν.

Αυτή η κατάσταση οδήγησε σε δύο αντικρουόμενες αντιδράσεις. Αυτοί που είναι θύματα της παγκοσμιοποίησης βλέπουν με καχυποψία το άνοιγμα προς τον έξω κόσμο, περιχαρακώνονται, είναι εχθρικοί προς το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο γίγνεσθαι. Και όπως η παγκοσμιοποίηση εντείνει την εισροή μεταναστών από τις φτωχές στις σχετικά πλούσιες χώρες, οι τελευταίοι μετατρέπονται σε αποδιοπομπαίους τράγους που ευθύνονται για όλα τα δεινά της χώρας. Έτσι βλέπουμε την επιστροφή ενός παρωχημένου, ξενοφοβικού εθνικισμού, κυρίως στον χώρο των λαϊκών τάξεων.

Από την άλλη μεριά τώρα, οι κερδισμένοι από το παγκόσμιο άνοιγμα των αγορών, ιδίως αυτοί που πλούτισαν εύκολα και απότομα, απεμπολούν και το εθνικιστικό και το πατριωτικό στοιχείο. Γίνονται πολίτες του κόσμου ή μάλλον καταναλωτές σε πλανητικό επίπεδο. Αποσυνδέονται από τις εθνικές ρίζες και εντάσσονται σε μια μεταμοντέρνα καταναλωτική κουλτούρα. Έτσι οι κοσμοπολίτικες, νεοπλουτίστικες ελίτ δεν ενδιαφέρονται ούτε για τα ανθρώπινα δικαιώματα του συνταγματικού πατριωτισμού ούτε για τα εθνικά ιδεώδη.

Ευτυχώς με την παγκοσμιοποίηση δεν έχουμε μόνο τον κοσμοπολιτισμό των jet set και των golden boys. Έχουμε, κυρίως στη νέα γενιά, έναν αντικαταναλωτικό, ανθρωπιστικό κοσμοπολιτισμό που επικεντρώνεται στα προβλήματα των μεταναστών, της παγκόσμιας φτώχειας και της κλιματικής αλλαγής. Αυτού του είδους ο κοσμοπολιτισμός παίρνει τη μορφή κινημάτων που εντάσσονται στη διαμορφούμενη παγκόσμια κοινωνία των πολιτών- κινημάτων, όπως η Greenpeace, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, η Διεθνής Αμνηστία κτλ.

Συμπερασματικά, το εθνικιστικό, το πατριωτικό και το κοσμοπολίτικο στοιχείο αποτελούν σήμερα μιαν αλυσίδα, ο αδύναμος κρίκος της οποίας είναι το πατριωτικό, ο πατριωτισμός του Συντάγματος. Όσο η κοινωνική περιθωριοποίηση και οι ανισότητες εντείνονται, τόσο ο φοβικός εθνικισμός από τη μια μεριά και ο καταναλωτικός κοσμοπολιτισμός από την άλλη θα καθορίζουν το κοινωνικό γίγνεσθαι.

ΤΟ ΒΗΜΑ, 27/2/2011

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=122&artid=386826&dt=27/02/2011

Κατηγορία Έθνος-εθνισμός-εθνικισμός | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το ελληνικό αίμα. Δημήτρης Χριστόπουλος

Συγγραφέας: Γιάννης Τσιτσεκίδης στις 4 Απριλίου 2013

Tο 1876 μια ελληνική εφημερίδα (Θράκη, 28/10 Μαΐου) στην Κωνσταντινούπολη έγραφε για κάποιον Βούλγαρο προύχοντα της Θεσσαλονίκης: «Και ναι μεν βουλγαρική είναι η οικογένεια των κ. Χ. Λαζάρων, αλλ’ όμως διέπρεψεν αυτή επί φιλελληνικοίς αισθήμασιν […] Επειδή λοιπόν η οικογένεια αυτήν εν μέσω ομογενών ειργάσθη […] και επειδή συνεδέθη διά συγγενικών δεσμών μετ’ επισημοτάτων ελληνικών οικογενειών εγκατεστημένων εν Πειραιεί και αλλαχού, νομίζον ότι δεν εσφάλομεν αποκαλέσαντες έναν των διαπρεπών αυτής γόνων ομογενή.»

