Η Στέρνα

Μια μικρή προέκταση της τάξης

«Πάντα πλήρη θεών». Παράλληλα κείμενα

Η καταγωγή, το παρελθόν, η συνέχεια μόνο ένσαρκο βιωματικό δεδομένο μπο­ρούν να είναι, όχι συναισθηματικές παρόλες και ψυχολογική αυθυποβολή. Καθημερι­νό οικιστικό περιβάλλον, που να παραπέμπει στο σπίτι του παππού,   του   προπάππου, των προγόνων μέχρι και δύο αιώνες πριν – σε αισθητές παραστάσεις και προσλαμβάνουσες   σταθερές   μέσα στην ίδια πόλη. Αλλά στη νεώτερη Ελλάδα ό,τι ήταν πα­ρελθόν θεωρήθηκε ντροπή, καθυστέρηση, συντήρηση, έπρεπε να εξαλειφθεί οπωσ­δήποτε, να στηθεί στη θέση του το «μοδέρνο»: μπετόν και φερ-φορζέ. Οι πόλεις του ελλαδικού κράτους σήμερα έχουν κα­ταγωγή και ιστορία τόση όση και οι πόλεις της ευρωπαϊκής μετανάστευσης σε άλλες ηπείρους ή οι τριτοκοσμικές πόλεις που α­πομιμήθηκαν την ευρωπαϊκή οικιστική νεωτερικότητα.

[…]

Μόνο στο Αγιονόρος και σε κάποιες με­ριές της Ινσταμπούλ, επισκέπτης περαστι­κός ο Νεοέλληνας, μπορεί να έχει ένα κά­ποιο ρίγος επίγνωσης από πού έρχεται και τι του δίνει πραγματική (όχι ιδεολογικά κα­τασκευασμένη) ταυτότητα. Την ίδια βιωμα­τική εμπειρία μπορεί ίσως να έχει μπαίνο­ντας και σε κάποιο από τα αναρίθμητα με­ταβυζαντινά εκκλησάκια που παραμένουν διάσπαρτα στις δήθεν «πόλεις» μας. Επισκέπης περαστικός και εκεί, γιατί οι εν χρήσει ενοριακοί ναοί είναι συνήθως προσκλήσεις αρχιτεκτονικού κιτσαριού ανατρι­χιαστικότερου και από τη μοδέρνα πολυ­κατοικία: Θρησκευτικά τεμένη «κατείδωλα» με φραγκομαντόνες, ηλεκτρικά καντή­λια και πλαστικά μανουάλια, που υπηρε­τούν εφήμερα ψυχολογικά ορμέμφυτα σκο­τεινού πρωτογονισμού. Καμία σχέση με τη συνέχεια και παράδοση του εκκλησιαστικού γεγονότος στην κάποτε Ελλάδα.

Χρήστος Γιανναράς, Καθημερινή http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_06/11/2005_162609

«Για τους αρχαίους Έλληνες του 5ου αιώνα, τα ομηρικά κείμενα, η ομηρική παράδοση ήταν ήδη μια μορφή μνήμης. Δεν υπάρχει ανθρώπινη κοινότητα που να μην αισθάνεται την ανάγκη, όχι μόνο να ζήσει το παρόν της, αλλά να δώσει ένα νόημα στο παρόν της βυθίζοντάς το στις ρίζες ενός παρελθόντος λίγο πολύ αρχαίου, καμιά φορά και μυθικού. Στην περίπτωση της Ελλάδας, δεν είναι τυχαίο ότι η θεότητα που προστατεύει την ποιητική έμπνευση ονομάζεται Μνημοσύνη. Γι’ αυτούς λοιπόν τα ομηρικά ποιήματα, ο Θηβαϊκός κύκλος και άλλα, αποτελούν το παρελθόν τους, ένα είδος κοινής κληρονομιάς, που διατήρησε η προφορική ποίηση»
«Το πρόβλημα είναι της κοινωνικής ταυτότητας. Έλεγα ότι έχουμε μια μοναδική ταυτότητα, αλλά οι άλλοι δεν είναι ανεξάρτητοι. Οι κοινωνίες μας αναπτύσσουν τον ατομισμό, π.χ. οι άνθρωπο εντάσσονται λιγότερο στην οικογένεια, έχουν απελευθερωθεί από την οικογένεια και την κοινωνική ομάδα στην οποία ανήκουν, υπάρχει κρίση της ταυτότητας στη μοναδικότητά της. Αλλά οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από ρίζες, χρειάζονται να στηριχθούν στην ομάδα, και καμιά φορά επινοούν ρίζες. Έχουν ανάγκη να μάθουν ποιοι είναι, μέσα από θρησκευτικά ή κοινωνικά πλαίσια ή μια κοινωνική μνήμη, περισσότερο ή λιγότερο κατασκευασμένη»

