Αρχείο κατηγορίας Εισηγήσεις σε συνέδρια

Ο ρόλος της λογοτεχνίας στη διεπιστημονική προσέγγιση της γνώσης στη σχολική τάξη. Προτάσεις και παραδείγματα (Εισήγηση σε διεθνές συνέδριο)

Ο ρόλος της λογοτεχνίας στη διεπιστημονική προσέγγιση της γνώσης στη σχολική τάξη. Προτάσεις και παραδείγματα.

 

Ελένη Α. Ηλία

Δρ. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ΕΚΠΑ

Εισήγηση στο 5ο διεθνές επιστημονικό συνέδριο του ΙΑΚΕ, που πραγματοποιήθηκε στο Ηράκλειο, 5-7 Απριλίου 2019. Περιλαμβάνεται στον Α΄ τόμο των Πρακτικών του Συνεδρίου, Η διεπιστημονικότητα ως γνωστική, εκπαιδευτική και κοινωνική πρόκληση. https://iake.weebly.com/praktika2019.html, επιμ. Πανταζής Σπ. Χ. κ. ά.,                                     ISBN: 978-618-84507-2-1,
σσ. 541-548.

Περίληψη

Κατά τη διεπιστημονική προσέγγιση της γνώσης στην τάξη, αξιοποιούμε τη λογοτεχνία. Η απόλαυση της ανάγνωσης καθιστά αποτελεσματικότερη τη διδασκαλία. Λόγω της ταύτισης του αναγνώστη με τους λογοτεχνικούς ήρωες, πληροφορίες και γνώσεις που απορρέουν από το έργο, προσλαμβάνουν χαρακτήρα βιώματος. Για να εμπεδωθεί η συμβολή της λογοτεχνίας στη διδασκαλία, παραθέτουμε τρεις προτάσεις. Η πρώτη αναφέρεται σε έργα για την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Στη δεύτερη περιλαμβάνονται έργα όπου η υπόθεση διαδραματίζεται στη Μακεδονία σε διαφορετικές περιόδους. Στην τρίτη το φαντασιακό ταξίδι του Μικρού Πρίγκιπα του Εξυπερύ συμβάλλει στην κατανόηση της έννοιας του σύμπαντος. Η ύπαρξη άλλων πλανητών, ευαισθητοποιεί τα νήπια, να θεωρήσουν όλους τους κατοίκους της γης, συγκατοίκους τους.

Λέξεις-κλειδιά: ταύτιση, αναγνώστης, βιώματα.

  1. Εισαγωγή

 

Η δυνατότητα της λογοτεχνίας να συμβάλει στη διαπαιδαγώγηση, στη διαμόρφωση της προσωπικότητας, οφείλεται αποκλειστικά στην ευχαρίστηση που προσφέρει. Ενώ ο αναγνώστης προσεγγίζει το λογοτεχνικό έργο με βασικό κίνητρο να το απολαύσει, παράλληλα ωφελείται πολύπλευρα από αυτό. Αποκομίζει γνώσεις, εξελίσσεται νοητικά, λεκτικά, ωριμάζει συναισθηματικά, κατακτά σταδιακά την αυτογνωσία. Η αναντικατάστατη παιδαγωγική δύναμη των λογοτεχνικών έργων, είναι γνωστή και δοκιμασμένη άλλωστε από την αρχαιότητα, με την τότε κυρίαρχη μορφή της τραγωδίας, (Tompkins, 1988). Με τη συνειδητή αξιοποίηση της λογοτεχνίας στο σχολικό πλαίσιο, θα μπορούσε να διασφαλιστεί για το σύνολο των μαθητών ο στόχος της επιτυχούς εκπαίδευσής τους. Προσφέροντας πλήθος αξιόλογων λογοτεχνικών έργων, επιτυγχάνουμε με τον καλύτερο τρόπο τόσο να προωθήσουμε τη φιλαναγνωσία όσο και να εξυπηρετήσουμε γενικότερους και ειδικότερους στόχους, όπως είναι μεταξύ άλλων η μετάδοση συγκεκριμένων γνώσεων και πληροφοριών.

Το κείμενο καθίσταται αποτελεσματικό μέσο αγωγής στο βαθμό που συναρπάζει και προκαλεί συγκινησιακή φόρτιση. Η λογοτεχνική ανάγνωση είναι διαδικασία όπου εκδηλώνεται η δημιουργικότητα που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη (Κωτόπουλος, 2012), αφού καθώς ανταποκρινόμαστε στον αναγνωστικό μας ρόλο, γινόμαστε συνδημιουργοί του συγγραφέα. Η λογοτεχνική απόλαυση ως αποτέλεσμα του δημιουργικού ρόλου που επιτελεί ο αναγνώστης, συνιστά αποκλειστική συνέπεια της αφηγηματικής αρτιότητας του κειμένου.  Κατά την ανάγνωση των πεζογραφημάτων ειδικότερα, ανακαλύπτουμε τα λανθάνοντα νοήματα, δημιουργούμε προσδοκίες για  την εξέλιξη της υπόθεσης, διαμορφώνουμε στάσεις απέναντι στα διάφορα λογοτεχνικά πρόσωπα, οπότε αποκομίζουμε την αίσθηση ότι εμπλεκόμαστε άμεσα στα αφηγηματικά δρώμενα (Iser 1990). Ταυτιζόμαστε με τους ήρωες (Booth, 1987), οπότε βιώνουμε προσωπικά τις καταστάσεις αλλά και τα συναισθήματα που αποδίδονται στο κείμενο.

 

  1. Βασικές αρχές της διδακτικής προσέγγισης λογοτεχνικών κειμένων

Αν και είναι καθόλα θεμιτό να αξιοποιούμε σε κάθε ευκαιρία  τα λογοτεχνικά κείμενα για τη διδασκαλία συγκεκριμένων γνωστικών ενοτήτων, απαιτούνται ιδιαίτερα διακριτικοί χειρισμοί από τον εκπαιδευτικό. Θα ήταν άστοχο να δίνεται στους μαθητές η εντύπωση ότι προτάσσεται ο οποιοσδήποτε διδακτικός στόχος κατά την επαφή τους με τη λογοτεχνία έναντι της αναγνωστικής απόλαυσης καθαυτής. Παροτρύνσεις οι οποίες εμφανίζουν τη λογοτεχνία ως χρησιμοθηρική ενασχόληση, κυριολεκτικά υπονομεύουν τη σχέση μαζί της.

Για να αναδειχθεί η χαρά τής αναγνωστικής δημιουργικότητας, η συγκίνηση που επιφυλάσσει η λογοτεχνική ανάγνωση, επιλέγεται η διδακτική προσέγγιση η  οποία θα  προσφέρει στους μαθητές την ευκαιρία ν’ αναλάβουν ρόλο πρωταγωνιστικό, να καταθέσουν την προσωπική τους αναγνωστική εμπειρία από την επαφή τους με το λογοτεχνικό κείμενο, ν’ αναφερθούν στους ήρωες, στις σχέσεις τους και στις καταστάσεις που αυτοί αντιμετωπίζουν, έτσι όπως οι ίδιοι τα αντιλαμβάνονται. Η συγκεκριμένη διδακτική αξιοποίηση που βρίσκεται σε αντιστοιχία με την ίδια τη φύση της λογοτεχνίας, προτρέπει κάθε μαθητή να ανταποκρίνεται στο κείμενο με πρωτότυπο, ιδιαίτερο, μοναδικό τρόπο. Να εκφράζει προσωπικά στοιχεία, ανακαλύπτοντας και αναδεικνύοντας νέες πτυχές τού ανεξάντλητου λογοτεχνικού έργου. Η εξασφάλιση του αναγνωστικού δικαιώματος των μαθητών να εκφράζουν ελεύθερα την ανταπόκρισή τους στα κείμενα, μπορεί να έχει ειδικότερα είτε τη μορφή της δημιουργικής μίμησης είτε της τροποποίησης είτε της ανατροπής του λογοτεχνικού προτύπου (Ματσαγγούρας, 2001).

 

  1. Διδασκαλία ιστορικών γεγονότων με την αξιοποίηση της λογοτεχνίας
    • Φύση και ιδιότητες του ιστορικού μυθιστορήματος

Τα ιστορικά λογοτεχνικά έργα, σε όποιες ηλικίες αναγνωστών κι αν απευθύνονται, θα πρέπει να διαπνέονται από σεβασμό στην ιστορική αλήθεια (Γιάκος, 1993). Ο συγγραφέας  του ιστορικού μυθιστορήματος επιδιώκει να αποδώσει με λογοτεχνικό τρόπο συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα, χαρακτηριστικά των προσώπων που συνδέονται με αυτά, καθώς  και την ατμόσφαιρα της αντίστοιχης περιόδου, ευρισκόμενος ο ίδιος σε χρονική απόσταση (Σαχίνης, 1957). Η επιτυχία του έργου του έγκειται στην πρόσμειξη του πραγματικού με το φανταστικό, προϋποθέτει αφενός την ιστορική γνώση και αφετέρου την αφηγηματική δεξιοτεχνία.  Όταν η γοητεία του παραμυθιού διακατέχει το ιστορικό μυθιστόρημα, εκμηδενίζεται κάθε εσωτερική αντίσταση του αναγνώστη, καθώς αυτός μεταφέρεται στον αφηγηματικό κόσμο.  (Καλλέργης, 1995). Οι αφηγηματικοί χειρισμοί που έχουν ως αποτέλεσμα την ανάπλαση μιας ολό­κληρης εποχής  (Νικολοπούλου, 1990), μας επιτρέπουν να μετακινηθούμε στο χρό­νο και  να ξεφύγουμε από τη σύγχρονη πραγματικότητα μέσα από την ταύτιση με πρόσωπα που έζησαν στο παρελθόν (Χατζηθεοδώρου,1990). Προκειμένου  ο αναγνώστης να συμμετέχει με ψυχική έξαψη στην υπόθεση, το ιστορικό μυθιστόρημα πρέπει τελικά να εξαίρει την αναλλοίωτη ανθρώπινη ψυχή, τα ήθη και τα αισθήματα που είναι κοινά στις διαφορετικές εποχές (Σαχίνης, 1957). Το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, συντελεί στην πνευματική, κοινωνική και ψυχική μας ωρίμαση, παρέχοντας αλλεπάλληλες ευκαιρίες για χωροχρονικές συγκρίσεις. Καθώς διδάσκει τα δεινά του πολέμου, την ειρήνη ως μέγα αγαθό της ζωής και την ελευθερία ως λογική αναγκαιότητα για την κατάκτηση της ευτυχίας (Αναγνωστόπουλος, 1987), παράλληλα με την εθνική, καλλιεργεί και την οικουμενική συνείδηση του ανα­γνώστη (Καλλέργης, 1995).

 

 

  • Ενδεικτικές προτάσεις για Δημοτικό και Γυμνάσιο
    • Η περίοδος της Τουρκοκρατίας

Το ιστορικό μυθιστόρημα αναφέρεται ενδεικτικά ότι συνιστά το ισχυρότερο ρεύμα στην Παιδική Λογοτεχνία της δεκαετίας 1970-1980 (Αναγνωστόπουλος, 1987), ειδικότερα μάλιστα για την εποχή της Τουρκοκρατίας και την Εθνεγερσία (Καλλέργης, 1995). Έτσι ο εκπαιδευτικός έχει πλήθος επιλογών από λογοτεχνικά έργα αναφορικά με τη συγκεκριμένη ιστορική εποχή, εφόσον επιδιώκει όχι απλώς τη μετάδοση πληροφοριών αλλά  την κατανόηση από τους μαθητές των συνθηκών στις οποίες τα ιστορικά γεγονότα διαδραματίστηκαν, τις συνέπειές τους στους ανθρώπους που τα βίωσαν. Προκειμένου οι μαθητές να ερμηνεύσουν τη δράση των ηρώων, να συσχετίσουν περιστατικά με ιστορικές μορφές που τα υπέστησαν ή τα δημιούργησαν ή ενεπλάκησαν σε αυτά,  στη συνέχεια επικεντρωνόμαστε σε δύο κατηγορίες κειμένων. Πρόκειται αφενός για λογοτεχνικές βιογραφίες Ελλήνων ηρώων αυτής της εποχής και αφετέρου για έργα όπου πρωταγωνιστούν  μυθοπλαστικά αφηγηματικά πρόσωπα, συνηθέστερα παιδικής και εφηβικής ηλικίας, με τα οποία οι μαθητές-αναγνώστες ευκολότερα θα ταυτίζονταν.

Από την πρώτη κατηγορία, θα επικεντρωθούμε σε πέντε έργα.

Το βιβλίο της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη  ΣΤΙΣ  ΡΙΖΕΣ  ΤΗΣ  ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ (Δαμασκός, 1971) αναφέρεται σε εφτά διαφορετικές  ιστορικές φυσιογνωμίες που συνετέλεσαν σημαντικά στην καλλιέργεια στους υπόδουλους Έλληνες του πόθου της απελευθέρωσης απ’ τους Τούρκους κατακτητές και συνέβαλαν με τους αγώνες τους στην προετοιμασία της επανάστασης του 1821, ανάμεσά τους  τον Κοσμά τον Αιτωλό, τον Νικόλαο Σκουφά, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τον Αδαμάντιο Κοραή. Καθώς γνωρίζουμε τον εσωτερικό κόσμο των κυρίων ηρώων και μοιραζόμαστε την οπτική τους στις κρίσιμες για τη ζωή τους στιγμές, βιώνουμε πλήρως την αγωνία τους. Η αφήγηση στέκεται ιδιαίτερα στο μαρτυρικό τέλος των εφτά αγωνιστών. Άλλοτε παρουσιάζει την ψυχή τους να συναναστρέφεται με τις προσωποποιημένες ιδέες τους  για τις οποίες και θυσιάστηκαν. Άλλοτε πάλι ο ίδιος ο φυσικός κόσμος εμπλέκεται στο θάνατό τους, με αποτέλεσμα να προσλαμβάνουν στην αναγνωστική αντίληψη διαστάσεις μυθικών ηρώων.

Στα δύο επόμενα έργα  η αφήγηση επικεντρώνεται στο πρόσωπο του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄. Το μυθιστόρημα ΘΥΣΙΑ  ΚΑΙ  ΔΟΞΑ της Γιολάντας Πατεράκη (Δαμασκός, 1981) ξεκινά από τα παιδικά του χρόνια στη Δημητσάνα, συνεχίζεται με την περίοδο των σπουδών του  στη Σμύρνη και στην Πατμιάδα Σχολή, τη θητεία του στη μητρόπολη Σμύρνης και στο πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, τα διαστήματα που εξορίστηκε και καταλήγει με τον απαγχονισμό του. Οι ιστορικές εξελίξεις, η θέση και η στάση του Πατριάρχη απέναντι σε αυτές,  ο τρόπος που ο ίδιος την ερμηνεύει,  επιχειρείται να αποδοθούν μέσα από τη συναναστροφή του με ένα συνομήλικό του μυθοπλαστικό πρόσωπο. Οι μεταξύ τους διάλογοι από τα παιδικά του χρόνια στην αρκαδική ύπαιθρο, καθώς και η αλληλογραφία τους σε κατοπινές φάσεις της ζωής του Γρηγορίου, είναι το άκρως επιτυχημένο αφηγηματικό τέχνασμα, ώστε ο αναγνώστης να ταυτιστεί μαζί του.

ΣΤΟ ΤΣΟΠΑΝΟΠΟΥΛΟ ΤΗΣ  ΔΗΜΗΤΣΑΝΑΣ του Ζήσιμου Βιρβίλη (Παιδικοί Ορίζοντες, 1981),   η υπόθεση ολοκληρώνεται με τη μεταφορά του λειψάνου του στην Οδησσό και αργότερα στο μητροπολιτικό ναό της Αθήνας και τα αποκαλυπτήρια του αδριάντα του μπροστά στο Πανεπιστήμιο. Στα τελευταία λεπτά της ζωής του Γρηγορίου η αφήγηση εστιάζεται στον εσωτερικό του κόσμο. Ο αναγνώστης μοιράζεται τη δική του οπτική, καθώς συσχετίζει τη θηλιά που ο δήμιος ετοιμάζεται να περάσει στο λαιμό του με το φωτοστέφανο που είχε ονειρευτεί όταν ήταν μικρό αγόρι. Αυτό αιτιολογεί τη γαλήνη στην έκφρασή του, που αποδίδεται σε αντίθεση με το μίσος και το φανατισμό των Τούρκων διωκτών του. Η αναγνώριση του πτώματος του Πατριάρχη που επιπλέει στη θάλασσα, αποδίδεται με ανάλογη αφηγηματική δεξιοτεχνία, καθώς προηγείται η περιγραφή του μέσα από την οπτική των επιβατών του κεφαλλονίτικου πλοίου που το περισυνέλεξε. Ακολουθεί η αποκάλυψη της ταυτότητάς του, ταυτόχρονα για αφηγηματικά πρόσωπα και αναγνώστες, από τον αρχιμανδρίτη Σωφρόνιο που επέβαινε στο πλοίο.

Τα δύο τελευταία έργα της κατηγορίας αναφέρονται στο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη στην παιδική του ηλικία.  ΣΤΟ  ΛΙΟΝΤΑΡΟΠΟΥΛΟ της Καλλιόπης Σφαέλλου (Εστία, 1965), ο μικρός Θοδωράκης συνιστά ένα εξαιρετικά ελκυστικό αφηγηματικό πρόσωπο, που διακρίνεται για τη γενναιότητα, τη λογική του, το σταθερό προσανατολισμό του στην αξία της ελευθερίας και τη συστηματική προετοιμασία του, ώστε να πολεμήσει για την απελευθέρωση του γένους. Η αναγνωστική συμπάθεια στο πρόσωπό του απορρέει τόσο από το θαυμασμό και την εμπιστοσύνη των λογοτεχνικών προσώπων κάθε ηλικίας που τον περιστοιχίζουν όσο και από την εστίαση της αφήγησης στον εσωτερικό του κόσμο σε κάθε περίπτωση που η ζωή του κινδυνεύει. Η τελευταία αυτή τεχνική που επιτρέπει στο παιδί-αναγνώστη να ταυτιστεί με το συνομήλικό του πρωταγωνιστικό πρόσωπο και να βιώσει τα συναρπαστικά περιστατικά, κυριαρχεί και στον  ΑΝΤΡΕΙΩΜΕΝΟ του Νίκου Αρβανίτη (Παιδικοί Ορίζοντες, 1973). Εδώ εμφανίζεται για παράδειγμα ο μικρός λογοτεχνικός ήρωας να προσεύχεται στο εικόνισμα των Αγίων Θεοδώρων στο ομώνυμο μοναστήρι ή να ορκίζεται  στον Αϊ-Θανάση ότι θα ξαναπάει στην Τρίπολη για να την απελευθερώσει, πληγωμένος από τη στάση Τούρκου που τον είχε χτυπήσει, επειδή πέρασε με το γάιδαρό του στην κεντρική πλατεία.

Και περνάμε στα επόμενα έξι μυθιστορήματα όπου πρωταγωνιστούν τα μυθοπλαστικά πρόσωπα. ΣΤΟ  ΜΥΣΤΙΚΟ  ΤΩΝ  ΦΙΛΙΚΩΝ της Νίτσας Τζώρτζογλου (Ψυχογιός, 1989) η ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας και η εξέλιξή της μέχρι την έναρξη της ελληνικής επανάστασης στη Μολδοβλαχία παρουσιάζεται μέσα από την οπτική του έφηβου Παντελή, ο οποίος εγκαθίσταται στο σπίτι του συγγενή του Τσακάλωφ στην Οδησσό. Εκεί, ο αναγνώστης τον παρακολουθεί μαζί με την ενδεκάχρονη κόρη του Τσακάλωφ Μαρούσκα, να ανακαλύπτουν τη συνωμοτική δράση της οργάνωσης  και τους στόχους της, καθώς και να συνειδητοποιούν τον άμεσο κίνδυνο που διατρέχουν τα μέλη της. Ο Παντελής βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο των εξελίξεων, στην Οδησσό, στην Πόλη, στο Δραγατσάνι και συχνά απειλείται η ζωή του, καθώς αναλαμβάνει διάφορες αποστολές, όπως την παράδοση στον Υψηλάντη του γράμματος που θα σημάνει την έναρξη του αγώνα.

Στο έργο ΙΕΡΟΣ  ΛΟΧΟΣ της Βάσας Σολωμού (Εστία, 1968) παρακολουθούμε ένα μικρό αγόρι να ταξιδεύει με τον παππού του στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Εκεί κατοικεί και μια έφηβη ελληνίδα αφότου διέφυγε από την Πάργα, που με τον αρραβωνιαστικό της εργάζονται επίσης για τους σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας. Όταν ξεκινά η επανάσταση, οι δύο νεαροί στρατεύονται στον Ιερό Λόχο και σκοτώνονται στη μάχη στο Δραγατσάνι ενώ η κοπέλα επιστρέφει στην Ελλάδα, για να συνεχίσει την επαναστατική δράση της.

Στο βιβλίο της Αγγελικής Νικολοπούλου ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΄Η  ΘΑΝΑΤΟΣ :  (Άγκυρα, 1971)  ο μικρός Φώτης φεύγει από το χωριό του στην Αρκαδία, για να συνεχίσει τις σπουδές του. Ο δάσκαλός του, τού αναθέτει να οδηγήσει έναν άγνωστο στο μοναστήρι του Φιλοσόφου στη Δημητσάνα. Στη διαδρομή ο άγνωστος σκοτώνει έναν Τούρκο. Μετά την άφιξή τους στο μοναστήρι, καταφτάνουν εκεί Τούρκοι στρατιώτες, για να τους συλλάβουν. Ο Φώτης κατορθώνει να διαφύγει με τη βοήθεια των μοναχών. Ζει πλέον κυνηγημένος, αναλαμβάνοντας αλλεπάλληλες αποστολές της Φιλικής Εταιρείας σε Πελοπόννησο και Εφτάνησα. Η αφήγηση ολοκληρώνεται με την παρουσία του στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας κατά την κήρυξη της επανάστασης.

Στο έργο της Γαλάτειας Σαράντη ΟΙ  ΜΠΑΡΟΥΤΟΜΥΛΟΙ  ΤΗΣ  ΔΗΜΗΤΣΑΝΑΣ  (Εστία, 1971) ένα δωδεκάχρονο, ορφανό αγόρι, στις αρχές του 1821 συμβάλλει καθοριστικά στην αποτροπή της καταστροφής της Δημητσάνας που σχεδιάζουν οι Τούρκοι μετά  την πληροφορία ότι οι κάτοικοι της φυλάσσουν μπαρούτη, για να επαναστατήσουν. Το αγόρι ενεργώντας με γενναιότητα, ειδοποιεί τους κατοίκους πριν από την άφιξη των Τούρκων. Οι κάτοικοι τους παραπλανούν και τους παρασύρουν σε γλέντι, οπότε η καταστροφή ματαιώνεται.

Στο βιβλίο Ο  ΜΙΚΡΟΣ  ΜΠΟΥΡΛΟΤΙΕΡΗΣ της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη (Εστία, 1963) κύριος ήρωας είναι ένα αγόρι με το συμβολικό όνομα Λευτέρης, ο οποίος συμμετέχει αρχικά ως μούτσος στον υδραίικο στόλο, για να καταλήξει στην εφηβεία του κυβερνήτης σε μπουρλότο. Η απελευθέρωση τον βρίσκει ανάπηρο.  Σπουδάζει στην Ευρώπη και όταν επιστρέφει στην Ύδρα, εργάζεται ως δάσκαλος. Η αφήγηση εστιάζεται στον εσωτερικό κόσμο του ήρωα όταν συγκλονίζεται από την είδηση για τον απαγχονισμό του Πατριάρχη κι αποφασίζει να αγωνιστεί για την ελευθερία ή όταν συγκινείται διαβάζοντας σε τυπογραφείο στο Μεσολόγγι τον «Ύμνο εις την Ελευθερία». Η ταύτιση του αναγνώστη μαζί του προκύπτει και ως αποτέλεσμα της κοινής οπτικής τους κατά τη μάχη για την ανακατάληψη των κατεστραμμένων Ψαρών. Εδώ ο ήρωας από τη ναυαρχίδα προβαίνει σε συνεχείς εικασίες για την έκβαση, μέχρι που αντικρίζει την ψαριανή σημαία να υψώνεται στη θέση της τουρκικής. Αλλού, ο τραυματισμένος σε ναυμαχία Λευτέρης,  όταν ανακτά τις αισθήσεις του, αναρωτιέται αν βρίσκεται αιχμάλωτος. Οι ομιλίες στα ελληνικά που ακούει, μας φανερώνουν ότι παραμένει ελεύθερος.

Ολοκληρώνουμε αυτήν την ενότητα με Το βιβλίο ΔΟΞΑΣΜΕΝΗ  ΕΞΟΔΟΣ του Τάκη Λάππα (Ατλαντίς, 1966). Αναφέρεται στην πολιορκία του Μεσολογγίου από τους Τούρκους και στην ηρωική έξοδο των κατοίκων του. Η αφήγηση επικεντρώνεται σε μια μεσολογγίτικη οικογένεια της οποίας ο μεγαλύτερος αδερφός εγκαταλείπει τις σπουδές του στην Ιταλία, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη γενέτειρά του, που πολιορκείται από τον Κιουταχή και παράλληλα βοηθά στο τυπογραφείο του Μάγερ. Ο δεύτερος αδερφός σκοτώνεται σε γιουρούσι των Μεσολογγιτών ενώ ο τρίτος χάνεται στη μάχη στο νησάκι Κλείσοβα. Όταν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ εισβάλουν στην πόλη μετά την έξοδο, δύο ακόμη μέλη της οικογένειας, ανατινάζονται σπίτι τους, για να μην αιχμαλωτιστούν.

  • Η ιστορία της Μακεδονίας

Ο μακεδονικός χώρος έχει εμπνεύσει πολλούς Έλληνες συγγραφείς, παλαιότερους, όπως η Πηνελόπη Δέλτα αλλά και σύγχρονους, ώστε θα μπορούσε να επιχειρηθεί μία αναδρομή σε ολόκληρη την ιστορία της Μακεδονίας από την αρχαιότητα μέχρι και τη νεότερη εποχή, μέσα από λογοτεχνικά κείμενα.

Ξεκινάμε την αναφορά μας με το έργο της Ελένης Δικαίου, με τίτλο Οι Θεοί δεν πεθαίνουνε στην Πέλλα (Πατάκης, 2003), όπου βασικός ήρωας είναι ο Μέγας Αλέξανδρος. Παρακολουθούμε τη ζωή του από την ημέρα που δολοφόνησαν τον Ξεκινάμε την αναφορά μας με το έργο της Ελένης Δικαίου, με τίτλο Οι Θεοί δεν πεθαίνουνε στην Πέλλα (Πατάκης, 2003), όπου βασικός ήρωας είναι ο Μέγας Αλέξανδρος. Παρακολουθούμε τη ζωή του από την ημέρα που δολοφόνησαν τον πατέρα του και ανέλαβε ο ίδιος το βασίλειο της Μακεδονίας έως το θάνατό του στη Βαβυλώνα. Υπάρχουν αρκετές αναδρο­μές στα παιδικά του χρόνια. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα αισθήματα του ήρωα. Ανάμεσά τους κυριαρχεί η αγάπη για τον Ηφαιστίωνα, που ενώ στη διάρκεια της ζωής τους εκδη­λώνεται ως έμπνευση, αγαλλίαση και ευφορία, γίνεται βα­σανιστική όταν τους χωρίζει ο θάνατος. Επίσης, ο άρρηκτος δεσμός του με το άλογό του Βουκεφάλα, που υπερβαίνει μια συνηθισμένη σχέση ανθρώπου με ζώο. Η αναγνωστική ταύτιση, που προκύπτει καθώς εισερχόμαστε στον εσωτερικό του κόσμο του ήρωα, συνδυάζεται με τις ενδείξεις που οδηγούν στη δημιουργία προσδοκιών για την αφηγηματική έκβαση και ειδικότερα για το τέ­λος του Αλέξανδρου. Τέτοιες περιπτώσεις συνιστούν οι παραινέσεις των Χαλδαίων ιερέων ν’ αποφευχθεί η είσοδος του στη Βαβυλώνα απ’ τ’ ανα­τολικά ή το πέσιμο της κορδέλας απ’ το βασιλικό διάδημα.

Στο βιβλίο της Θέτης Χορτιάτη, Στη Βέροια στη Βεργίνα (Κέδρος, 1998),  το παρελθόν αποδίδεται μέσα από τη δράση μιας εφηβικής συντροφιάς στο παρόν. Οι ιστορικές γνώσεις που οι ήρωες  αποκομίζουν, μελετώντας τον οδηγό του αρχαιολογικού μουσείου της Θεσσαλονίκης για τα ευρήματα από τους τρεις τάφους που ανακαλύφθηκαν στη Βεργίνα, εμπνέουν το «θεατροπαίχνιδό» τους και τους προξενούν την κοινή επιθυμία να σπουδάσουν αρχαιολογία, για να συνεχίσουν τις ανασκαφές στην περιοχή.

Αντίστοιχη είναι και η αφηγηματική προσέγγιση της Κίρας Σίνου στο βιβλίο Στην πόλη του Αϊ-Αημήτρη (Κέδρος, 2000) για τη βυζαντινή περίοδο. Η ιστορία της Θεσσαλονίκης, από την ίδρυση της έως την απελευθέρωση της απ’ τους Τούρκους το 1917, παρουσιάζεται στις σελίδες του μέσα από τις παραδόσεις στη Σχολή Ξεναγών της πόλης, τις οποίες παρακο­λουθεί μια νεανική συντροφιά. Κατά την παράθεση των ιστορικών στοι­χείων η ηρωίδα ζει με τη φαντασία της συναρπαστικές σκηνές, όπως η μονομαχία του Νέστορα με το Λυαίο, η άλωση και λεηλασία της Θεσσαλονίκης από τους Σαρακηνούς,  η επανάσταση των Ζηλωτών και η καταστροφική πυρκαγιά του 1917. Τα παραπάνω γεγονότα εναλλάσσονται με τις εικό­νες της σύγχρονης πόλης, τους πολυσύχναστους κεντρικούς δρό­μους, τα στέκια των νέων ή τα ειδυλλιακά φυσικά τοπία της.

Περνώντας στη νεότερη ιστορία, στεκόμαστε στο βιβλίο της Θάλειας Σαμαρά …Και αλέκτωρ δεν ελάλησε (ιδιωτική έκδοση, χ.χ.), όπου παρουσιάζεται η ζωή στην τουρκοκρατούμενη Νάουσα από το 1803 μέχρι το 1832. Η πολιορκία της Νάουσας, η παράδοση της, η επανάσταση των Ναουσαίων, η ολοσχερής καταστρο­φή της πόλης και η ανοικοδόμηση της από τους ελάχιστους επιβιώσαντες κατοίκους της, αποδίδονται στο κείμενο μέσα από την προσωπική δράση μιας οικογένειας.

Ο αναγνώστης, αν και συγκλονίζεται από το βίαιο θά­νατο όλων σχεδόν των μελών της, δεν παύει να αισιοδοξεί, καθώς στις τελευταίες σελίδες εμφανίζονται τα παιδιά του μοναδικού επιζώντα, που φέρουν τα ονόματα των νεκρών θείων τους.

 

Το μυθιστόρημα της Νένας Πάτρα, Χρόνια του χαλασμού και της φωτιάς (ιδιωτική έκδοση, 2005) καλύπτει τις ιστορικές περιόδους του μακεδονικού αγώνα και των βαλκανικών πολέμων. Βασικοί ήρωες τα πρόσωπα μιας οικογένειας της Στρώμνιτσας, που δραστηριοποιούνται ποικιλότροπα ενάντια στις απόπειρες εκβουλγαρισμού της περιοχής τους και πληρώνουν βαρύτατο τί­μημα για αυτή τους τη στάση. Στο έργο συναντάμε την εναλλαγή δυο αφηγητριών, μιας νεαρής κοπέλας, όποτε η συγγραφέας ανα­φέρεται στη σύγχρονη εποχή, και της ηλικιωμένης θείας της, Βά­γιας, η οποία αποδίδει τα ιστορικά γεγονότα απευθυνόμενη στην αγαπημένη ανιψιά της που παρακολουθεί με έντονο ενδιαφέρον. Έτσι ο αναγνώστης αποκομίζει την εντύπωση ότι παρίσταται φυσικά στη ζωντανή διήγηση που διαρκεί μια ολό­κληρη χειμωνιάτικη νύχτα.

