Η Στέρνα

Μια μικρή προέκταση της τάξης

Οι πολιτικές σκιές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Οι πολιτικές σκιές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Ο λόγος περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων πέρασε στο επίκεντρο του πολιτικού λεξιλογίου των τελευταίων δύο δεκαετιών. Ένας αισιόδοξος παρατηρητής θα μπορούσε ν’ αντλήσει από δω το συμπέρασμα ότι η πολιτική, μετά από τις πικρές εμπειρίες του αιώνα, αναλαμβάνει τώρα το έργο να διαπλάσει τον κόσμο σύμφωνα με ηθικές αρχές. Ωστόσο, πολλές φορές στο ιστορικό παρελθόν, όποτε συνεργούσαν η ηθική και η πολιτική, η πρώτη υποτασσόταν στη λογική της δεύτερης — και επιπλέον οι λόγοι για την επιστράτευση της ηθικής ήσαν πρωταρχικά πολι­τικοί. Το ίδιο έγινε και στο πρόσφατο παρελθόν, και αυτό μας δίνει το δικαίωμα να υπογραμμίσουμε ορισμένες πολιτικές από­ψεις και συνέπειες της προβληματικής των ανθρωπίνων δικαι­ωμάτων.

Ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χρησιμο­ποιήθηκε στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου από την πλευρά της Δύσης ως πολιτικό όπλο εναντίον του κομμουνισμού — όχι δίχως μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Όμως ο πολιτικός του ρόλος διόλου δεν εξαντλήθηκε με την κατάρρευση του ανατολικού στρατοπέδου· μάλλον το αντίθετο πρέπει να αναμένεται. Γιατί στο μεταξύ έχει αναπτύξει τη δική του λογική και δυνα­μική, ενώ παράλληλα πολλές πλευρές έχουν ζωτικό συμφέρον να τον επικαλούνται. Όχι μόνον οι νικητές του δευτέρου παγ­κοσμίου πολέμου εναντίον του φασισμού, ούτε μονάχα ή Δύση εναντίον του κομμουνισμού: και οι πολυάριθμοι λαοί, που χάρη στην αποσύνθεση της αποικιοκρατίας απέκτησαν την ανεξαρ­τησία τους, οικειοποιήθηκαν τη γλώσσα των ανθρωπίνων δι­καιωμάτων προκειμένου να θεμελιώσουν με έσχατα επιχειρή­ματα την αξίωση τους για ισοτιμία στο πλαίσιο της διαμορφού­μενης παγκόσμιας κοινωνίας. Έτσι τα ανθρώπινα δικαιώματα έγιναν η lingua franca, ο μεγάλος ιδεολογικός κοινός παρονομαστής αυτής της παγκόσμιας κοινωνίας — και ακριβώς η οι­κουμενική ομολογία πίστεως στην ονομαστική τους αξία κάνει τόσο περίπλοκη τη συγκεκριμένη τους ερμηνεία και εφαρμογή. Αν η εξοικουμενίκευση της ηθικής και των δικαιωμάτων συν­αρτάται με τη γένεση μιας παγκόσμιας κοινωνίας, τότε θα τη σημαδέψουν οι αντιφάσεις και οι εντάσεις, οι οποίες βαρύνουν κατά τρόπο δραματικό τη σημερινή παγκόσμια κοινωνία. Η παγκόσμια αναγνώριση των άρχων των ανθρωπίνων δικαιωμά­των δεν θα αποτελέσει λοιπόν το θεμέλιο της παγκόσμιας η­θικής συνεννόησης, παρά μάλλον το κοινό πεδίο μάχης, πάνω στο οποίο κάθε πλευρά θα αγωνίζεται για την επικράτηση της δικής της ερμηνείας αυτών των άρχων και εναντίον όλων των άλλων ερμηνειών. Πρέπει να επισημάνουμε εμφατικά ότι αυταπατάται οποίος τυχόν πιστεύει πως η ονομαστική άξια των ιδεών μπορεί να εμποδίσει την πολεμική τους χρήση. Αν ήταν έτσι, τότε δεν θα είχαν γίνει ποτέ πόλεμοι ανάμεσα σε έθνη που όλα τους ενστερνίζονταν ειλικρινά τη θρησκεία της αγάπης.