Από συνέντευξη του Ζ. Π. Βερνάν στην Όλγα Σελλά (Καθημερινή)
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_7_11/03/01_I7064539=I7064539=|01&01-0301!cod110301$34722.html

Κάθε φορά που μπαίνω σε μιαν από τις μισογκρεμισμένες και μισοζωγραφισμένες εκείνες μικρές εκκλησίες που απόμειναν ενσωματωμένες, ίδια βράχια, μέσα στο ελληνικό ύπαιθρο, και με χτυπήσει η μυρωδιά της υγρασίας των τοίχων, μου φαίνεται ότι έρχομαι σε άμεση, σε δερματική σχεδόν επαφή με το σόι μου – λες κι έχω αποδείξεις ότι αυτό κρατάει ολόισα από το Βυζάντιο. Κι ένας κόσμος ολόκληρος τότε, με τα μωβ και  τα χρυσά του διακόσμου του, μου προσφέρεται σε κοινωνία μυστική. Πρέπει να σέβεται κανείς πολύ τις αισθήσεις, να τρέμει στη συνείδηση της αγιότητάς τους, για να μπορεί να φτάσει έτσι, από τους αντίποδες, στο ίδιο αποτέλεσμα.

Ελύτης, Γιάννης Τσαρούχης, 1964

Μια πρόχειρη αναφορά στα κείμενα της Αρχαίας Ελλάδας ή ένα απλό ταξίδεμα στα μνημεία του γεωγραφικού χώρου της φτάνει για να πείσει και τον πιο αμετανόητο πως εκεί βασιλεύει πάντα κυρίαρχος ο λόγος ενός από τους δικούς τους, του Θαλή: πάντα πλήρη θεῶν. Και πού το βρήκε γραμμένο ο νεώτερος άνθρωπος πως το αντίθετο από τον κόσμο της πίστης είναι η απιστία (η δικιά του) και όχι μια πίστη διαφορετική από την άλλη (η πίστη των Αρχαίων Ελλήνων σε αντιπαράταξη με τον κόσμο των Χριστιανών); […] Στον κόσμο της πίστης, πατέρα των πολιτισμών της πίστης (δεν υπάρχουν άλλοι) ανήκουν και ο Όμηρος και οι Αρχαίοι Έλληνες και οι Χριστιανοί. Δεν υπάρχει, ως την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό στην Ευρώπη, κανένας πολιτισμός στη γη που να μην ανήκει στον κόσμο της πίστης.

Ζήσιμος Λορεντζάτος, Παλίμψηστο του Ομήρου, 1978

Στα γράμματα (αλλά και σε άλλες εκδηλώσεις κάθε πολιτισμού ανθρωπινού) δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε πεθαμένους και ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση. Έχομε πεθαμένους που κατευθύνουν τη ζωή μας, τη ζωή του σήμερα ή κάθε νιόκοπης γενιάς, όπως έχομε ζωντανούς που όσο περισσότερο φωνάζουν, τόσο περισσότερο βλέπομε πως είναι πρωθύστερα πεθαμένοι: και αυτό είναι παράδοση – να ζουν μοναχά οι ζωντανοί (και ας έχουν καμιά φορά, μερικοί απ’ αυτούς πεθάνει χρόνους πρωτύτερα). Και κάθε νιόκοπη πάλι γενιά, κατευθύνει εκείνη τη ζωή της παράδοσης: και αυτό είναι παράδοση. Από την άποψη αυτή, εκείνο που λέμε ή ονομάζομε πρωτοποριακό δεν υπάρχει. Μοναχά η παράδοση υπάρχει πλέρια. Γιατί παράδοση είναι η ζωή, και μάλιστα η ανώτερη φάση της ζωής που δεν ξεχωρίζει πεθαμένους από ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση. Έχομε προσθήκη, περπάτημα, πλουτισμό της παράδοσης. Οι έσχατοι γίνονται πρώτοι , οι πρώτοι έσχατοι. Όσοι αποτελούν την παράδοση μπορεί να πει κανένας πως έχουν όλοι την ίδια χρονολογία, τη σημερινή. Η παράδοση δεν είναι τα περασμένα ή τα μελλούμενα, αν και περισσότερο είναι τα μελλούμενα παρά τα περασμένα, αφού η παράδοση ζει στο αιώνιο τώρα: και αυτό είναι παράδοση. Μια δύναμη που συμβαδίζει με τη ζωή και που η ζωή (στην ανώτερη φάση της) συμβαδίζει μαζί της: ζωή και παράδοση ταυτόσημες