Σε σχέση με το μακεδονικό αγώνα, θα επικεντρωθούμε επίσης στο μυθιστόρημά της Πηνελόπης Δέλτα, Στα μυστικά του Βάλτου (Μεταίχμιο, 2013), καθώς συνιστά σημείο αναφοράς για τα κατοπινά έργα. Στο έργο συνυπάρχουν πρόσωπα ιστορικά και μυθοπλαστικά. Στα τελευταία ανήκουν οι δύο βασικοί ήρωες, Αποστόλης και Γιοβάν που βρίσκονται σε εφηβική και παιδική ηλικία αντίστοιχα. Ο πρώτος συμμετέχει στον αγώνα ως οδηγός των Ελλήνων ανταρτών. Ο δεύτερος, αν και τον έχουν αναθρέψει βούλγαροι κάτοικοι της περιοχής, προσφέρει ανεκτίμητη βοήθεια στον εντοπισμό κομιτατζήδων και στη μεταφορά πληροφοριών. Τα δύο ορφανά παιδιά συνδέονται στενά μεταξύ τους, καθώς και με τη νεαρή Ηλέκτρα, ηρωική δασκάλα του χωριού Ζορμπάς. Στην υπόθεση εμπλέκονται οι λογοτεχνικοί ήρωες του βιβλίου Μάγκας. Ο Βασίλης φτάνει από την Αλεξάνδρεια, προκειμένου να αναζητήσει το μικρό γιο του, που την τύχη του αγνοεί, ύστερα από επίθεση κομιτατζήδων στο χωριό του. Ο Γιοβάν τραυματίζεται θανάσιμα ενώ μετά το θάνατό του, αποκαλύπτεται ότι αυτός ήταν ο αγνοούμενος γιος του Βασίλη. Ο αναγνώστης, βασιζόμενος στις ενδείξεις που παρέχονται στην αφήγηση, σταδιακά οδηγείται στη γνώση ότι ο μικρός Γιοβάν είναι γιος του Βασίλη. Ο τελευταίος όμως, αγνοώντας την πραγματικότητα, καθίσταται  θύμα τραγικής ειρωνείας. Η αποκάλυψης της αλήθειας στο Βασίλη συμπίπτει με το θάνατο του μικρού αγοριού.

Στο έργο της Λότης ΙΙέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου Ο μικρός αδελφός (Πατάκης, 2007), παρακολουθούμε το δεκαεξάχρονο Άγγελος που ζει στη Μα­κεδονία, όταν ξεσπά ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, να  οδηγείται όμη­ρος στη Βουλγαρία, που έχει ταχθεί με το μέρος των Κεντρικών Δυνάμεων. Ο ήρωας, παρά τις κακουχίες που υφίσταται, υπερασπίζεται πάντα με αυταπάρνηση το μικρότερο αδερφό του αλλά και κάθε μικρό παιδί άλλης εθνικότητας, που κινδυνεύει. Ο αναγνώστης αγωνιά μαζί με τους νεαρούς ήρωες, για την έκβαση της απόπειρας τους να ξεγελάσουν τους Βούλγαρους φρουρούς τους, ώστε να μην χωριστούν ξανά τα δύο αδέρφια. Με την άφιξη του προδότη συντοπίτη τους στο στρατόπεδο, που καθιστά πιθανή την αποκάλυψη του σχεδίου τους, η αγωνία μας κορυφώνεται, όπως και όταν αποκρύ­πτουν τηλεγράφημα, όπου δίνεται εντολή να παραταθεί η παραμονή του προδότη εκεί. Το συγκεκριμένο έργο με την έκβαση του αποπνέ­ει αισιοδοξία, στοιχείο εξαιρετικά πολύτιμο για το παιδί και έφη­βο αναγνώστη, όταν συνδυάζεται με την αγωνιστικότητα, όπως η ίδια η συγγραφέας του έχει τονίσει σε θεωρητική τοποθέτηση της (Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, 2001).

 

  1. Η μύηση των νηπίων στην έννοια του σύμπαντος με τη συμβολή της λογοτεχνίας

Πέρα από την ιστορία, από τα ποικίλα γνωστικά αντικείμενα, σε σχέση με τα οποία θα μπορούσαμε επίσης να καταφύγουμε στη λογοτεχνία, επιλέγουμε τη διδασκαλία στο νηπιαγωγείο βασικών στοιχείων αναφορικά με το σύμπαν. Επιδιώκοντας την κοινωνική ευαισθητοποίηση για τους πρόσφυγες, την καλλιέργεια θετικού κλίματος απέναντί τους, ανεξάρτητα από χώρα προέλευσης, χρονική συγκυρία,  ιστορική εποχή, αξιοποιήθηκε  το έργο του Εξυπερύ, ο «Μικρός Πρίγκιπας». Καθώς σε αυτό η αφήγηση αναφέρεται στη  ζωή του ήρωα στο δικό του πλανήτη και στη συνέχεια στο ταξίδι του στη Γη, μέσα από μια διαδρομή που περνά από  έξι ακόμη πλανήτες, τα νήπια κατανοούν αποτελεσματικότερα την έννοια του σύμπαντος.

Η αντιδιαστολή της  Γης με τους υπόλοιπους πλανήτες, επιτρέπει τελικά στα νήπια να την αντιληφθούν ως το κοινό «σπίτι» όλων των ανθρώπων, να νιώσουν τους κατοίκους της, ως «συγκατοίκους». Αν συνειδητοποιήσουν πως τα κοινά στοιχεία των ανθρώπων είναι σημαντικότερα από τις διαφορές τους,  προκύπτει αβίαστα, χωρίς διδακτισμό η επιλογή της αρμονικής συμβίωσης και της αλληλοβοήθειας προς εκείνους τους συνανθρώπους τους που εξαναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο που έμεναν,  αναζητώντας ασφαλέστερες συνθήκες και ευνοϊκότερες προοπτικές διαβίωσης.

 

  1. Συμπεράσματα

Προσφέροντας στους μαθητές πλήθος αξιόλογων λογοτεχνικών έργων, επιτυγχάνεται με τον καλύτερο τρόπο τόσο η εξυπηρέτηση γενικότερων και ειδικότερων εκπαιδευτικών στόχων, όπως είναι μεταξύ άλλων η μετάδοση συγκεκριμένων γνώσεων και πληροφοριών όσο και η ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας.

Όταν καταφύγουμε σε κάποιο λογοτεχνικό βιβλίο, με αφορμή ή ερέθισμα από τα άμεσο φυσικό ή κοινωνικό περιβάλλον των παιδιών αλλά και από τα διάφορα γνωστικά αντικείμενα του εκπαιδευτικού προγράμματος, αξιοποιείται αβίαστα η παιδαγωγική δύναμη της λογοτεχνίας.

Σε αυτό συμβάλλει η επιλογή μιας διδακτικής προσέγγισης του λογοτεχνικού κειμένου που να βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με τη φύση της λογοτεχνίας, να επιτρέπει δηλαδή στους μαθητές ν’ αναλάβουν ρόλο πρωταγωνιστικό, να καταθέσουν την προσωπική τους αναγνωστική εμπειρία από την επαφή τους με το έργο, ν’ αναφερθούν στους ήρωες, στις σχέσεις τους και στις καταστάσεις που αυτοί αντιμετωπίζουν, έτσι όπως οι ίδιοι τα αντιλαμβάνονται. Η κάθε ατομική ανάγνωση είναι διαφορετική, μοναδική, πρωτότυπη, ανεπανάληπτη και αξίζει να εκφραστεί, καθώς απορρέει από την ιδιαιτερότητα,  τη μοναδικότητα του κάθε αναγνώστη.

Οι μαθητές-αναγνώστες διατυπώνοντας ελεύθερα την ταύτισή τους με συγκεκριμένα αφηγηματικά πρόσωπα, ιστορικά ή μυθοπλαστικά, υπερβαίνουν τα δεσμά του χρόνου και του τόπου, εξοικειώνονται με διάφορες ιστορικές εποχές αλλά και με το μακρινό σύμπαν. Αντιπαραβάλλοντας τη γη  σε σχέση με αυτό, τα νήπια την αντιλαμβάνονται τελικά ως κοινό σημείο αναφοράς για όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους της, ως το στοιχείο που ενώνει τους ανθρώπους διαφορετικών φυλών και πολιτισμών.

Βιβλιογραφία

 

Ελληνόγλωσση

 

Αναγνωστόπουλος, Β. Δ. (1987). Τάσεις και Εξελίξεις της Παιδικής Λογοτεχνίας στη δεκαετία 1970-1980. Αθήνα: Οι Εκδόσεις των Φίλων.

 

Γιάκος, Δ. (1993). Ιστορία της Ελληνικής Παιδικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Παπαδήμας.

 

Ηλία, Ε.Α.  και Ματσαγγούρας Η. Γ. (2006). Από το παιχνίδι στο λόγο: Παραγωγή παιδικών κειμένων μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες. Στο Π. Παπούλια-Τζελέπη, Α. Φτερνιάτη, Κ. Θηβαίος (Επιμ), Έρευνα και Πρακτική του Γραμματισμού στην Ελληνική Κοινωνία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σσ. 307-317.

 

Καλλέργης, Η.Ε. (1995). Προσεγγίσεις στην Παιδική Λογοτεχνία. Αθήνα: Καστανιώτης.

 

Κωτόπουλος, Τ. (2012, Ιούλιος). Η «νομιμοποίηση» της δημιουργικής γραφής, ΚΕΙΜΕΝΑ 15, http://keimena.ece.uth.gr

 

Ματσαγγούρας, Η. Γ. (2001). Η Σχολική Τάξη, τ. Β΄ : Κειμενοκεντρική Προσέγγιση του γραπτού λόγου. Αθήνα.

 

Νικολοπούλου, Α. (1990). Γράφοντας παιδικό ιστορικό βιβλίο, Διαδρομές, τ. 18, 102-105.

 

Pascucci, M. και Rossi, F. (2002). ΄Oχι μόνο γραφέας, Γέφυρες, τ. 6, 16-23.

 

Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Λ. (2001). Το μικρόβιο της ευεξίας, Ο κό­σμος της Παιδικής/Νεανικής Λογοτεχνίας, τ. Α’, Η Συγγραφή και η Εικονογρά­φηση. Αθήνα: Καστανιώτης, 141-149.

 

Ποσλανιέκ, Κ. (1992). Να δώσουμε στα παιδιά την όρεξη για διάβασμα (Στ. Αθήνη, μτφρ.) Αθήνα: Καστανιώτης.

 

Riffaterre, Μ. (1985). Η εξήγηση των λογοτεχνικών φαινομένων. Η Διδασκαλία της Λογοτεχνίας  (Ι. Ν. Βασιλαράκης, μτφρ).  Αθήνα: Επικαιρότητα, 135-164.

 

Σαχίνης, Α. (1957). Το Ιστορικό Μυθιστόρημα. Αθήνα: Δίφρος.

 

Τζιόβας, Δ. (1987). Μετά την αισθητική. Θεωρητικές δοκιμές κι ερμηνευτικές αναγνώσεις της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Γνώση

 

Χατζηθεοδώρου, Α. (1990). Οι διαγωνισμοί της Γυναικείας Λογοτεχνι­κής Συντροφιάς και το ιστορικό μυθιστόρημα, Διαδρομές, τ. 18, 106-109.

 

Χουιζίνγκα, Γ. (1989). Ο άνθρωπος και το παιχνίδι (Σ. Ροζάκης – Γ. Λυκιαρδόπουλος, μτφρ.) Αθήνα: Γνώση.

 

 

Ξενόγλωσση

 

Booth, W.C. (1987). The Rhetoric of Fiction. Middlesex: Penguin Books.

 

Huck, C., Hepler, S. και Hickman, J.  (1979). Children’s Literature in the Elementary School: Holt Rinehart And Winston.

 

Iser, W. (1990). The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fiction from Bunyan to Beckett. Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press.

 

Tompkins, J. P. (1988). The reader in history: The changing shape of literary-response στο J. P. Tompkins ( Επιμ.), Reader-response criticism. From Formalism to Post-Structuralism, Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press, 201-232.

ΒΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΟΤΙΜΙΑ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΤΑΞΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ «ΟΛΗ Η ΤΑΞΗ ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ» (Εισήγηση σε διεθνές συνέδριο)

ΒΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΟΤΙΜΙΑ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΤΑΞΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ «ΟΛΗ Η ΤΑΞΗ ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ»

Ηλία Ελένη,

Διδάκτορας Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ΕΚΠΑ

Εισήγηση στο τέταρτο (4)  διεθνές επιστημονικό συνέδριο του Ι.Α.Κ.Ε.  (Ηράκλειο 27-29 Απριλίου 2018), δημοσιευμένη στον Α΄ τόμο των πρακτικών: Δημοκρατία, δικαιώματα και ανισότητες στην εποχή της κρίσης. Προκλήσεις στο χώρο της έρευνας και της εκπαίδευσης  (επιμ. Πανταζής Σπ. Χ. κ. ά.),
ISBN: 978-618-83501-9-9,
σσ. 219-226.

Περίληψη

Tο εκπαιδευτικό πρόγραμμα υλοποιήθηκε σε δημόσιο νηπιαγωγείο, ώστε να ενθαρρύνει το σύνολο των μαθητών στην κοινωνικοποίησή τους.  Αποσκοπώντας  στην καλλιέργεια της δημοκρατικής συνείδησης, ως πρώτιστος στόχος τίθεται τα νήπια να κατανοήσουν και να υιοθετήσουν τις αξίες της δημοκρατίας και της ισοτιμίας ως τρόπο λειτουργίας ενός κοινωνικού συνόλου. Καθώς  επιδιώκεται  να δημιουργηθούν δημοκρατικά βιώματα στην εκπαιδευτική καθημερινότητα, δίνονται σε κάθε νήπιο ισάριθμες ευκαιρίες να βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της σχολικής τάξης και να εκφράσει τα προσωπικά χαρακτηριστικά του. Ακολουθεί η αξιοποίηση των χαρακτηριστικών του νηπίου από τους συμμαθητές, με τη δημιουργία ομαδικών αφηγηματικών κειμένων  που έχουν βασικό ήρωα  το συγκεκριμένο νήπιο. Η ισοτιμία στην αντιμετώπιση όλων, οδηγεί στην ανάδειξη της μοναδικότητας κάθε μέλους. Έτσι προκύπτει ο σεβασμός στις ιδιαιτερότητες του καθενός ενώ διαφαίνεται η πληρότητα,  η ισορροπία της ομάδας, ως αποτέλεσμα της ποικιλίας των χαρακτηριστικών των μελών της. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνεται και η συμμετοχή του εκπαιδευτικού με ίσους όρους.

 

Λέξεις κλειδιά: Εκπαιδευτικό πρόγραμμα, κοινωνικοποίηση, δημοκρατικά βιώματα.

  1. Εισαγωγή

Η εξασφάλιση της ισοτιμίας και της δημοκρατίας, που συνιστά το βασικό μέλημα κάθε σωστής κοινωνίας, επιτυγχάνεται κυρίως μέσα από τη δημοκρατική παιδεία. Ο ρόλος της παιδείας στην κοινωνικοποίηση και  ειδικότερα στην ανοχή προς την ιδιαιτερότητα του άλλου, στο σεβασμό και το ενδιαφέρον για τις εμπειρίες του, στην αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο, είναι πρωταρχικός (Γουγουλάκης, 2012). Μέσα από τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης, στην οποία αποσκοπεί το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που παρουσιάζουμε, το άτομο διαμορφώνει την προσωπικότητά του, αφομοιώνει πρότυπα συμπεριφοράς, κανόνες, αξίες και έθιμα της ομάδας που ανήκει. Αποκτά σταδιακά την ικανότητα να αλληλεπιδρά και να επικοινωνεί με τους άλλους, έστω και όταν εκείνοι προέρχονται από διαφορετικό περιβάλλον, επιδεικνύοντας διάθεση κατανόησης και αμοιβαίας εμπιστοσύνης (Γουγουλάκης).

Η συνηθέστερη πρακτική για την επικράτηση της δημοκρατίας και της ισοτιμίας στη σχολική τάξη συνίσταται στη θέσπιση κανόνων κατά την έναρξη του σχολικού έτους. Οι κανόνες συναποφασίζονται από εκπαιδευτικό και μαθητές, εφόσον όλοι οφείλουν να τους τηρούν και να τους εφαρμόζουν. Ενδεχομένως εμπλουτίζονται και τελειοποιούνται, επίσης μέσα από συλλογικές διαδικασίες, στη διάρκεια της διδακτικής χρονιάς, με βάση τα ερεθίσματα που προκαλούνται και τα προβλήματα που ανακύπτουν, πάντα με στόχο την εύρυθμη λειτουργία της σχολικής τάξης. Βρίσκονται αναρτημένοι σε εμφανές σημείο της αίθουσας διδασκαλίας, συχνά και στα ιστολόγια των σχολείων κ.ο.κ. Η δημοκρατία και ισοτιμία σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέονται με την ανάπτυξη πρακτικών και δράσεων με στόχο την εξάλειψη της ενδοσχολικής βίας ειδικότερα. Η μαθητική κοινότητα διατυπώνει με διάφορους τρόπους στο πλαίσιο των σχετικών δράσεων την απόφασή της να διαφυλαχθεί η ασφάλεια όλων στο σχολικό περιβάλλον, με την ευαισθητοποίηση κάθε μέλους της.

Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα κοινωνικοποίησης που παρουσιάζεται στην παρούσα εισήγηση, εστιάζεται στη δυνατότητα όλων των μαθητών να εμπνεύσουν τους συμμαθητές τους, να γίνουν το ερέθισμα, το επίκεντρο της δημιουργικής σκέψης και έκφρασης του συνόλου της σχολικής τάξης. Έτσι όχι μόνο θα αναδειχθούν τα προσωπικά στοιχεία του κάθε μαθητή αλλά και θα αποτελέσουν τα στοιχεία αυτά την αφορμή, για να αναδειχθούν παράλληλα οι δυνατότητες και τα πνευματικά επιτεύγματα του συνόλου των συμμαθητών. Το εν λόγω πρόγραμμα σχεδιάστηκε έως και την τελευταία λεπτομέρειά του με πρώτιστο μέλημα την πλήρη ισοτιμία μεταξύ όλων των μελών μιας σχολικής τάξης νηπίων, ώστε να εξασφαλίζονται τα ίδια ακριβώς δικαιώματα και να παρέχονται ίσες απολύτως ευκαιρίες προς όλους τους μαθητές να εμπνεύσουν και να εκφραστούν μέσα από τη συνεργασία τους. Οι μαθητές βιώνουν έτσι από την τόσο τρυφερή όσο και καθοριστική νηπιακή ηλικία τη δημοκρατία και την ισοτιμία ως τρόπο κοινωνικής συνύπαρξης και πλαίσιο εκδήλωσης της δημιουργικότητάς τους, ώστε να τις επιθυμούν, να τις επιλέγουν, να τις επιδιώκουν και να τις διασφαλίζουν σε κάθε φάση της κατοπινής ζωής τους. Αυτό που επιχειρείται, είναι η εξέλιξη των μαθητών με τα συγκεκριμένα εκπαιδευτικά βιώματα σε δημοκρατικούς και ευαισθητοποιημένους πολίτες.

Άλλωστε η ανάπτυξη φιλικών δεσμών και δυνατότητας για συνεργασία μεταξύ όλων των μελών της σχολικής τάξης, η κοινωνική αλληλεπίδραση και η προσαρμοστικότητα (Rose-Krasnor, 1997), διευκολύνουν και την επίτευξη των μαθησιακών στόχων (Andershed et al. 2007), κάτι που κάθε εκπαιδευτικός επιδιώκει. Είναι προφανές πως αν το παιδί αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα σε φιλικό, υποστηρικτικό περιβάλλον, δεν διστάζει να  συμμετέχει σε οποιαδήποτε δραστηριότητα, ώσπου οι προσπάθειές του τελικά δικαιώνονται.  Στο βαθμό που οι αναστολές των μαθητών περιορίζονται, τα αποτελέσματα της μαθησιακής διαδικασίας βελτιώνονται.

  1. Αρχές και πρακτικές του εκπαιδευτικού προγράμματος

2.1. Έκφραση των προσωπικών στοιχείων των μελών της σχολικής τάξης

Το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα επιδιώκει καταρχάς να γίνουν γνωστά στη σχολική τάξη χαρακτηριστικά, εμπειρίες, επιθυμίες και προτιμήσεις κάθε μέλους της, οπότε να καλλιεργηθούν μεταξύ των συμμαθητών ουσιαστικές σχέσεις συνεργασίας και επικοινωνίας.

Ειδικότερα, αναφορικά  με το πρόσωπο του δασκάλου, επιλέγεται να παρουσιάσει τα χαρακτηριστικά του κατά την εποχή που βρισκόταν στην ηλικία των μαθητών του. Για τη διαδικασία αυτή θα ήταν ενδεχομένως σκόπιμο να κυκλοφορήσει στην τάξη κάποιο αυθεντικό αντικείμενο που να παραπέμπει στην περίοδο εκείνη που ο εκπαιδευτικός ήταν συνομήλικος με τους σημερινούς μαθητές του, για παράδειγμα μια φωτογραφία από την παιδική του ηλικία, ένα παιδικό ρούχο, παιχνίδι, ζωγραφιά ή ένα βιβλίο των παιδικών του χρόνων (Ζερβού, 1997). Έτσι οι μαθητές διευκολύνονται να εστιάσουν στο παιδικό πρόσωπο που ο δάσκαλος υπήρξε κάποτε. Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο γεφυρώνεται η ηλικιακή διαφορά μαθητών και δασκάλου αλλά και αναδεικνύεται η σπουδαιότητα της παιδικής ηλικίας. Συγκεκριμένα, οι μαθητές αντιλαμβάνονται ότι το παιδικό πρόσωπο του δασκάλου και κατ’ επέκταση κάθε ενηλίκου, εξακολουθεί να υπάρχει, εφόσον τα βιώματα της παιδικής ηλικίας παραμένουν μέσα μας και συνιστούν αναπόσπαστο κομμάτι του ενήλικου εαυτού μας (Εξυπερύ, 1968. Ηλία, 2012).

 

2.2. Παραγωγή και αξιοποίηση ομαδικών αφηγηματικών κειμένων

Τα νήπια σύμφωνα με το εκπαιδευτικό πρόγραμμα, συμμετέχουν, συνεργάζονται, δημιουργούν, εμπνέονται από κάθε συμμαθητή τους, αναδεικνύουν και αξιοποιούν τα χαρακτηριστικά του,  παράγοντας ομαδικά αφηγηματικά κείμενα (Huck κ. ά., 1979), με βάση τη διδακτική αρχή της «φθίνουσας καθοδήγησης», των «κειμενοκεντρικών μοντέλων» διδασκαλίας (Ματσαγγούρας, 2001, 180-182, 199-203).  Αποκρίνονται σε ερωτήσεις του δασκάλου,  οι οποίες διαρκώς μειώνονται, στο βαθμό  που οι δικές τους απαντήσεις γίνονται πληρέστερες.

Οι αφηγήσεις των νηπίων καταγράφονται από τον εκπαιδευτικό (Pascucci και Rossi, 2002), με παραδοσιακούς ή σύγχρονους τρόπους, κυρίως γραφή σε χαρτί και  γραφή σε υπολογιστή, ως ενιαίο κείμενο σε κάθε περίπτωση. Κατά τον ίδιο τρόπο, με τη μορφή δηλαδή ενιαίου κειμένου,  διαβάζονται αμέσως μετά από τον εκπαιδευτικό, ώστε τα νήπια να έχουν τη δυνατότητα και την ευκαιρία να επαληθεύσουν την πιστότητα και την ακρίβεια των λεγομένων τους. Η καταγραφή των παιδικών κειμένων έχει ποικιλότροπη αξιοποίηση. Η αξιοποίηση αυτή παίρνει τη μορφή θεατρικής απόδοσης και έντυπης ή ηλεκτρονικής δημοσίευσης. Συνιστά έτσι μία ακόμη προϋπόθεση που θα προσφέρει στους μαθητές «επιπλέον κίνητρο», για να εκφράζουν ελεύθερα τις σκέψεις, τις επιθυμίες και τις εμπειρίες τους, κατά τη συμμετοχή τους στα σχετικά προγράμματα (Ηλία και Ματσαγγούρας, 2006, 312-313).

Καθώς το κυρίαρχο στοιχείο της παιδικής φύσης είναι η ανάγκη και η διάθεση για παιχνίδι (Χουιζίνγκα, 1989), επιδιώκεται στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα να επικρατεί παιγνιώδης ατμόσφαιρα, ώστε να εξασφαλίζεται η δημιουργική συμμετοχή σε αυτό του συνόλου των νηπίων της σχολικής τάξης. Όποτε μάλιστα ένα παιγνιώδες εκπαιδευτικό πρόγραμμα συνδέεται με  λογοτεχνικά έργα (Ποσλανιέκ, 1992), τα αποτελέσματά του μεγιστοποιούνται και βελτιστοποιούνται.

Προκειμένου να καταδειχθεί πόσο αποτελεσματικά μπορεί το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα να συνδυαστεί με πλήθος λογοτεχνικών έργων, ας αναλογιστούμε πόσο  η ίδια η λογοτεχνική ανάγνωση είναι «δημιουργι­κή διαδικασία» (Iser, 1990, 44-45) και πόσο η λογοτεχνία συνιστούσε πάντα τον προσφορότερο τρόπο αγωγής των πολιτών (Tompkins, 1988). Ειδικότερα ως προς τους ήρωες, ως αποτέλεσμα της αναγνωστικής διαδικασίας, αφομοιώνουμε τα χαρακτηριστικά τους, εμπλεκόμαστε στις εμπειρίες που βιώνουν και στις συναισθηματικές καταστάσεις τους, με άλλα λόγια, «ταυτιζόμαστε» μαζί τους  (Booth, 1987, 278-281, 378).

 

  1. Στόχοι του εκπαιδευτικού προγράμματος
  • Δημιουργία στο σύνολο των μαθητών βιωμάτων δημοκρατίας και ισοτιμίας.
  • Αποδοχή όλων των μαθητών και σεβασμός στις ιδιαιτερότητές τους, με τη δημιουργική ανάδειξη και αξιοποίηση των πληροφοριών που αφορούν στα χαρακτηριστικά και τις προτιμήσεις των συμμαθητών.
  • Ουσιαστική επικοινωνία και δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ των μελών της σχολικής τάξης, καθώς οι μαθητές έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν τις προτιμήσεις και τα χαρακτηριστικά των συμμαθητών τους.
  • Καλλιέργεια της δημιουργικής σκέψης των μαθητών, καθώς οι πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά του συμμαθητή αξιοποιούνται δημιουργικά από τα ίδια τα παιδιά κατά την εικαστική και λεκτική έκφρασή τους.
  • Γλωσσική ανάπτυξη των μαθητών, κατά τη συμμετοχή τους στην ομαδική αφήγηση με βάση τις ζωγραφιές των συμμαθητών που στηρίζονται στις πληροφορίες που ο μαθητής-ήρωας της ιστορίας, δίνει για τον εαυτό του.
  • Καλλιέργεια της δημιουργικής εικαστικής έκφρασης των μαθητών, με τις ζωγραφιές που πραγματοποιούνται ως αξιοποίηση των πληροφοριών για το πρόσωπο του κάθε μαθητή.
  • Κατανόηση της σύνδεσης ανάμεσα στον προφορικό και το γραπτό λόγο, της ιδιότητας του γραπτού λόγου να αναπαριστά τον προφορικό, με την καταγραφή των ομαδικών αφηγήσεων καθώς και των πληροφοριών για το συμμαθητή σε κάθε πεδίο.
  • Άνοιγμα του σχολείου στην κοινωνία, με την ανάδειξη και αξιοποίηση των ομαδικών ιστοριών των παιδιών μέσα από τις διάφορες δημοσιεύσεις τους στην ιστοσελίδα του σχολείου και αλλού, όπου έχουν πρόσβαση οι ίδιοι οι μαθητές.
  • Ανάπτυξη της ικανότητας της ακρόασης και της επικοινωνίας μέσα από την παραγωγή της ατομικής ζωγραφιάς και του ομαδικού κειμένου αναφορικά με το συμμαθητή.
  • Με τον εμπλουτισμό του προγράμματος με τους λογοτεχνικούς ήρωες, διευρύνεται το πεδίο των κοινωνικών εμπειριών των παιδιών. Ξεπερνούν τα στενά όρια της σχολικής τάξης και έρχονται σε επαφή με αφηγηματικά πρόσωπα και κατ’ επέκταση με διαφορετικά κοινωνικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα.
  • Καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας, με τη διαμεσολάβηση του συμμαθητή, που αναφέρεται στον αγαπημένο του λογοτεχνικό ήρωα.

 

  1. 4Χρονοδιάγραμμα

Ο αριθμός των μελών της σχολικής τάξης και των λογοτεχνικών προσώπων για τα οποία δημιουργούνται ατομικές ζωγραφιές και ομαδικά κείμενα, καθορίζει τη διάρκεια της δραστηριότητας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση που η διαδικασία επαναλήφθηκε είκοσι πέντε φορές για ισάριθμα φυσικά πρόσωπα και άλλες τόσες για τους αγαπημένους τους λογοτεχνικούς ήρωες, απαιτήθηκαν συνολικά πέντε μήνες πλήρεις  (Ιανουάριος-Μάιος).

 

 

  1. Μεθόδευση
    • Επικεντρώνοντας στα μέλη της σχολικής τάξης

Για το σχηματισμό των πορτρέτων μαθητών και δασκάλου χρησιμοποιούνται συγκεκριμένα πεδία, αναφορικά με τα οποία κάθε μέλος της τάξης θα δώσει απαντήσεις, ώστε όλοι οι υπόλοιποι να το γνωρίσουν καλύτερα. Τα πεδία προτείνονται και τελικά καθορίζονται από τους ίδιους τους μαθητές, οι οποίοι καλούνται να κάνουν σχετικές προτάσεις και να αποφασίσουν συλλογικά. Κατά την εφαρμογή του προγράμματος σε συγκεκριμένη τάξη νηπιαγωγείου, τα πεδία αναφορικά με τα οποία έδιναν πληροφορίες οι μαθητές, περιλάμβαναν το αγαπημένο τους χρώμα,  ζώο, βιβλίο, ήρωα, μέρος, παιχνίδι, τραγούδι, εποχή/καιρό, ώρα, φαγητό. Τις διάφορες πληροφορίες για κάθε μαθητή,  καλούνται να αξιοποιήσουν όλοι οι συμμαθητές του, δημιουργώντας από μία σχετική ζωγραφιά. Μέσα από την παρουσίαση των ζωγραφιών από τους δημιουργούς τους, προκύπτει η αφήγηση μιας ομαδικής ιστορίας με ήρωα τον μαθητή στον οποίο οι ζωγραφιές αναφέρονται. Έτσι κάθε μαθητής έχει την ευκαιρία να γίνει το επίκεντρο του ενδιαφέροντος των συμμαθητών του, να γίνει πρωταγωνιστής της τάξης, να εμπνεύσει τους γύρω του για να εκφραστούν δημιουργικά (Κωτόπουλος, 2012), αναφορικά με το πρόσωπό του.