Η  δυνατότητα μετατροπής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σ’ ένα νέο πεδίο έντασης συνάπτεται μ’ ένα κεφαλαιώδες γεγο­νός, το οποίο όμως ελάχιστα γίνεται αντιληπτό, γιατί όλες οι πλευρές ταυτίζουν αυθόρμητα τους δικούς τους σκοπούς με τους σκοπούς ολόκληρης της ανθρωπότητας. Πρόκειται για το γεγονός ότι με δεδομένη τη σημερινή συγκρότηση της παγκό­σμιας κοινωνίας δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ανθρώπινα δικαιώματα stricto sensu. Εδώ δεν εννοούμε τις «παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» σε πάρα πολλές χώρες, παρά αναφερόμαστε στην ίδια την ουσία του πράγματος. Ανθρώπινα δικαιώματα, δηλ. δικαιώματα που οι άνθρωποι κατέχουν α­πλώς και μόνον επειδή κατέχουν την ανθρώπινη ιδιότητα, έ­χουν χειροπιαστή έννοια, και υπόσταση μονάχα αν μπορούν να τα απολαύσουν πάνω σ’ ολόκληρη τη γη, και μάλιστα στον τό­πο της ελεύθερης επιλογής τους και δίχως περιορισμούς, όλοι οι άνθρωποι, μόνο και μόνο χάρη στο γεγονός ότι είναι άνθρω­ποι, ανεξάρτητα από την προέλευση τους ή από άλλες προϋπο­θέσεις. Όσο αυτό δεν συμβαίνει, όσο δηλ. ο Κινέζος δεν έχει τα ίδια δικαιώματα στις Ηνωμένες Πολιτείες όπως ο Αμερικα­νός, ούτε ο Αλβανός τα ίδια δικαιώματα στην Ιταλία όπως ο Ιταλός, θα μπορούμε, αν δεν θέλουμε να διαστρεβλώσουμε την έννοια των λέξεων, να μιλάμε μονάχα για πολιτικά δικαιώμα­τα, όχι όμως για ανθρώπινα. Αυτό που σήμερα ονομάζεται κατ’ ευφημισμόν «ανθρώπινα δικαιώματα» το παρέχει πάντο­τε μια κρατικά οργανωμένη πολιτική μονάδα σε όσους διαθέ­τουν την αντίστοιχη υπηκοότητα, και η ισχύς του μπορεί να διασφαλισθεί με εγγυήσεις μονάχα στο εσωτερικό της εκάστο­τε επικράτειας. Κανένα κράτος δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δι­καιώματα, τα οποία θεωρούνται ως ανθρώπινα δικαιώματα κατ’ εξοχήν, όπως λ.χ. το δικαίωμα της σωματικής ακεραιό­τητας ή της ελευθερίας του λόγου, μπορούν να ασκούνται έξω από τα δικά του σύνορα. Και αντίστροφα: κανένα κράτος δεν μπορεί, χωρίς να αυτοδιαλυθεί, να δώσει σε όλους ανεξαίρετα τους ανθρώπους ορισμένα δικαιώματα, τα οποία συνήθως λογί­ζονται ως πολιτικά δικαιώματα, όπως είναι το εκλογικό δικαί­ωμα ή το δικαίωμα της μόνιμης εγκατάστασης. Με άλλα λό­για: δεν είναι δυνατό να κατέχουν όλοι οι άνθρωποι ως άνθρωποι όλα τα δικαιώματα (είτε αυτά λέγονται στην τρέχουσα ορολο­γία ανθρώπινα είτε λέγονται πολιτικά δικαιώματα) ανεξάρτητα από το πού βρίσκονται. Δικαιώματα, τα οποία τα δίνει και τα εγγυάται το κράτος και ισχύουν υπό την επιφύλαξη της ύπαρ­ξης ενός κυρίαρχου κράτους, θα ήταν δυνατό να χαρακτηρι­σθούν ως ανθρώπινα δικαιώματα μονάχα αν το κράτος αυτό αναγνώριζε την ιδιότητα του ανθρώπου αποκλειστικά στους υπηκόους του. Άλλα ακόμα κι αν το έκανε αυτό, πάλι δεν θα είχε καταφέρει να αναγνωρίζονται οι δικοί του υπήκοοι σε άλ­λες χώρες ως απόλυτα ισότιμοι πολίτες και ως κάτοχοι οικου­μενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ανθρώπινα δικαιώματα ως ανθρώπινα δικαιώματα θα μπορούσε να δώσει μονάχα η ανθρω­πότητα ως συντεταγμένο και ενιαίο πολιτικό υποκείμενο. Μο­νάχα το τέλος του κυρίαρχου κράτους σε όλες τις γνωστές σή­μερα μορφές του θα εγκαινίαζε την εποχή των πραγματικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ό οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ορμήθηκε βέβαια από τις πλούσιες χώρες της Δύσης και πρωτοχρησιμοποιήθηκε απ’ αυτές ως πολιτικό εργαλείο, όμως βρίσκει προοδευτικά ευμενή αποδοχή και συνηγόρους στις φτωχές χώρες της Ανατολής και του Νότου, οι οποίες, όπως είναι ευνόητο, τον βλέπουν ως ευπρόσδεκτο μέσο προκείμενου να προβάλλουν τις αξιώσεις τους ως προς την κατανομή του παγκόσμιου πλούτου και των παγκόσμιων πόρων. Βέβαια, βρίσκονται σε ένα δίλημμα, γιατί nolentes ή volentes δεν είναι σε θέση να πραγ­ματώσουν (πλήρως) στο εσωτερικό τους τις αρχές εκείνες, από την εφαρμογή των οποίων σε διεθνές επίπεδο προσδοκούν την αισθητή βελτίωση της θέσης τους ως εθνών και κρατών. Από τη διελκυστίνδα αυτή τους βοηθεί κάποτε να βγουν ή διαδεδομένη και στη Δύση αντίληψη, ότι μόνον ή βελτίωση της υλικής τους θέσης θα καταστήσει δυνατή την ηθικοποίηση της εσωτερικής κοινωνικοπολιτικής τους ζωής. Πρέπει να αναμέ­νεται ότι από ενδεχόμενες προόδους προς αυτή την κατεύθυνση θα αντλήσουν το δικαίωμα μεγαλύτερης βοήθειας από μέρους της Δύσης. Έτσι ή αλλιώς, η Δύση θα βρεθεί κάτω από ηθική και πολιτική πίεση, από την οποία δεν θα μπορέσει να απαλλα­γεί εύκολα. Όποιος θέλει να εξηγήσει τη χρεοκοπία του υπαρ­κτού σοσιαλισμού με τον ισχυρισμό ότι αυτός δεν μπόρεσε να πραγματώσει ούτε τις εσχατολογικές ούτε τις άμεσες (υλικές) επαγγελίες του, πρέπει και να σκεφθεί στα σοβαρά το ενδεχό­μενο, ότι τα έθνη που θέλουν να ακολουθήσουν τον δρόμο της Δύσης, αλλά δεν θα μπορέσουν να το κάμουν, μέσα στην απο­γοήτευση τους θα στραφούν τελικά εναντίον της Δύσης και συ­νάμα εναντίον της οικουμενιστικής ηθικής της. Γιατί θα είναι διατεθειμένα να ερμηνεύσουν την αποτυχία τους ως προδοσία της χορτάτης και εγωιστικής Δύσης προς τις ίδιες της τις αρχές. Στις προσδοκίες που έχει ξυπνήσει η Δύση με την παγ­κόσμια εξαγωγή του ηθικού της οικουμενισμού λανθάνει ένα εκρηκτικό δυναμικό. Η νίκη των ιδεών της δεν ανακούφισε τη Δύση, αλλά απεναντίας τη φόρτωσε με καθήκοντα και υπο­θήκες, κάτω απ’ την πίεση των οποίων θα μπορούσε η ίδια να αλλάξει εκ βάθρων.