Ζήσιμος Λορεντζάτος, Οι Ρωμιές, 1979

Μπορούμε να κάνουμε πολλές πικρές παρατηρήσεις πάνω στην άβυσσο που μπορεί κάποτε να χωρίσει τους μορφωμένους και τους καλλιεργημένους από τη φωνή της ζωής, όταν σκεφτούμε πως για πολλούς αιώνες ο μόνος πραγματικός ποιητής που έχει το Γένος είναι ο ανώνυμος και αναλφάβητος λαός, και πως ο μόνος σπουδαίος πεζογράφος, που ξέρω εγώ τουλάχιστον, είναι πάλι ένας ταπεινός, που μαθαίνει λίγα γράμματα στα τριάντα τόσα του χρόνια – ο Μακρυγιάννης. Και το πιο παράξενο είναι ότι αυτοί οι αγράμματοι συνεχίζουν πολύ πιο πιστά το αρχαίο ελληνικό πνεύμα από την απέραντη ρητορεία των καθαρολόγων που, καθώς είπα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ακατάλυτο φίμωτρο

Γ. Σεφέρης, Κωστής Παλαμάς, 1943

Μιλώ για τη μυστική επικοινωνία με την ύλη, την αρμονική συμβίωση με το αίνιγμά της, αυτή που έκανε τον Έλληνα από την εποχή κιόλας των Ιώνων να καταλαβαίνει πόσο η Φύση ξέρει να ακριβολογεί όταν ανυπόκριτα την εμπιστεύεσαι. Πραγματικά, μια μεγάλη αλληλεγγύη αναπτύσσεται ανάμεσα στα φυσικά στοιχεία και στις δημιουργικές δυνάμεις των ανθρώπων του τόπου αυτού. Τα δέντρα, οι θάλασσες, τα βράχια συμμετέχουν στην κίνηση της σμίλης ή του χρωστήρα· και το αντικείμενο που αναδύεται στο τέλος από τη συνεργασία αυτή, όσες αφαιρέσεις κι αν έχει υποστεί (κάποτε και χάρη σ’ αυτές) αποκαθιστά το φως αυτούσιο, και όχι απλώς το αποδίδει, όπως έγινε με τη δυτική τέχνη που επί αιώνες περιχαρακώθηκε με αυτάρκεια μέσα στα ποικίλα ευρήματα της λεγόμενης «οφθαλμαπάτης»

Ελύτης, Οι θαλασσινές πέτρες του Νικολάου, 1972

Όταν οι προοδευμένοι άνθρωποι – και δε μιλάω ειρωνικά – καταλάβουνε μια μέρα ή ξαναβρούνε, δύσκολα, την παράδοσή τους (την παράδοση μπορείς να την καταλάβεις μοναχά με τη ζωή σου ή με τη μεταφυσική πράξη, διαφορετικά απομένει, και αυτή, μόνο φιλοσοφία ή φιλοσοφικό σύστημα και, το σπουδαιότερο, χάνει τότες τη θεϊκιά προέλευσή της), θα πρέπει να χρωστάνε ευγνωμοσύνη στις καθυστερημένες γρηές – και πάλι δεν μιλάω ειρωνικά – τις μανάδες ή τις κυριούλες των περισσότερων από μας που ανάφτανε – ακούραστες – τα καντήλια στα ταπεινά ξωκκλήσια και στα ερημομονάστηρα της Ελλάδας, όλο αυτό το διάστημα της σιωπής ή της μεταφυσικής αγρανάπαψης, που εκείνοι – κουρασμένοι – μεριμνούσανε και τυρβάζανε περί πολλά