Τα νήπια έχουν κατανοήσει πως θα βρεθούν όλα στο επίκεντρο της τάξης, δηλαδή στη θέση να απαντούν για τις προτιμήσεις τους αναφορικά με τα διάφορα πεδία, ώστε να δώσουν στους συμμαθητές τους ερεθίσματα για δημιουργική έκφραση. Η σειρά με την οποία τα παιδιά μπαίνουν στη συγκεκριμένη θέση, καθορίζεται τυχαία. Στην περίπτωσή μας επιλέξαμε να μοιράζονται στους μαθητές κλήροι, στους οποίους είναι γραμμένη η λέξη «Σύντομα» εκτός από έναν, στον οποίο είναι γραμμένη η λέξη «Σήμερα». Το παιδί που θα τραβήξει αυτόν τον  κλήρο, θα είναι τη συγκεκριμένη μέρα το σημείο αναφοράς των δραστηριοτήτων. Μάλιστα οι μαθητές ενθαρρύνονται να φτιάχνουν διάφορα σχετικά συνθήματα, που φωνάζουν ομαδικά και ρυθμικά για το συμμαθητή που του έτυχε ο κλήρος, όπως: «Σήμερα είναι η μέρα σου».

Στη συνέχεια ο δάσκαλος απλώνει τις καρτέλες πάνω στις οποίες είναι γραμμένα τα διάφορα πεδία, τοποθετημένες ανάποδα. Οι καρτέλες έχουν το σχήμα κάποιου αντικειμένου, με την προϋπόθεση ότι όλες είναι όμοιες μεταξύ τους κι εκείνο που τις διαφοροποιεί είναι μόνο οι λέξεις που έχουν αναγραφεί σε αυτές. Για το σχήμα των καρτελών τα παιδιά παρουσιάζουν τις προτάσεις τους (π.χ. καρδιά, φύλλο, σύννεφο κ.ο.κ.) και έπειτα  αποφασίζουν ψηφίζοντας. Έτσι, συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων με βάση την πλειοψηφία, που συνιστά βασικό στοιχείο της δημοκρατίας. Ο μαθητής που καλείται κάθε φορά να αναφερθεί στις προτιμήσεις του αναφορικά με τα συγκεκριμένα πεδία, επιλέγει όποιο συμμαθητή του επιθυμεί, ώστε ο τελευταίος να γυρίσει μία από τις καρτέλες, για να δοθεί η σχετική απάντηση στο πεδίο που αναγράφεται σε αυτήν. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται ώσπου να ανοίξουν όλα τα πεδία, που για πρακτικούς λόγους δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τα δεκαπέντε, και να εκφραστεί για το καθένα η προτίμηση του ερωτώμενου.

Οι απαντήσεις καταγράφονται σε πίνακα, η πρώτη στήλη του οποίου ξεκινά με τη λέξη « Όνομα» και όπως είναι προφανές περιλαμβάνει τα ονόματα των μελών της σχολικής τάξης. Όλες οι υπόλοιπες στήλες ξεκινούν με τα πεδία που είναι γραμμένα στις καρτέλες και περιλαμβάνουν τις προτιμήσεις κάθε μέλους ανά πεδίο. Ο πίνακας είναι αναρτημένος στη σχολική αίθουσα, ώστε τα παιδιά να έχουν τη δυνατότητα να ανατρέχουν σε αυτόν, για να θυμηθούν τις προτιμήσεις των συμμαθητών τους.

Εναλλακτικά, αν δεν υπάρχει κατάλληλη επιφάνεια για την ανάρτηση ενιαίου πίνακα, επιλέγουμε την εξής τακτική. Σε χαρτόνι μεγέθους Α4 αναγράφουμε το σύνολο των πεδίων αριθμημένα. Σε ξεχωριστά όμοιου μεγέθους χαρτόνια, ισάριθμα με τους μαθητές, γράφουμε τα ονόματά τους, και από κάτω τους αριθμούς από το ένα έως το δέκα, ώστε δίπλα σε κάθε αριθμό να γράψουμε την απάντηση στο αντίστοιχο πεδίο. Αν για παράδειγμα στον αριθμό  ένα έχουμε τη λέξη χρώμα, στην καρτέλα του μαθητή δίπλα στο ένα θα αναγραφεί το χρώμα της δικής του προτίμησης, π.χ. «κόκκινο». Στο παιχνίδι τηρούμε ημερολόγιο με τίτλο: «Σήμερα είναι η μέρα σου!», όπου στην κάθε μέρα αναγράφεται το όνομα του παιδιού το οποίο έχει κληρωθεί τη συγκεκριμένη μέρα.

Με βάση τις πληροφορίες που έχουν συλλέξει οι μαθητές, ζωγραφίζουν κάτι αντιπροσωπευτικό για το συμμαθητή τους ή τον εκπαιδευτικό. Οι ζωγραφιές όλων για το ίδιο πρόσωπο παρουσιάζονται διαδοχικά στο σύνολο της σχολικής τάξης από τους δημιουργούς τους και καταγράφονται με τη μορφή ενιαίας αφήγησης.

 

  • Επικεντρώνοντας στα λογοτεχνικά πρόσωπα

Στη συνέχεια του προγράμματος, αφού έχει ολοκληρωθεί η δημιουργία των ομαδικών ιστοριών για κάθε μέλος της σχολικής τάξης, ο πίνακας με τα ονόματα των μαθητών αντικαθίσταται από τον πίνακα με τα ονόματα των αγαπημένων τους λογοτεχνικών ηρώων. Τα αντίστοιχα πεδία συμπληρώνονται πλέον από τους μαθητές με τα στοιχεία των ηρώων που έχουν επιλέξει ως τους πλέον αγαπημένους τους. Ο κάθε μαθητής συμβάλλει έτσι σε αυτή τη δεύτερη φάση του προγράμματος, στην εξοικείωση των συμμαθητών του με το δικό του αγαπημένο λογοτεχνικό πρόσωπο. Εκφράζει και πάλι τον εαυτό του, αλλά αυτή τη φορά μέσα από τις αναγνωστικές ερμηνείες του, προτιμήσεις, εντυπώσεις και εμπειρίες (Alter, 1985. Τζιόβας, 1987). Η διαδικασία εξέλιξης του προγράμματος επαναλαμβάνεται κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Περιλαμβάνει τη συμπλήρωση των πεδίων από τους μαθητές με πληροφορίες για τους αγαπημένους τους ήρωες, ακολουθούν οι ζωγραφιές όλων των συμμαθητών για τους ήρωες αυτούς, και καταλήγει με τις ομαδικές αφηγήσεις με πρωταγωνιστές τους λογοτεχνικούς ήρωες.

 

 

  1. Αποτελέσματα
    • Ομαδικές ιστορίες για τους συμμαθητές και τον εκπαιδευτικό

 

  • Ο Αντώνης με την οικογένειά του πηγαίνουν να κολυμπήσουν μια νύχτα με πανσέληνο. Εκεί έρχονται κάποιοι με βάρκα να ψαρέψουν. Τότε η θάλασσα κάνει παλίρροια κι ένα σπίτι που είναι στην παραλία πλημμυρίζει. Μέσα στο σπίτι υπάρχουν φαντάσματα που προσπαθούν να σωθούν αλλά τα παίρνει το ρεύμα και πνίγονται. Από τους καθρέφτες του σπιτιού βγαίνουν συνέχεια κι άλλα φαντάσματα, μαύρα και χρυσά. Η μαμά τους παίρνει να φύγουν από εκεί, γιατί κινδυνεύουν. Πηγαίνουν στο λούνα παρκ. Στο δρόμο τους αγοράζουν ένα σκυλάκι για κείνον κι ένα για την αδερφή του. Όταν φτάνουν στο λούνα-παρκ, ο Αντώνης δοκιμάζει να κερδίσει κι άλλο ένα σκυλάκι, γιατί του αρέσουν πολύ.
  • Ο φίλος μας ο Τάσος έχει πράσινο σπίτι, πράσινο γραφείο και πράσινα ρούχα, αφού το πράσινο είναι το αγαπημένο του χρώμα. Μια φίλη του  πηγαίνει ένα βράδυ να τον ξυπνήσει, για να δουν μαζί τα αστέρια. Ο Τάσος της χαρίζει ένα μπουκέτο λουλούδια. Από τότε περνάει πολλές νύχτες, κοιτάζοντας τα αστέρια. Από όλες τις νύχτες του άρεσε καλύτερα η χριστουγεννιάτικη, επειδή από τον ουρανό έπεφταν χιονονιφάδες και κόκκινα μπαλόνια και πετούσαν άγγελοι.
  • Όλοι οι φίλοι πηγαίνουμε στην εξοχή, για να κάνουμε αγώνες με τα πατίνια μας. Ο φίλος μας ο Πάνος βάζει όλη του την ταχύτητα κι έρχεται πρώτος. Κάποιος από εμάς όμως τον περνάει με ζαβολιά. Έτσι ζητάμε από έναν κύριο που βρίσκουμε εκεί, να παρακολουθήσει τον αγώνα μας και να πει ποιος βγαίνει πρώτος. Το βράδυ μετά τον αγώνα πέφτει στη γη ένας κομήτης κι όλα τα άλογα μετατρέπονται σε πόνι. Ο Πάνος αφήνει πια το πατίνι και κάθε πρωί έρχεται στο σχολείο καβάλα σ’ ένα πόνι.
  • Το κοριτσάκι όταν βγαίνει στον κήπο για να παίξει το αγαπημένο του παιχνίδι με τα μοσχομπίζελα, βλέπει το ουράνιο τόξο. Εύχεται κάθε μέρα ο ουρανός να είναι γεμάτος χρώματα, να έχει πολλά-πολλά ουράνια τόξα. Το κοριτσάκι πηγαίνει στο σχολείο κι όταν γυρίζει στον κήπο του, έχει έρθει ξαφνικά η Άνοιξη κι έχουν φυτρώσει λουλούδια. Ανεβαίνει στην κούνια και με τα πόδια του κόβει τα λουλούδια και κάνει βροχή λουλουδιών. Ένα λουλουδάκι πέφτει πάνω του και τρομάζει. (Η ιστορία αναφέρεται στη δασκάλα της τάξης)

 

 

  • Ομαδικές ιστορίες για τους αγαπημένους λογοτεχνικούς ήρωες

 

  • Κάποτε που ο Ηρακλής ήταν μωρό, δύο φίδια βρέθηκαν στο δωμάτιό του. Τότε σκέφτηκε: «Ας τα πνίξω». Μπήκε μέσα η μαμά του, είδε τα πνιγμένα φίδια στην κούνια και ένιωσε πάρα πολλή χαρά, που ο γιος της ήταν τόσο δυνατός. Όταν ο Ηρακλής μεγάλωσε κι έγινε άντρας, φόρεσε μια στολή λιονταριού που είχε αγοράσει στα Jumbo, έβαλε φωτιά στο τόξο του, μπήκε στο δάσος και σκότωσε όλα τα φίδια. Όποτε έβγαινε από το σπίτι του, φορούσε τη στολή του λιονταριού, γιατί πάντα κάτι σκότωνε. Σκότωσε ένα αγριογούρουνο, σκότωσε ακόμα και το λιοντάρι της Νεμέας. Οι άνθρωποι τον αγαπούσαν πολύ και τον αγκάλιαζαν, αφού σκότωνε τα κακά ζώα της ζούγκλας κι έτσι αυτά δεν τους έκαναν κακό.
  • Ο Αλαντίν ένα βράδυ, το έσκασε από το σπίτι του και έφτασε στην Αμερική, γιατί είχε ακούσει ότι υπάρχουν σοκολατένιοι άνθρωποι και ήθελε να τους γνωρίσει. Είδε ένα μικρό παιδί σοκολατένιο και πήγε κοντά του. Τότε ένας σοκολατένιος άνθρωπος τον σημάδεψε με το πιστόλι του και του είπε: «Ακίνητος». Ήταν αστυνομικός και ο Αλαντίν του ζήτησε να τον γυρίσει στο σπίτι του. Η μαμά του τον πήρε αγκαλιά και του είπε να μην το ξανασκάσει ποτέ.
  • Όταν η μαμά της Σταχτοπούτας αρρώστησε με την καρδιά της και πέθανε, ο μπαμπάς της παντρεύτηκε μια άλλη γυναίκα, που ήταν κακιά και την έλεγαν Βίβιαν. Είχε από τον προηγούμενο γάμο της δίδυμες κόρες. Αυτές έβαζαν τη Σταχτοπούτα να πουλάει κολοκύθες, να καθαρίζει το σπίτι ενώ οι ίδιες δοκίμαζαν στολές και νυφικά, επειδή ήθελαν να παντρευτούν τον πρίγκιπα. Κι η Σταχτοπούτα όμως ήθελε να τον παντρευτεί, όπως κι όλες οι κοπέλες. Έτσι φόρεσε το ροζ φόρεμα και τα γυάλινα γοβάκια της μαμάς της, για να πάει στο χορό του κάστρου. Η μητριά της και οι δίδυμες έσκισαν το φόρεμα κι ο μπαμπάς της δεν ήταν κοντά της για να την βοηθήσει. Είχε πάει στην Αφρική, για να μοιράσει φαγητό στα φτωχά παιδάκια. Έτσι την βοήθησε η μαμά της, που είχε γίνει άγγελος. Της είπε όμως να προσέχει, γιατί τα ρούχα που της έβαλε όταν την ακούμπησε με το ραβδί που της είχε δώσει ο Θεός, θα άντεχαν μόνο μέχρι τα μεσάνυχτα. Πήγε λοιπόν η Σταχτοπούτα στο χορό αλλά έφυγε τα μεσάνυχτα. Ο πρίγκιπας την άλλη μέρα έψαχνε σ’ όλα τα διαμερίσματα, για να την βρει. Είχε μαζί του το γοβάκι, που όταν το βρήκε στο τελευταίο σκαλοπάτι του κάστρου, είπε «μωρέ αυτό πρέπει να είναι της κοπέλας!» Την βρήκε στον τελευταίο όροφο. Όμως αρρώστησε η Σταχτοπούτα και πήγε στον ουρανό μαζί με τη μαμά της. Ο πρίγκιπας φώναξε τότε στο Θεό: «Θεέ μου φέρε μου πίσω την κοπέλα μου!» Ο Θεός, για να μην λυπάται ο πρίγκιπας και φωνάζει όλη τη νύχτα, έστειλε τη Σταχτοπούτα κοντά του. Τότε αυτή παρακάλεσε το Θεό, να στείλει πίσω και τη μαμά της, γιατί της άρεσε πάρα πολύ η φωνή της και ήθελε να την ακούει. Η μαμά της όταν ξαναγύρισε στη ζωή, είπε: «Σταχτοπούτα μου είσαι ένας άγγελος!»  Μετά η μαμά ζήτησε απ’ το Θεό να ξαναφέρει στη ζωή και τον άντρα της, που είχε πνιγεί όταν γύριζε από την Αφρική. Όταν ξαναγύρισε κι εκείνος στη ζωή, γέννησαν άλλο ένα κοριτσάκι. Η Σταχτοπούτα παντρεύτηκε τον πρίγκιπα και η Βίβιαν έκανε τότε όλες τις δουλειές. Απόκτησαν ένα κατοικίδιο, ένα σκυλάκι που βρήκε η Σταχτοπούτα στο δρόμο και πήραν και μια οικογένεια παπάκια, για τη λιμνούλα του κάστρου. Γέννησαν ένα κοριτσάκι κι ένα αγοράκι. Το αγοράκι το έβαζαν τιμωρία και η μαμά του η Σταχτοπούτα και η δασκάλα του, γιατί ήταν τεμπέλης και δεν έγραφε ούτε το όνομά του.

 

  1. Συμπεράσματα

Το πρόγραμμα επιχειρεί να συμβάλλει στην κοινωνικοποίηση των νηπίων και  περιλαμβάνει δημιουργικές δραστηριότητες με κυρίαρχο το στοιχείο της αλληλεπίδρασης μεταξύ των συμμετεχόντων. Επιδιώκοντας τη δημιουργία βιωμάτων ισοτιμίας και δημοκρατίας στο σύνολο των μαθητών, διασφαλίζει ίσους όρους στη συμμετοχή όλων και ισάριθμες ευκαιρίες δημιουργικής αξιοποίησης από το σύνολο των μελών της σχολικής τάξης, των πληροφοριών και των στοιχείων αναφορικά με τις προτιμήσεις, τις εμπειρίες και τις επιθυμίες κάθε ξεχωριστού μέλους της.

Οι στόχοι που τέθηκαν τόσο σε σχέση με τη διάθεση συμμετοχής των νηπίων στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού προγράμματος όσο και σε σχέση με την ποιότητά της, επιτυγχάνονται στο σύνολό τους. Αναλυτικότερα, η συμμετοχή των νηπίων στο πρόγραμμα είναι καθολική και ενθουσιώδης. Η δημιουργικότητα και η πρωτοτυπία  χαρακτηρίζουν την παιδική σκέψη, η φαντασία των νηπίων είναι ανεξάντλητη. Κάθε αφήγηση αναφορικά με τους συμμαθητές ή τους αγαπημένους τους ήρωες, είναι διαφορετική, πρωτότυπη, ανεπανάληπτη. Όποτε γίνεται αναφορά από κάποιο νήπιο-αφηγητή σε στοιχεία προηγούμενης αφήγησης συμμαθητή του, γίνεται ταυτόχρονα θαυμάσια αξιοποίηση αυτών των στοιχείων.

Η ικανότητα της ακρόασης και της επικοινωνίας αναπτύχθηκε για το σύνολο των νηπίων στο έπακρο, όπως αποδεικνύεται από τη σχέση των αφηγήσεων με τις παρεχόμενες πληροφορίες, από την ποικιλία των αφηγηματικών εκδοχών των νηπίων και από τη δημιουργική αξιοποίηση της συμμετοχής των συμμαθητών στην αφηγηματική διαδικασία.

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα μπορεί να πραγματοποιηθεί όχι μόνο με μαθητές νηπιαγωγείου, αλλά και με μαθητές όλων των τάξεων του Δημοτικού και του Γυμνασίου. Στην περίπτωση των μεγαλύτερων παιδιών ωστόσο, τα κείμενα γράφονται πρώτα από τα ίδια τα παιδιά και στη συνέχεια παρουσιάζονται μέσα από την ανάγνωσή τους, που μπορεί να γίνει από τα ίδια,  από τους συμμαθητές τους ή από τον εκπαιδευτικό/εμψυχωτή του εκπαιδευτικού προγράμματος.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

Ελληνόγλωσσες

Alter, J. (1985). Προς τι η διδασκαλία της λογοτεχνίας; Η Διδασκαλία της Λογοτεχνίας  (Ι.Ν. Βασιλαράκης,  μτφρ.)  Αθήνα: Επικαιρότητα, 63-74.

Γουγουλάκης, Π. (2012). Κοινωνικές ικανότητες, κοινωνικό κεφάλαιο και εκπαίδευση, Επιστήμη και Κοινωνία,  τχ. 29, 37-53.

Εξυπερύ, Α. (1968). Ο Μικρός Πρίγκιπας (Στρ. Τσίρκας, μτφρ.). Αθήνα: Ηριδανός.

Ζερβού, Α. (1997). Στη χώρα των θαυμάτων. Το παιδικό βιβλίο ως σημείο συνάντησης παιδιών-ενηλίκων, Αθήνα: Πατάκης.

Ηλία, Ε.Α. (2012).  Μετά τον Μικρό Πρίγκιπα. Αθήνα: Ηριδανός

Ηλία, Ε.Α.  και Ματσαγγούρας Η. Γ. (2006). Από το παιχνίδι στο λόγο: Παραγωγή παιδικών κειμένων μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες. Στο Π. Παπούλια-Τζελέπη, Α. Φτερνιάτη, Κ. Θηβαίος (Επιμ), Έρευνα και Πρακτική του Γραμματισμού στην Ελληνική Κοινωνία (σσ. 307-317). Πρακτικά Συνεδρίου: Ελληνικά Γράμματα.

Κωτόπουλος, Τ. (2012, Ιούλιος). Η «νομιμοποίηση» της δημιουργικής γραφής, ΚΕΙΜΕΝΑ 15, http://keimena.ece.uth.gr

Ματσαγγούρας, Η. Γ. (2001). Η Σχολική Τάξη, τ. Β΄ : Κειμενοκεντρική Προσέγγιση του γραπτού λόγου. Αθήνα.

Pascucci, M. και Rossi, F. (2002).΄Oχι μόνο γραφέας, Γέφυρες, τ. 6.

Ποσλανιέκ, Κ. (1992). Να δώσουμε στα παιδιά την όρεξη για διάβασμα, μτφρ. Στ. Αθήνη. Αθήνα: Καστανιώτης.

Τζιόβας, Δ. (1987). Μετά την αισθητική. Θεωρητικές δοκιμές κι ερμηνευτικές αναγνώσεις της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Γνώση

Χουιζίνγκα, Γ. (1989). Ο άνθρωπος και το παιχνίδι, μτφρ. Σ. Ροζάκης – Γ. Λυκιαρδόπουλος. Αθήνα: Γνώση

Ξενόγλωσσες

Andershed, Η., Μ. Ljungzell, Κ. Sjöberg & L. Svensson (2007). Vnd kan man lära av arbetsplatslärande? Utveckling av yrkesutbildningar inom industri, aldreomsorg och kriminalvärd. Lindesberg: APeLAB/ÄFFLAEqual.

Booth, W.C. (1987). The Rhetoric of Fiction. Middlesex: Penguin Books.

Huck, C., Hepler, S. και Hickman, J.  (1979). Children’s Literature in the Elementary School: Holt Rinehart And Winston.

Iser, W. (1990). The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fiction from Bunyan to Beckett. Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press.

Rose-Krasnor, L. (1997). The nature of social competence: A theoretical review’, Social Development 6,1:111-135.

Tompkins, J. P. (1988). The reader in history: The changing shape of literary-response στο J. P. Tompkins ( Επιμ.), Reader-response criticism. From Formalism to Post-Structuralism, Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press, 201-232.

Διάλογοι νηπίων του 21ου αιώνα με παραδοσιακά παιχνιδοτράγουδα.

Διάλογοι νηπίων του 21ου αιώνα με παραδοσιακά παιχνιδοτράγουδα (Εισήγηση Ελένης Ηλία),
6ο Συνέδριο Νέου Παιδαγωγού, Αθήνα, 11 & 12 Μαΐου 2019
(εφαρμογή με link) http://users.sch.gr/…/Praktika_Synedriou_06_Synedrio_Neos_P…
Επιμέλεια τόμου: Φ. Γούσιας
ISBN: 978-618-82301-5-6
(Σελ. 93-100).

Περίληψη

Τα παιχνιδοτράγουδα ακολουθούν συγκεκριμένα ρυθμικά μοτίβα και προϋποθέτουν κίνηση, ομαδικότητα και συνεργασία. Η ένταξή τους στην εκπαιδευτική διαδικασία
συμβάλλει σημαντικά στην ισόρροπη ανάπτυξη των νηπίων. Στην πρότασή μας τα παιχνιδοτράγουδα αξιοποιούνται περαιτέρω, προκειμένου στο παιγνιώδες, διασκεδαστικό
πλαίσιο που συνιστούν, να ενθαρρύνονται οι συμμετέχοντες μαθητές να παράγουν πρωτότυπα αφηγηματικά κείμενα. Τα κείμενα δημιουργούνται με αφετηρία τον τίτλο ή κάποιο στίχο των παιχνιδοτράγουδων, με βάση τη διδακτική αρχή της φθίνουσας καθοδήγησης. Εξελίσσονται σαν μίμηση ή σαν τροποποίηση ή σαν ανατροπή του εναρκτήριου ερεθίσματος, εκφράζοντας τα χαρακτηριστικά, τις εμπειρίες και τις επιθυμίες των μικρών δημιουργών τους. Η δυνατότητα τα παιχνιδοτράγουδα όχι απλώς να ψυχαγωγούν αλλά και να εμπνέουν τα σημερινά νήπια, αποδεικνύει τη διαχρονικότητά
τους. Οι αφηγήσεις των νηπίων καταγράφονται σε υπολογιστή και είναι διαθέσιμες ως έντυπο και ως ανάρτηση στο σχολικό ιστολόγιο, τόσο στους δημιουργούς τους όσο και σε ολόκληρη τη διαδικτυακή κοινότητα, ώστε να ενισχύεται η διάθεση για συμμετοχή σε παρόμοιες δράσεις.

Λέξεις-Κλειδιά: δημιουργική αφήγηση, ομαδικά παιχνίδια, κείμενα.

Εισαγωγή

Η ανάγκη και η διάθεση για παιχνίδι (Χουιζίνγκα, 1989) συνιστά διαχρονικά το κυρίαρχο στοιχείο της παιδικής φύσης. Στις μέρες μας ειδικότερα, κάποτε η διάθεση αυτή εκδηλώνεται ή και εξαντλείται, από τη νηπιακή ακόμη ηλικία, με τη συνεχή ενασχόληση με ηλεκτρονικά παιχνίδια. Νήπια περνούν μεγάλο μέρος του χρόνου τους απορροφημένα μπροστά σε υπολογιστές, διαδικασία που είναι από τη φύση της στατική και μοναχική. Επιπλέον, η εικόνα, γενικότερα, στην εποχή μας έχει κυριαρχήσει με άπειρους τρόπους έναντι του λόγου, του κειμένου, αν και το δεύτερο προσφέρει πολύ περισσότερα στη δραστηριοποίηση της αναγνωστικής φαντασίας (Αναγνωστόπουλος, 2007).
Σε αυτές τις συνθήκες, η συμμετοχή των νηπίων σε γνωστά παραδοσιακά παιχνιδοτράγουδα (Μπάδα, 1993), που χαρακτηρίζονται από κινητικότητα, ομαδικότητα (Διαμαντόπουλος, 2009) και λεκτική επικοινωνία, θα συμβάλει σημαντικά στη σωματική, γλωσσική, συναισθηματική, νοητική και κοινωνική ανάπτυξή τους. Η αλληλεπίδραση μεταξύ των παιδιών της σχολικής τάξης, που τα συγκεκριμένα παιχνιδοτράγουδα προϋποθέτουν, και η απόλαυση, η ικανοποίηση που προσφέρουν στους συμμετέχοντες, τα
αναδεικνύει σε αποτελεσματικότατο μέσο μάθησης και ειδικότερα αυτογνωσίας, βελτίωσης και ανάπτυξης ποικίλων δεξιοτήτων (Όξλυ, 2005). Αναλυτικότερα, η επαφή των νηπίων με τα παιχνιδοτράγουδα θα συμβάλει στη μύησή τους στη λαογραφική παράδοση και στην προσέγγισή τους με τις γενιές των προγόνων τους. Επίσης, θα βοηθήσει τα νήπια να αποκτήσουν κουλτούρα συνεργασίας και θα προάγει τη συντροφικότητα (Χατζημανώλη, 2001) .

Παρουσίαση του διδακτικού αντικειμένου

Θα επικεντρωθούμε στη συμμετοχή των νηπίων σε δύο από τα ευρύτερα διαδεδομένα παραδοσιακά παιχνιδοτράγουδα, το «Γύρω-γύρω όλοι» και το «Δεν περνάς κυρά-Μαρία». Και στα δύο παιχνίδια, τα παιδιά σχηματίζουν κλειστό κύκλο με μέτωπο προς το κέντρο του και βηματίζουν στη δεξιά φορά του ενώ την κίνησή τους συνοδεύουν με το ρυθμικό τραγούδι τους.
Σύμφωνα με το παιχνιδοτράγουδο «Γύρω-γύρω όλοι», κάποιο από τα παιδιά παραμένει στο κέντρο του κύκλου και μαζί με τα υπόλοιπα που περπατούν γύρω του, προσαρμόζουν τις κινήσεις τους στο περιεχόμενο των στίχων. Στο παιχνιδοτράγουδο «Δεν περνάς κυρά Μαρία», αναπτύσσεται διάλογος του παιδιού που υποδύεται την κυρά Μαρία, με τα υπόλοιπα που βρίσκονται στον κύκλο, ώστε να πειστούν να της επιτρέψουν να περάσει στους υποτιθέμενους κήπους, στο εσωτερικό του κύκλου. Στη διάρκεια του διαλόγου, ο κύκλος αποδομείται σταδιακά, καθώς ένα-ένα τα παιδιά φεύγουν από αυτόν, ακολουθώντας σε ζευγάρια την «κυρά Μαρία».

Βασική αρχή της προτεινόμενης διδακτικής προσέγγισης

Θεωρώντας ότι η εκπαιδευτική διαδικασία στο σχολικό πλαίσιο θα όφειλε να εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία και αφορμή ώστε οι μαθητές να ανακαλύπτουν και να εκδηλώνουν τη δημιουργικότητά τους (Κωτόπουλος, 2012), προτείνεται εδώ για την εξυπηρέτηση αυτής ακριβώς της θέσης, μια διαφορετική διαχείριση και αξιοποίηση των παιχνιδοτράγουδων. Τα νήπια προκαλούνται να αναπτύσσουν με αυτά προσωπικό διάλογο, να εκφράζονται με πρωτοτυπία μέσα από τη συμμετοχή τους, να τα οικειοποιούνται και να τα εμπλουτίζουν με τα προσωπικά χαρακτηριστικά τους, να τα συνδέουν με τις εμπειρίες και τις επιθυμίες τους.
Με την παραπάνω διδακτική προσέγγιση αναφορικά με τα παραδοσιακά παιχνιδοτράγουδα, επιδιώκεται η καλλιέργεια της δημιουργικής σκέψης και έκφρασης των νηπίων,
η γλωσσική και αισθητική ανάπτυξή τους και η ικανότητα της ακρόασης και της επικοινωνίας. Επίσης, στο παραπάνω διδακτικό πλαίσιο τα νήπια αντιλαμβάνονται τη δυνατότητα του γραπτού λόγου να αναπαριστά τον προφορικό και εξοικειώνονται με τη διαδικασία της γραφής σε ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Μεθόδευση: Τα διδακτικά βήματα

Αφού το κάθε παιχνίδι επαναληφθεί για αρκετές φορές, σύμφωνα πάντα με τη διάθεση των παιδιών, στη συνέχεια προτείνουμε μια διαφορετική, εναλλακτική δραστηριότητα.
Στην περίπτωση του παιχνιδοτράγουδου «Γύρω-γύρω όλοι», απομονώνουμε τον τίτλο του και παροτρύνουμε τα νήπια να δημιουργήσουν μια ιστορία, που να ξεκινά με τις
συγκεκριμένες λέξεις. Μοναδική προϋπόθεση που θέτουμε, είναι η κάθε ατομική ιστορία να είναι διαφορετική, μοναδική, πρωτότυπη, ώστε να περιληφθεί στο σχετικό «βιβλίο» της τάξης. Ως προς το παιχνιδοτράγουδο «Δεν περνάς κυρά-Μαρία», το απαγγέλουμε ομαδικά κι όταν φτάνουμε στο στίχο «Τι θα κάνεις εις τους κήπους;», ζητάμε από κάθε νήπιο να δώσει μια διαφορετική απάντηση, δημιουργώντας μια αφηγηματική ιστορία.
Προκειμένου δε να ενθαρρυνθούν τα νήπια στη διαδικασία της αφήγησης, ο εκπαιδευτικός θέτει αρχικά γενικές ερωτήσεις και στη συνέχεια συμπληρωματικές, διευκρινιστικές, σε σχέση με τις προηγούμενες απαντήσεις που έχει λάβει, για τα δρώντα πρόσωπα, τον τόπο και το χρόνο δράσης κ ά., που βοηθούν τα παιδιά να οργανώσουν τη σκέψη τους και αποσκοπούν να βελτιώσουν σταδιακά την αφηγηματική τους ικανότητα. Ο εκπαιδευτικός, που είναι πολύ προσεκτικός ακροατής, χρησιμοποιώντας τις ερωταποκρίσεις (Pascucci και Rossi, 2002), για να προκύψει μια ολοκληρωμένη αφηγηματική ιστορία, εφαρμόζει ουσιαστικά τη διδακτική αρχή της «φθίνουσας καθοδήγησης» (Ματσαγγούρας, 2001, σσ. 180-182, 199-203). Τα αφηγηματικά κείμενα που
τα νήπια παράγουν ατομικά ή ομαδικά (Huck κ. ά., 1979), τα καταγράφει ο εκπαιδευτικός της τάξης σε υπολογιστή, ως ενιαίο κείμενο σε κάθε περίπτωση. Κατά τον ίδιο
τρόπο, με τη μορφή δηλαδή ενιαίου κειμένου, διαβάζονται αμέσως μετά από τον εκπαιδευτικό στο σύνολο των νηπίων, είτε από την οθόνη είτε αφού εκτυπωθούν. Έτσι,
τα νήπια που δεν είναι ακόμη σε θέση να γράφουν τα ίδια, έχουν τη δυνατότητα και την ευκαιρία να επαληθεύσουν την πιστότητα και την ακρίβεια των καταγεγραμμένων κειμένων τους.
Ακολουθεί η εικονογράφηση από το σύνολο των νηπίων κάθε ατομικής ή ομαδικής ιστορίας που έχει προηγηθεί. Στη συνέχεια, δημιουργείται ένα βιβλίο που περιλαμβάνει τα διάφορα κείμενα, καθώς και όλες τις ζωγραφιές των νηπίων αναφορικά με αυτά. Στο εξώφυλλο του κάθε βιβλίου αναγράφεται ο τίτλος του, «Γύρω-γύρω όλοι» ή «Τι θα
κάνεις εις τους κήπους;». Το βιβλίο τοποθετείται στη σχολική βιβλιοθήκη, για να μπορούν ανά πάσα στιγμή όλοι οι μαθητές να το «διαβάζουν». Παράλληλα, φτιάχνεται και το ηλεκτρονικό βιβλίο, καθώς αναρτώνται τα κείμενα και η σχετική εικονογράφησή τους στο ιστολόγιο του σχολείου στο Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο, καθώς και στα ιστολόγια των ομάδων στις οποίες το σχολείο συμμετέχει, ώστε να έχουν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι πρόσβαση σε αυτά. Δεν παραλείπουμε μάλιστα να προσδώσουμε στην τεχνολογικά προηγμένη επιλογή μας οικολογική και οικονομική διάσταση, προκειμένου να ευαισθητοποιήσουμε σχετικά τα παιδιά.
Η ποικιλότροπη αξιοποίηση των παιδικών κειμένων περιλαμβάνει επίσης τη θεατρική απόδοσή τους. Τα παιδικά κείμενα μετατρέπονται σε δρώμενα και παρουσιάζονται από
τα ίδια τα νήπια σε ανοιχτές σχολικές εκδηλώσεις. Στη φάση της αξιοποίησης των κειμένων προσδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα, εφόσον η αξιοποίηση αυτή λειτουργεί για τους
μαθητές ως επιπλέον «κίνητρο», προκειμένου να εκφράζονται ελεύθερα και δημιουργικά (Ηλία και Ματσαγγούρας, 2006, σσ. 312-313).
Τα νήπια επαναλαμβάνουν μεταξύ τους αυθόρμητα, ως ελεύθερη δραστηριότητα, την παραπάνω διαδικασία, που σε αυτήν την περίπτωση μετατρέπεται σε μιμητικό παιχνίδι.
Κάποιο νήπιο υποδύεται τον εκπαιδευτικό και τα υπόλοιπα τους μαθητές και φυσικά οι ρόλοι εναλλάσσονται. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη ελεύθερη δραστηριότητα δεν διαδραματίζεται μόνο με επίκεντρο τα δύο παιχνιδοτράγουδα αλλά επεκτείνεται και σε διάφορους τίτλους λογοτεχνικών βιβλίων ή στίχους τραγουδιών που επιλέγουν τα ίδια τα νήπια. Έτσι οι μαθητές δημιουργούν πολλές επιπλέον ευκαιρίες
και αφορμές να εκφράσουν στους συμμαθητές τους τις προτιμήσεις τους, να ανταλλάξουν και να μοιραστούν τις διαφορετικές προσωπικές εμπειρίες τους.