Την εποχή λοιπόν που σφυρηλατούνται οι εθνικές συνειδήσεις και ο αγώνας για τη Μακεδονία είναι στις απαρχές του, κάποιοι στο νεότευκτο κράτος έβλεπαν ότι το ελληνικό έθνος δεν μπορεί να είναι απλώς μια κοινότητα αίματος. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε; Πού να βρεθεί τόσο «ελληνικό αίμα» για να γίνει το κράτος; Έτσι λοιπόν, ο βουλγαρικής καταγωγής λογίζεται Έλλην όταν έχει ή αποκτά ελληνική εθνική συνείδηση. Ας υπαγορεύει αλλιώς το αίμα του. Κάπως έτσι συγκροτήθηκε το ελληνικό έθνος. Όπως περίπου όλα τα έθνη. Στην αρχή κανείς δεν είχε Έλληνα πατέρα, διότι απλώς δεν υπήρχαν Έλληνες πολίτες. Μετά, ταυτόχρονα με το δίκαιο του αίματος, δηλαδή την κτήση της ιθαγένειας του πατέρα (και της μητέρας από το 1984) έχουμε τις λεγόμενες «αθρόες πολιτειοποιήσεις» δηλαδή μαζικές κτήσεις της ελληνικής ιθαγένειας από τους πληθυσμούς των Νέων Χωρών.

Από μόνο του το δίκαιο του αίματος δεν θα μπορούσε ποτέ να συμπεριλάβει νέους ανθρώπους στον ελληνικό λαό, όπως και σε κανέναν λαό, διότι είναι εξ ορισμού στατικό. Για τον λόγο αυτό, στον σύγχρονο κόσμο προβλέπονται πάντα και άλλοι τρόποι κτήσης της ιθαγένειας που είτε προκύπτουν από τον τόπο γέννησης είτε από τον τόπο κοινωνικοποίησης και ανατροφής. Αυτό αφορά κατεξοχήν τη δεύτερη μεταναστευτική γενιά και δεν είναι τυχαίο πως από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 15 (των κρατών δηλαδή που είναι κατεξοχήν δέκτες μεταναστευτικών ροών) μόνο η Ελλάδα δεν είχε κάποια πρόβλεψη στον Κώδικα Ιθαγένειας που να διαφοροποιεί τα παιδάκια μεταναστών που γεννήθηκαν εδώ από τους γονείς τους που ήρθαν. Με τη μεταρρύθμιση του ν. 3838/2010, έγινε ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της ενσωμάτωσης των ανθρώπων αυτών, κατ’ ουσίαν στην κατεύθυνση της προστασίας της εύθραυστης κοινωνικής συνοχής στην Ελλάδα.

Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κατέληγε την παρέμβασή της ενώπιον του Δ΄ Τμήματος στην υπόθεση του νέου νόμου για την ιθαγένεια με μια ενδιαφέρουσα παραπομπή από τον 19ο αιώνα: «Tα μάλιστα μεγαλουργήσαντα των εθνών υπήρξαν προϊόν […] επιμιξίας. […] Μη μας ταράττη άρα η επιμιξία του νεωτέρου ελληνικού έθνους μετά πολλών ξένων· τουναντίον, δυστύχημα ίσως ήθελεν είσθαι εάν διέμενεν επί τοσούτου χρόνου διάστημα άμικτον και ιδιόρρυθμον[…]». Η παραπομπή στον Παπαρρηγόπουλο -διότι αυτός έγραψε το παραπάνω απόσπασμα και όχι ο Φαλμεράγιερ- δεν φάνηκε πειστική στους δικαστές του Τμήματος. Είμαι βέβαιος ότι τουλάχιστον σε αυτό, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας θα αποδειχθεί πιο κοντά στον εθνικό μας ιστορικό από το Δ΄ Τμήμα του.