Ζήσιμος Λορεντζάτος, Το χαμένο κέντρο, 1962

Υπάρχουν έργα τέχνης που για να τα αισθανθούμε χρειάζεται πρώτα να τα καταλάβομε· για να προκαλέσουν τη συγκίνηση, απαιτούν από το θεατή τους ειδική άσκηση ή ειδικές γνώσεις. Δεν πιστεύω καθόλου πως αυτό χωρίς άλλο είναι ελάττωμα. Είναι όμως και μια τέχνη, η τέχνη που εμόρφωσαν και μας παράδωσαν οι αρχαίοι Έλληνες, που μιλάει άμεσα σε κάθε άνθρωπο (φτάνει να μην έχασε την πηγαία του ικανότητα να αισθάνεται), χωρίς να του βάζει καμιά προϋπόθεση.

Βέβαια φανερώνει πολύ περισσότερα μυστικά και πολλαπλασιάζει τη χαρά σ’ εκείνον που με αγάπη, δηλαδή με καιρό και με κόπο, προσπαθεί να μπει στο νόημά της. Μα γιατί ο κάθε άνθρωπος – κι ας μην έχει ιδεί ποτέ του ελληνικό έργο, κι ας μην ξέρει τίποτε από ελληνική μυθολογία και ιστορία – αισθάνεται την καρδιά του να χτυπάει δυνατότερα μόλις αντικρίσει ένα αρχαίο ελληνικό άγαλμα ή ανάγλυφο ή ζωγραφιά, ακόμη κι ένα συντρίμι, ένα αρχαϊκό χέρι ή πόδι, ένα κλασικό μάτι;

Χρήστος Καρούζος, Αρχαία Τέχνη, 1972

Στον τόπο μας, βλέπεις, τις πράξεις των ανθρώπων δεν τις κρίνουν μόνο οι ζωντανοί αλλά και μυριάδες μυριάδων πεθαμένοι, πρόγονοι άξιοι, πολιτισμοί φημισμένοι. Πώς να μη ζυγιάζουν οι Έλληνες τον κάθε τους λόγο, το κάθε τους έργο, πώς να μη διστάζουν, πώς να μη φοβούνται; Είναι σκληροί, πολύ σκληροί αγωγιάτες οι αιώνες που στέκονται πίσω τους με τις βουκέντρες και τους τσιγκλάνε για να προχωρήσουνε, όσο κι αν έχουν γεράσει, όσο κι αν έχουν κουραστεί, όποια φορτία κι αν κουβαλάνε

[…]

«Δε βγαίνουν καλές οι φωτογραφίες, οι εικόνες είναι σκοτεινές. Τις καταστρέψατε με τα λιβάνια και με τα κεριά», εξηγεί ο φωτογράφος

Σαν να μην τον άκουσε ο Μελέτιος σκύβει μπροστά στην εικόνα που ‘ναι τοποθετημένη σ’ ένα καβαλέτο και κάνει το σταυρό του, κάτι ψιθυρίζουν τα χείλια του. Μέσα στη σκιά που ρίχνει για λίγα δευτερόλεπτα το κορμί του καλόγερου το πρόσωπο του Χριστού χάνεται, ο σταυρός γίνεται ένα με τη νύχτα που σκεπάζει ξαφνικά τον Γολγοθά. Μονάχα μια λεπτή φωτεινή λουρίδα που ξεφεύγει από τη δέσμη του προβολέα πέφτει πάνω σε μια κατακόκκινη παπαρούνα που ‘χει φυτρώσει μαζί με άλλα αγριολούλουδα κοντά στη ρίζα του σταυρού, κάτω από τα καρφωμένα πόδια του Σταυρωμένου.

«Είναι έργα τέχνης», προσθέτει ο φωτογράφος βλέποντας τον Μελέτιο ν’ ανησπάζεται.