Ταυτότητα των δημιουργών των κειμένων

Οι ομαδικές ιστορίες με γενικό τίτλο «Τι θα κάνεις εις τους κήπους;», εκτυλίχθηκαν κατά το σχ. έτος 2014-2015, σε τμήμα όπου τα τετράχρονα νήπια ανέρχονταν σε δεκατρία ενώ τα πεντάχρονα σε έντεκα. Οι ατομικές ιστορίες με κεντρικό θέμα «Γύρω-γύρω όλοι», πραγματοποιήθηκαν την επόμενη σχολική χρονιά, 2015-2016, σε τμήμα όπου η πλειοψηφία των πεντάχρονων νηπίων φοιτούσαν για δεύτερη χρονιά στο νηπιαγωγείο, οπότε είχαν ήδη συμμετάσχει στις ομαδικές αφηγήσεις του περασμένου έτους. Τα τετράχρονα νήπια αυτού του έτους ανέρχονταν μόλις σε τρία και ήταν στο σύνολό τους
αγόρια.

Αποτελέσματα

Προκειμένου να καταδειχθεί η δυνατότητα των παραδοσιακών παιχνιδοτράγουδων να λειτουργούν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και προϋποθέσεις, ως ερέθισμα, πεδίο
έμπνευσης και δημιουργικής έκφρασης για τα νήπια, παραθέτουμε στη συνέχεια ενδεικτικά ορισμένες από τις ιστορίες τους. Πρόκειται αφενός για τρεις από τις ομαδικές
ιστορίες αναφορικά με το παιχνίδι «Τι θα κάνεις εις τους κήπους;» και αφετέρου για τρεις από τις ατομικές αφηγήσεις με το θέμα «Γύρω-γύρω όλοι».

Παιδικά κείμενα με θέμα «Τι θα κάνεις εις τους κήπους;»

Ένα κοριτσάκι μπαίνει στον κήπο το πρωί μιας ηλιόλουστης μέρας, για να μαζέψει πευκοβελόνες και κουκουνάρια. Πηγαίνει στη Δευτέρα τάξη και θέλει με αυτά τα υλικά
να φτιάξει μια εργασία για το σχολείο. Μαζεύει πρώτα όσα κουκουνάρια είναι κάτω αλλά χρειάζεται περισσότερα. Σκέφτεται τότε να ανέβει στα πεύκα και να κόψει κι
άλλα κουκουνάρια. Πηγαίνει στην αποθήκη για να πάρει μια σκάλα. Τη σέρνει στο χώμα του κήπου και αποφεύγει τα λουλούδια, για να μην τα καταστρέψει, επειδή τα αγαπάει πολύ. Ακουμπάει τη σκάλα στο πεύκο που έχει τα περισσότερα κουκουνάρια, και ανεβαίνει. Το κοριτσάκι έχει ένα καλαθάκι, περασμένο στο μπράτσο, για να βάζει τα κουκουνάρια. Όταν τελειώνει, δεν μπορεί να κατέβει, επειδή κουβαλά πολύ βάρος. Γλιστράει και πέφτει μαζί με τη σκάλα. Το γόνατό του τρέχει αίμα και φοβάται. Μπαίνει στο σπίτι, όπου ο μπαμπάς ανοίγει αμέσως το φαρμακείο τους και παίρνει ό, τι χρειάζεται, για να περιποιηθεί το τραύμα. Το κοριτσάκι κλαίει σαν μωρό, γιατί πονάει πολύ. Τότε ο μπαμπάς του παίζει θέατρο, ένα έργο τρελό, για να κάνει το κοριτσάκι
του να γελάσει και έτσι να ξεχάσει την πληγή του. Όταν γυρίζει σπίτι η μαμά, ο μπαμπάς παίζει ακόμη θέατρο. Ύστερα το κοριτσάκι τους εξηγεί πώς χτύπησε. Βγαίνουν όλοι μαζί στον κήπο, για να μαζέψουν τα κουκουνάρια που έχουν πέσει. Όμως τα κουκουνάρια δεν βρίσκονται πια εκεί. Μια οικογένεια σκίουρων έχουν τη φωλιά τους σ’ ένα πεύκο. Τα σκιουράκια έχουν πάρει όλα τα κουκουνάρια, ένα-ένα, μέχρι το τελευταίο. Το κοριτσάκι φωνάζει στους σκίουρους ότι χρειάζεται τα κουκουνάρια για την εργασία του. Όμως εκείνοι δεν καταλαβαίνουν. Έτσι, το βοηθάνε οι γονείς του να μαζέψει άλλα κουκουνάρια από τα πεύκα, για να μην ξαναπέσει.

Στο χορτάρι του κήπου πέφτει χιόνι και τα σκεπάζει όλα. Το κοριτσάκι που βλέπει το χιόνι από το παράθυρό του, ντύνεται με μπουφάν, κασκόλ, γάντια, σκουφάκι και βγαίνει να παίξει χιονοπόλεμο με τον αδερφό του. Αυτός είναι πολύ πιο μεγάλος και φτιάχνει για το κοριτσάκι ένα χιονάνθρωπο. Σκάβουν μαζί το χιόνι και βρίσκουν πετρούλες. Βάζουν δυο για μάτια του χιονάνθρωπου. Του βάζουν κι ένα καρότο για μύτη. Κόβουν
και δυο κλαράκια και τα κάνουν χέρια του χιονάνθρωπου, για να του φορέσουν τα κόκκινα μάλλινα γάντια της μαμάς. Του φοράνε και το πράσινο κασκόλ του μπαμπά και ένα μωβ καπέλο. Τις υπόλοιπες πετρούλες τις βάζουν για κουμπιά και για να φτιάξουν το στόμα του χιονάνθρωπου μαζί και με τα κουκούτσια από τις ελιές που τρώει ο μπαμπάς. Όταν ο χιονάνθρωπος είναι έτοιμος, τον αγκαλιάζουν, γιατί τον αγαπάνε μέχρι τον ουρανό. Όσες μέρες έχει χιόνι στον κήπο, φροντίζουν το χιονάνθρωπο να είναι καλά. Ύστερα όμως από πέντε μέρες λιώνει το χιόνι και λιώνει μαζί του και ο χιονάνθρωπος. Το κοριτσάκι νιώθει χάλια κι ο αδερφός του βγάζει στον κήπο έναν πλαστικό χιονάνθρωπο που τους είχε χαρίσει κάποτε ο Αϊ-Βασίλης. Αφήνουν κάθε μέρα αυτόν
το χιονάνθρωπο στο χορτάρι του κήπου μέχρι το απόγευμα και τα βράδια τον παίρνουν μέσα και τον βάζουν δίπλα στο κρεβάτι του κοριτσιού, για να του κάνει συντροφιά. Ακόμη και τα καλοκαίρια που φεύγουν διακοπές, παίρνουν μαζί τους το χιονάνθρωπο. Περνάνε χρόνια που δεν ρίχνει χιόνι κι όμως το κοριτσάκι έχει πάντα συντροφιά το χιονάνθρωπο.

Ένα παιδάκι παίζει μόνο του στον κήπο, επειδή η αδερφή του παίζει μέσα στο σπίτι με τον υπολογιστή της. Είχε βγει κι εκείνη στον κήπο αλλά βαρέθηκε γρήγορα. Όταν παίζει με τον υπολογιστή της δεν βαριέται ποτέ. Παίζει μαγειρική, ένα παιχνίδι που πουλάει παγωτά, ένα παιχνίδι με ταύρο που πρέπει να τον αποφεύγει για να μην χάσει κι ένα παιχνίδι με ζόμπι, που πρέπει να τα σκοτώσει όλα και να φτάσει όσο πιο μακριά μπορεί, για να αγοράσει πράγματα. Προσπαθεί να φτάσει στην τελευταία πίστα. Άμα την περάσει, θα πάει στο δεύτερο χάρτη. Το αγόρι βαριέται μόνο του στον κήπο και
μπαίνει στο σπίτι, για να βοηθήσει την αδερφή του στα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Το παιχνίδι που παίζει εκείνη, είναι δικό του κι έτσι το αγόρι το ξέρει καλύτερα. Στα δυο αδέρφια αρέσει πιο πολύ να παίζουν στον υπολογιστή παρά στον κήπο. Στον υπολογιστή κατεβάζουν πάρα πολλά παιχνίδια κι έτσι όταν βαρεθούν κάποιο, παίζουν άλλο. Στον κήπο παίζουν μόνο κρυφτό, κυνηγητό και γύρω-γύρω όλοι. Πηγαίνουν μαζί για
παιχνίδι στον κήπο μόνο όταν ο μπαμπάς κλείνει τον υπολογιστή, επειδή έχουν παίξει πολλή ώρα. Η μαμά κι ο μπαμπάς δεν χαίρονται που βλέπουν ότι τα παιδιά τους θέλουν να παίζουν συνέχεια στον υπολογιστή αλλά τα αφήνουν να παίζουν, γιατί τότε είναι χαρούμενα. Κάποτε ένα μπουμπουνητό είχε κόψει το ρεύμα και τότε τα παιδιά για
πρώτη φορά έπαιξαν επιτραπέζιο. Πέρασαν όμορφα με αυτό το παιχνίδι αλλά μόλις ήρθε το ρεύμα, πήγαν πάλι στον υπολογιστή.

Παιδικά κείμενα με θέμα «Γύρω-γύρω όλοι»

Είμαστε μαζί με όλους τους συμμαθητές μου γύρω από ένα σκυλάκι που το έχει χτυπήσει αμάξι και είναι ξαπλωμένο πάνω στο δρόμο. Πήγαινε να βρει φαγητό όταν πέρασε το κόκκινο αμάξι. Ο άντρας που το οδηγούσε, δεν το είχε δει και το χτύπησε κατά λάθος. Επειδή ήταν γιατρός, φρόντισε αμέσως το τραύμα του. Εμείς σκεφτήκαμε στην αρχή να περνάμε το δρόμο μαζί με το σκυλάκι, για να το προσέχουμε. Να κρατάμε και ένα φακό, για να μας βλέπουν τα αυτοκίνητα και να μην χτυπάνε το σκυλάκι όταν περνάει απέναντι. Αν όμως το σκυλάκι θα είναι πολύ πεινασμένο, δεν θα μας περιμένει
για να περάσει το δρόμο, και θα κινδυνεύει. Έτσι τελικά βρίσκουμε μια άλλη λύση, να φέρνουμε εμείς φαγητό στο σκυλάκι κάθε μέρα.

Γύρω-γύρω από το φορτηγό μας είμαστε εγώ, ο Στάθης, ο Γιώργος, ο Άγγελος και πολλοί άλλοι άνθρωποι. Το φορτηγό μας, που το έχουμε όλοι οι φίλοι μαζί, είναι πορτοκαλί και πολύ γερό και όλοι το θαυμάζουν. Στο φορτηγό φορτώνουμε τα σκουπίδια των ανθρώπων και τα πηγαίνουμε να τα πετάξουμε. Φορτώνουμε και πέτρες, που τις πουλάμε στους ανθρώπους, για να φτιάχνουν σπίτια. Το φορτηγό το οδηγώ εγώ και οι
φίλοι μου με βοηθάνε να το φορτώνουμε και να το ξεφορτώνουμε.

Γύρω-γύρω από την αλεπού είναι τα αγόρια της τάξης μας και μαζί τους εγώ, η Αγγελική και η Ισιδώρα. Είμαστε μαθητές στο Γυμνάσιο και έχουμε έρθει εκδρομή στο δάσος για κάμπινγκ. Εδώ συναντήσαμε μια αλεπού. Γλίστρησε από ένα βράχο και έπεσε σε μια παγίδα. Εγώ με τις δύο φίλες μου την ελευθερώσαμε και την ξαπλώσαμε, για να περιποιηθούμε το πόδι της. Εγώ φροντίζω να έχω πάντα μαζί μου γιατρικά, επιδέσμους, ένα ακουστικό, χαντζαπλάστ, ενέσεις, επειδή μού αρέσουν τα ζωάκια και θέλω να τα περιποιούμαι. Έτσι έχω βάλει το πόδι της αλεπούς στο γύψο. Όταν θα βγάλω το γύψο,
η αλεπού θα περπατάει κανονικά.

Συμπεράσματα

Οι μαθητές στο σύνολό τους ανταποκρίνονται με προθυμία και ενθουσιασμό στη δραστηριότητα. Παράγουν πρωτότυπα κείμενα, όλα διαφορετικά μεταξύ τους, αν και το ερέθισμα είναι κοινό, αποδεικνύοντας έτσι την ποιότητα της δημιουργικής σκέψης τους. Πολλά νήπια λαμβάνουν υπόψη στις αφηγήσεις τους, στοιχεία που είχαν αναφερθεί από συμμαθητές τους. Τα στοιχεία αυτά ωστόσο τα αξιοποιούν και τα επεκτείνουν.
Επιπλέον, όταν τα νήπια εικονογραφούν τις ιστορίες, διαπιστώνεται σημαντική συνάφεια ανάμεσα στα κείμενα και τις ζωγραφιές. Η εναλλαγή των ρόλων του αφηγητή και
του εικονογράφου συμβάλλει στην ποιότητα της συμμετοχής και στις δύο περιπτώσεις.
Ως αφηγητές τα νήπια επιδιώκουν να κερδίσουν το ακροατήριό τους ενώ ως εικονογράφοι επιδιώκουν να αναδειχθούν σε πλέον προσεκτικούς και υπεύθυνους ακροατές. Έτσι προκύπτουν πολύ ενδιαφέρουσες αφηγηματικές ιστορίες και παράλληλα ελκυστικές ζωγραφιές.
Παρά την ποικιλία των ατομικών παιδικών αφηγήσεων αναφορικά με το στίχο «γύρωγύρω όλοι», υπάρχει σχεδόν σε όλες ένα κοινό στοιχείο. Τα πρόσωπα στα οποία τα
νήπια αναφέρονται στις ιστορίες τους, είναι οι ίδιοι οι συμμαθητές τους, γεγονός που φανερώνει τις στενές σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί στη σχολική τάξη.
Στα παιδικά αφηγήματα περιλαμβάνονται συχνότατα καθημερινές συνήθειες των νηπίων και περιστατικά της οικογενειακής και της σχολικής τους ζωής.
Σημαντικός παράγοντας που καθορίζει την αφηγηματική έκβαση, αναδεινύεται η επικαιρότητα. Από αυτά προκύπτει ότι τα νήπια αξιοποιούν τη συγκεκριμένη διαδικασία,
για να εκφράσουν τον εαυτό τους.
Παρακολουθώντας τη συγκεκριμένη δραστηριότητα να εκτυλίσσεται ως ελεύθερο παιχνίδι των νηπίων, διαπιστώνουμε σε πόσο μεγάλο βαθμό εκείνα έχουν αφομοιώσει τις ερωτήσεις που συνηθίζει να απευθύνει ο εκπαιδευτικός, προκειμένου να συνεχίσουν και να ολοκληρώσουν τις αφηγήσεις τους. Εδώ δηλαδή τίθενται οι βάσεις για την εξέλιξη των νηπίων στο αντικείμενο της δημιουργικής γραφής. Το νήπιο που ρωτά, μιμείται μάλιστα και τη διαδικασία της καταγραφής των αφηγήσεων, που γίνεται με τη χρησιμοποίηση ενός παιχνιδιού-φορητού υπολογιστή, το οποίο είναι το δημοφιλέστερο παιχνίδι στη σχολική αίθουσα. Αποδεικνύεται συνεπώς η σπουδαιότητα που προσδίδουν τα ίδια τα νήπια στην καταγραφή των σκέψεών τους και η πλήρης εξοικείωσή τους με τον υπολογιστή ως μέσο γραφής.
Η μύηση των παιδιών στη λαογραφική παράδοση μέσα από την εξοικείωσή τους με τα παιχνιδοτράγουδα, συνδυάζεται με την έκφραση της ιδιαιτερότητας, της μοναδικότητας του καθενός και με την ανάπτυξη συνεργασίας σε πολλαπλά επίπεδα. Σημειώνεται λοιπόν σημαντική πρόοδος των νηπίων στην κατάκτηση της κοινωνικοσυναισθηματικής τους ωριμότητας.
Τα νήπια εκφράζονται γλωσσικά και κινητικά και αναπτύσσονται αισθητικά, καθώς έρχονται σε επαφή με τρόπο δημιουργικό, με την παράδοση. Έτσι βιώνουν τη δημιουργική διάσταση της ανθρώπινης φύσης και συνειδητοποιούν τη διαχρονικότητα της ανθρώπινης δημιουργικότητας.
Με την ποικιλότροπη αξιοποίηση (διαδικτυακή κ.λπ.) των έργων τους, επιτυγχάνεται το άνοιγμα του σχολείου στην ευρύτερη κοινωνία, που οδηγεί στην επικοινωνία και
την κατανόηση ανάμεσα στις διαφορετικές γενιές και προσφέρει σε όλους αισιοδοξία και ελπίδα.

Bιβλιογραφικές αναφορές

Αναγνωστόπουλος, Β. (2007). Διαδρομές… στους χώρους της φιλαναγνωσίας, Διαδρομές, 85, σ. 1-2.

Διαμαντόπουλος, Δ. (2009). Το Παιχνίδι. Θεσσαλονίκη: Π. Πουρνάρας

Ηλία, Ε.Α. και Ματσαγγούρας Η. Γ. (2006). Από το παιχνίδι στο λόγο: Παραγωγή παιδικών κειμένων μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες. Στο Π. Παπούλια-Τζελέπη, Α.
Φτερνιάτη, Κ. Θηβαίος (Επιμ), Έρευνα και Πρακτική του Γραμματισμού στην Ελληνική Κοινωνία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σσ. 307-317.

Huck, C., Hepler, S. και Hickman, J. (1979). Children’s Literature in the Elementary
School: Holt Rinehart And Winston.

Κωτόπουλος, Τ. (2012, Ιούλιος). Η «νομιμοποίηση» της δημιουργικής γραφής, ΚΕΙΜΕΝΑ 15, http://keimena.ece.uth.gr

Ματσαγγούρας, Η. Γ. (2001). Η Σχολική Τάξη, τ. Β΄ : Κειμενοκεντρική Προσέγγιση του γραπτού λόγου. Αθήνα.

Μπάδα, Κ. (1993). Tο παιχνίδι στην παραδοσιακή ελληνική κοινωνία. Mια πρόταση μελέτης, Eθνογραφικά, 9, σσ. 73 – 81.

Όξλυ , Κ (2005). Παιχνίδια στην αυλή ή στην τάξη. Αθήνα: Πατάκης.

Pascucci, M. και Rossi, F. (2002). ΄Oχι μόνο γραφέας, Γέφυρες, 6, σσ. 16-23.

Χατζημανώλη, Α. (2001). Παιχνιδοτράγουδα. Θεσσαλονίκη: Κίρκη.

Χουιζίνγκα, Γ. (1989). Ο άνθρωπος και το παιχνίδι, μτφρ. Σ. Ροζάκης – Γ. Λυκιαρδόπουλος. Αθήνα: Γνώση

Από το παιχνίδι στο λόγο. Παραγωγή παιδικών κειμένων μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες (Εισήγηση σε διεθνές συνέδριο).

Από το παιχνίδι στο λόγο. Παραγωγή παιδικών κειμένων μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες.

ΕΛΕΝΗ  Α. ΗΛΙΑ ΗΛΙΑΣ  Γ.  ΜΑΤΣΑΓΓΟΥΡΑΣ

Εισήγηση στο διεθνές συνέδριο «Έρευνα και Πρακτική του Γραμματισμού στην ελληνική κοινωνία»,  Πάτρα, Ιούλιος  2004. Περιλαμβάνεται στον τόμο των Πρακτικών, εκδ. Ελληνικά γράμματα, ISBN: 960-442-241-3, σσ. 307-317.

I. Εισαγωγή

Η εισήγησή μας έχει σκοπό να δείξει πώς θεωρίες από το χώρο της αφηγηματολογίας και της κειμενογλωσσολογίας, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά της πρώιμης παιδικής ηλικίας, τα οποία  μας παρουσιάζει η αναπτυξιακή ψυχολογία, μπορούν να μετασχηματισθούν σε διδακτικές προσεγγίσεις, οι οποίες με τις εμψυχωτικές δραστηριότητες  που εμπεριέχουν, ενεργοποιούν τους μαθητές και τους βοηθούν να πετύχουν την παραγωγή αφηγηματικού λόγου υψηλών για την ηλικία τους προδιαγραφών.

Στο συγκεκριμένο πρόγραμμα που παρουσιάζουμε εδώ επιλέξαμε  να προσεγγίσουμε την καλλιέργεια της παιδικής δημιουργικής σκέψης και γλωσσικής έκφρασης με την αξιοποίηση ποικίλων παιγνιωδών διαδικασιών στο πλαίσιο της καθημερινής διδασκαλίας, αξιοποιώντας συνδυαστικά διάφορα ερεθίσματα από λογοτεχνήματα είτε αντικείμενα από τον κόσμο της πραγματικότητας ή της φαντασίας. Το παιγνίδι, που συνιστά τη δραστηριότητα η οποία εκφράζει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη την παιδική φύση και συνδέεται στην κοινή αντίληψη με τις έννοιες της απόλαυσης, της ευχαρίστησης, της διασκέδασης και της ψυχαγωγίας (Χουιζίνγκα 1989: 20-28), έχει προταθεί ως μέσον γλωσσικής μάθησης και ανάπτυξης, ειδικότερα, μάλιστα, για την ανάπτυξη της φιλαναγνωστικής στάσης  (Ποσλανιέκ 1992: 18).

Η ποικιλία εμψυχωτικών δραστηριοτήτων, που δύναται και ενδείκνυται να χρησιμοποιήσει η εκπαιδευτικός, στη περίπτωση του δικού μας θέματος μπορεί, επιπλέον,  να συμβάλει και στην ανάπτυξη βασικών όρων που απαιτεί το πλαίσιο επικοινωνίας. Τέτοιοι είναι, για παράδειγμα, η επιθυμία για επικοινωνία, το θέμα της επικοινωνίας και οι αποδέκτες του παραγόμενου λόγου.

Επισημαίνουμε εδώ ότι η σχετική έρευνα τονίζει τις αρνητικές επιπτώσεις από την έλλειψη στοιχείων του πλαισίου επικοινωνίας και ότι τα διαδικαστικά μοντέλα διδασκαλίας του γραπτού λόγου τοποθετούν πρώτη- πρώτη στις προ-συγγραφικές φάσεις αυτήν της δημιουργίας αυθεντικού πλαισίου επικοινωνίας. (Ματσαγγούρας 2001: 203).

Η εισήγησή μας είναι δομημένη σε τέσσερα μέρη. Στο πρώτο, αναφερόμαστε στις θεωρητικές αρχές και πρακτικές των διδακτικών μοντέλων, στα οποία στηρίζεται το πρόγραμμά μας. Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζουμε τους διδακτικούς χειρισμούς που ακολουθήσαμε, προκειμένου αρχικά να διευκολύνουμε και στη συνέχεια να στηρίξουμε τη βελτίωση της παιδικής έκφρασης. Στο τρίτο μέρος παραθέτουμε το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης εκπαιδευτικής διαδικασίας. Τέλος, στο τέταρτο καταλήγουμε με τα συμπεράσματα της τριετούς εφαρμογής της.

II. Αρχές και Πρακτικές της Κειμενοκεντρικής Προσέγγισης

Η διδακτική μας παρέμβαση κινείται στο πλαίσιο των κειμενοκεντρικών μοντέλων διδασκαλίας της γραπτής έκφρασης. Τα μοντέλα αυτά, που εκλαμβάνουν το ολοκληρωμένο κείμενο ως μονάδα διδακτικής προσέγγισης, διδάσκουν στους μαθητές τους υπερπροτασιακούς κανόνες και τις δομές που διακρίνουν τους διάφορους τύπους του εξειδικευμένου λόγου (Ματσαγγούρας 2001: 96). Έτσι, αποδεδειγμένα ο μαθητής  καθίσταται σταδιακά αποτελεσματικότερος στην κατανόηση κειμένων και ικανότερος στη γραπτή επικοινωνία, αλλά και στον τρόπο δόμησης της σκέψης (Ματσαγγούρας 2001: 162-165∙ Ματσαγγούρας και Κουλουμπαρίτση 1999).  Προκειμένου να επιτευχθούν οι προαναφερόμενοι στόχοι, ο εκπαιδευτικός εφαρμόζει τη διδακτική αρχή φθίνουσας καθοδήγησης (Ματσαγγούρας 2001: 180-182), που περιλαμβάνει ποικίλες τεχνικές στήριξης των μαθητών κατά το προσυγγραφικό, το συγγραφικό και το μετασυγγραφικό στάδιο (Ματσαγγούρας 2001: 199-203).

ΙΙΙ. Μεθόδευση

Στην παραπάνω λογική αρχίζουμε την παρέμβαση μας με εμψυχωτικές δραστηριότητες, οι οποίες σκοπό έχουν να κινητοποιήσουν τη δημιουργική σκέψη μετά τα πρώτα ερεθίσματα. Όταν, μάλιστα, ερέθισμα για την παραγωγή κειμένων από τα παιδιά αποτελεί κάποιο λογοτεχνικό έργο, επινοούνται εμψυχωτικές δραστηριότητες σε αντιστοιχία με τη φύση της λογοτεχνίας, που είναι πολυσημική[i] και υποδηλωτική (Iser 1990: 161, 165 και Iser 1991: 21, 151). Αναλυτικότερα, ευνοώντας την απόκλιση κατά την έκφραση της αναγνωστικής ανταπόκρισης, βοηθούμε τους μαθητές να συνειδητοποιήσουν τη δημιουργικότητα του ρόλου του αναγνώστη (Iser 1990: 38-39,  44-45, 104, 233), στην οποία οφείλεται η απόλαυση και η παιδευτική δύναμη της λογοτεχνικής ανάγνωσης.

Καθώς εδώ αναφερόμαστε στην πρώτη παιδική ηλικία, επικεντρωνόμαστε αποκλειστικά στη δημιουργία αφηγηματικών κειμένων, κατά την οποία οι μαθητές κινούνται αρχικά στους άξονες της δημιουργικής μίμησης προτύπου και στη συνέχεια της τροποποίησης και της ανατροπής του (Ματσαγγούρας 2001: 215, 220-222).

Ειδικότερα στην περίπτωση των ποιημάτων, προκειμένου να αξιοποιήσουμε την εικονοπλαστική ιδιότητα του ποιητικού λόγου (Καλλέργης 1995: 22, 35 και Μπενέκος 1981: 121-122), κατά την απαγγελία των στίχων οι μαθητές παραμένουν με κλειστά μάτια, για να παρακολουθούν απερίσπαστα τις εικόνες που δημιουργούν οι λέξεις. Αμέσως, ακολουθεί η εμψυχωτική δραστηριότητα με τίτλο «μαγικές εικόνες». Ακριβώς επειδή οι ποιητικές εικόνες, αν και σχηματίζονται από συγκεκριμένες λέξεις, είναι ωστόσο διαφορετικές στην αντίληψη κάθε αναγνώστη, αποκαλούνται «μαγικές». Οι μαθητές αναφέρονται διαδοχικά στις εικόνες που βλέπουν στο άκουσμα των στίχων, ώστε ν’ αντιληφθούν την απόκλιση που αυτές εμφανίζουν μεταξύ τους. Εναλλακτικά μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την εμψυχωτική δραστηριότητα που αποκαλούμε  «ωκεανό της Φαντασίας». Κατ΄ αυτήν σε ένα σημείο της σχολικής αίθουσας, όπου βρίσκονται τοποθετημένα διάφορα πολύχρωμα υφάσματα, οι μαθητές κάνουν βουτιές, προκειμένου από τη θέση αυτή να περιγράψουν τις ποιητικές εικόνες. Καθώς ο συγκεκριμένος χώρος ανήκει στην κυρία Φαντασία, οι περιγραφές τους είναι ιδιαίτερα ευφάνταστες. Οι δύο παραπάνω εμψυχωτικές δραστηριότητες συχνά αντικαθίστανται από τη δραστηριότητα «τα γυαλιά της Φαντασίας». Τα παιδιά κατά την ακρόαση του ποιήματος και κατά την έκφραση της αναγνωστικής ανταπόκρισής τους σε αυτό φορούν πολύχρωμους σκελετούς γυαλιών, με τα οποία «βλέπουν» τις ποιητικές εικόνες με τη βοήθεια της Φαντασίας.