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_06/02/2011_431583

Κατηγορία Έθνος-εθνισμός-εθνικισμός | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κράτος-έθνος και εθνικισμός. Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος

Συγγραφέας: Γιάννης Τσιτσεκίδης στις 4 Απριλίου 2013

Παράλληλα με το σχηματισμό των κρατών στην Ευρώπη παρατηρείται και η απαρχή μιας εθνικιστικής συνειδητοποίησης και η δημιουργία εθνικών κοινοτήτων εντός των ορίων των κρατών αυτών. Στη διαδικασία αυτή συνετέλεσαν διάφοροι παράγοντες, όπως η απόσχιση πολλών νέων κρατών από τη θρησκευτική εξουσία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας και η αντικατάσταση της λατινικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας των κρατών αυτών από τοπικές διαλέκτους. Επίσης, οι γεωγραφικές ανακαλύψεις, η βελτίωση των επικοινωνιών, και οι αυξανόμενες εμπορικές ανταλλαγές συνετέλεσαν στη συνειδητοποίηση των διαφορών στη γλώσσα, τη θρησκεία, και τις συνήθειες, και βοήθησαν στην ανάπτυξη εθνικών συνειδήσεων. Οι πόλεμοι, έστω και με αρνητικό τρόπο, συνετέλεσαν επίσης στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας με την έννοια ότι οι Άγγλοι, ως αντίπαλο δέος, ενίσχυσαν την εθνική συνειδητοποίηση των Ισπανών, ή οι Σουηδοί των Δανών.

H Γαλλική Επανάσταση υπέταξε τον όρο του έθνους στον όρο του κράτους. Για τους Γάλλους φιλοσόφους Diderot, Condorcet, Rousseau έθνος είναι μια ένωση ατόμων, τα οποία κυβερνώνται από τους ίδιους νόμους και αντιπροσωπεύονται από την ίδια νομοθετική συνέλευση. Έτσι, η ενότητα και η ταυτότητα μιας εθνότητας πηγάζει από την πολιτική της οργάνωση, το κράτος. Το κοινό συμφέρον αποτελεί το λόγο ύπαρξης και υπεράσπισης του κράτους και αυτοί οι οποίοι αποδέχονται την έννοια αυτή του δημοσίου συμφέροντος αποτελούν μια κοινότητα, ένα έθνος.

H αντίληψη της εθνότητας ως μιας κοινότητας με δημογραφικά χαρακτηριστικά, γλώσσα, θρησκεία, και πολιτισμό υπήρξε προϊόν των Γερμανών φιλοσόφων του 18ου αιώνα και κυρίως του Fichte. Για τον Fichte η ύπαρξη ενός έθνους δεν αποτελούσε επιλογή των μελών του, αλλά αποτέλεσμα των κοινών αυτών χαρακτηριστικών, τα οποία διαμόρφωναν τη συνείδησή τους.

O Ernest Renan προσέθεσε στα χαρακτηριστικά του έθνους το αίσθημα της κοινότητας. Υποστήριξε ότι υπάρχουν έθνη τα οποία δεν μοιράζονται τα ίδια χαρακτηριστικά, όπως οι Ελβετοί, και υπάρχουν ομάδες που μιλούν την ίδια γλώσσα, οι οποίες δεν αποτελούν ένα έθνος, όπως οι αγγλόφωνοι. Αυτό το οποίο διακρίνει και διαμορφώνει μια εθνότητα, κατά τον Renan, είναι κοινή ιστορική συνείδηση και θετικές και αρνητικές εμπειρίες, οι οποίες δημιουργούν μια κοινή παράδοση και κοινά αισθήματα υπερηφάνειας ή λύπης. O δεύτερος όρος ύπαρξης μιας εθνότητας, κατά τον Renan, είναι η κοινή επιθυμία των μελών της για τη συνέχιση αυτής της κοινής παράδοσης και του αισθήματος της κοινότητας.

Ένα άλλο στοιχείο, το οποίο διακρίνει μια εθνότητα, είναι η σχέση της με κάποια εδαφική περιοχή, μια πατρίδα. H πατρίδα αποτελεί ένα σημείο ταύτισης έθνους και κράτους και είναι συνήθως το σημείο αναφοράς μιας εθνότητας με την έννοια της σύνδεσης των ιστορικών εμπειριών της εθνότητας με ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό μέρος.

