Η Στέρνα

Μια μικρή προέκταση της τάξης

Παιδεία και αντι-παιδεία

Του Νικόλα Σεβαστάκη

«Καλά όλα αυτά, πείτε μας όμως και τι θα πέσει στις εξετάσεις».

Αυτός που έκανε την ερώτηση δεν είχε ποτέ του, από όσο θυμάμαι, πάρει τον λόγο στο μάθημα. Μια από τις πολλές σκιές που εμφανίζονται στην αρχή και στο τέλος του εξαμήνου για να δουν «τι παίζει με τον Σ.» ή «τι κάνει ο Π.» και όταν αποφασίσουν να σπάσουν τη σιωπή τους έρχονται, δίχως περιστροφές, στο ψητό.

Για αυτόν που διδάσκει δεν υπάρχει ίσως χειρότερη στιγμή. Γιατί αυτό είναι το πραγματικό πετροβόλημα, μια εμπειρία βίας: η αιφνίδια αίσθηση ότι έχει ήδη καταρρεύσει η σχέση σου με τον άλλον και ότι δεν υφίσταται σχέση δική του με τον χώρο όπου συνυπάρχετε. Και κείνος που σπάει τη σιωπή για να εκφράσει απλώς με λόγια την απουσία του, την κατάστεγνη απροθυμία ή την ωκεάνια βαρεμάρα του έχει γίνει πια συνήθης ανθρωπότυπος των αιθουσών. Αντιπροσωπεύει και άλλους πολλούς που δεν θα μιλήσουν καθόλου και όχι μόνο όσους δεν πατούν το πόδι τους. Αλλά ακόμα και όσους έχουν αποδεχτεί τη σύμβαση να συμμετέχουν, με τους πρέποντες τρόπους, στην εβδομαδιαία τελετουργία του μαθήματος. Ο ανθρωπότυπος του «ψητού» είναι εν τέλει η δική τους φωνή, ο εκφραστής της μοναδικής τους αγωνίας: ποιες σελίδες και αν είναι δυνατό ποιες συγκεκριμένες σειρές θα κληρωθούν λοιπόν στις εξετάσεις;

Το πρόβλημα είναι λοιπόν το εξεταστικό και η δεσπόζουσα θέση του στην οργάνωση των σπουδών; Δεν το πιστεύω. Αν ήταν έτσι, τότε θα υπήρχε ελπίδα, εφόσον τεχνικά μπορεί να βρεθούν πολύ καλύτερες διευθετήσεις από τις σημερινές. Νομίζω ότι υπάρχει μια βαθύτερη αιτία πολύ πιο ανησυχητική από τις κακές έξεις του φετιχισμού των εξετάσεων. Η αιτία πρέπει να αναζητηθεί στην περιφρόνηση και στην απέχθεια για οτιδήποτε εμφανίζεται ανοίκειο προς τον βιωματικό μικρόκοσμο και τις «ανάγκες» του. Η αντιπάθεια για τις έννοιες, η δυσφορία για τα γράμματα, η εκ των προτέρων εχθρική στάση προς τους κανόνες της μάθησης. Εκ των υστέρων βεβαίως, η περιφρόνηση πλέκεται με αναφορές στην κοινωνική πραγματικότητα, στην ανεργία των πτυχιούχων και στα υπαρκτά επαγγελματικά αδιέξοδα. Η βιοτική ανασφάλεια προσφέρει απλώς πρόσθετο υλικό για την προαποφασισμένη απόρριψη κάθε προσπάθειας για ανύψωση του επιπέδου.