Αναφορικά, μάλιστα, με τα πεζά κείμενα, που παρουσιάζουμε είτε με αφήγηση είτε με ανάγνωση, προσβλέπουμε να εμπλέξουμε τους μαθητές στα αφηγηματικά δρώμενα (Iser 1990: 38-39, 104, 233 και Iser 1991: 67) μέσα από την ταύτισή τους με συγκεκριμένους ήρωες (Bοοth 1987: 278-281, 378). Καθώς τους παρέχουμε την ευκαιρία ν’ αναπλάσουν την αφηγηματική υπόθεση, εκφράζουν τη στάση τους απέναντι στα λογοτεχνικά πρόσωπα, τις επιθυμίες και τις προσδοκίες τους για την εξέλιξη της δράσης. Αυτό επιτυγχάνεται με μια σειρά ανάλογων δραστηριοτήτων.

Αναλυτικότερα, αφού απευθύνουμε πρόσκληση στα λογοτεχνικά «πρόσωπα» να επισκεφτούν την τάξη μας, οι μαθητές περιμένουν με κλειστά μάτια την «άφιξή» τους. Στο διάστημα αυτό ο δάσκαλος μεταμφιέζει μερικούς από αυτούς, φορώντας πάνω τους αντικείμενα χαρακτηριστικά των αντίστοιχων προσώπων, όπως για παράδειγμα ένα κασκέτο, ένα σάκο κ.ο.κ. Στη συνέχεια δίνουμε το λόγο στους συγκεκριμένους αφηγηματικούς ήρωες, που αναφέρονται σε α’ ενικό πρόσωπο στη δράση τους και στις σχέσεις τους. Αντί της παραπάνω δραστηριότητας, μπορούμε να προσφέρουμε διαδοχικά στα παιδιά το «μαγικό εισιτήριο», ένα αντικείμενο, που σχετίζεται με την εκάστοτε αφηγηματική υπόθεση, όπως για παράδειγμα ένα μήλο για το έργο του Σελ Σιλβερστάιν «Το δέντρο που έδινε» (εκδ. Δωρικός), καθώς το έργο αυτό αναφέρεται στη σχέση ανάμεσα σ’ ένα αγόρι και μια μηλιά. Αποκτώντας το «μαγικό εισιτήριο» οι μαθητές εισέρχονται στην ιστορία και επιλέγουν το ρόλο και τη δράση τους σε αυτήν. Επίσης χρησιμοποιούμε και για τα πεζά κείμενα τον «ωκεανό της Φαντασίας». Τα παιδιά κάνουν βουτιές στο γνωστό διαμορφωμένο χώρο, για να επιλέξουν από εκεί την αφηγηματική σκηνή στην οποία επιθυμούν ν’ αναφερθούν και να καθορίσουν τον τρόπο που θα εκτυλιχθεί.

Σημείο αναφοράς των παιδικών αφηγήσεων θα μπορούσε επίσης ν’ αποτελέσουν άλλα έργα τέχνης, όπως για παράδειγμα ένας πίνακας ζωγραφικής ή μια μουσική σύνθεση, ή ακόμη οποιοδήποτε θέμα ή αντικείμενο, όπως σημαίες ή άλλα σύμβολα, ανακυκλώσιμα υλικά, συλλογές, κάποιος τίτλος άρθρου, ένα σύνθημα κ.ο.κ. Επίσης, διάφορα αισθητηριακά ερεθίσματα, όπως εντελώς ενδεικτικά αναφέρουμε το άρωμα ενός φυτού ή τον ήχο κουδουνίσματος. Στις περιπτώσεις αυτές οι παιγνιώδεις δραστηριότητες που χρησιμοποιούμε είναι καταρχάς «Το καλάθι με τα δώρα». Σ’ ένα μεγάλο ψάθινο καλάθι τα παιδιά αναζητούν κάποιο δώρο που προορίζεται γι’ αυτά. Για το συγκεκριμένο αντικείμενο στη συνέχεια δημιουργούν ιστορίες, τις οποίες τοποθετούν στο ίδιο καλάθι, ανταποδίδοντας έτσι το δώρο που έλαβαν. Επιπλέον, παρουσιάζουμε τα διάφορα αυτά θέματα μέσα από την αναζήτηση του «κρυμμένου θησαυρού». Το παιχνίδι αυτό παραλλάσσεται διαρκώς σύμφωνα με τη φύση του εκάστοτε «θησαυρού», οπότε μεγιστοποιείται η προσδοκία και η έκπληξη. Σε γενικές γραμμές, οι μαθητές ακολουθώντας γραπτές οδηγίες προβαίνουν σε εξερεύνηση του χώρου ή εμφανίζουν ομαδικά την οποιαδήποτε υποδεικνυόμενη στάση και δράση μέχρι την ανακάλυψη του «θησαυρού», με επίκεντρο τον οποίο θα διατυπώσουν τα δικά τους κείμενα, ομαδικά ή ατομικά.

Πέρα ωστόσο από τη συστηματική προσπάθεια ένταξης του παιγνιδιού στη διδασκαλία, πρέπει να επισημάνουμε τον εμψυχωτικό ρόλο της εκπαιδευτικού στο επιτυχές αποτέλεσμα της μαθητικής συμμετοχής. Τα παιδιά ενθαρρύνονται να περάσουν στις προσωπικές αφηγήσεις τους, όταν αισθάνονται το ενδιαφέρον της σχολικής τάξης. Η στάση, μάλιστα, της εκπαιδευτικού είναι βασικό στοιχείο, εν πολλοίς καθορίζει και τη στάση των συμμαθητών. Όταν η αφήγηση πραγματοποιείται στο πλαίσιο του συλλογικού παιχνιδιού με δηλωμένο στόχο την απόλαυση της δημιουργικότητας και την ουσιαστικότερη επαφή κι επικοινωνία μεταξύ των μελών της ομάδας κι όχι υπό το άγχος της αξιόλογης κρίσης, σημειώνονται εντυπωσιακές επιδόσεις. Αυτό οπωσδήποτε δεν σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός θ’ αγνοεί και θ’ αποδέχεται τις ασάφειες, τις ανακρίβειες ή τις αντιφάσεις που ενδεχομένως προκύπτουν κατά τις αφηγήσεις. Καθώς κύριο μέλημά του συνιστά η πλήρης κατανόηση του παιδικού λόγου, ζητά διευκρινίσεις σχετικά με ελλείψεις και σφάλματα που εντοπίζει και επιμένει μέχρι την πλήρη αποσαφήνιση. Καταγράφει μάλιστα με απόλυτη ακρίβεια τη σκέψη των μαθητών, που σε πρώτη φάση διατυπώνεται προφορικά, αναζητώντας μαζί τους, όποτε απαιτείται, έναν πιο δόκιμο τρόπο έκφρασης.  Για να συνειδητοποιήσουν οι μαθητές τη βαρύτητα που η εκπαιδευτικός αποδίδει στο λόγο τους, τους διαβάζει το κείμενο που έχει καταγράψει, ώστε να πιστοποιήσουν οι ίδιοι αν αυτό ανταποκρίνεται πλήρως στη σκέψη τους αλλά και στις ποιοτικές προσδοκίες τους.

Προκειμένου, μάλιστα, να διασφαλιστεί η συνεχής προαγωγή της παιδικής δημιουργικής σκέψης και γλωσσικής έκφρασης, κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς η εκπαιδευτικός – εφαρμόζοντας τη διδακτική αρχή της φθίνουσας καθοδήγησης (Ματσαγγούρας 2001: 179 – Κουλουμπαρίτση 2003: 161-164)- προσαρμόζει την παρέμβασή της στη σταδιακά αυξανόμενη ικανότητα κάθε συγκεκριμένου μαθητή, περιορίζοντας στο ελάχιστο τη συμβολή της στη διατύπωση του νοήματος. Ενώ, δηλαδή, αρχικά πιθανότατα χρειαζόταν να προβαίνει σε αλλεπάλληλες ερωτήσεις στήριξης και υποβοήθησης, ώστε το παιδικό κείμενο να προκύψει από τις σύντομες ή ακόμη και μονολεκτικές απαντήσεις που δίνουν οι μαθητές, με τη συνεχιζόμενη συμμετοχή των παιδιών, οι αφηγήσεις τους γίνονται όλο και περισσότερο ολοκληρωμένες και η παρέμβαση της εκπαιδευτικού περιορίζεται.

Μετά τη μετάβαση από τις ερωταποκρίσεις στην αφήγηση, ακολουθεί για τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού το στάδιο της αντικατάστασης της προφορικής έκφρασης των μαθητών από τη γραπτή. Η εκπαιδευτικός, λοιπόν, τους παρακινεί να γράψουν πρώτα μια ιστορία με το σχετικό θέμα, που θα διαβάζουν έπειτα στην τάξη οι ίδιοι ή οι συμμαθητές τους. Εναλλακτικά, η εκπαιδευτικός μπορεί να προτείνει κάθε μαθητής να γράψει όποια  από τις ιστορίες προτιμά, ανάμεσα σε όσες οι συμμαθητές του έχουν ήδη αφηγηθεί προφορικά. Οι ιστορίες συγκεντρώνονται στο καλάθι με τα δώρα ή συνιστούν το νέο «κρυμμένο θησαυρό». Μετά την «ανακάλυψή» τους διαβάζονται στην τάξη είτε από την εκπαιδευτικό είτε από τους μαθητές.

Όταν έχουμε ολοκληρώσει τη διδακτική πορεία που καταλήγει στην αφήγηση για τα νήπια και στη γραπτή μαθητική έκφραση για τα παιδιά του Δημοτικού, αναζητούμε τρόπους ανάδειξης του παιδικού λόγου σε αποτελεσματικό κίνητρο για τη συνέχιση της πρόθυμης και ποιοτικά αναβαθμιζόμενης μαθητικής συμμετοχής. Ένας από τους τρόπους που χρησιμοποιούμε είναι η ανάρτηση των παιδικών κειμένων στην αίθουσα διδασκαλίας, αλλά και σε χώρους όπου προσέρχεται περισσότερος κόσμος. Για παράδειγμα, αφηγήσεις νηπίων που βασίζονταν σε κλασικούς μύθους, αναρτήθηκαν στη γιορτή Παιδικού Βιβλίου το 2003 στην Τεχνόπολη στο Γκάζι, στο πλαίσιο έκθεσης που διοργανώθηκε από το Ε.ΚΕ.ΒΙ. με ευθύνη του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου.[ii] Επίσης δημοσιεύσαμε παιδικά κείμενα,[iii] σε έντυπα που εύκολα μπορεί να προμηθεύεται το σύνολο των μαθητών, όπως είναι το περιοδικό του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου στου οποίου τα όρια λειτουργεί το σχολείο. Τέλος, εντάξαμε τις παιδικές ιστορίες σε ανοιχτές θεατρικές παραστάσεις που έπαιξαν οι ίδιοι οι μαθητές στο τέλος της χρονιάς, τονώνοντας έτσι ακόμη περισσότερο τη διάθεση για συμμετοχή στην ούτως ή άλλως απολαυστική εκπαιδευτική καθημερινότητα. Οι παραστάσεις που δόθηκαν κατά τα τρία έτη που εφαρμόζουμε το συγκεκριμένο πρόγραμμα είχαν τους τίτλους «Παρέα με τους ήρωες των βιβλίων», «Ταξίδια στον ωκεανό της Φαντασίας με… μύθους και παραμύθια» και «Αποχαιρετώντας το καλάθι με τα δώρα».

Αποτελέσματα

Τα δύο πρώτα από τα παιδικά κείμενα που παραθέτουμε στη συνέχεια προέκυψαν σε σχέση με το ακόλουθο ποίημα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου «Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού» (εκδ. Κέδρος):

Βρε παιδιά μου αφήστε με –

μην τραβάτε το σακάκι μου

και τα χέρια μου,

δε γυρνάω εγώ στο σπίτι.

 

Μια νεράιδα στα καλάμια,

μια λάμια,

κόβει το φεγγάρι

πάνω στ’ άσπρο γόνα της

να δειπνήσουμε.

 

Κάτου απ’ τα ψηλά πλατάνια,

με των άστρων το λαρδί

τηγανίζει λουλουδάκια.

Άλλο σπίτι εγώ δεν έχω,

απ’ τον κόσμο τον φαρδύ.

Αφήστε με.

 

Μετά την ανάγνωση του ποιήματος από την πρώτη εκ των συγγραφέων (Ηλία Ελένη), που είχε αποκλειστικά την ευθύνη υλοποίησης στην πράξη της πρότασης, οι μαθητές κλήθηκαν να γράψουν ένα δικό τους πεζό κείμενο που να σχετίζεται με το ποίημα. Ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μαθητή νηπιαγωγείου:

Αυτός που του τραβάγανε το σακάκι ήταν μαθητής στην πρώτη τάξη. Εκείνη την ώρα γυρνούσε από το σχολείο του. Οι φίλοι του τον τραβούσαν και δεν τον άφηναν να γυρίσει σπίτι του, γιατί ήθελαν να πάνε να πάρουν τετράδια σ’ ένα περίπτερο. Κι αυτό το παιδάκι δεν είχε χρήματα, ήταν φτωχό, γι’ αυτό ήθελε να γυρίσει σπίτι του. Τελικά τους ξέφυγε και πήγε στο σπίτι που ήταν οι γονείς του και έφαγε μακαρόνια.(Σταμάτης)

Η αφήγηση ενός άλλου μαθητή που ακολουθεί, επικεντρώνεται αντίθετα στο πρόσωπο της νεράιδας:

Η νεράιδα κάθεται έξω, στην Αμερική. Έχει λουλούδια εκεί και δέντρα. Ανεβαίνει πάνω σ’ ένα δέντρο, γιατί είδε τη γάτα της που είχε ανέβει εκεί και ήθελε να την κατεβάσει να παίξουν κάτω μαζί. Η γάτα κατέβηκε κι έπαιξαν κρυφτό. Και η νεράιδα δεν μπορούσε να βρει τη γάτα, που είχε μπει σε μια καλή κρυψώνα. Η γάτα μετά από ώρα γύρισε μόνη της κοντά στη νεράιδα που είχε καθίσει εκεί που ήταν πρώτα.(Παντελής)

Ένα κλειδί που βρήκαν τα νήπια μέσα στο καλάθι με τα δώρα, ήταν το ερέθισμα για τη δημιουργία του επόμενου κειμένου:

Αυτό είναι το κλειδί μιας ντουλάπας, πολύ μεγάλης. Έχει μέσα ρούχα μεγάλα, γιατί αυτός που τα φοράει είναι πολύ ψηλός, είναι γίγαντας. Ζει σ’ ένα βιβλίο με παραμύθια. Είναι καλός γίγαντας, βοηθάει τους ανθρώπους, τους δίνει χρήματα για να ψωνίζουν. Έχει πολλά καλά ρούχα. Ο κόσμος τον φωνάζει «γίγαντα», δεν έχει άλλο όνομα. Δεν τον φοβούνται, γιατί τον ξέρουν ότι είναι καλός. Έχει πολύ μεγάλο σπίτι που είναι μπλε. Μένει μόνος του. Πηγαίνει όμως κι ένας άλλος γίγαντας που είναι φίλος του και τον επισκέπτεται. Παίζουν μπουνιές για να διασκεδάσουν και νικάει ο φίλος του, ο άλλος γίγαντας δηλαδή. (Αντρέας)

Ολοκληρώνουμε την παράθεση των κειμένων με μια παιδική αφήγηση αναφορικά με ένα κότινο, που βρέθηκε στο «καλάθι με τα δώρα». Η αφήγηση αυτή έχει συμπεριληφθεί στο θεατρικό δρώμενο που παρουσίασαν τα νήπια κατά την εφετινή σχολική χρονιά (2003-2004).

Μια μαμά έφτιαξε στο παιδί της ένα στεφάνι αγριελιάς και το κρέμασε σ’ ένα δέντρο, για να το φορέσει όταν μεγαλώσει και γίνει Ολυμπιονίκης. Φύσηξε όμως δυνατά κι ο άνεμος έφερε τον κότινο μέσα στο καλάθι μας με τα δώρα. Έτσι το αγόρι όταν γίνει Ολυμπιονίκης στη σφαίρα, δεν θα τον έχει να τον φορέσει. Τον κότινο θα τον φοράμε εμείς όταν νικάμε στις ιστορίες. Κι έτσι όλοι μας θα γίνουμε Ολυμπιονίκες. (Ελισάβετ)

Συμπεράσματα

Επιχειρώντας να διατυπώσουμε τα συμπεράσματα από τη συγκεκριμένη διδακτική απόπειρα, θα τονίζαμε καταρχάς την πρόθυμη, καθολική και ενθουσιώδη συμμετοχή των μαθητών, καθώς και τις εντυπωσιακά αξιόλογες επιδόσεις τους. Η απόλαυση που προσφέρει η συγκεκριμένη διδακτική προσέγγιση διαφαίνεται επίσης από το γεγονός ότι συχνά τα νήπια την ενέτασσαν στο ελεύθερο παιχνίδι τους. Κάποιο δηλαδή παρουσίαζε στα υπόλοιπα ένα ήδη οικείο λογοτέχνημα ή αντικείμενο και στη συνέχεια ακολουθούσαν οι συνηθισμένες εμψυχωτικές δραστηριότητες. Το παιχνίδι εξελισσόταν με τη διατύπωση των γνωστών σταθερών ερωτήσεων και με την καταγραφή των αφηγήσεων από εκείνον που υποδυόταν τον εμψυχωτή. Όταν η διαδικασία πραγματοποιόταν με πρωτοβουλία των νηπίων στον ελεύθερο χρόνο τους, η συμμετοχή τους διακρινόταν πάντα από την ίδια υπευθυνότητα την οποία εμφάνιζαν και στην περίπτωση που αυτή συνιστούσε μέρος του διδακτικού προγράμματος.

Στις παιδικές αφηγήσεις συναντώνται σταθερά τα βασικά στοιχεία, δηλαδή το χωροχρονικό πλαίσιο, οι ήρωες, το πρόβλημα που καλούνται να αντιμετωπίσουν και η δράση τους για να το ξεπεράσουν (Ματσαγγούρας 2001: 273). Αυτό επιτυγχάνεται καθώς οι σταθερά επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις της εκπαιδευτικού στο προηγούμενο στάδιο έχουν αφομοιωθεί από τους μαθητές, που τις θεωρούν πλέον αναμενόμενες, με αποτέλεσμα να λειτουργεί αυτομάτως η σκέψη τους. Πέρα όμως από τα βασικά, με την πάροδο του χρόνου τα παιδικά κείμενα εμπλουτίζονται διαρκώς με νέα λεξιλογικά, διακειμενικά ή άλλα στοιχεία (Ματσαγγούρας 2001: 315-318), ως συνέπεια της επαφής των μαθητών με τα διάφορα λογοτεχνήματα και γενικότερα της διευρυνόμενης γνωστικής εμπειρίας τους.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι μια μικρή μαθήτρια εμφανίζει τον ήρωα Ρούνι-Ρούνι από το έργο του Ευγένιου Τριβιζά «Τα τρία μικρά λυκάκια» (εκδ. Μίνωας)[iv] να χορεύει την «Καραγκούνα» στο γάμο των χελιδονιών που συνιστούν τα βασικά αφηγηματικά πρόσωπα του βιβλίου της Κατερίνας Αναγνώστου «Μια φορά μια φωλιά» (εκδ. Μίνωας).[v] Το συγκεκριμένο περιστατικό θυμίζει την ταραντέλα που χόρεψε ο ίδιος ο ήρωας στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του Τριβιζά, επηρεασμένος από το άρωμα του λουλουδόσπιτου που έμεναν τα λυκάκια. Σύμφωνα με άλλο κοριτσάκι, τα χελιδόνια-ήρωες της Αναγνώστου πήραν από το ρυάκι για να χτίσουν το σπιτικό τους «όση λάσπη ήθελαν κι ακόμα παραπάνω». Αντίστοιχα, στο έργο του Τριβιζά το καγκουρώ είχε χαρίσει στα λυκάκια «όσα τούβλα θέλανε και τρία παραπάνω», για να χτίσουν το πρώτο τους σπίτι, ενώ το φλαμίνγκο τους πρόσφερε «όσα λουλούδια θέλανε κι ακόμα παραπάνω», προκειμένου να κατασκευάσουν ένα λουλουδόσπιτο. Επιπλέον, στην αφήγηση της ίδιας μαθήτριας τα χελιδόνια γκρέμισαν μ’ ένα μεγάλο σφυρί την Τράπεζα που είχαν οι κίσσες, για να δανείζουν ιδρώτα στ’ άλλα πουλιά με υπέρογκα ανταλλάγματα, κι έφτιαξαν στα ερείπια πολλές χελιδονοφωλιές. Θυμίζουμε ότι κατά τον Τριβιζά το πρώτο σπίτι που έμεναν τα λυκάκια, το γκρέμισε ο Ρούνι-Ρούνι, χρησιμοποιώντας «ένα πελώριο σφυρί».

Ολοκληρώνουμε με την ελπίδα ότι η συγκεκριμένη διδακτική απόπειρα θα συμβάλλει σε κάποιο βαθμό στο ν’ αναδειχθεί ο ρόλος της φαντασίας και της προσωπικής έκφρασης των προσωπικών στοιχείων εκπαιδευτικών και μαθητών, στην επιτυχία της γλωσσικής διδασκαλίας κατά την πρώτη παιδική ηλικία, συνιστώντας έτσι πρόκληση για ανάλογους πειραματισμούς.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i]     Ο Μ. Riffarterre διευκρινίζει ότι η ερμηνεία του λογοτεχνικού έργου δεν θα πρέπει να επιδιώκει να διαλύσει την αμφιλογία που ενυπάρχει στη λογοτεχνική γραφή, εφόσον όλες οι λέξεις είναι πολυσημικές («Η εξήγηση των λογοτεχνικών φαινομένων», Συνέδριο του Σεριζί: Η διδασκαλία της λογοτεχνίας, μτφρ. Ι.Ν. Βασιλαράκης, εκδ. Επικαιρότητα, σ. 145). Αντίστοιχα στο ίδιο συνέδριο ο Roland Barthes κάνει λόγο για την ανάγκη αναγνώρισης των δικαιωμάτων της πολυσημίας στη διδασκαλία της λογοτεχνίας («Σκέψεις πάνω σ’ ένα εγχειρίδιο», ό.π., σ. 82) ενώ και ο J. Alter υποστηρίζει ότι το ενδιαφέρον που παρουσιάζει οποιοσδήποτε συγγραφέας έγκειται ακριβώς στη δυνατότητα του έργου του να εμπνεύσει διαφορετικές ερμηνείες («Προς τι η διδασκαλία της λογοτεχνίας;» ό.π., σ. 72).

[ii]     Βλ. σχετικά το δημοσίευμα της Ελένης Α. Ηλία «Ο Ωκεανός της Φαντασίας» στον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Παιδικού Βιβλίου 2003» στο περιοδικό Λαμπηδόνα του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Ασπροπύργου, τχ. 28 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2003),    σ. 30.

[iii]    Αναφέρουμε ενδεικτικά τα δημοσιεύματα της Ελένης Α. Ηλία:

α) «Η ανταπόκριση των μικρών παιδιών σε λογοτεχνικά κείμενα στο πλαίσιο εκπαιδευτικών παιγνιωδών δραστηριοτήτων» που περιλαμβάνεται στον τόμο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς με το γενικό τίτλο: Περιπλανήσεις στην Παιδική Λογοτεχνία. Μελετήματα των εκδόσεων Ακρίτας, σσ. 81-104,

β) «Μαθητές–δημιουργικοί αναγνώστες στο πλαίσιο μιας απόπειρας διδασκαλίας της λογοτεχνίας στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση», στον τόμο: Η Λογοτεχνία Σήμερα. Όψεις, Αναθεωρήσεις, Προοπτικές, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2004, σσ. 331-336,

γ) «Σύγχρονες παιδικές αναγνώσεις ποιημάτων του Σολωμού, Βιζυηνού, Παπαντωνίου, Αθάνα, Ρίτσου», Λαμπηδόνα, τχ. 32 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2004), σσ. 22-28,

δ) «Τα παιδιά διαβάζουν λογοτεχνικά κείμενα» στα τεύχη 23, 24, 25 και 26 της Λαμπηδόνας, σσ. 26-30, 23-30, 23-29 και 24-28 αντίστοιχα,

ε)  «Τα παιδιά – αναγνώστες και οι λογοτεχνικοί ήρωες των έργων του Μαξ Βέλθουις: Ο Βάτραχος το Χειμώνα – Ο Βάτραχος και ο Ξένος», Λαμπηδόνα, τχ. 21, σσ. 28-30,

στ) «Με τα γυαλιά της Φαντασίας και το μαγικό εισιτήριο. Παιδικές λογοτεχνικές αναγνώσεις», που φιλοξενήθηκε στη στήλη «Το βιβλίο στην τάξη» του περιοδικού Παράθυρο στην εκπαίδευση του παιδιού, στα τεύχη 15 (Μάιος – Ιούνιος 2002), σσ. 191-193 και 16 (Ιούλιος – Αύγουστος 2002), σσ. 45-47,

ζ) «Παρέα με τους ήρωες των βιβλίων: Λογοτεχνικές προσεγγίσεις στο Νηπιαγωγείο», Σύγχρονο Νηπιαγωγείο, τχ. 27 (Μάιος – Ιούνιος 2002), σσ.  20-22),

η) «Μαγικές εικόνες. Μια εφαρμοσμένη πρόταση για τη διδασκαλία της ποίησης σε μικρά παιδιά» του περιοδικού Εκπαιδευτική Κοινότητα, τχ. 61 (Φεβρουάριος-Απρίλιος 2002), σσ. 21-23.

[iv]  Το έργο «Τα τρία μικρά λυκάκια», που στηρίζεται στην ανατροπή του παλιότερου παραμυθιού «Τα τρία γουρουνάκια», παρουσιάζει τις μάταιες προσπάθειες τριών αδερφών-λύκων να προστατευτούν από το γουρούνι Ρούνι-Ρούνι, το οποίο θεωρούν εχθρό τους βασισμένα στις υποδείξεις της μητέρας τους. Ενώ λοιπόν τα λυκάκια χτίζουν όλο και πιο γερά σπίτια –πρώτα με τούβλα, έπειτα με τσιμέντο και στη συνέχεια με ατσάλι–, για να κρατούν μακριά τους το γουρούνι Ρούνι-Ρούνι, εκείνο βρίσκει πάντα τον τρόπο να τους τα καταστρέφει, επιδιώκοντας την επαφή μαζί τους, το τέλος της απομόνωσής του. Όταν όμως τα λυκάκια αποφασίζουν τυχαία να κατοικήσουν σ’ ένα λουλουδόσπιτο, ο Ρούνι-Ρούνι εκδηλώνει την τρυφερότητά του κι έτσι συμφιλιώνονται μαζί του.

[v]     Πρόκειται για την ιστορία δύο ερωτευμένων χελιδονιών, που ετοιμάζουν το σπιτικό τους. Το γεράκι, το φίδι, ο βάτραχος και οι κίσσες, προκειμένου να διαθέσουν το χώρο και τα υλικά που τα χελιδόνια χρειάζονται για να χτίσουν τη φωλιά τους, ζητούν ως αντάλλαγμα τεράστιες ποσότητες ιδρώτα και δακρύων, οδηγώντας τα σε απόγνωση. Ωστόσο τελικά τα χελιδόνια κατορθώνουν με τη βοήθεια των φίλων τους να τους εκδιώξουν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνόγλωσση

Alter Jean, (1985) «Προς τι η διδασκαλία της λογοτεχνίας;», Συνέδριο του Σεριζί: Η διδασκαλία της λογοτεχνίας, μτφρ. Ι. Ν. Βασιλαράκης (σσ. 63-74).  Αθήνα: Επικαιρότητα

Barthers Roland (1985). «Σκέψεις πάνω σ’ ένα εγχειρίδιο», ό.π., (σσ. 75-83).

Ηλία Ελένη, Α. (2003) «Η ανταπόκριση των μικρών παιδιών σε λογοτεχνικά κείμενα στο πλαίσιο εκπαιδευτικών παιγνιωδών δραστηριοτήτων», Περιπλανήσεις στην Παιδική Λογοτεχνία. Μελετήματα, Γ.Λ.Σ.,

Αθήνα: Ακρίτας

Ηλία Ελένη, Α. (2004). «Μαθητές-δημιουργικοί αναγνώστες στο πλαίσιο μιας απόπειρας διδασκαλίας της λογοτεχνίας στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση». Η Λογοτεχνία Σήμερα. Όψεις, Αναθεωρήσεις, Προοπτικές. Πρακτικά Συνεδρίου, Αθήνα, 29, 30 Νοεμβρίου – 1 Δεκεμβρίου 2002, επιμ. Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου (σσ.  331-336). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Καλλέργης Ηρακλής, Εμμ. (1995). Προσεγγίσεις στην Παιδική Λογοτεχνία. Αθήνα: Καστανιώτης.

Κουλουμπαρίτση, Α. Χ. (2003). Η Κατανόηση στο Αναλυτικό Πρόγραμμα, τα Σχολικά Βιβλία και τη Διδακτική Πράξη: Συστημική Συσχέτιση κι Αξιολόγηση. Αθήνα: Γρηγόρης.

Ματσαγγούρας, Η. Γ. και Κουλουμπαρίτση, Α. Χ. (1999). Ένα Πρόγραμμα Διδασκαλίας της Κριτικής Σκέψης: Θεωρητικές Αρχές και Εφαρμογές στην Παραγωγή του Γραπτού Λόγου, Ψυχολογία, 6(3): 299-396.

Ματσαγγούρας Ηλίας, Γ. (2001). Η Σχολική Τάξη, τ. Β’: Κειμενοκεντρική Προσέγγιση του γραπτού λόγου. Αθήνα

Μπενέκος Αντώνης, Π. (21981). Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Ένας σταθμός στην Παιδική Λογοτεχνία. Αθήνα: Δίπτυχο.

Ποσλανιέκ Κριστιάν (1992). Να δώσουμε στα παιδιά την όρεξη για διάβασμα, μτφρ. Στ. Αθήνη. Αθήνα: Καστανιώτης.

Riffaterre Michael (1985). «Η εξήγηση των λογοτεχνικών φαινομένων». Συνέδριο του Σεριζί, ό.π., (σσ. 135-164).  Αθήνα: Επικαιρότητα.

Χουιζίνγκα Γιόχαν (1989). Ο άνθρωπος και το παιχνίδι, μετφρ. Σ. Ροζάκης – Γ. Λυκιαρδόπουλος. Αθήνα: Γνώση

 

Ξενόγλωσση

Booth Wayne, C. (21987). The Rhetoric of Fiction. Middlesex: Penguin Books.

Iser Wolfgang, (21991). The Act of Reading. A theory of Aesthetic Response. Baltimore and London: Th Johns Hopkins University Press.

Iser Wolfgang (51990). The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fiction from Bunyan to Beckett. Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Abstract

The present paper concerns an educational suggestion based on Genre Approach. According to this, teacher encourages children of four to seven years old to write step bye step their first texts, using everyday in the class a variety of enjoyable, animated activities, with reference to poems, picture books, other works of art and several daily things. Moreover, learners’ texts are published and are included in school performances. The expression of children’ personal thoughts, beliefs, emotion are making them more imaginative, conscious of themselves and enable to get a better view of the other members of the class. So, classmates communicate better with each other.     Some pupils’ texts are also included in the paper, in order to make the effectiveness of this suggestion cleaner.

 

ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ  ΜΕ  ΤΟΥΣ  «ΑΤΑΧΤΟΥΣ»  ΣΤΙΧΟΥΣ (Εισήγηση σε διεθνές συνέδριο/δημοσιευμένο άρθρο)

ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ  ΜΕ  ΤΟΥΣ  «ΑΤΑΧΤΟΥΣ»  ΣΤΙΧΟΥΣ :  Η  ΣΥΜΒΟΛΗ  ΕΝΟΣ               ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΟΥ  ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ  ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ  ΠΟΙΗΣΗΣ ΣΤΗ   ΓΛΩΣΣΙΚΗ  ΑΝΑΠΤΥΞΗ.