Πρέπει να τονίσουμε συνεπώς ότι κράτος και έθνος είναι δύο όροι, οι οποίοι πολλές φορές συγχέονται και χρησιμοποιούνται εναλλακτικά, χωρίς να είναι πάντοτε ταυτόσημοι. Το κράτος είναι μια πολιτική ενότητα με συγκεκριμένη εδαφική επικράτεια, αναγνωρισμένα σύνορα, πληθυσμό, και πολιτική οργάνωση. Το έθνος, από την άλλη, είναι μια ενότητα, η οποία διακρίνεται από δημογραφικά χαρακτηριστικά, γλώσσα, θρησκεία, και πολιτισμό, κοινή ιστορική συνείδηση και εμπειρίες, και κοινές αξίες, οι οποίες δημιουργούν στα άτομα μιας εθνότητας το αίσθημα της κοινότητας.

O εθνικισμός μπορεί να ορισθεί ως ένα αίσθημα αφοσίωσης σε ένα έθνος. Ως δόγμα, ο εθνικισμός ταυτίστηκε πολλές φορές με την αρχή της αυτοδιάθεσης. O Ιταλός εθνικιστής Mazzini ισχυρίστηκε ότι κάθε εθνότητα έχει το δικαίωμα να ενωθεί κάτω από ένα ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος, γιατί μόνον έτσι τα μέλη της θα είναι σε θέση να επιτύχουν ισότητα και αυτοσεβασμό. Υπ’ αυτή την έννοια ο εθνικισμός απετέλεσε την κινητήρια ιδεολογία στην Αφρική και την Ασία εναντίον της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού. Ως ανθρωπολογική και πολιτική θεωρία, ο εθνικισμός διέπεται από τις εξής βασικές αρχές:

1. H ανθρωπότητα είναι διαιρεμένη σε διαφορετικές εθνότητες. 2. Κάθε εθνότητα έχει το δικό της ιδιαίτερο χαρακτήρα, ο οποίος πρέπει να διατηρηθεί. 3. Πηγή προέλευσης κάθε εξουσίας είναι το έθνος. 4. H ελευθερία και ολοκλήρωση του ατόμου είναι αναπόσπαστα ταυτισμένες με την έννοια του έθνους. 5. Κάθε έθνος πρέπει να έχει το δικό του κράτος. 6. H αφοσίωση στο έθνος αποτελεί το υπέρτατο ιδανικό.

Μετά το B’ Παγκόσμιο Πόλεμο πολλοί επιστήμονες των διεθνών σχέσεων θεώρησαν ότι οι εξελίξεις κατέστησαν τον εθνικισμό αναχρονιστική έννοια σ’ έναν κόσμο που ήδη ανακάλυπτε και αξιοποιούσε άλλες μορφές οργάνωσης. H ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το 1957, απετέλεσε μια τέτοιας μορφής οργάνωση, σχεδιασμένη ως ένα βαθμό για να αποφύγει τις εθνικιστικές διαμάχες που οδήγησαν στο B’ Παγκόσμιο Πόλεμο. H αύξηση των εμπορικών ανταλλαγών και της οικονομικής αλληλεξάρτησης καθώς και η επανάσταση στις τηλεπικοινωνίες επίσης κατέδειξαν τα όρια του κράτους-έθνους ως μονάδας οργάνωσης στο παγκόσμιο περιβάλλον. Τέλος, η ανακάλυψη της πυρηνικής ενέργειας και των πυρηνικών όπλων κατέδειξε δραματικά την αδυναμία του κράτους-έθνους να εκπληρώσει έναν από τους κύριους λόγους της ύπαρξης του, που είναι η αμυντική προστασία των πολιτών του. Ωστόσο, για να παραφράσουμε τον Mark Twain, οι επιστήμονες που βιάστηκαν να εξαγγείλουν το θάνατο του εθνικισμού και του κράτους-έθνους μάλλον υπερέβαλαν. Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη και τη Σοβιετική Ένωση απέδειξαν ότι οι διάφορες εθνότητες όχι μόνο δεν ενέδωσαν στο διεθνισμό του σοσιαλισμού, αλλά αντίθετα διατήρησαν ακέραια τη φλόγα της ανεξαρτησίας, η οποία έγινε ο κυρίαρχος πολιτικός τους στόχος μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού. Στη Δυτική Ευρώπη, ενώ η διαδικασία της ενοποίησης είναι εθελοντική και τα κράτη έχουν προχωρήσει με γοργά βήματα προς την οικονομική ενοποίηση, στο πολιτικό επίπεδο η πρόοδος είναι πιο αργή καθώς τα διάφορα κράτη-έθνη διστάζουν να παραχωρήσουν κυριαρχία στη γραφειοκρατία των Βρυξελλών. Επιπλέον, διάφορες εθνότητες συνεχίζουν να διεκδικούν την ανεξαρτησία τους, όπως οι Βάσκοι στην Ισπανία ή οι Σκώτοι στο Ηνωμένο Βασίλειο, συχνά με απρόβλεπτα αποτελέσματα όπως π.χ. η πρόσφατη διαίρεση της Τσεχοσλοβακίας. Στον «τρίτο κόσμο» η έλξη του εθνικισμού παραμένει αναλλοίωτη και πολλά καθεστώτα χρησιμοποιούν εθνικιστικές ιδεολογίες στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν το αίσθημα της εθνικής ταυτότητας και της πολιτικής ενότητας.