Η πίεση αυτή θα αυξάνεται αναγκαστικά στον βαθμό που τα οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα θα ερμηνεύονται υλικά, οπότε mutatis mutandis θα επαναληφθεί ότι έγινε για πρώτη φορά στον 19ο αιώνα, όταν οι σοσιαλιστές απαίτησαν την υλι­κή ερμηνεία και πραγμάτωση των τυπικών ελευθεριών και δι­καιωμάτων που διακήρυξε η αστική τάξη. Η χριστιανική αν­τίληψη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια αρχικά δεν συνδεόταν με την ιδέα ενός υλικού ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης, ότι κι αν λένε σχετικά οι «προοδευτικοί» θεολόγοι. Σύμφωνα όμως με τη σημερινή αντίληψη, το ελάχιστο επίπεδο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και το ελάχιστο καταναλωτικό επίπεδο είναι αδιαχώριστα· όποιος πεθαίνει της πείνας είναι απλώς άνθρωπος δίχως ουσιαστικά δικαιώματα και όχι λ.χ. κάποιος στον οποίο η θεοθέλητη υλική στέρηση δίνει την ευκαιρία να απαλλα­γεί εντελώς από τη μέριμνα των υλικών αγαθών. Αν τώρα τα ανθρώπινα δικαιώματα ερμηνευθούν υλικά και συνδεθούν με καταναλωτικές απαιτήσεις, τότε θα πρέπει να έρθουν σε σύγ­κρουση με την υφιστάμενη σε παγκόσμιο επίπεδο σπάνη των αγαθών, δηλ. θα μεταβληθούν αναγκαστικά σε όπλα μέσα στον αγώνα κατανομής των περιορισμένων αγαθών. Όποιος ανήκει σ’ ένα πλούσιο έθνος και συνάμα υπερασπίζει τη συνεπή τήρη­ση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα πρέπει να μοιρασθεί τα δι­κά του ανθρώπινα δικαιώματα με άλλους, άγνωστους ανθρώ­πους, και απ’ αυτό θα γεννηθεί σίγουρα μια αντιπαράθεση, κα­τά την οποία θα έρθουν αντιμέτωπα τα ανθρώπινα δικαιώματα των μεν με τα ανθρώπινα δικαιώματα των δε.