Ελένη  Α.  Ηλία

Η εισήγηση παρουσιάστηκε στο διεθνές συνέδριο «Αναδυόμενος γραμματισμός. Έρευνα και εφαρμογές», που πραγματοποιήθηκε 19-20 Οκτωβρίου 2007 στο Ρέθυμνο. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαδρομές, τχ. 91, 2008, σσ. 28-52.

                                                                                             

 Εισαγωγή                                                                                                   

             Στην εισήγησή μας παρουσιάζουμε τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες που σχεδιάσαμε και εφαρμόσαμε κατά την περασμένη διδακτική χρονιά σε δημόσιο νηπιαγωγείο[1], στο πλαίσιο του αναδυόμενου γραμματισμού. Μέσα δηλαδή από καθημερινές εμπειρίες των νηπίων με τον προφορικό και το γραπτό λόγο επιδιώκουμε την προετοιμασία τους για την κατάκτηση της αναγνωστικής ικανότητας και της γραφής (Παπούλια-Τζελέπη, Φτερνιάτη, Θηβαίος, 2006: 13-14) . Στα νέα αναλυτικά προγράμματα της προσχολικής εκπαίδευσης αποδίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα στη γλωσσική ανάπτυξη των μαθητών και πιο συγκεκριμένα αφενός στην καλλιέργεια της προφορικής έκφρασης και ειδικότερα της αφηγηματικής ικανότητάς τους και αφετέρου στην ανάπτυξη της έννοιας του γραπτού λόγου (ΔΕΠΠΣ, 2002: 10, 13-14). Οι πρωτεύοντες αυτοί στόχοι  επιδιώκεται στην περίπτωσή μας να επιτευχθούν μέσα από μια διδακτική προσέγγιση της οποίας  η αποτελεσματικότητα  μεγιστοποιείται με τη συστηματική αξιοποίηση των χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων της νηπιακής ηλικίας. Αναφέρομαι καταρχάς κυρίως στην ανάγκη των μικρών παιδιών για παιχνίδι ως μέσου  μάθησης του εαυτού τους, ανακάλυψης του περιβάλλοντος και προσωπικής έκφρασης κι επικοινωνίας (ΥΠΕΠΘ-Π. Ι. ,2006: 26-29).

Στο εν λόγω πρόγραμμα  χρησιμοποιήθηκαν  λογοτεχνικά κείμενα, καθώς η δυνατότητά τους να φορτίζουν συγκινησιακά τον αναγνώστη και συνακόλουθα να του προκαλούν βιώματα (Iser 1990: 30, 32, 38-39,41,104, 233, 281, 283-284, 291 και 1991: 9, 18, 21, 67), τα καθιστά το ισχυρότερο παιδαγωγικό μέσο. Συγκεκριμένα επιλέξαμε σύντομα αποσπάσματα δημοτικών τραγουδιών, που προέρχονται στο σύνολό τους από τη συλλογή του Νικολάου Γ. Πολίτη Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού Λαού, καθώς είναι η ευρύτερα διαδεδομένη[2]. Επισημαίνουμε δε ότι το δημοτικό τραγούδι ειδικότερα, προτιμήθηκε για αυτό το πρόγραμμα, χάρη στην αναμφισβήτητη λογοτεχνική αξία του, που έχει συναρπάσει την παγκόσμια πνευματική κοινότητα (Πολίτη, 1985: 102 και Μαλεβίτση: 12-14). Ο δημιουργός του, ο ανώνυμος, αναλφάβητος κάτοικος της υπαίθρου, εμπνεόμενος από το φυσικό περιβάλλον, εκφράζει με το τραγούδι αυτό την προσωπική του συγκίνηση και φαντασία αναφορικά με την υπαρξιακή αγωνία, την αγάπη για τη ζωή, την οδύνη για το θάνατο (Vitti, 1987: 169, 172, Πολίτη, 1985: 101 και Μαλεβίτση: 79-80), χρησιμοποιώντας το λυρισμό, το μελαγχολικό τόνο, την υπερβολή, την επανάληψη και κυρίως την εμπλοκή και προσωποποίηση του φυσικού κόσμου (Πολίτης, 1985: 104, 106, 109,110, 113, 115, Vitti, 68,167,168, Μιχαήλ-Δέδε, 1994: 5, 50 και Ηλία, 2006: 14-16).

Τα αποσπάσματα έκτασης ενός ή δύο στίχων όπου επικεντρωθήκαμε, προτιμήθηκαν με γνώμονα την εικονοπλαστική τους δύναμη[3] και τη νοηματική τους αυτοτέλεια, προκειμένου να λειτουργήσουν ως ερέθισμα της φαντασίας των νηπίων για την παραγωγή πρωτότυπων αφηγηματικών κειμένων. Κατά την παρουσίασή τους στους μικρούς μαθητές, τα αποκαλούμε «άταχτους» στίχους, επειδή όπως αναφέρουμε έχουν ξεφύγει από τη φυσική τους θέση σε κάποιο δημοτικό τραγούδι. Με το χειρισμό αυτό επιδιώκουμε να προσελκύσουμε το ενδιαφέρον των νηπίων, εφόσον η ροπή προς τη σκανταλιά χαρακτηρίζει τον παιδικό τρόπο σκέψης  κι η προσωποποίηση  εμφανίζεται συχνότατα στον παιδικό λόγο.

Έναν επιπλέον παράγοντα που συντέλεσε στην επιλογή μας, συνιστά το γεγονός ότι το Δημοτικό τραγούδι μεταδιδόταν με συνδυασμό λόγου, μουσικής και χορού, οπότε στηρίζεται κατά πολύ στο στοιχείο του ρυθμού. Θα μπορούσαμε συνεπώς να το χαρακτηρίσουμε ιδανικό για τη νηπιακή ηλικία όπου εδώ απευθυνόμαστε, εφόσον η προσέγγισή του συγκεκριμένου είδους  επιβάλλει την ολόπλευρη συμμετοχή του προσώπου.

Μεθόδευση

Ως προς τη μεθόδευση που ακολουθούμε σχετικά με την επίτευξη των προαναφερόμενων στόχων, σημειώνουμε καταρχάς ότι κάθε εβδομάδα επιλέγονται διαφορετικοί «άταχτοι» στίχοι.  Στο πλαίσιο της γενικότερης επιδίωξής μας να διαμορφώσουμε πλούσιο σε ερεθίσματα γραπτού λόγου περιβάλλον (Τάφα, 2001),  τα νήπια βρίσκουν αναρτημένους τους στίχους αυτούς στον πίνακα ανακοινώσεων. Η πρώτη ανάγνωσή τους γίνεται από το δάσκαλο και στη συνέχεια επαναλαμβάνονται αρκετές φορές ομαδικά ενώ κρατάμε το ιαμβικό μέτρο με τα κρουστά όργανα της ορχήστρας του Orff είτε κάνουμε ταυτόχρονα κοινό βηματισμό ή άλλες κινήσεις. Με τη συμβολή της ρυθμικής αγωγής οι μαθητές όχι μόνο βιώνουν τον παραδοσιακό τρόπο χρήσης των δημοτικών τραγουδιών αλλά και διευκολύνονται στο σύνολό τους στην αφομοίωση των στίχων.

Καθώς η αφομοίωση των επιλεγμένων στίχων συνεισφέρει σημαντικά στη μύηση των νηπίων στο λογοτεχνικό φαινόμενο και κατά συνέπεια  τόσο στην αισθητική όσο και στη λεκτική τους καλλιέργεια, τους αξιοποιούμε και κατά την τρέχουσα χρονιά ως μέσο εμψύχωσης στο πλαίσιο άλλου εκπαιδευτικού προγράμματος. Αναλυτικότερα, διδάσκοντας το κλασικό έργο «Η Πεντάμορφη και το Τέρας»[4] της Ζαν-Μαρί Λεπρένς ντε Μπομόν, οι μαθητές προκειμένου να εισέλθουν στην ιστορία και να αναφερθούν σε δικής τους επινόησης μεταμορφώσεις των ηρώων της, χρειάζεται να ψιθυρίσουν κάποια «μαγικά» λόγια, που βρίσκουν γραμμένα σε χαρτί  τοποθετημένο ανάμεσα στις σελίδες του παραμυθιού και τα οποία αλλάζουν σε κάθε αφηγηματικό επεισόδιο. Πρόκειται για στίχους ή δίστιχα από δημοτικά τραγούδια της Αγάπης, της Ξενιτιάς, Μοιρολόγια, Νανουρίσματα και Γνωμικά. ΄Ετσι έχουν όλα τα νήπια ισχυρότατο κίνητρο να αποστηθίσουν τους μεμονωμένους στίχους, προκειμένου να τους προφέρουν για να  συμμετέχουν στη δραστηριότητα.

Ας επανέλθουμε τώρα στο πρόγραμμα των «άταχτων στίχων», όπου μετά την παρουσίαση των στίχων κάθε παιδί επιχειρεί να αφηγηθεί μια διαφορετική, πρωτότυπη ιστορία σε σχέση με αυτούς. Σχετικά με τη διαδικασία της αφήγησης ακολουθούμε ορισμένα στάδια, σύμφωνα με τη διδακτική αρχή της φθίνουσας καθοδήγησης, που εφαρμόζεται στα κειμενοκεντρικά μοντέλα διδασκαλίας (Ματσαγγούρας, 2001: 180-182). Αναλυτικότερα, ο δάσκαλος θέτει αρχικά στο μαθητή αρκετές γενικές ή ειδικότερες ερωτήσεις που αφορούν στο υποκείμενο και στο χωροχρονικό πλαίσιο της δράσης του, στην αιτιολόγησή της, στην αλληλουχία των γεγονότων κ. ά., προκειμένου να τον κατευθύνει  στη δόμηση του κειμένου του. Ο αριθμός των ερωτήσεων περιορίζεται με την πάροδο του χρόνου, στο βαθμό που αυξάνεται η αφηγηματική ικανότητα του ερωτώμενου.

Τα ατομικά κείμενα που προκύπτουν καταγράφονται από το δάσκαλο, ο οποίος μετά την ολοκλήρωσή τους τα διαβάζει στην τάξη για την τελική έγκρισή τους από τους συντάκτες τους. Τα νήπια γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι η ακριβής καταγραφή των κειμένων τους εξυπηρετεί τη μελλοντική αξιοποίησή τους σε ανοιχτές θεατρικές παραστάσεις που θα δώσουν τα ίδια και σε αντίστοιχες εκδόσεις, όπως αυτές που ήδη υπάρχουν στη βιβλιοθήκη από ανάλογες δραστηριότητες προηγούμενων ετών[5].

Σε αρκετές περιπτώσεις μετά από τη δημιουργία ιστοριών αναφορικά με μεμονωμένους στίχους, προχωρούμε στην ανάγνωση ολόκληρου του ποιήματος από όπου αυτοί προέρχονται. Όταν πρόκειται για κάλαντα ή για κλέφτικα τραγούδια, τα εντάσσουμε μάλιστα στις σχολικές εκδηλώσεις που πραγματοποιούμε σύμφωνα με την επικαιρότητα, για τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς και την επέτειο της 25ης Μαρτίου αντίστοιχα.

Κατά την ολοκλήρωση του προγράμματος προέκυψε μία θεατρική παράσταση με στόχο την ανάδειξη της δημιουργικής σκέψης και έκφρασης των νηπίων. Προκειμένου να φωτίσουμε τις επιδόσεις τους αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, τις προσδοκίες, τις εμπειρίες τους κ.λπ., όπως διαφαίνονται μέσα από τις αφηγήσεις τους, οδηγηθήκαμε στην ακόλουθη αφηγηματική εκδοχή, την οποία παρουσιάσαμε βέβαια αρχικά στους ίδιους τους μαθητές ως πρόταση πριν προχωρήσουμε συλλογικά στην προετοιμασία της παράστασης. Σύμφωνα λοιπόν με την υπόθεση του παραμυθιού μας ο βασιλιάς και η βασίλισσα ενός τόπου διαφωνούσαν μεταξύ τους για το αν θα έπρεπε να επιλεγεί ο διάδοχος του θρόνου με κριτήριο τη σωματική δύναμη ή την ομορφιά. Συγκάλεσαν τότε το συμβούλιο των σοφών που τους υπέδειξε όλοι οι νέοι της περιοχής να διαγωνιστούν στη δημιουργία ιστοριών, με ερέθισμα στίχους από τα τραγούδια του λαού. Η δοκιμασία τους  απέβλεπε στην αναζήτηση του πιο καλόψυχου και ευφυέστερου, καθώς με βάση αυτά τα στοιχεία θεωρούσαν οι σοφοί ότι πρέπει να κριθεί ο ικανότερος να κυβερνήσει την περιοχή. Από το διαγωνισμό  οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι όλοι είναι εξίσου καλοί και συνετοί και κατά συνέπεια κατάλληλοι να κυβερνήσουν. ΄Ετσι κανένας πλέον δεν είχε λόγο να ανησυχεί για το μέλλον αυτού του τόπου.

Στο συγκεκριμένο πλαίσιο εντάξαμε δεκαέξι αφηγήσεις νηπίων, για ισάριθμους άταχτους  στίχους από τους είκοσι που διδάξαμε συνολικά, τις οποίες παρουσίασαν οι δεκαέξι μαθητές που υποδύθηκαν τους υποψηφίους. Τα υπόλοιπα νήπια μοιράστηκαν τους ρόλους των σοφών, του βασιλιά και της βασίλισσας.

Αποτελέσματα

 

Ως προς τα αποτελέσματα του εν λόγω εμψυχωτικού προγράμματος, θα επικεντρωθούμε σε τρία νήπια και θα παρακολουθήσουμε την εξέλιξή τους[6]. Πρόκειται καταρχάς για την Ερασμία, η οποία φοιτά  στο νηπιαγωγείο για δεύτερη χρονιά. Πέρσι συμμετείχε σε σχετικές δραστηριότητες αναφορικά με το έργο του Εξυπερύ «Ο Μικρός Πρίγκιπας» ενώ έχει προηγηθεί και η εμπλοκή τής κατά ένα χρόνο μεγαλύτερης αδερφής της σε αντίστοιχο πρόγραμμα του νηπιαγωγείου μας. Επίσης, θα αναφερθούμε στην Αλεξάνδρα, που την προηγούμενη χρονιά ήταν σε παιδικό σταθμό. Είναι παιδί νηπιαγωγού και μαθήτρια με άριστες επιδόσεις σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα. Τέλος, θα σταθούμε στο Στέλιο, ο οποίος παρακολουθεί για πρώτη χρονιά πρόγραμμα προσχολικής αγωγής. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε  ως το μαθητή με τη χαμηλότερη επίδοση και τη μικρότερη συγκέντρωση προσοχής σε όλες τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Κανένας δε από τους γονείς του Στέλιου δεν έχει ολοκληρώσει την υποχρεωτική εκπαίδευση.

Την πρώτη περίοδο της διδασκαλίας, έως δηλαδή τις διακοπές των Χριστουγέννων, οι άταχτοι στίχοι προέρχονται από κάλαντα, που χρησιμοποιούμε στη συνέχεια για τη χριστουγεννιάτικη γιορτή. Τα δύο κορίτσια παράγουν κείμενα με συνεκτικό νόημα από την έναρξη του προγράμματος, τα οποία παραθέτουμε εδώ περιληπτικά, σε ελεύθερη απόδοση. Η Αλεξάνδρα για τους στίχους      «Το καρτεράει ο δάσκαλος με μια χρυσή βεργούλα,

                    Το καρτεράει η δασκάλισσα με δυο κλωνάρια μόσκο»

αναφέρει πως η αυξημένη κυκλοφορία στους δρόμους της Αθήνας γίνεται αιτία για την άφιξη του σχολικού λεωφορείου με υπερβολική καθυστέρηση, με αποτέλεσμα τα παιδάκια να χάσουν το μάθημα. Η ίδια μαθήτρια επίσης με αφορμή το δίστιχο

«Η στράτα ρόδα γέμισε κι η εκκλησιά το μόσκο

                                 Κι από το μόσκο τον πολύ οι τοίχοι ραγιστήκαν»

κάνει λόγο για δύο αδέρφια που περνώντας με το αυτοκίνητο που οδηγεί ο μπαμπάς τους από ένα ανθισμένο περιβόλι, σταματούν για να μυρίσουν τα λουλούδια. Επειδή όμως τα παιδιά είναι αλλεργικά, αρχίζουν να βήχουν δυνατά και οδηγούνται στο γιατρό. Το δε αντίστοιχο κείμενο της Ερασμίας  αναφέρεται σε ένα κοριτσάκι το οποίο μυρίζει το υπέροχο άρωμα των λουλουδιών που κοσμούν την εικόνα του Χριστούλη και εύχεται να ζωντανέψει κι εκείνος για να το απολαύσει.

Τον Ιανουάριο ξεκίνησαν οι παιδικές αφηγήσεις με ερέθισμα αποσπάσματα από κλέφτικα τραγούδια. Το κείμενο της Ερασμίας αναφορικά με το στίχο

«Κι ακούω τα δέντρα και βογγούν και τις οξιές και τρίζουν»

είναι αισθητά εκτενέστερο από τα προηγούμενα, εξίσου δε  εύστοχο και ευφάνταστο. Σύμφωνα με τη μαθήτρια ο άνεμος φέρνει ένα κοριτσάκι στο δάσος, όπου όλα τα δέντρα έχουν γεμίσει φρούτα. Εκεί συναντά μια γυναίκα που νομίζει πως είναι η καλή νεράιδα και την ακολουθεί στο σπίτι της. Απ’ όπου περνούν τα δέντρα βογγούν, γιατί τα μαγεύει η γυναίκα που είναι η κακιά μάγισσα, όμως το κοριτσάκι δεν μπορεί να τ’ ακούσει. Την αλήθεια την καταλαβαίνει μόνο όταν φτάνουν στο σπίτι της μάγισσας, γιατί βλέπει παντού  μαγικά αντικείμενα. Κάποτε, την ώρα που η μάγισσα θα κοιμάται, το κοριτσάκι θα ξεφύγει και με τη βοήθεια του ανέμου θα βρεθεί και πάλι στο σπίτι του.

Από την ίδια χρονική περίοδο η αφήγηση της Αλεξάνδρας που θα σταθούμε, προέρχεται από τους στίχους                 «Φύσα βοριά, φύσα θρακιά, για ν’ αγριέψει η λίμνη»

κι αναφέρεται σ’ ένα αγόρι το οποίο δεν έφαγε στο σχολείο το φαγητό του κι μαμά του το πήγε μια βόλτα με τη βάρκα στην τρικυμισμένη λίμνη. Όταν επέστρεψαν στο σπίτι τους, το παιδί είχε πεινάσει  πάρα πολύ κι έτσι άδειασε το πιάτο του.

Στο τέλος περίπου του Φεβρουαρίου κατορθώνει για πρώτη φορά ο Στέλιος να παράγει   συγκροτημένες και ενδιαφέρουσες αφηγήσεις και εξακολουθεί σταθερά να βελτιώνεται έως το τέλος της δραστηριότητας. Ενδεικτικά αναφερόμαστε στο κείμενό του που προέκυψε από το στίχο

«Ο κούκος φέτος δε λαλεί ούτε και θα λαλήσει».

Ο μαθητής αποδίδει τη σιωπή του κούκου στον τρόμο που του προξένησε η θέα ενός ανθρώπου με κυνηγετικό όπλο. Ο άνθρωπος είχε βγει για να κυνηγήσει λαγό, τελικά όμως μετάνιωσε και προτίμησε να μαγειρέψει κοτόπουλο.

Ολοκληρώνουμε την ενότητα των αποτελεσμάτων με ένα τελευταίο κείμενο καθενός από τα τρία παιδιά, το οποίο θα παραθέσουμε αυτούσιο, όπως ακριβώς συμπεριλήφθηκε στην έκδοση του θεατρικού έργου. Η Αλεξάνδρα για τους στίχους

«Ζεστό ψωμί δεν έφαγα, δεν πλάγιασα σε στρώμα,

                               Τον ύπνο δεν εχόρτασα, του ύπνου τη γλυκάδα»,

αφηγείται:  « ΄Ενας βασιλιάς κάλεσε κάποιο πολύ φτωχό άνθρωπο που δεν είχε καθόλου ψωμί να

φάει, να πάει στο παλάτι του, για να φάει τα πάντα. Κι όταν ο άνθρωπος έφαγε, ο

βασιλιάς διέθεσε τους φρουρούς του, για να του δείξουν το δωμάτιο που θα τον

φιλοξενούσαν, γιατί αυτός ο φτωχός δεν είχε σπίτι. Το πρωί ο βασιλιάς του χάρισε μια

στολή ιππότη, σαν αυτήν που φορούσε κι ο ίδιος. Κι ο φτωχός ιππότης, αφού τον

ευχαρίστησε, ξεκίνησε γι’ άλλο βασίλειο. Στο δάσος βρίσκει μια όμορφη γυναίκα και

παντρεύονται. Γίνεται ξυλοκόπος και φτιάχνει μόνος του την καλύβα τους. Ζουν για

πάντα εκεί και το χειμώνα ανάβουν φωτιά και ζεσταίνονται».

Η Ερασμία δημιουργεί το ακόλουθο κείμενο με ερέθισμα το στίχο

«Βρύσες να δεις και ποταμούς, χώρες, χωριά και δάση»:

                   « Σ’ ένα ποτάμι κολυμπά ένα κοριτσάκι. Στην όχθη του έχει υπέροχα, αρωματικά

λουλούδια και μέσα στο νερό έχει κέρματα που τα ρίχνουν οι άνθρωποι και κάνουν

ευχές. Το κοριτσάκι ευχήθηκε να γίνει η πριγκίπισσα του ποταμού κι έγινε. ΄Ετσι

μπορούσε να κάνει πολλές ευχές για τον εαυτό της και για τους άλλους. Ευχήθηκε

να ‘χει ένα ραδιόφωνο ν’ ακούει μουσική, να’ χει ένα πύραυλο ν’ ανεβαίνει

στον ουρανό για να βλέπει το Θεό και να ‘χει κηρομπογιές να τον ζωγραφίζει».

Το τελευταίο κείμενο του Στέλιου έχει προκύψει από το στίχο:

«Βγαίνουν κυράδες την τηρούν από τα παραθύρια».

« Οι άνθρωποι που μένουν σε ένα σπίτι κοιτάζουν κάποιο αστέρι πολύ λαμπερό.

Θέλουν να το φτάσουν με σκάλα, για να του δώσουν νερό να πιει, γιατί νομίζουν

πως διψάει. Επειδή όμως δεν τα καταφέρνουν, κρεμάνε ένα κουβά με νερό στα

κλαδιά του δέντρου, για να το πιει το αστεράκι. Το αστέρι θα πέσει στον  κουβά

να πιει το νερό και για να τους ευχαριστήσει, θα τους πει ένα τραγούδι. Κι από τότε

θα πηγαίνει στο ίδιο μέρος να πίνει νερό κάθε βράδυ».

 

Συμπεράσματα                

Όπως προκύπτει από την παρουσίαση των αποτελεσμάτων, και οι τρεις μαθητές οδηγούνται σε διαρκώς βελτιούμενες επιδόσεις παρά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις τους κατά την έναρξη του συγκεκριμένου εκπαιδευτικού προγράμματος. Η βελτίωση αυτή αφορά τόσο στη νοηματική  πληρότητα και στην εκφραστική αρτιότητα των αφηγήσεών τους όσο και στον τρόπο παραγωγής τους. Συγκεκριμένα, σταδιακά περνούν από τις ερωταποκρίσεις στον ανεξάρτητο αφηγηματικό λόγο, προσδιορίζουν δηλαδή μόνοι τους το υποκείμενο και το χωροχρονικό πλαίσιο της δράσης του, αναπτύσσουν την πλοκή και διαμορφώνουν την κατάληξη της υπόθεσης χωρίς να χρειάζεται να τους τεθούν σχετικές ερωτήσεις.

Η πρόοδος που σημειώνουν αφορά επίσης στη θεματολογία των κειμένων τους, η οποία διευρύνεται διαρκώς, καθώς δεν περιορίζεται πλέον στα προσωπικά τους βιώματα αλλά αξιοποιεί και τις αναγνωστικές τους εμπειρίες, ακόμη και στοιχεία των αφηγήσεων των συμμαθητών τους. Ο παραγόμενος λόγος τους διακρίνεται όλο και περισσότερο για την πρωτοτυπία, την εικονοπλασία, το απροσδόκητο, που προκαλεί στον ακροατή έκπληξη, τα υπερρεαλιστικά στοιχεία κ.λπ. Όλα δε τα παραπάνω παρατηρούνται στο σύνολο των μαθητών ανεξάρτητα από το επίπεδό τους κατά την έναρξη της δραστηριότητας.

Εξίσου καθολικό και αδιάπτωτο είναι το ενδιαφέρον των νηπίων για συμμετοχή στη δραστηριότητα παρά τα όποια προβλήματα και δυσκολίες κυρίως στις περιπτώσεις όσων αλλοδαπών δεν είναι αρχικά καθόλου εξοικειωμένοι με την ελληνική γλώσσα. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι  καθώς στο νηπιαγωγείο φοιτούσαν είκοσι πέντε μαθητές, σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό, κάθε εβδομάδα θα δίναμε το λόγο περίπου στους μισούς ενώ οι υπόλοιποι θα συμμετείχαν την επόμενη εβδομάδα. Επειδή ωστόσο όλα τα παιδιά εξέφραζαν επίμονα την επιθυμία τους να αφηγηθούν ιστορία για κάθε  άταχτο στίχο που παρουσιάζαμε, αναγκαζόμαστε να περνάμε σε νέο κείμενο μόνον όταν ολοκληρώνονταν οι αφηγήσεις του συνόλου των μαθητών, παρατείνοντας χρονικά το πρόγραμμα και παραλείποντας τελικά ορισμένους από τους στίχους που είχαμε επιλέξει.

Ιδιαίτερη έμφαση οφείλουμε να προσδώσουμε επίσης στην υπευθυνότητα και τον ενθουσιασμό που εμφανίζουν τα νήπια κατά τη συμμετοχή τους στις διάφορες φάσεις της δραστηριότητας. Συγκεκριμένα ενδιαφέρονται έντονα για την ακριβή καταγραφή των κειμένων τους και συνηθίζουν να ζητούν από το δάσκαλο να τα επαναλάβει, προκειμένου να την διαπιστώσουν. Η δε ικανοποίησή τους εφόσον αντιλαμβάνονται ότι έχει αποδοθεί με σαφήνεια και πληρότητα η σκέψη τους, είναι έκδηλη. Ξεχωριστή μνεία θεωρούμε απαραίτητο να κάνουμε στις ενθουσιώδεις αντιδράσεις τους κατά την πρώτη παρουσίαση του θεατρικού κειμένου με τις ιστορίες τους αλλά και στο ζήλο τους στις πρόβες και στη σοβαρότητα και στη χαρά τους κατά τη διάρκεια της ανοιχτής παράστασης που έδωσαν, στοιχεία που εντυπωσίασαν ιδιαίτερα το κοινό.

Τα συμπεράσματα δεν αφορούν ασφαλώς μόνον στην ανάπτυξη της αφηγηματικής ικανότητας των νηπίων και στη συνειδητοποίηση από μέρους τους ότι ο γραπτός λόγος αναπαριστά τον προφορικό. Τα νήπια επίσης είναι πλέον σε θέση να αναγνωρίζουν τους διάφορους «άταχτους» στίχους, που κατά καιρούς παρουσιάστηκαν. Αφενός ορισμένοι μαθητές  εντοπίζουν συχνά τους συγκεκριμένους στίχους για τους οποίους δημιούργησαν ιστορίες όταν έχουν μπροστά τους ολόκληρο το ποίημα από το οποίο αυτοί προέρχονται. ΄Ολη σχεδόν δε η τάξη είναι σε θέση να ξεχωρίζει  τους διάφορους στίχους που έχουν παρουσιαστεί στο πλαίσιο του προγράμματος. Για παράδειγμα στη γιορτή της 25ης Μαρτίου κάθε μαθητής θα έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα σε ομοιόμορφα πλακάτ αυτό που ανέγραφε τους στίχους τους οποίους θα απήγγειλε ο ίδιος. Από τις πρώτες πρόβες μάλιστα τα παιδιά αναγνώριζαν και τους στίχους που απήγγειλαν οι υπόλοιποι συμμαθητές τους. Αυτά τα δεδομένα θα μας επέτρεπαν να κάνουμε λόγο για πρόοδο στην ανάγνωση και  ανάπτυξη της έννοιας της γραφής.

Θα μπορούσαμε λοιπόν με ασφάλεια να ισχυριστούμε ότι οι παραπάνω διδακτικές επιλογές που αφενός διακρίνονται για τον παιγνιώδη χαρακτήρα τους και αφετέρου παρέχουν στα νήπια το κίνητρο της προσωπικής έκφρασης και επικοινωνίας, αποδεικνύονται ιδιαίτερα αποτελεσματικές για τη γλωσσική τους καλλιέργεια, ακριβέστερα,  για την αφηγηματική δεξιοτεχνία και τη δημιουργία υποδομής για την κατοπινή απόκτηση αναγνωστικών δεξιοτήτων, που αποδίδεται με τον όρο «αναδυόμενος γραμματισμός».

 

Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α

Αποστολάκη, Γ. (1929). Το Δημοτικό Τραγούδι, Ι. Οι Συλλογές ( σσ. 134-273). Αθήνα.

Δαφέρμου Χ., Κουλούρη Π. και Μπασαγιάννη Ε.(2006). Οδηγός Νηπιαγωγού. Εκπαιδευτικοί σχεδιασμοί- Δημιουργικά περιβάλλοντα μάθησης. ΥΠΕΠΘ, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Αθήνα: Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων.

Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών για το Νηπιαγωγείο (2002). ΥΠΕΠΘ, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.

Ηλία, Ε. Α. (2006). Ο Φυσικός Κόσμος στους Στίχους των Δημοτικών μας Τραγουδιών. Λαμπηδόνα, 41, 13-20.

Iser, W. (1991). The Act of Reading. A theory of Aesthetic Response. Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press.

Iser, W. (1990). The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fiction from Bunyan to Beckett. Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press.

Καλλέργης, H., E. (1995). Προσεγγίσεις στην Παιδική Λογοτεχνία. Αθήνα: Καστανιώτης.

Μαλεβίτσης, Χ. Το Δημοτικό Τραγούδι ως Περιεχόμενο της Συνειδήσεως του Νέου Ελληνισμού. Ευθύνη-Αναλόγιο β΄ .

Ματσαγγούρας , Η., Γ. (2001): Η Σχολική Τάξη, τόμ. Β΄ : Κειμενοκεντρική Προσέγγιση του Γραπτού Λόγου. Αθήνα.

Μιχαήλ-Δέδε Μ. (1994). Το Αποτροπιαστικό Α-λογικό στο Ελληνικό Δημοτικό Τραγούδι. Ιωάννινα: Ηπειρωτική Εστία.

Μπενέκος, Α., Π. (1981). Ζαχαρίας Παπαντωνίου: ΄Ενας σταθμός στην Παιδική Λογοτεχνία. Αθήνα: Δίπτυχο.

Παπούλια-Τζελέπη Π., Φτερνιάτη Α., Θηβαίος Κ. (Επιμ.) Εισαγωγή στο  ΄Ερευνα και Πρακτική του Γραμματισμού στην Ελληνική Κοινωνία ( σσ. 13-19). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Πολίτης, Λ. (1985) Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Μορφωτικό ΄Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης.

Τάφα, Ε. (2001). Ανάγνωση και γραφή στην προσχολική εκπαίδευση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Vitti, Μ. (1987). Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Οδυσσέας.

Σημειώσεις

[1] Πρόκειται για το 4ο (μονοθέσιο έως και πέρσι που πραγματοποιήθηκε το πρόγραμμα) νηπιαγωγείο Ασπροπύργου, στη Δυτική Αττική, όπου διδάσκω από το 2001.

[2] Οι ενστάσεις που εκφράστηκαν σχετικά με την αυθεντικότητα των τραγουδιών που περιλαμβάνονται σε αυτήν τη συλλογή (βλ. Γ. Αποστολάκη (1929), σσ. 134-273), δεν μας απασχολούν, εφόσον δεν αφορούν στη γνησιότητα των διαφόρων μεμονωμένων στίχων όπου στεκόμαστε αλλά στη συνένωσή τους.