Η ουσία λοιπόν είναι ένας αφανής μηχανισμός παραγωγής αναισθησίας που έχει εγκατασταθεί στις ψυχές και με την πρώτη ευκαιρία ενεργοποιείται. Αυτή η αναισθησία είναι περισσότερο μια αχαριστία παρά οτιδήποτε άλλο. Δεν έχει όμως να κάνει με κάποιον ιό της ανευθυνότητας ή του γενικού ξεχαρβαλώματος, όπως το αναθεματίζει μια ορισμένη καθηγητική επιφυλλιδογραφία θυμωμένη με το ελληνικό «χάος». Αντίθετα, ο μηχανισμός της αντι-παιδείας -γιατί περί αυτού πρόκειται- είναι πολύ μοντέρνος και κατά κανόνα όχι θορυβώδης και έξαλλος: μπορεί θαυμάσια να προσαρμοστεί στις κατεστημένες προδιαγραφές για την κοινωνία της γνώσης ή στο αποκαθαρμένο από συνθήματα και ιδεολογικές εμμονές «ψηφιακό εκπαιδευτήριο» του μέλλοντος. Αυτό που δεν ανέχεται ο μηχανισμός της αχαριστίας είναι το πάθος, την ύπαρξη μιας βαθύτερης συγκίνησης και δέσμευσης σε μια μορφή πνευματικότητας. Από τη στιγμή που οι γνώσεις έχουν διαχωριστεί από την πνευματικότητα -και δεν εννοώ εδώ μια φιλοσοφική ή λογοτεχνικής κοπής πνευματικότητα- η απόσταση ως την ερώτηση του φοιτητή στο «ψητό» είναι ελάχιστη.

Από αυτή την άποψη και μόνο, το εξεταστικό άγος είναι δευτερεύον. Το σοβαρό είναι η μαζική διάδοση της πιο άκαμπτα εργαλειακής στάσης έναντι της γνώσης. Οι πρακτικές που κυοφορούνται από αυτή τη στάση δεν είναι πάντοτε χαλαρές ή «οκνηρές». Η αντι-παιδεία συσπειρώνει στους κόλπους της και σχετικά επιμελείς ή νομοταγείς και κομφορμιστικά «ορθές» συμπεριφορές. Έχει έτσι μια παράδοξη ανθεκτικότητα που υπόσχεται λαμπρό μέλλον: γλιστρά μέσα σε όλες τις καταστάσεις, διευρύνει την επιρροή της μέσα στα πιο διαφορετικά περιβάλλοντα διαχείρισης των πόρων και του «ανθρώπινου δυναμικού», παρεπιδημεί στις φθαρμένες επιφάνειες του παλαιού και στις στιλβωμένες και αστραφτερές προσόψεις του νέου. Παρά τη φιλολογία περί του αντιθέτου, αυτή η τσιγκούνικη και αχάριστη αντι-παιδεία προοδεύει στη βάση μιας κατεξοχήν μοντέρνας ιδέας: ότι το καθετί οφείλει να είναι αποδοτικό και ανταποδοτικό, να διαθέτει πιστοποίηση ή να αποθηκεύει τη βέλτιστη ωφέλιμη πληροφορία. Αυτός ο ερεβώδης πραγματισμός των ανταλλάξιμων πακέτων δίνει τον τόνο σε πολύ διαφορετικές προσωπικές στρατηγικές, των οποίων κοινός παρονομαστής είναι η απέχθεια για την απορία, για την αναζήτηση νοήματος.

Η εκπαίδευση των προσόντων δεν είναι λοιπόν η λύση στην εκπαίδευση της αμάθειας. Σωρευμένη εμπειρία και από αλλού δείχνει ότι το κακό προέρχεται από τον μοιραίο συνδυασμό και των δύο. Για πρώτη φορά αντιμετωπίζουμε μεγάλο αριθμό ατόμων που δεν έχουν κανένα ηθικό πρόβλημα με την αμορφωσιά, ενδεχομένως μάλιστα υπολογίζουν και στα θετικά της στο πλαίσιο του ανθρωπότυπου που δεν θέλει να χάνει χρόνο και δεν γουστάρει περισσότερα μπερδέματα και δυσκολίες.

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=12576

Αφήστε μια απάντηση