Εν πάση περιπτώσει πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι όσο πε­ρισσότεροι άνθρωποι επικαλούνται τα ανθρώπινα δικαιώματα τόσο ευρύτερη θα γίνεται η ερμηνεία τους. Αυτό σημαίνει με άλλα λόγια ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα απαιτούν όλο και περισσότερα υλικά και πνευματικά αγαθά, πιστεύοντας ότι τους ανήκουν δικαιωματικά. Στο φως αυτής της ακαταμάχη­της διαπίστωσης πρέπει να συμφιλιωθούμε με την προοπτική ότι στο μέλλον θα αλλάξει η λειτουργία και η έννοια των αν­θρωπίνων δικαιωμάτων. Τα ανθρώπινα δικαιώματα, αν μάλι­στα ερμηνεύονται υλικά, δεν μπορούν να σημαίνουν το ίδιο πράγμα ανεξάρτητα από το αν την κατοχή και την ενεργό τους άσκηση την απαιτούν ταυτόχρονα και εξ ολοκλήρου δύο, πέντε ή δέκα δισεκατομμύρια άνθρωποι. Τί θα υπαγορεύσει η «αρχή της ευθύνης» μετά τον νέο διπλασιασμό του παγκόσμιου πλη­θυσμού σε λίγες δεκαετίες, αυτό κανείς δεν μπορεί να το ξέρει σήμερα με βεβαιότητα. Ως προαίσθηση μελ­λοντικών τριβών και ως προληπτική προσπάθεια να κρατηθεί ανοιχτή κάποια βαλβίδα ασφαλείας πρέπει πάντως να ερμηνευ­θεί το γεγονός, ότι οι επιταγές της οικουμενικής ηθικής και ιδιαίτερα τα ανθρώπινα δικαιώματα εξακολουθούν να εφαρμό­ζονται με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της κρατικής κυριαρχίας. Ακόμα και κράτη που αναγνωρίζουν πλήρως τα αν­θρώπινα δικαιώματα και τα εγγυούνται μέσα στα όρια της επικρατείας τους επιφυλάσσουν στον εαυτό τους το δικαίωμα να τα αρνηθούν σε ξένους· ήδη οι αρχαίες δημοκρατίες προστάτευ­αν άγρυπνα την έντονη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους δικούς τους πολίτες και στους ξένους. Η διακήρυξη των αν­θρωπίνων δικαιωμάτων συνδέεται λοιπόν σήμερα —και στο μέλλον θα συνδεθεί ακόμα στενότερα— με την κάποτε απερί­φραστη επιθυμία να καθίσει ο φίλτατος συνάνθρωπος στον τό­πο του και να χαρεί εκεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του. Μια απεριόριστη εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δηλ. μια συνεπής και νομικά διασφαλισμένη αναγωγή των ανθρώπων στην ανθρώπινη ιδιότητα τους και μόνο, χωρίς να λαμβάνεται καθόλου υπ’ όψιν η εθνικότητα και η υπηκοότητα, θα συνεπέφερε αυτόματα την κατάργηση του κυρίαρχου κράτους και όλων των φραγμών στην ελευθερία κινήσεως και εγκαταστάσε­ως — ένας αληθινός εφιάλτης για τους κοινοτικούς Ευρωπαίους και τους Βορειοαμερικανικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι υπέρμαχοι της οικουμενικής ηθικής, οι οποίοι παρουσιάζονται εξαιρετικά εύγλωττοι όταν πρόκειται για διακηρύξεις αρχών και για πρακτικά μη δεσμευτικές θεωρητικές τριχοτομίες, ίσα­με τώρα δεν μας έχουν πει τίποτε για τις συγκεκριμένες συνέ­πειες μιας απαρέγκλιτης εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιω­μάτων (δηλ. των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ανθρώπου και μόνο) σε πλανητικό επίπεδο.