[3] Για τον καθοριστικό ρόλο των εικόνων στην ποίηση ειδικότερα για τα παιδιά-αναγνώστες, βλ. Καλλέργης, 1995: 22, 35 και Μπενέκος, 1981: 121-122.

[4] Το κείμενο παρουσιάζεται στα νήπια σε ακριβή απόδοση από το πρωτότυπο των εκδόσεων Ερευνητές, στη σειρά Εικονογραφημένη Κλασική Λογοτεχνία και όχι από ελεύθερη διασκευή (Εικονογράφηση: Αν Ρόμπι, μτφρ. Μαρίνα Τουλγαρίδου, 2005)

[5] Αναφέρομαι στα έντυπα με τους τίτλους Ταξίδια στον Ωκεανό της Φαντασίας με … μύθους και παραμύθια και Παιχνίδια με το Μικρό Πρίγκιπα του Εξυπερύ, τα οποία εκδόθηκαν από το Πνευματικό Κέντο του Δήμου Ασπροπύργου το 2005 και το 2006 αντίστοιχα.

[6] Η διαδικασία της επιλογής των κειμένων που παρουσιάζουμε, πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με αυτήν της οργάνωσης των ατομικών φακέλων των νηπίων (portfolios). Βλ. σχετικά, Οδηγός Νηπιαγωγού,  ό. π., σσ. 43-44.

ΜΑΘΗΤΕΣ – ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΜΙΑΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ (εισήγηση σε συνέδριο)

ΜΑΘΗΤΕΣ – ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΜΙΑΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

ΕΛΕΝΗ Α. ΗΛΙΑ

Η εισήγηση παρουσιάστηκε στο Πανελλήνιο συνέδριο με διεθνή συμμετοχή: «Η Λογοτεχνία σήμερα. Όψεις, Αναθεωρήσεις, Προοπτικές», που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, 29 Νοεμβρίου-1 Δεκεμβρίου 2002.
Περιλαμβάνεται στον ομότιτλο τόμο των Πρακτικών του, εκδ. Ελληνικά γράμματα, σσ. 331-336. ISBN: 960-406-834-2

Περίληψη:       Προκειμένου ο αναγνώστης των λογοτεχνικών κειμένων να ερμη­νεύσει το πλήθος των ενδείξεων και υποδηλωτικών αναφορών που περι­λαμβάνονται σε αυτά, προβαίνει σε σύνθετες αντιληπτικές διεργασίες, που έχουν ως συνέπεια να αποκομίζει την εντύπωση ότι εμπλέκεται προσωπικά στον αφηγηματικό κόσμο. Αυτή ακριβώς η δημιουργική διάσταση του ανα­γνωστικού ρόλου θα αναδειχθεί κατά τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στο Νηπιαγωγείο και το Δημοτικό Σχολείο με την πραγματοποίηση διαφόρων εκπαιδευτικών παιγνιωδών δραστηριοτήτων, οι οποίες παροτρύνουν και διευκολύνουν το σύνολο των μαθητών να θεωρήσουν ότι τα διδασκόμενα ποιητικά και πεζά κείμενα τους αφορούν προσωπικά και να εκφράσουν ελεύθερα την ανταπόκρισή τους σε αυτά. Προσεγγίζοντας το κάθε παιδί τα αφηγηματικά στοιχεία με το δικό του τρόπο, εκδηλώνει τα συναισθήματα και τα λοιπά χαρακτηριστικά του, γεγονός που συμβάλλει στη στενότερη επαφή κι επικοινωνία μεταξύ των μελών της σχολικής τάξης – μαθητών και δασκάλου –. Επιπλέον ανακαλύπτει την απόλαυση της αναγνωστικής διαδι­κασίας, η οποία εξασφαλίζει τη διά βίου φιλαναγνωστική στάση του και εξυπηρετεί οποιοδήποτε γενικότερο ή ειδικότερο παιδαγωγικό στόχο. Η ει­σήγηση ολοκληρώνεται με την παράθεση μικρού αριθμού παιδικών αφηγή­σεων που προέκυψαν από την πραγματοποίηση των συγκεκριμένων παι­γνιωδών δραστηριοτήτων στη σχολική τάξη, ώστε να αξιολογηθεί η ποιό­τητα, η πρωτοτυπία, η συγκρότηση της σκέψης των σημερινών παιδιών όταν αυτή λειτουργεί με ερέθισμα τη λογοτεχνία.

 

Οι Έλληνες δάσκαλοι εμφανίζονται έντονα προβληματισμένοι σε σχέση με τη διδασκαλία της λογοτεχνίας, όπως είχα την ευκαιρία να διαπι­στώσω στο πλαίσιο του προγράμματος «Ακαδημαϊκής και Επαγγελματικής Αναβάθμισης Εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης». Μερικοί αντιμετωπίζουν τα λογοτεχνικά κείμενα που καλούνται να διδάξουν με τρο­μερή επιφύλαξη. Επιχειρώντας οι ίδιοι να ερμηνεύσουν τη στάση τους, οι μεν νεότεροι αναφέρονται συνήθως σε τραυματικές εμπειρίες που απέκτη­σαν ως μαθητές από τη διδασκαλία της λογοτεχνίας κυρίως στη Μέση Εκπαίδευση, οι δε παλαιότεροι τονίζουν την ουσια­στική απουσία του μαθήματος της λογοτεχνίας σε όλη τη διάρκεια των σπουδών τους. Σε ορισμέ­νες περιπτώσεις οι δάσκαλοι επικεντρώνουν  την αδυναμία τους στη διδα­σκαλία ειδικότερα της Παιδικής Λογοτεχνίας, εφόσον θεωρούν ότι τα κεί­μενα που προορίζονται για τους μικρότερους μαθητές είναι απλοϊκά και κατά συνέπεια δεν προσφέρονται για κανενός είδους λογοτεχνική επεξερ­γασία. Άλλοτε πάλι κάνουν λόγο αντίθετα για αδυναμία των μαθητών τόσο να ανακαλύψουν «τι εννοεί ο ποιητής» με τη χρήση συγκεκριμένων λέξεων, όσο και να αντιληφθούν έννοιες και εικόνες του ποιήματος που ο ίδιος ο δάσκαλος αγωνίζεται να τους αποκαλύψει.

Καθώς η πρώτη επαφή των παιδιών με τη λογοτεχνία ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά τη μετέπειτα σχέση τους μαζί της, ο ρόλος του δα­σκάλου της πρώτης εκπαιδευτικής βαθμίδας στην εξοικείωση των μαθητών του με το λογοτεχνικό φαινόμενο δίκαια θα χαρακτηριζόταν καθοριστικός. Στο ερώτημα σε τι συ­νίσταται το ρόλος του δασκάλου, η απάντηση θα προκύψει αφενός από την ίδια τη φύση της λογοτεχνίας και αφετέρου από το γεγονός ότι αυτός και οι μαθητές του μοιράζονται την αναγνωστική εμπειρία στη σχολική τάξη.

Συγκεκριμένα, ο αναγνώστης ανταποκρίνεται στο λογοτεχνικό κεί­μενο, προβαίνοντας σε προσωπικούς συνδυασμούς, επιλογές και απορρίψεις των αφηγηματικών δεδομένων,[1] ερμηνεύοντας τις ενδείξεις που του παρέ­χονται,[2] διαμορφώνοντας στάσεις απέναντι στους ήρωες,[3] δημιουργώντας προσδοκίες για τις αφηγηματικές εξελίξεις,[4] προβάλλοντας τα ατομικά χα­ρακτηριστικά και τις εμπειρίες του,[5] λειτουργώντας ανάλογα με το επίπεδο αναγνωστικής του ωριμότητας[6] αλλά και με τη διάθεση της στιγμής. Ο δά­σκαλος συνεπώς θα επιδιώξει ν’ αναδείξει αυτήν ακριβώς τη δημιουργική διάσταση της αναγνωστικής διαδικασίας, να διευκολύνει τους μαθητές του να βιώσουν το λογοτεχνικό έργο ως προσωπική τους εμπειρία, να συνειδη­τοποιήσουν ότι αυτό δεν αφορά μόνο το δημιουργό του αλλά και τους ίδιους προσωπικά κι επιπλέον να το αντιμετωπίσουν ως αφορμή για να εκ­φράσουν τα δικά τους βιώματα.[7]

Η επιτυχία λοιπόν οποιουδήποτε προγράμματος διδασκαλίας της λογοτεχνίας συνδέεται κυρίως με την ανταπόκριση των μαθητών. Προκει­μένου τα παιδιά να εκφράσουν καθολικά τις εντυπώσεις τους από την επαφή με κάθε λογοτεχνικό κείμενο, μετατρέπουμε στην τάξη μας[8] τη λο­γοτεχνική προσέγγιση σ’ ένα προσφιλές, διασκεδαστικό παιχνίδι φαντασίας, όπου όλοι συμμετέχουν, διαδραματίζοντας εξίσου πρωταγωνιστικό ρόλο. Η χρήση του παιχνιδιού στη διδασκαλία της λογοτεχνίας προτείνεται και από την Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου[9] με το σκεπτικό ότι η ίδια η λογοτεχνία είναι παιχνίδι, όπως επισημαίνουν οι Σπινκ,[10] Ποσλανιέκ[11] κ.ά.

Ειδικότερα ως προς τα πεζά κείμενα, αξιοποιώντας το φαινόμενο της αναγνωστικής εμπλοκής στον εκάστοτε μύθο, της ταύτισης του ανα­γνώστη με συγκεκριμένα αφηγηματικά πρόσωπα,[12] οι μαθητές καλούνται να υποδυθούν τους διάφορους λογοτεχνικούς ήρωες μέσα από ποικίλες εμ­ψυχωτικές, παιγνιώδεις δραστηριότητες. Κατά τη δραστηριότητα που έχουμε τιτλοφορήσει «παρέα με τους ήρωες των βιβλίων», μετά την ολο­κλήρωση της ανάγνωσης ή αφήγησης του έργου προσκαλούμε στη σχολική τάξη τα διάφορα αφηγηματικά πρόσωπα. Ενώ δηλαδή τα παιδιά περιμένουν με τα μά­τια κλειστά έως τη στιγμή που ανακοινώνουμε ότι οι ήρωες της ιστορίας βρίσκονται ανάμεσά μας, ο δάσκαλος τα μεταμφιέζει στους λογοτεχνικούς ήρωες, χρησιμοποιώντας χαρακτηριστικά αντικείμενα – πρόχειρες κατα­σκευές από κανσόν χαρτόνι, ένα κασκέτο, έναν ταξιδιωτικό σάκο, κάποιο καρπό είτε λουλούδι, μια ζωγραφιά κ.λπ.–. Αφού ολοκληρωθεί η αναγνώ­ριση των αφηγηματικών προσώπων, απευθυνόμαστε σε καθέναν από τους μεταμφιεσμένους μαθητές, σαν να πρόκειται για τα ίδια αυτά πρόσωπα, ρω­τώντας τους για τη δράση τους, τις σκέψεις και τα αισθήματά τους, την εξέ­λιξη των γεγονότων, τις σχέσεις τους με τους άλλους ήρωες κ.λπ. Συχνά οι μαθητές προβαίνουν οι ίδιοι σε επιλογή των ρόλων τους, διαλέγουν δηλαδή για τον εαυτό τους εκείνο το αντικείμενο από το σωρό που αντιστοιχεί στο λογοτεχνικό πρόσωπο της προτίμησής τους. Άλλοτε πάλι εκφράζουν την ανταπόκρισή τους με κίνητρο το «μαγικό εισιτήριο», κάποιο μικρό αντι­κείμενο που σχετίζεται με την αφηγηματική υπόθεση, το οποίο τους προ­σφέρεται διαδοχικά, ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να ταξιδέψουν στον κό­σμο του έργου και να επιλέξουν το ρόλο και τη δράση τους σε αυτόν, ακο­λουθώντας ή ανατρέποντας την πλοκή. Η τρίτη δραστηριότητα που απο­σκοπεί στην προσέγγιση των πεζών λογοτεχνικών κειμένων από τους μαθη­τές, αποκαλείται «οι άτακτες λέξεις». Σε καρτέλες που βρίσκονται σκορπι­σμένες στο χώρο έχουμε γράψει ορισμένες λέξεις, συνήθως ουσιαστικά ή επίθετα που αναφέρονται σε πρόσωπα ή καταστάσεις ενός συγκεκριμένου έργου. Αφού τα παιδιά αναζητήσουν τις λέξεις που έχουν «δραπετεύσει» από τις σελίδες του βιβλίου, τοποθετούνται ως προς την αφηγηματική υπό­θεση με επίκεντρο ή αφετηρία αυτήν που το καθένα τους ανακάλυψε.

Στην περίπτωση των ποιημάτων επιδιώκουμε ν’ αναδειχθεί η ιδιό­τητα του ποιητικού λόγου να δημιουργεί στην αναγνωστική αντίληψη απο­κλίνουσες παραστάσεις,[13] να κινητοποιεί τη φαντασία, αξιοποιώντας τις εμπειρίες, τις γνώσεις και τα χαρακτηριστικά μας. Στο παιχνίδι των «μαγι­κών εικόνων», αφού ολοκληρωθεί η ακρόαση των στίχων κατά την οποία τα παιδιά κάθονται αναπαυτικά στη μοκέτα, κρατώντας τα μάτια κλειστά, προκειμένου να παρακολουθήσουν απερίσπαστα ό,τι περιγράφει ο ποιητής, στη συνέχεια αναφέρονται στις διαφορετικές εικόνες που είδαν, καθώς άκουγαν τις ίδιες λέξεις. Έτσι προκύπτει η ποικιλία των αναγνώσεων, οι ανεξάντλητες ερμηνευτικές εκδοχές που επιτρέπει η ποίηση. Συχνά μάλιστα οι μαθητές αφηγούνται τις εντυπώσεις τους από το ποίημα, φορώντας τα «γυαλιά της Φαντασίας», ένα πολύχρωμο σκελετό γυαλιών που, επειδή όπως θεωρούν ανήκει στην κυρία Φαντασία, διευκολύνει να σχηματίζονται στην αντίληψή τους εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, πρωτότυπες εικόνες. Τέλος, προκειμένου τα παιδιά να αποδειχθούν ευφάνταστα εκφράζοντας την αντα­πόκρισή τους σε κάποιο ποιητικό κείμενο, επιχειρούν «βουτιές στον ωκεανό της Φαντασίας» ή αντίστοιχα «πτήσεις στον ουρανό της Φαντασίας». Κάθε μαθητής δηλαδή αναφέρεται στο ποίημα, ευρισκόμενος στο κεντρικότερο σημείο της αίθουσας, όπου έχουμε οριοθετήσει τον ωκεανό ή τον ουρανό της  Φαντασίας, με την τοποθέτηση διαφόρων πολύχρωμων υφασμάτων.

Πέρα από το γεγονός ότι όποιος ανταποκρίνεται στο έργο, τίθεται στο επίκεντρο της προσοχής ολόκληρης της σχολικής τάξης,[14] οι μαθητές εκφράζουν με ιδιαίτερη υπευθυνότητα την ανταπόκρισή τους, επειδή επι­πλέον αυτή καταγράφεται  από το δάσκαλο άμεσα, με ακρίβεια, προκειμέ­νου στη συνέχεια να δημοσιευτεί. Η βαρύτητα που ο ίδιος ο δάσκαλος απο­δίδει στον παιδικό λόγο, ενισχύοντας έτσι την υπευθυνότητα των μαθητών του και κατ’ επέκταση συνεισφέροντας στη σταδιακή αναβάθμιση της ποιό­τητας της σκέψης και έκφρασής τους, φανερώνεται επίσης από τις διευκρι­νιστικές ερωτήσεις που θέτει όταν διαπιστώνει ασάφειες ή ανακρίβειες στις αφηγήσεις τους,[15] από το ότι συχνά επαναλαμβάνει όσα έχει καταγράψει, ώστε να τους δώσει τη δυνατότητα να συμπληρώσουν ή να διορθώσουν το κείμενό τους, από το ειλικρινές «Ευχαριστώ» του όταν ολοκληρώνουν την ανταπόκρισή τους κ.λπ.

Η εξοικείωση των μαθητών με τα λογοτεχνικά έργα τα οποία προ­σεγγίζουμε  με κίνητρο τις παραπάνω παιγνιώδεις δραστηριότητες, αλλά και γενικότερα με το λογοτεχνικό φαινόμενο, η απόλαυση, η ευχαρίστηση που αισθάνονται στο πλαίσιο της εν λόγω διδασκαλίας των κειμένων, η καλλιέργεια της φαντασίας και της λεκτικής έκφρασής τους καθώς και η ψυ­χική και κοινωνική ωρίμασή τους, που προκύπτουν ως συνέπεια της ανα­γνωστικής εμπειρίας η οποία προσφέρεται στο σχολείο, μαρτυρούνται από ποικίλες εκδηλώσεις τους. Κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων, στο πούλ­μαν και αλλού απαγγέλλουν ρυθμικά τον «Παπαγάλο» του Παπαντωνίου, τη «Σακαράκα» της Καρθαίου, ακόμη και την «Καταστροφή των Ψαρών» του Σολωμού. Με δική τους αποκλειστικά πρωτοβουλία εικονογραφούν αυ­τοσχέδια βιβλία που αναφέρονται στις αγαπημένες τους ιστορίες, δραματο­ποιούν αφηγηματικές σκηνές που τους έχουν συναρπάσει,  πλάθουν με πλαστελίνη τους δημοφιλέστερους ήρωες. Στο αποκριάτικο πάρτι του σχο­λείου συνδέουν τις μεταμφιέσεις τους με τα διάφορα λογοτεχνικά πρόσωπα, δηλώνουν για παράδειγμα ότι έχουν ντυθεί Τομ Τιριτόμ ή Ευτυχισμένο Σκιάχτρο, από τα βιβλία των Μπουλώτη και Σάντρα Χορν αντίστοιχα. Τις βροχερές μέρες αναρωτιούνται «γιατί το σύννεφο έβαλε τα κλάματα», υιο­θετώντας τον τίτλο του βιβλίου της Μαντούβαλου. Συχνά, δε, παίζουν με­ταξύ τους το μάθημα της Λογοτεχνίας με το συγκεκριμένο τρόπο που διε­ξάγεται στην τάξη μας. Κάποιος δηλαδή παρουσιάζει στους υπόλοιπους ένα ήδη γνωστό τους εικονογραφημένο βιβλίο ή ποίημα και στη συνέχεια τους προσφέρει διαδοχικά τα «γυαλιά της Φαντασίας», το «μαγικό εισιτήριο» κ.λπ. Αφού διατυπώσει τις γενικές ερωτήσεις που συνήθως γίνονται από το δάσκαλο – μιμούμενος μάλιστα με εξαιρετική πιστότητα τον τόνο και τη χροιά της φωνής του –, στη συνέχεια καταγράφει τις αποκρίσεις των συμ­μαθητών του, συμπληρώνοντας πάντα στο τέλος το όνομα του ερωτώμενου. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι όλοι όσοι εκφράζουν την ανταπόκρισή τους στο πλαίσιο του παραπάνω ελεύθερου παιχνιδιού, συμμετέχουν με την ίδια σοβαρότητα και προθυμία που εμφανίζουν και όταν η συγκεκριμένη δραστηριότητα πραγματοποιείται προγραμματισμένα ως μάθημα.

Καθώς με το πέρασμα του χρόνου οι μαθητές εξοικειώνονται όλο και περισσότερο με τη διαδικασία της λογοτεχνικής προσέγγισης, οι ερωτή­σεις που τίθενται από το δάσκαλο συνεχώς περιορίζονται, ενώ παράλληλα οι αφηγήσεις τους επεκτείνονται, εμπλουτίζονται, γίνονται σαφέστερες και πιο συγκροτημένες. Ιδιαίτερα ενθουσιώδεις εμφανίζονται οι αντιδράσεις των μαθητών για τα δημοσιευμένα κείμενά τους.[16]

Η ελεύθερη, αβίαστη έκφραση της αναγνωστικής ανταπόκρισης στη σχολική τάξη συνετέλεσε ιδιαίτερα στην ουσιαστική επικοινωνία και την ανάπτυξη ισχυρότατων δεσμών μεταξύ των μελών της μαθητικής κοινότη­τας, καθώς τα παιδιά αναφερόμενα στην αφηγηματική υπόθεση ως πρό­σωπα άμεσα συμμετέχοντα σε αυτήν, εκδηλώνουν τις επιθυμίες, τα συναι­σθήματα και τις σκέψεις τους, αποκαλύπτοντας τον εαυτό τους και ταυτό­χρονα ανακαλύπτοντάς τον και τα ίδια.[17]

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι σε κάθε περίπτωση που εφαρμόστηκε το παραπάνω πρόγραμμα διδασκαλίας της λογοτεχνίας, δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ιδανικές συνθήκες. Ωστόσο τα ποικίλα προβλήματα ξεπεράστηκαν χάρη στην αποφασιστικότητα μαθητών και δασκάλου που από την πρώτη στιγμή απολάμβαναν τρομερά τη συμμετοχή τους στις δραστηριότητες αυ­τές.

Κλείνουμε με την παράθεση της ανταπόκρισης των παιδιών ενδει­κτικά σε δύο κείμενα, ένα σύγχρονο εικονογραφημένο βιβλίο που πραγμα­τεύεται κάποιο κοινωνικό ζήτημα  κι ένα παλαιότερο ποίημα το οποίο ανα­φέρεται στο φυσικό κόσμο. Στο βιβλίο της Ειρήνης Μάρρα «Ο Πολικός και η Μελένια» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα), ένας αρκούδος από το Νότιο Πόλο και μια αρκούδα του δάσους ζουν μαζί με τα τέσσερα παιδιά τους στον παραθαλάσσιο τόπο όπου γνωρίστηκαν. Όμως την οικογενειακή  ευτυχία τους σκιάζει η έντονη νοσταλγία που ο καθένας τους νιώθει για τη μακρινή του πατρίδα. Τ’ αρ­κουδάκια, προκειμένου να δουν τους γονείς τους ευτυχισμένους, προτείνουν να επιστρέψουν και οι δύο στους τόπους καταγωγής τους, φροντίζοντας ωστόσο παράλληλα να βρεθούν τρόποι που θα διατηρήσουν ισχυρούς τους δεσμούς της οικογένειας. Στην πλειοψηφία τους οι μαθητές επέλεξαν να μη διασπαστεί η οικογένεια, αφού, όπως διαβεβαίωσαν, όλα τα μέλη της ήταν ικανά να ζήσουν μόνο στους πάγους ή μόνο στο δάσος. Λιγότεροι ήταν οι μαθητές που εμφάνισαν τα διάφορα αφηγηματικά πρόσωπα πρόθυμα να εναλλάσσουν κατά διαστήματα τον τόπο διαμονής τους, προκειμένου και ο Πολικός και η Μελένια να νιώθουν εξίσου ικανοποιημένοι. Ελάχιστα νήπια τέλος προτίμησαν οι ήρωες να ζήσουν μακριά από τους αγαπημένους τους, για να μην στερηθούν τις ανέσεις τους και να μην αλλά­ξουν τις συνήθειές τους.

Η Άννα, μιλώντας ως Νία, μικρότερο παιδί της αρκουδοοικογένειας, φαντάστηκε πως αυτόν τον καιρό, όπως κάθε Χειμώνα, βρίσκεται με τους γονείς της στον Πόλο. Η Μελένια φορά το παλτό της για να μην κρυώνει και έχει ζωγραφίσει λουλούδια, για να θυμάται το δάσος. Άλλωστε έχει κο­ντά της τη γιαγιά και τον παππού, που ήρθαν να γνωρίσουν τους πάγους. Την Άνοιξη θα ταξιδέψουν όλοι στο δάσος. Ο Πολικός υποφέρει εκεί, αλλά αντέχει, επειδή αγαπά τη γυναίκα του. Η Άρτεμη ανέφερε την εξής εκδοχή, υποδυόμενη τη Μελένια: «Βρισκό­μαστε στο δάσος όλη η οικογένεια. Δεν θα φύγουμε ποτέ από δω, γιατί εί­ναι ο τόπος μας. Ο άντρας μου πριν με γνωρίσει, είχε ταξιδέψει μια φορά στον Πόλο. Αργότερα, μας πήγε εκεί κι εμένα με τα παιδιά, για να δούμε τους πάγους. Το δάσος όμως αρέσει σε όλους μας καλύτερα». Ο Γιώργος αφηγείται ως Πολικός πως ζει μόνος στους πάγους, όπου περνά τον καιρό του ψαρεύοντας. Κάθε Σάββατο ταξιδεύει στο δάσος, για να δει την οικογένειά του. Παίρνει πάντα μαζί του και μερικά ψάρια, γιατί δεν μπορεί να φάει λαχανικά, όπως τρώει η Μελένια. Η γυναίκα του και τα παιδιά δεν έχουν γνωρίσει τον Πόλο, επειδή φοβούνται το κρύο. Έτσι ο Πολικός θα ζει μόνος, ώσπου να μεγαλώσει ο γιος του, ο Μελέ, που θα προτιμήσει να μείνει κοντά στον πατέρα του.

Στο «Αγροτικό» του Ζαχαρία Παπαντωνίου, το φεγγάρι φωτίζει διαδο­χικά διάφορα σημεία του χώρου σαν κινούμενος προβολέας, δημιουρ­γώντας ειδυλλιακές εικόνες. Καθώς εμφανίζεται στο ποίημα ως δρων πρόσωπο, επιτρέπεται στον αναγνώστη να ταυτιστεί μαζί του, ν’ αποκο­μίσει την εντύπωση ότι έρχεται ο ίδιος σε άμεση επαφή με το συγκεκρι­μένο αγροτικό τοπίο που περιγράφεται.

Στην πλειοψηφία των παιδικών αφηγήσεων το φεγγάρι προσωποποιού­μενο μπλέκεται σε απίστευτες περιπέτειες με άλλα ουράνια σώματα, άγρια ζώα κ.λπ. ή απλώς συντροφεύει τους μαθητές στον ύπνο, στο παι­χνίδι και σε ποικίλες άλλες δραστηριότητές τους. Ο Άγγελος βλέπει την αστυνομία ν’ απλώνει ένα δίχτυ για να πιάσει το φεγγάρι, που ετοιμάζεται να πέσει στο γκρεμό. Όμως το δίχτυ είναι μι­κρό και δεν καταφέρνει να το προστατέψει. Έπειτα το φεγγάρι γλιστρά και πέφτει μέσα στη θάλασσα, αλλά επειδή κρυώνει, γυρίζει πίσω στον ουρανό.  Ο Νίκος, επηρεασμένος προφανώς από τον τελευταίο στίχο, αφηγείται με τη σειρά του ότι ο σκύλος του γαβγίζει και δεν τον αφήνει να κοιμηθεί. Σηκώνεται λοιπόν από το κρεβάτι του και βλέ­πει στον ουρανό το φεγγάρι να έχει κολλήσει με τον ήλιο. Δεν είναι νύ­χτα ούτε όμως μέρα, έχει μισό φεγγάρι και μισό ήλιο, είναι  ηλιο­φέγ­γαρο.

Βιβλιογραφία

Ελληνόγλωσση

  • Αποστολίδου Β., Πασχαλίδης Γ., Χοντολίδου Ε., «Η Λογοτεχνία στην Εκπαίδευση: Προϋποθέσεις για ένα νέο πρόγραμμα διδασκαλίας», Σύγχρονα Θέματα, τ. 57, 1995, σσ. 78-85.
  • Καλλέργης Η., Προσεγγίσεις στην Παιδική Λογοτεχνία, Αθήνα, Καστανιώτης, 1995.
  • Κάλφας Α., Ο Μαθητής ως Αναγνώστης. Λογοτεχνική θεωρία και διδακτική πράξη, Θεσσαλονίκη, Τα τραμάκια, 1993.
  • Κατσίκη-Γκίβαλου Α., Το Θαυμαστό Ταξίδι, Αθήνα, Πατάκης, 1995.
  • Κουλουμπή-Παπαπετροπούλου Κ., «Η Ποίηση στο Νηπιαγωγείο», Η Παιδική Λογοτεχνία και το μικρό παιδί, Αθήνα, Καστανιώτης, 1988, σσ. 85-102.
  • Μπενέκος Α., Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Ένας σταθμός στην Παιδική Λογοτεχνία, Αθήνα, Δίπτυχο, 1981.
  • Ποσλανιέκ Κ., Να δώσουμε στα παιδιά την όρεξη για διάβασμα, μτφρ. Σ. Αθήνη, Αθήνα, Καστανιώτης, 1992.
  • Σπινκ Τ., Τα παιδιά ως αναγνώστες, μτφρ. Κ. Ντελόπουλος, Αθήνα, Καστανιώτης, 1990.
  • Τζιόβας Δ., Μετά την αισθητική: Θεωρητικές δοκιμές κι ερμηνευτικές αναγνώσεις της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Γνώση, 1987.

Ξενόγλωσση

  • Booth W., The Rhetoric of Fiction, Middlesex, Penguin Books, 1987.
  • Culler J., Structuralist Poetics: Structuralism, Linguistics, and the Study of Literature, Ithaca, Cornell University Press, 1975.
  • Fish S., “Interpreting the Variorum”, Critical Inquiry 2, Spring 1976, The University of Chicago Press, σσ. 465-485.
  • Holland N., “Unity Identity Τext Self”, PMLA 90, v. 5, October 1975, σσ. 813-822.
  • Iser W., The Act of Reading. A theory of aesthetic response, Baltimore and London, The Johns Hopkins University Press, 1991.
  • Iser W., The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fic­tion from Bunyan to Beckett, Baltimore and London, The Johns Hop­kins University Press, 1990.

Σημειώσεις

[1]     Iser W., The Act of Reading, Baltimore and London, The Johns Hopkins Uni­versity Press, 1991, σσ. 37, 118 – Iser W., The Implied Reader, Baltimore and London, The Johns Hopkins University Press, 1990, σς. 55, 231, 280 – Booth W., The Rhetoric of Fiction, Middlesex, Penguin Books, 1987, σ. 136.

[2]     Iser W., The Implied Reader. ό.π., σ. 31.

[3]     Booth W., ό.π., σσ. 71, 79, 131, 396-398.

[4]     Iser W., ό.π., σ. 37 – Riffaterre M., “Describing Poetic Structures: The Ap­proaches to Baudelaire’s “Les Chats”, Reader-Response Criticism, επιμ. J. P. Tompkins, Baltimore and London, The Johns Hopkins University Press, 1988, σσ. 38-39 – Κάλφας Α., Ο μαθητής ως Αναγνώστης. Λογοτεχνική Θεωρία και Διδακτική Πράξη, Θεσσαλονίκη, Τα τραμάκια, 1993, σ. 40.

[5]     Fish S., «Interpreting the Variorum”, ReaderResponse Criticism, ό.π., σσ. 167, 173, 176, 178 – Holland N., “Unity Identity Text Self”, Reader – Re­sponse Criticism, ό.π., σσ. 119, 123-126 – Τζιόβας Δ., Μετά την αισθητική: Θεωρητικές δοκιμές κι ερμηνευτικές αναγνώσεις της Νεοελληνικής Λογοτε­χνίας, Αθήνα, Γνώση, 1987, σσ. 239, 246.

[6]     Για «φιλολογική ικανότητα» του αναγνώστη κάνει λόγο ο Culler (Culler J., “Literary Competence”, ReaderResponse Criticism, ό.π., σσ. 102, 109, 115).

[7]     Κατσίκη-Γκίβαλου Α., ό.π. σ. 69.

[8]     Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο 2ο Νηπιαγωγείο Μαγούλας κατά το σχολικό έτος 2000-2001 και στο 4ο Νηπιαγωγείο Ασπροπύργου για την επόμενη σχο­λική χρονιά, 2001-2002.

[9]     Κατσίκη-Γκίβαλου Α., ό.π., σ. 66.

[10]    Σπινκ Τ., Τα παιδιά ως αναγνώστες, μτφρ. Κ. Ντελόπουλος, Αθήνα, Καστα­νιώτης, 1990, σσ. 53-57.

