Η Στέρνα

Μια μικρή προέκταση της τάξης

Ο χρόνος στο πλευρό τους

Tου Νίκου Γ. Ξυδάκη

Είναι οι τελευταίες μέρες της Τρίτης ή της Δευτέρας Λυκείου. Είναι οι μέρες του περάσματος: από την τρικυμιώδη εφηβεία στην αχνή ενηλικίωση, από τον κόσμο της επιθυμίας και του ονείρου στον κόσμο της ανάγκης και της πειθαρχίας, από το χάος γενέσεως στη φόρμα του πραγματικού. Είναι μέρες ενός από τα πολλά περάσματα – από τις μυητήριες τελετές που θα ακολουθήσουν.

Οι δευτεραίοι μπαίνουν στις εξετάσεις και ετοιμάζονται για το πρώτο υπερεντατικό καλοκαίρι, έξι εβδομάδες μελέτης προγύμνασης υπό καύσωνα. Οι τελειόφοιτοι μπαίνουν στον αγώνα μορίων, για μια θαμπή θέση στο θαμπό μέλλον.

Όλα είναι θαμπά, ασαφή, άγνωστα, αλλά όχι κατ’ ανάγκην τρομακτικά· μάλλον, συναρπαστικά. Στα δεκαεπτά, στα δεκαοκτώ, όλα είναι συναρπαστικά, όλα μπορούν να συμβούν, ο χρόνος περιμένει μπροστά, ανεξάντλητος.

Με τα χαρτιά του δυσβάκτατου προγράμματος υπό μάλης, τα Ελληνόπουλα αντιδρούν με τον πιο φυσικό τρόπο: προς τη συντροφιά και το παιχνίδι. Το διάβασμα μπορεί να περιμένει λίγο. Βόλτα με τους φίλους, λουσμένοι στα φώτα της πόλης, ξενύχτι με ταινίες και πίτσες, ξενύχτι στα παγκάκια με χαλαρό κουβεντολόι, με πειράγματα και όνειρα, ψηλάφισμα της συντροφικότητας, βουτιά στην ατομικότητα. Το διάβασμα μπορεί να περιμένει, η ζωή όχι.

Παραπονιούνταν οι συνομήλικοι φίλοι μου για το άγχος των εξετάσεων: όλο το οικογενειακό σύστημα αναπνέει στο ρυθμό των πανελληνίων. Χιλιάδες επί χιλιάδων ευρώ στα φροντιστήρια, στα ιδιαίτερα, στα δίδακτρα των ιδιωτικών, ένταση, κούραση, νεύρα, ανασφάλεια, κι η διερώτηση: Και μετά; Προς τι; Το χρήμα, το ψυχικό κόστος, το ντρεσάρισμα, πού επενδύονται, τι αποδίδουν; Τα ίδια, χωρίς το χρήμα: πάλι ντρεσάρισμα, σε ανώτερο στάδιο. Συμμόρφωση σε μια νόρμα ατέλειωτων σπουδών, χωρίς επάγγελμα στο τέλος, γιατί τα επαγγέλματα αλλάζουν πιο γρήγορα απ’ τις σπουδές, γιατί τις καλές σπουδές δεν τις αντέχουν οι φτωχότεροι, γιατί η αγορά εργασίας είναι ανελαστική για τους αδύναμους οικονομικά, γιατί η κοινωνία αλλάζει πιο γρήγορα από τη στερεοτυπική μας αντίληψη μας γι’ αυτήν, γιατί όλα πια, και οι σπουδές και η εργασία, όλα, βρίσκονται στη ζώνη της σταθερής, της διαρκούς διακινδύνευσης.

Σε λιγότερο από μια γενιά, το πανεπιστήμιο, η μόρφωση, το πτυχίο, έπαψαν να προσφέρουν όχι απλώς επαγγελματική εξασφάλιση, αλλά έπαψαν να προσφέρουν και κοινωνική καταξίωση, κι έχασαν και το συμβολικό τους φορτίο: η αποφοίτηση δεν είναι ούτε καν μυητήρια τελετή, η «αγορά» απαιτεί και δεύτερο πτυχίο και ειδίκευση και διδακτορικό και περαιτέρω ειδίκευση. Το πέρασμα αρχίζει χοντρικά στα δεκαεπτά και τελειώνει στα είκοσι πέντε, στα τριάντα, στα τριάντα-κάτι, όσο αντέξει ο νέος, αυτός που ενηλικιώνεται και ωριμάζει και γεύεται τον κόσμο ως αιώνιος έφηβος, εξαρτημένος και ιδρυματισμένος. Ιδού η μοίρα της μεσαίας τάξης, μια όψη της τουλάχιστον. Μακρά εφηβεία μες στην ανασφάλεια και τη διακινδύνευση.

Έτσι το βλέπουμε οι γονείς, όσοι ζήσαμε την ακριβώς προηγούμενη φάση, όταν το πτυχίο κάτι σήμαινε επαγγελματικά και κοινωνικά, από πολύ έως λίγο, αλλά κάτι· κι οι σπουδές είχαν νόημα πέραν του επαγγελματικού ορίζοντα, είχαν ένα νόημα ως γνώση, πέρασμα και μύηση: στη σκέψη, στον δημόσιο βίο, στον εγκοινωνισμό.

Η σημερινή γενιά των Πανελληνίων και των μάστερ 700 ευρώ έχει την ατυχία να σφίγγεται πανταχόθεν από την τανάλια της ανάγκης και της δύσκολης επιβίωσης. Οι προηγούμενες γενιές είχαν μιαν ασύγκριτη πολυτέλεια: μπορούσαν να αναβάλουν το επάγγελμα, μπορούσαν να ονειρευτούν και να ρεμπελέψουν, χωρίς να κινδυνεύουν να βρεθούν αποκλεισμένοι, στα αζήτητα. Η κοινωνία ήταν πιο ευρύχωρη· ο γιαλαντζί καπιταλισμός της μεταπολίτευσης δεν καταβρόχθιζε διδάκτορες για ορεκτικό, το PhD οδηγούσε σε καθηγητική έδρα, όχι στο ΑΣΕΠ.

Ως εδώ. Ολ’ αυτά τα μίζερα τα λέμε εμείς, οι νυν γονείς, οι πρώην προνομιούχοι. Οι νέοι, ωστόσο, δεν συμμερίζονται ακριβώς αυτή τη δυσθυμία, την ίδια ανασφάλεια. Φυσικά. Πώς θα μπορούσε να είναι πολύ διαφορετικά; Έχουν τον χρόνο στο πλευρό τους. Tον ίδιο χρόνο που είχαν οι νέοι το 1964, το 1974, το 1984, αυτόν που τραγουδούσαν το ’64 οι Rolling Stones: «Go ahead, baby, go ahead. Go ahead and light up the town / And baby, do anything your heart desire / Time is on my side…»

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_18/05/2008_270013

Αφήστε μια απάντηση