Εφ’ όσον η Δύση μπορεί να εφαρμόσει τα ανθρώπινα δικαι­ώματα μονάχα με την επιφύλαξη της κρατικής κυριαρχίας, εμ­πλέκεται σε μιαν αντίφαση, η οποία, καθώς είναι ευνόητο, φαί­νεται ακόμα πιο κραυγαλέα και αφόρητη σε όσους χτυπούν την πόρτα της. Η αντίφαση τούτη θα βάθαινε ακόμα περισσότερο αν ή Δύση έμπαινε στον πειρασμό να επιβάλει τα ανθρώπινα δι­καιώματα (διάβαζε: τα δικαιώματα που ισχύουν για τους πολί­τες της Δύσης) με πολιτικές ή και στρατιωτικές επεμβάσεις σε άλλα μέρη του κόσμου. Γιατί τέτοιες επεμβάσεις θα γίνον­ταν κατ’ ανάγκην επιλεκτικά (μια εκστρατεία εναντίον της Κίνας λ.χ. θα ήταν αδιανόητη) και έτσι γρήγορα θα καταν­τούσαν αναξιόπιστες· θα έπρεπε μάλιστα να αναμένεται ότι φα­νατισμένες μάζες σε χώρες όπως π.χ. το Ιράν θα πρόβαλαν το σύνθημα «Κάτω τα ανθρώπινα δικαιώματα!» ακριβώς με την ίδια έννοια που οι Ισπανοί μαχητές εναντίον του Ναπολέοντα φώναζαν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα «Κάτω ή ελευθερία!». Πέρα απ’ αυτό, μακροπρόθεσμα δεν είναι δυνατό να παραβιάζει κανείς την κρατική κυριαρχία των άλλων στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ συνάμα περιχαρα­κώνει τη δική του κρατική κυριαρχία ενάντια σε ότι άλλοι θε­ωρούν ως τα δικά τους ανθρώπινα δικαιώματα. Με άλλα λόγια, η Δύση θα εξαναγκασθεί να αντισταθμίσει την επιβολή των τυ­πικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε άλλες χώρες με παραχω­ρήσεις προς την υλική ερμηνεία των ίδιων αυτών ανθρωπίνων δικαιωμάτων — και να πληρώσει για το αντιστάθμισμα τούτο. Κοντολογίς, το πρώτο καθήκον του απελευθερωτή θα είναι να θρέψει τους απελευθερωμένους.