O εθνικισμός συνεπώς παραμένει μια σημαντική δύναμη στις διεθνείς σχέσεις, άλλες φορές με εποικοδομητικά και άλλες φορές με καταστρεπτικά αποτελέσματα. Αναμφισβήτητα, ο εθνικισμός έπαιξε θετικό ρόλο στην αντικατάσταση της «ελέω Θεού μοναρχίας» από τη λαϊκή κυριαρχία. Επίσης, θετική ήταν η συμβολή του εθνικισμού στην προώθηση του αγώνα εναντίον της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού στον «τρίτο κόσμο». Πολλοί επιστήμονες θεωρούν ότι ο εθνικισμός λειτούργησε θετικά και στα αρχικά στάδια του εκσυγχρονισμού και της ανάπτυξης κρατών.

O εθνικισμός όμως στις ακραίες του εκφάνσεις μπορεί να έχει καταστροφικά αποτελέσματα. O υπερτονισμός των εθνικών χαρακτηριστικών μιας εθνότητας μπορεί να οδηγήσει ένα κράτος-έθνος σε εσωστρέφεια, αδιαφορία για τα διεθνή γεγονότα και απομονωτισμό. O απομονωτισμός ήταν χαρακτηριστικό της Αμερικής, τουλάχιστον για ενάμιση αιώνα, και είχε προσυπογραφεί από σημαίνουσες πολιτικές προσωπικότητες όπως ο George Washington και ο Thomas Jefferson. Ακόμη και σήμερα το 25% του αμερικανικού λαού διέπεται από τάσεις απομονωτισμού.

Μια άλλη σκοτεινή πλευρά του εθνικισμού συνίσταται στην ανάπτυξη στα μέλη μιας εθνότητας ενός αισθήματος υπεροχής έναντι άλλων εθνοτήτων. Κλασικό παράδειγμα της αποτρόπαιας αυτής μορφής εθνικισμού αποτελεί το παράδειγμα του γερμανικού εθνικισμού της δεκαετίας του 1930-40 που οδήγησε στο Ναζισμό, τη γενοκτονία έξι εκατομμυρίων Εβραίων και το B’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

H ξενοφοβία αποτελεί μια αμυντική πλευρά του εθνικισμού και συνίσταται στο αίσθημα της καχυποψίας ή του φόβου που αισθάνεται μια εθνότητα έναντι άλλων εθνοτήτων. Είτε πρόκειται για Μεξικανούς εργάτες στην Αμερική, Τούρκους ή Άραβες στην Ευρώπη, το κλείσιμο των συνόρων και οι απελάσεις οδηγούν σε διεθνή ένταση, η οποία μάλιστα θα αυξάνεται καθώς η μετανάστευση για εύρεση εργασίας έχει αυξηθεί.

Πηγή: «Επίκεντρα», τεύχος 3, 1997

http://www.ekloges.com.cy/nqcontent.cfm?a_id=718&page

Κατηγορία Έθνος-εθνισμός-εθνικισμός | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιώργος Κοντογιώργης: Ελληνική εθνική ταυτότητα – το έθνος ως ελευθερία

Συγγραφέας: Γιάννης Τσιτσεκίδης στις 23 Νοεμβρίου 2012

Κατηγορία Έθνος-εθνισμός-εθνικισμός | Δε βρέθηκαν σχόλια »