Ο βιβλιοθηκάριος στρέφεται αργά, ήρεμα.

«Όχι, παιδί μου, δεν είναι έργα τέχνης αλλά πίστης», α­ποκρίνεται.

Ο άλλος κοιτάζει το γερο-μοναχό με απορία, λες και του μίλησαν σε κάποια ξένη γλώσσα.

[…]

Βλέποντας τον Ετιέν ντε Μπρισάκ να τον κοιτάει μ’ απο­ρία, ο καπετάνιος τού εξήγησε πως οι Έλληνες δεν έπαψαν ποτέ να πληρώνουν τζερεμέδες για την κληρονομιά των προ­γόνων, να πολεμάνε και να χύνουν το αίμα τους για τ’ αξόφλητα βερεσέδια που τους άφησε η Ιστορία.

«Θα σου φανεί παράξενο, αλλά μάθε ότι δεν αισθανθήκα­με ποτέ πραγματικά λεύτεροι σ’ αυτό τον τόπο», πρόσθεσε. «Όπου κι αν πάμε, όπου κι αν σταθούμε μέρα νύχτα, έχουμε πίσω μας αυτούς τους άτιμους προγόνους που μας παρακο­λουθούνε, μας μπήγουν τις φωνές, μας τσιγκλάνε σαν να ‘μαστε καματερά και δε μας αφήνουν να ξαποστάσουμε, να ζήσουμε κι εμείς ήσυχα, όπως και τόσοι άλλοι λαοί, να γνοιαστούμε για τα σπίτια μας, να μεγαλώσουμε ανθρωπινά τα παιδιά μας, να δουλέψουμε στα χωράφια μας. Αυτοί δεν τα υπολογίζουν όλα αυτά που λες, δε σκοτίζονται που ο κόσμος άλλαξε, βλέπουνε τους καιρούς μας και γελάνε, μας κοροϊδεύουνε. Ξέρουνε καλά, βλέπεις, ότι θα ξεπεραστούν δύσκολα —αν ξεπεραστούν ποτέ— τα κατορθώματα και τα έργα τους, ο πολιτισμός τους, πως όλοι εσείς οι σημερινοί σοφοί και γραμματισμένοι, θέλετε δε θέλετε, αναμασάτε τα λόγια τους, αλλά δε βρήκατε μέχρι τώρα τίποτα καινούριο για να πείτε, να φτιάξετε. Πώς θες να ικανοποιηθούν αυτοί οι περήφανοι άνθρωποι, αυτοί οι ασυμβίβαστοι πολεμιστές με τις ψευτολευτεριές μας, με τις κάλπικες ανεξαρτησίες μας; Πώς να μην περιφρονούν έναν κόσμο που ξέχασε τι πάει να πει τιμή, λευτεριά, αξιοπρέπεια, όταν κοιτάνε από τον Άδη και βλέ­πουν την πατρίδα τους γεμάτη σκλάβους με σκυμμένα κεφά­λια; Πώς να δικαιολογηθούμε; Τι να τους πούμε; Ότι θα βρούμε δικούς μας τρόπους και νέες συνταγές για να γλιτώ­σουμε από την τυραννία και να κυβερνηθούμε; Πώς θ’ απο­χτήσουμε τη λευτεριά μας με παρακάλια και ζητιανιές; Ε­σείς οι Ευρωπαίοι έχετε καιρό μπροστά σας για να κάνετε τα σφάλματα που κάναμε εμείς άπειρες φορές, για να νομί­σετε, όπως νομίσαμε, ότι το αύριο είναι πάντα καλύτερο α­πό το χτες και πως σας περιμένουν όμορφες κι ευτυχισμένες μέρες. Εδώ που τα λέμε, δε φταίτε, έχετε δίκιο, είσαστε καινούριοι στην Ιστορία. Εμείς όμως ερχόμαστε από πολύ μακριά, τα μάτια μας έχουν δει σημεία και τέρατα, έχουν α­κούσει πολλά τ’ αυτιά μας. Πώς να τα ξεχάσουμε; Πώς να σβήσουμε όσα είναι χαραγμένα μέσα στη μνήμη μας;»

Άρης Φακίνος, Το κάστρο της μνήμης

Αφήστε μια απάντηση