Υπάρχει ένας ακόμη βαθύτερος λόγος, για τον οποίο οι εν­τάσεις στο ανθρώπινο σύμπαν πιθανότατα θα αυξηθούν — και μάλιστα όχι παρά τη διάδοση των αρχών της οικουμενικής ηθικής αλλά παράλληλα μ’ αυτήν. Η ηθικά-κανονιστικά φορ­τισμένη λέξη «άνθρωπος» λειτουργούσε γλωσσικά ως τιμητι­κό επίθετο όσο την αντιπαρέθετε κανείς σε άλλα επίθετα, τα ο­ποία φαίνονταν απλώς να υποδηλώνουν ιστορικά προσδιορισμέ­νους, καταργήσιμους και καταργητέους διαχωρισμούς μεταξύ των ανθρώπων στη γλώσσα του ηθικού οικουμενισμού «άν­θρωπος» σήμαινε πάντοτε κάτι ευγενέστερο και υψηλότερο σε σύγκριση με λέξεις όπως Ιουδαίος και Έλλην, χριστιανός και εθνικός, λευκός ή μαύρος, κομμουνιστής ή φιλελεύθερος. Από τη στιγμή όμως που θα εκλείψουν όλες οι μερικές έννοιες, όσες έχουν κατά καιρούς αντιπαρατεθεί στην καθολική έννοια «άν­θρωπος», η λέξη «άνθρωπος» δεν θα αποτελεί πια επίθετο, δηλ. δεν θα υποδηλώνει πια κάποια ανώτερη ιδιότητα, παρά θα μετατραπεί σ’ ένα ουσιαστικό που θα κατονομάζει απλώς ένα ορισμένο ζωικό είδος. Οι άνθρωποι θα αποκαλούνται όλοι «άνθρωποι», ακριβώς όπως τα λιοντάρια λέγονται λιοντάρια και τα ποντίκια-ποντίκια χωρίς άλλον εθνικό ή ιδεολογικό διαφορισμό. Ίσως να φαίνεται παράδοξο, όμως είναι αλήθεια ότι ο άν­θρωπος ξεχώρισε από όλα τα άλλα ζωικά είδη ακριβώς επειδή δεν ήταν άνθρωπος και μόνο, χωρίς κανένα άλλο κατηγόρημα. Όχι μόνο γεννήθηκε ο πολιτισμός χάρη στην υπέρβαση της γυμνής ανθρώπινης ιδιότητας και στη βαθμιαία απόκτηση ι­στορικά προσδιορισμένων κατηγορημάτων, αλλά επίσης οι αν­τιθέσεις και οι αγώνες ανάμεσα στους ανθρώπους προσέλαβαν, χάρη ακριβώς στην παρουσία και στην επήρεια των κατηγορημάτων αυτών, συναισθηματικές και ιδεολογικές διαστάσεις που πήγαιναν πολύ παραπέρα από τον κόσμο του ζώου. Γι’ αυτό και δεν αποκλείεται ότι η συρρίκνωση του ανθρώπου στην ανθρώπινη ιδιότητα του και μόνο θα εγκαινιάσει και θα συνοδεύσει μιαν εποχή, όπου οι άνθρωποι θα είναι αναγκασμένοι να πο­λεμήσουν για αγαθά απολύτως απαραίτητα για τη στοιχειώδη επιβίωση του ζωικού είδους «άνθρωπος» — στη χειρότερη πε­ρίπτωση για αέρα και νερό. Σύμφωνα με ένα γνωστό παράδοξο της ιστορικής δραστηριότητας των ανθρώπων, η επιβολή της οικουμενικής ηθικής θα γεννήσει τότε συνέπειες ολότελα δια­φορετικές από τις επιθυμούμενες.

Ίσως περιττεύει να διευκρινίσουμε κλείνοντας ότι οι σκέψεις αυτές δεν σημαίνουν πώς ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δι­καιωμάτων φταίει για όλα τα κακά ή πως η υιοθέτηση ενός ηθικού σχετικισμού θα ήταν η κατάλληλη λύση για τις μεγάλες απορίες της πλανητικής μας ιστορίας. Τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους, και ο δρόμος αυτός καθορίζεται από ιδέες —με την έννοια αυτοτελών δυνάμεων που παρεμβαίνουν από τα έξω σ’ ένα γίγνεσθαι κι είναι ικανές να το κατευθύνουν— πολύ λιγό­τερο απ’ όσο θέλουν να πιστεύουν (ή όσο θέλουν να κάμουν τους άλλους να πιστέψουν) οι παραγωγοί και οι καταναλωτές ιδεών. Ωστόσο ή συντελούμενη επικράτηση του οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παραμένει ενδεικτική για ουσιώδεις πολιτικές εξελίξεις — και καλύτερα να σκέφτεται κανείς πάνω στις εξελίξεις αυτές παρά να μη σκέφτεται.

Παναγιώτης Κονδύλης, Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο, Θεμέλιο, σελ. 124-132

Αφήστε μια απάντηση