[11]    Ποσλανιέκ Κ., Να δώσουμε στα παιδιά την όρεξη για διάβασμα, μετφρ. Σ. Αθήνη, Αθήνα, Καστανιώτης, 1992, σσ. 75-79.

[12]    Για τη διαδικασία της ταύτισης βλ. Booth W. ό.π., σσ. 278-281, 378.

[13]    Η εικονοπλαστική δύναμη του ποιητικού λόγου, ιδιαίτερα όταν αυτός απευθύ­νεται κυρίως σε παιδιά, επισημαίνεται από τον ποιητή Τσουκόφσκι (Κουλου­μπή-Παπατετροπούλου Κ., «Η ποίηση στο Νηπιαγωγείο», Η Παιδική Λογοτε­χνία και το μικρό παιδί, Αθήνα, Καστανιώτης, 1988, σ. 93), τον Αντώνη Μπε­νέκο (Μπενέκος Α., Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Ένας σταθμός στην Παιδική Λο­γοτεχνία, Αθήνα, Δίπτυχο, 1981, σσ. 109-166), τον Ηρακλή Εμμ. Καλλέργη (Καλλέργης Η., Προσεγγίσεις στην Παιδική Λογοτεχνία, Αθήνα, Καστανιώ­της, 1995, σσ. 22, 35), κ.ά.

[14]    Η τοποθέτηση του παιδιού-αναγνώστη στο κέντρο του ενδιαφέροντος, ο σεβα­σμός της ιδιαιτερότητάς του, η αναγνώριση του σημαντικού ρόλου που δια­δραματίζει στη λογοτεχνική επικοινωνία επισημαίνονται από την Άντα Κα­τσίκη-Γκίβαλου (Κατσίκη-Γκίβαλου Α., ό.π. σ. 70).

[15]    Ο δάσκαλος ενεργεί ως συντονιστής, «συνομιλητής», αντιμετωπίζει τους μα­θητές του ισότιμα (Αποστολίδου Β., Πασχαλίδης Γ. και Χοντολίδου Ε., «Η λογοτεχνία στην εκπαίδευση. Προϋποθέσεις για ένα νέο πρόγραμμα διδασκα­λίας», Σύγχρονα Θέματα, τ. 57, 1995, σ. 81).

[16]    Τα κείμενα δημοσιεύονται κυρίως στο περιοδικό Λαμπηδόνα του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Ασπροπύργου, όπου η πρόσβαση των παιδιών της περιο­χής είναι ιδιαίτερα εύκολη, με γενικό τίτλο «Τα παιδιά διαβάζουν λογοτεχνικά κείμενα».

[17]    Κατά τη λογοτεχνική ανάγνωση έχουμε την ευχέρεια να παρακολουθούμε τον εαυτό μας εμπλεκόμενο στα αφηγηματικά γεγονότα που βρίσκονται σε εξέ­λιξη, να τον παρατηρούμε ως δρων υποκείμενο (Iser W., The Act of Reading, ό.π., σσ. 128, 134).

“ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΤΑΞΗ (Εισήγηση σε διεθνές συνέδριο/δημοσιευμένο άρθρο).

“ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΤΑΞΗ – Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ  ΜΑΞ  ΒΕΛΘΟΥΙΣ”.

“CHILD AND PICTURE BOOK IN THE CLASS. THE CASE OF M. VELTHUIJS’ BOOKS”.

ΕΛΕΝΗ Α. ΗΛΙΑ, Δρ. Λογοτεχνίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Η εισήγηση παρουσιάστηκε στο διεθνές συνέδριο «Εικόνα και Παιδί» (Θεσσαλονίκη, Μάιος 2002). Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαδρομές, τχ. 94, Καλοκαίρι 2009, σσ. 8-16.

Περίληψη: Η πρώτη επαφή των παιδιών με τη λογοτεχνία ειδικότερα στο Νηπιαγωγείο γίνεται κυρίως μέσα από εικονογραφημένα βιβλία. Σε σχέση με τα βιβλία αυτά χρησιμοποιούμε στην καθημερινή διδακτική πράξη διάφορες παιγνιώδεις, εμψυχωτικές δραστηριότητες, οι οποίες αποσκοπούν στην ανάδειξη της δημιουργικότητας του αναγνωστικού ρόλου, παρακινώντας τους μαθητές να εκφράσουν λεκτικά την ανταπόκριση τους στο έργο. Με τη συγκεκριμένη αξιοποίηση του εικονογραφημένου βιβλίου επιτυγχάνεται αφενός η καλλιέργεια της φαντασίας των μαθητών και αφετέρου η εκδήλωση συναισθημάτων και προσωπικών στοιχείων τους, που έχει ως αποτέλεσμα την ουσιαστικότερη γνωριμία και συνακόλουθα τη διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ των μελών της σχολικής τάξης. Εδώ θα επικεντρωθούμε ενδεικτικά σε τρία βιβλία του διεθνώς διακεκριμένου Ολλανδού εικονογράφου Μαξ Βέλθουις, που κυκλοφορούν και στην Ελλάδα με τους τίτλους «Ο ερωτευμένος βάτραχος», «Ο Βάτραχος το Χειμώνα», και «Ο Βάτραχος κι ο Ξένος». Στην εισήγηση παρατίθενται ποικίλες παιδικές προσεγγίσεις-αναγνώσεις των τριών παραπάνω βιβλίων, ώστε να διαφανεί η ποιότητα της σκέψης των σύγχρονων παιδιών όταν αυτή λειτουργεί με ερέθισμα το εικονογραφημένο λογοτεχνικό έργο.

Εισαγωγή: Στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και ειδικότερα στο Νηπιαγωγείο η διαπαιδαγώγηση των μαθητών θα ήταν σκόπιμο να συνδυαστεί με την επαφή τους με το λογοτεχνικό φαινόμενο. Αφενός μεν η εμπλοκή του παιδιού-αναγνώστη στην αφηγηματική υπόθεση μιας λογοτεχνικής ιστορίας (Iser 1990: 38-39, 104, 233, 281 και 1991: 48, 67)  –γεγονός που συνιστά συνέπεια της εντατικής αντιληπτικής δραστηριοποίησης η οποία επιτελείται κατά την αναγνωστική διαδικασία (Iser 1990: 30, 32, 41, 161, 165, 283-284, 291)–  και κυρίως η ταύτισή του με τους ήρωές της (Booth 1987: 278-281, 378), αφετέρου δε η εξοικείωσή του με την εικονοπλαστική δύναμη του ποιητικού λόγου (Μπενέκος 1981: 121-122 και Καλλέργης 1995: 22, 35) συμβάλλουν καθοριστικά στην κοινωνική και ψυχική του ωρίμανση, στην αισθητική του καλλιέργεια, στην ανάπτυξη της φαντασίας του, στην εξέλιξη της λεκτικής έκφρασής του, καθώς και στην κατάκτηση οποιουδήποτε ειδικότερου γνωστικού αντικειμένου. Η συνειδητοποίηση από μέρους του σύγχρονου εκπαιδευτικού κόσμου της παιδαγωγικής ιδιότητας της λογοτεχνίας (Σιδέρη 1990: 44), που ας μην ξεχνάμε ότι κατά την αρχαιότητα συνιστούσε τη βασική διάστασή της και καθόριζε πλήρως την αποστολή και λειτουργία της (Tompkins 1988: 204), προκαλεί τη συνεχώς αυξανόμενη και συστηματική αξιοποίησή της στο καθημερινό διδακτικό πλαίσιο με θεαματικά αποτελέσματα.[1]

Για τα μικρότερα παιδιά, καθώς δεν γνωρίζουν αρκετά ή καθόλου ανάγνωση, ενδείκνυνται τόσο τα σύντομα έμμετρα ποιήματα που αφομοιώνονται ευκολότερα (Κουλουμπή-Παπαπετροπούλου 1988: 93), όσο και τα εικονογραφημένα βιβλία όπου το κείμενο περιορίζεται σε αναφορές στα βασικότερα σημεία της δράσης, ενώ οι αντίστοιχες εικόνες αποδίδουν λεπτομέρειες σε σχέση με αυτήν και με τη φύση και τα χαρακτηριστικά των ηρώων (Landes 1985: 51 και Ψαράκη 1995: 129). Ξεκινώντας λοιπόν από τη γενικώς διαπιστωμένη έλξη που ασκούν οι εικόνες στα μικρά παιδιά[2], συμπεριλάβαμε στη διδασκαλία μας σε δύο δημόσια νηπιαγωγεία της Δυτικής Αττικής κατά τα σχολικά έτη 2000-2001 και 2001-2002 δεκατέσσερα λογοτεχνικά εικονογραφημένα βιβλία Ελλήνων και ξένων δημιουργών, σε σχέση με τα οποία πραγματοποιήσαμε ποικίλες εμψυχωτικές, εκπαιδευτικές δραστηριότητες, που αποσκοπούν στην ανάδειξη της αναγνωστικής δημιουργικότητας (Ιser 1990: 44-45) μέσα από τη λεκτική κυρίως έκφραση της ανταπόκρισης του συνόλου των μαθητών. Οι τελευταίοι απολάμβαναν τρομερά τις εν λόγω παιγνιώδεις δραστηριότητες, όπου συμμετείχαν με ιδιαίτερη προθυμία και ενθουσιασμό.

Υποδυόμενοι ένα συγκεκριμένο ήρωα, αναφέρονταν στις εντυπώσεις και τη στάση τους απέναντι στα διάφορα αφηγηματικά πρόσωπα, όπως επίσης και στις προσδοκίες και επιθυμίες τους για την εξέλιξη της πλοκής. Ακολουθώντας ή ανατρέποντας τα αφηγηματικά δεδομένα, αναδημιουργούσαν το νόημα του κειμένου (Nodelman 1992: 138-139) σύμφωνα με τα προσωπικά τους βιώματα, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, την ψυχική διάθεσή τους κατά τη συγκεκριμένη στιγμή κ.λπ. Καθώς μέσα από την ανταπόκρισή τους παρουσίαζαν πτυχές του εαυτού τους, άρχιζαν να τον ανακαλύπτουν, να οδεύουν προς την αυτογνωσία (Ιser 1991: 128, 134). Ταυτόχρονα αποκάλυπταν τον εσωτερικό τους κόσμο στους συμμαθητές τους και το δάσκαλο, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τη στενότερη και πιο ουσιαστική επαφή μεταξύ όλων των μελών της σχολικής τάξης. Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι οι μαθητές εξέφραζαν την ανταπόκρισή τους με εξαιρετική υπευθυνότητα, ειλικρίνεια και συνέπεια, προφανώς επειδή αυτή σε κάθε περίπτωση καταγραφόταν άμεσα και με ακρίβεια από το δάσκαλο, προκειμένου στη συνέχεια να δημοσιευτεί σε διάφορα τοπικά και γνωστά παιδαγωγικά περιοδικά.[3]

Εδώ θα επικεντρωθούμε ενδεικτικά σε τρία από τα παιδικά εικονογραφημένα βιβλία του πολυβραβευμένου[4] σε Ευρώπη και Αμερική Ολλανδού Max Velthuijs (Μαξ Βέλθουις), παρουσιάζοντας τις δραστηριότητες που χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διδασκαλία τους, καθώς και μέρος της ανταπόκρισης των μαθητών, όπως εκφράστηκε μέσα από αυτές. Ως προς τα γενικά χαρακτηριστικά των έργων του Βέλθουις καταρχάς θα επισημαίναμε τον πρωτεύοντα ρόλο της εικονογράφησης, που την συναντάμε σε κάθε σελίδα να καλύπτει τουλάχιστον τα δύο τρίτα, ενώ το γραπτό κείμενο που τοποθετείται πάντοτε στο κάτω μέρος της σελίδας, περιορίζεται σε δύο έως πέντε αράδες. Ο αφηγητής ο οποίος χρησιμοποιεί το γ’ ενικό πρόσωπο, παραμένει απλός παρατηρητής της ζωής στο δάσος και αντιμετωπίζει όλα τα αφηγηματικά πρόσωπα, που προέρχονται από τον κόσμο των ζώων, με ουδετερότητα. Ωστόσο η θετική ή αρνητική στάση του αναγνώστη απέναντι στους διάφορους ήρωες καθορίζεται απόλυτα από το συγγραφέα-εικονογράφο, που αποδίδει την εξέλιξη των σχέσεων ανάμεσά τους, τη μεταστροφή της στάσης τους για τους γύρω τους με βάση τα νέα δεδομένα που συνεχώς προκύπτουν. Η συμπάθεια και  αλληλεγγύη που τα ζώα της ιστορίας εμφανίζουν τελικά μεταξύ τους, οδηγούν τον αναγνώστη προς την ίδια κατεύθυνση. Η αναγνωστική συμπάθεια ενισχύεται από τη λιτότητα η οποία διακρίνει τόσο τη μορφή όσο και το λόγο που εκφέρουν οι ήρωες.

Αναφορικά με τα τρία βιβλία, εντυπωσιακά στάθηκαν η αφοσίωση και ο ενθουσιασμός που επέδειξαν τα νήπια στο σύνολό τους όχι μόνο κατά τη διάρκεια της πρώτης ανάγνωσης αλλά και των αλλεπάλληλων που ακολούθησαν μετά από δική τους επιθυμία. Παρά το γεγονός ότι ασχοληθήκαμε με τα βιβλία του Βέλθουις διεξοδικά για τρεις ολόκληρες συνολικά εβδομάδες[5] στο πλαίσιο των προγραμματισμένων δραστηριοτήτων μας, οι μαθητές δεν αρκέστηκαν σε αυτό, αλλά αφιέρωσαν στα έργα του μεγάλο μέρος των ελεύθερων δραστηριοτήτων τους. Όποιος κατόρθωνε να εξασφαλίσει κάποιο από τα συγκεκριμένα βιβλία, που αναδείχθηκαν τα δημοφιλέστερα της σχολικής βιβλιοθήκης, περιτριγυριζόταν από συμμαθητές του, οι οποίοι τον άκουγαν καθηλωμένοι να αναδιηγείται την ιστορία με βάση την αλληλουχία των εικόνων, ενώ στη συνέχεια αναφέρονταν στην ανταπόκρισή τους, επαναλαμβάνοντας τις σχετικές εκπαιδευτικές δραστηριότητες που είχαν προηγηθεί. Συχνά μάλιστα το παιδί το οποίο είχε αναλάβει να παρουσιάσει την ιστορία, έπαιζε ότι κατέγραφε αυτά που αφηγούνταν οι υπόλοιποι, με εξαιρετική σοβαρότητα. Η αναπαράσταση των προσφιλέστερων αφηγηματικών σκηνών κυριαρχούσε στο ελεύθερο παιχνίδι των νηπίων και επιπλέον οι ήρωες ήταν συνεχώς παρόντες στις παιδικές εικαστικές δημιουργίες. Επίσης με δική τους αποκλειστικά πρωτοβουλία οι μαθητές έφτιαξαν βιβλία με θέμα τις τρεις ιστορίες, ζωγραφίζοντας οι ίδιοι τις εικόνες που τους είχαν εντυπωσιάσει. Στο σημείο αυτό ας περάσουμε στην παρουσίαση του έργου του Βέλθουις, του οποίου η επίδραση στα παιδιά συνιστά την πλέον αξιόπιστη απόδειξη της λογοτεχνικότητάς του, την εγκυρότερη καταξίωσή του.

Στο βιβλίο «Ο Βάτραχος το Χειμώνα» παρουσιάζεται το έντονο πρόβλημα επιβίωσης που αντιμετωπίζει ο κύριος ήρωας κατά τη χειμερινή περίοδο, εξαιτίας του ψύχους, του πάγου και του χιονιού που καλύπτουν το δάσος. Οι δυσκολίες για το Βάτραχο ξεπερνιούνται αποκλειστικά χάρη στη βοήθεια των φίλων του (Εικόνα 1).  Η υλική και ψυχολογική υποστήριξη που του παρέχουν η Πάπια, το Γουρούνι και ο Λαγός, του επιτρέπουν να απολαύσει ξανά τον ερχομό της άνοιξης. Έτσι το βιβλίο υποβάλλει στους μικρούς αναγνώστες του τις αξίες του αλτρουισμού, της κοινωνικής αλληλεγγύης, τους προσφέρει την πολύτιμη  εμπειρία της ανιδιοτελούς φιλίας. Μετά την ανάγνωση του κειμένου, στη διάρκεια της οποίας το βιβλίο ήταν μόνιμα στραμμένο προς τα παιδιά, ώστε ακούγοντας τις φράσεις να παρακολουθούν ταυτόχρονα τις αντίστοιχες εικόνες, προσφέρθηκε διαδοχικά σε κάθε μαθητή το «μαγικό εισιτήριο». Πρόκειται για ένα μικρό συνήθως σε μέγεθος αντικείμενο, που συνδέεται με την αφηγηματική υπόθεση και τα νήπια θεωρούν ότι παρέχει τη δυνατότητα σε όποιον το αποκτά, να εισέρχεται στον κόσμο της ιστορίας και επιλέγοντας το ρόλο του σε αυτόν, να αποφασίζει για τη δράση του και την εξέλιξή της είτε σύμφωνα με την πλοκή είτε αντίθετα από αυτήν. Για το συγκεκριμένο έργο ως μαγικό εισιτήριο χρησιμοποιήθηκε ένα μάλλινο κασκόλ, όπως αυτό με το οποίο εμφανίζεται η Πάπια σε κάποια εικόνα να πατινάρει πάνω στον πάγο και σε επόμενη να το προσφέρει στο Βάτραχο που κρυώνει.

Ορισμένα παιδιά επέλεξαν το ρόλο του Βατράχου, για ν’απολαμβάνουν τη φροντίδα και τη συντροφιά των φίλων τους, όπως δήλωσαν, ενώ άλλα ταυτίστηκαν με τα υπόλοιπα ζώα που είναι σε θέση όχι μόνο ν’αντιμετωπίζουν το κρύο, αλλά και να χαίρονται παγοδρομώντας, παίζοντας με το χιόνι ή ανάβοντας το τζάκι τους. Όλα ωστόσο τα παιδιά εξέφρασαν ανεπιφύλακτα την προτίμησή τους στην εποχή της Άνοιξης, επειδή την συνέδεσαν με την ξενοιασιά και την ευτυχία του Βατράχου. Η Μαρία Λ. ανέφερε πως είναι το ποτάμι όπου συνηθίζει να πλένεται ο Βάτραχος. Τώρα που μπήκε η Άνοιξη κι είναι δροσερό το νερό του, αρέσει στο Βάτραχο να κολυμπά εκεί. Μετά το μπάνιο, το ποτάμι του ζητά να κοιμηθεί κοντά του, για να τον έχει συντροφιά. Όλο το χειμώνα που ο Βάτραχος έμεινε μακριά, εκείνο είχε γίνει πάγος, επειδή ένιωθε μοναξιά. Η Μαρία Μ. που επέλεξε το ρόλο του Λαγού, ισχυρίστηκε πως ο Βάτραχος το Χειμώνα μπορούσε ν’ αντιμετωπίζει το κρύο, φορώντας το πουλόβερ του. Ωστόσο τη φροντίδα των φίλων του την χρειάζεται σ’ όλες τις εποχές. Κάθε βράδυ συγκεντρώνονται όλοι στο σπίτι του και του μαγειρεύουν, γιατί είναι πολύ κουρασμένος απ’ το παιχνίδι. Έπειτα κοιμούνται μαζί του, επειδή ο Βάτραχος φοβάται τα φαντάσματα.

Σε σχέση με το ίδιο βιβλίο, τα παιδιά κλήθηκαν με επίκεντρο την εικόνα που αναπαριστά την παγοδρομία του Βάτραχου η οποία καταλήγει με την πτώση του (Εικόνα 2), να αφηγηθούν τη δική τους εκδοχή για το συγκεκριμένο περιστατικό. Στη συνέχεια ξαναδιαβάστηκαν οι ιστορίες όλων των μαθητών, προκειμένου οι ίδιοι να ψηφίσουν αυτήν που προτιμούσαν. Η ιστορία που πλειοψήφησε, δραματοποιήθηκε στη συνέχεια από τα παιδιά, που επέλεξαν να της δώσουν τον τίτλο «Βατραχένιο».

Στο βιβλίο «Ο ερωτευμένος Βάτραχος» παρουσιάζεται η ερωτική διάθεση που διακατέχει το Βάτραχο κατά την περίοδο της Άνοιξης. Ο κύριος ήρωας, ο οποίος δυσκολεύεται να εκδηλώσει στην Πάπια τον έρωτα που νιώθει για κείνην, καθώς μάλιστα η επιλογή του κρίνεται ασυνήθιστη από τον κοινωνικό τους περίγυρο, προσπαθεί να αποσπάσει την προσοχή της με τη ριψοκίνδυνη συμπεριφορά του. Μετά τον τραυματισμό του στην προσπάθειά του να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ στο άλμα εις ύψος, η Πάπια καθώς του παρέχει τις πρώτες βοήθειες, του αποκαλύπτει πως τον αγαπά. Η ανάδειξη του έρωτα ως δημιουργικής δύναμης, αιτίας πόνου και ταυτόχρονα ευτυχίας, καθιστά διαχρονικό και οικουμενικό το συγκεκριμένο βιβλίο.

Στην προτίμηση των μαθητών, την οποία εδώ εξέφρασαν με μαγικό εισιτήριο ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα (Εικόνα 3), πρώτος ήταν ο ρόλος του Βάτραχου και ακολούθησε αυτός της Πάπιας που επιλέχτηκε αποκλειστικά από κορίτσια. Δεν έλειψαν ωστόσο και οι περιπτώσεις παιδιών που ταυτίστηκαν με κάποιο από τα υπόλοιπα αφηγηματικά πρόσωπα, το Λαγό ή το Γουρούνι. Σύμφωνα με την ανταπόκριση του συνόλου της τάξης, η Πάπια γνώριζε από την πρώτη στιγμή τον έρωτα του Βάτραχου για κείνην, εφόσον είτε τον είχε δει κρυφά ν’ αφήνει λουλούδια και ζωγραφιές έξω από την πόρτα της είτε της είχε δηλώσει ο ίδιος απερίφραστα τα αισθήματά του είτε τα κατάλαβε μόνη της επειδή «της έκανε συνέχεια πλάκα». Όσο για τα άλματα του Βάτραχου (Εικόνα 4), τα παιδιά τα απέδωσαν   στην  επιδίωξή   του  να   φτάσει   ένα   μπουκέτο   λουλούδια  που κρεμόταν στο πιο ψηλό κλαδί του μεγαλύτερου δέντρου του δάσους, για να τα προσφέρει στην αγαπημένη του, ή τα εξέλαβαν ως προπόνηση για μια μεγάλη αθλητική διοργάνωση όπου σκόπευε να κατακτήσει το χρυσό μετάλλιο. Η πλειοψηφία των μαθητών αναφέρθηκε στο αίσιο τέλος της σχέσης του ζευγαριού, που οδήγησε στη δημιουργία πλήθους απογόνων, οι οποίοι έμοιαζαν και στους δύο γονείς τους, μερικοί δηλαδή ήταν Βάτραχοι και οι υπόλοιποι Πάπιες. Όσο για τη στάση του κοινωνικού περίγυρου απέναντι στους δύο ερωτευμένους ήρωες, αρκετά από τα παιδιά την φαντάστηκαν θετική, κάνοντας λόγο για γάμο με πολλούς προσκεκλημένους, σπουδαία δώρα και μπομπονιέρες. Λιγότερα ήταν τα παιδιά που υποστήριξαν πως το ζευγάρι απομονώθηκε από την κοινότητα και τελικά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το δάσος, μην αντέχοντας τη ντροπή και το φόβο.

Η Μαρία Π. αφηγείται ως Βάτραχος πως ζωγραφίζει μια καρδούλα (Εικόνα 5), για να τη χαρίσει στην Πάπια που αγαπά. Όταν την επισκέπτεται, προκειμένου να της μιλήσει για τον έρωτά του, διαπιστώνει πως κι εκείνη  τρέφει  ανάλογα  αισθήματα απέναντί του. Θα ζήσουν λοιπόν αρκετό καιρό μαζί, χωρίς ωστόσο να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά, αφού είναι διαφορετικοί. Ο Βάτραχος δεν θα πάψει ποτέ να την αγαπά, όμως η Πάπια θα ερωτευτεί κάποτε το Λαγό. Μετά το γάμο των δύο τελευταίων ο Βάτραχος θα τους επισκέπτεται τακτικά, επειδή τους θεωρεί φίλους του, και θα χαρίζει δώρα στα παιδιά τους, που θα μοιάζουν στη μητέρα τους. Τέλος ο Νίκος Ε., επιλέγοντας το ρόλο του Λαγού, αναφέρει πως έχει παντρευτεί την Πάπια, ενώ ο Βάτραχος τη Χήνα. Βάτραχος και Λαγός προπονούνταν μαζί στα άλματα, αλλά ο δεύτερος τα κατάφερε καλύτερα, αφού πέρασε τα σύννεφα και προσγειώθηκε κανονικά, χωρίς να χτυπήσει, εντυπωσιάζοντας την Πάπια. Το ζευγάρι Λαγού-Πάπιας θα ζήσει παντοτινά ενωμένο, περνώντας τον καιρό του στο σπίτι τους με μουσική και τσάι ή  το χιόνι, ανεβασμένο στον αγαπημένο τους βράχο. Η Πάπια θα  γεννήσει  πολλά   κορίτσια και αγόρια, που όλα θα μοιάζουν στην ίδια. Ο μόνος που θα δημιουργεί προβλήματα στην οικογένεια είναι το Γουρούνι, το οποίο είναι θυμωμένο μαζί τους, επειδή ήθελε κι εκείνο να παντρευτεί την Πάπια.

Στο δε έργο με τίτλο «Ο Βάτραχος και ο Ξένος» γίνεται λόγος για την εμφάνιση στο δάσος ενός ταξιδιώτη Ποντικού, που προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις στην παρέα των ζώων τα οποία κατοικούν μόνιμα εκεί. Το Γουρούνι και η Πάπια αντιμετωπίζουν τον «ξένο» εντελώς αρνητικά, ενώ ο Βάτραχος επιδιώκει να τον γνωρίσει προσωπικά πριν σχηματίσει οποιαδήποτε άποψη για κείνον. Τελικά αποδεικνύεται ότι οι επιφυλάξεις των ζώων του δάσους απέναντι στον Ποντικό είναι εντελώς αβάσιμες, αφού ο τελευταίος δεν διστάζει ακόμη και να διακινδυνέψει τη ζωή του, προκειμένου να τα σώσει όταν απειλούνται. Ως αποτέλεσμα της αυταπάρνησης και της γενναιότητας του Ποντικού, όλοι στο δάσος συμφιλιώνονται μαζί του και θλίβονται ειλικρινά που εκείνος αποφασίζει να φύγει από κοντά τους, για να συνεχίσει τα ταξίδια του. Η πολυπολιτισμικότητα των σύγχρονων σχολικών τάξεων και γενικότερα των ευρωπαϊκών κοινωνιών επιφυλάσσει για το συγκεκριμένο έργο μια ιδιαίτερα σημαντική θέση στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης οι ήρωες του βιβλίου προσκλήθηκαν στην τάξη. Στην πραγματικότητα, ο δάσκαλος χρησιμοποιώντας κατασκευές από χαρτόνι ή άλλα αντικείμενα, μεταμφίεσε τους ίδιους τους μαθητές, που παρέμεναν με τα μάτια κλειστά, στα διάφορα αφηγηματικά πρόσωπα. Όταν οι ήρωες του βιβλίου βρίσκονταν ήδη ανάμεσά μας, αφού προηγήθηκε η αναγνώρισή τους, ακολούθησαν οι συνεντεύξεις τους που δόθηκαν στο δάσκαλο. Για παράδειγμα, απευθυνθήκαμε στο μαθητή ο οποίος κουβαλούσε τον ταξιδιωτικό σάκο (Εικόνα 6), αποκαλώντας τον «Ποντικέ», σ’ εκείνον που φορούσε το πράσινο στεφάνι από κανσόν όπου προεξείχαν δύο μικρές λευκές μπάλες, ξεκινήσαμε τη συνέντευξη με τη φράση «Πες μας Βάτραχε τη γνώση σου για τον Ποντικό» κ.ο.κ. Προκειμένου να δοθεί στα παιδιά η δυνατότητα να εκδηλώσουν την ταύτισή τους με κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο της ιστορίας, η δραστηριότητα επαναλήφθηκε συχνά με την ακόλουθη παραλλαγή. Τα διάφορα αντικείμενα τοποθετήθηκαν σε σωρό στο κέντρο του κύκλου που καθόμαστε με τους μαθητές, και ο καθένας από αυτούς με σειρά προτεραιότητας που καθόριζε η τύχη, διάλεγε για τον εαυτό του εκείνο το αντικείμενο που αντιστοιχούσε στον ήρωα τον οποίο επιθυμούσε να υποδυθεί κατά τη συνέντευξη.

Από τα παιδιά που επέλεξαν το ρόλο του Βάτραχου η Μαρία Πρ. ισχυρίστηκε πως με τον Ποντικό είναι φίλοι και παίζουν μαζί. Όσο για το Γουρούνι, που προσπαθεί να διώξει τον Ποντικό από το δάσος, εκτιμά ότι η στάση του φανερώνει πως δεν αγαπά το Βάτραχο και αδιαφορεί για την ευτυχία του. Ο δε Ανδρέας Α., αν και επίσης δηλώνει φίλος του Ποντικού, αναφέρει πως δεν θα τον λυπήσει καθόλου η αναχώρηση του τελευταίου, επειδή θεωρεί βέβαιο ότι πολύ σύντομα θα επιστρέψει στο δάσος. Τονίζει μάλιστα πως θα τον συνοδέψει και ο ίδιος ως το αεροδρόμιο, για να του ευχηθεί για το ταξίδι. Η Ευρυδίκη Κ., που επισημαίνει τους εξαιρετικά στενούς δεσμούς οι οποίοι αναπτύχθηκαν ανάμεσα στον Ποντικό και όλα τα υπόλοιπα ζώα που τους έσωσε τη ζωή, αφηγείται πως ο Ποντικός δεν ταξιδεύει μόνος. Τον ακολουθούν και οι φίλοι του, καθώς τους είναι αδύνατο να τον αποχωριστούν έστω και για λίγο.

Μεταξύ των μαθητών που προτίμησαν να υποδυθούν κάποιο από τα υπόλοιπα ζώα της ιστορίας ήταν η Πόπη Κ., που ως Γουρούνι εξήγησε πως ο λόγος για τον οποίο ήθελε να διώξουν τον Ποντικό από το δάσος ήταν ότι έτρωγε όλα τους τα φρούτα. Άλλαξε βέβαια γνώμη για κείνον όταν έσβησε την πυρκαγιά στο σπίτι του Γουρουνιού. Τελικά όμως ο Ποντικός θ’ αποφασίσει μόνος του να εγκαταλείψει τους καινούριους του φίλους στο δάσος, αποδεικνύοντας με τη στάση του ότι δεν τους είχε αγαπήσει τόσο πολύ όσο εκείνοι. Ως Ποντικός ο Χρήστος Γ. μας διαβεβαίωσε ότι δεν είναι βρωμιάρης και δεν του αρέσει να τον χαρακτηρίζουν έτσι. Από το δάσος δεν έφυγε επειδή επιθυμούσε να ταξιδέψει και αλλού, αλλά εξαιτίας του Γουρουνιού που τον έδιωχνε. Το Καλοκαίρι όμως θα ξαναγυρίσει εκεί, γιατί δεν θα είναι πια θυμωμένος μαζί του.

Μετά την αναχώρηση του Ποντικού ζητήσαμε από τα παιδιά να συνεχίζουν την ιστορία, με αλληλογραφία ανάμεσα σε κείνον και στα υπόλοιπα ζώα του δάσους. Στο γράμμα των ζώων προς τον Ποντικό που προηγήθηκε, αυτά εξέφρασαν την επιθυμία τους να επιστρέψει σύντομα κοντά τους, στέλνοντάς του μάλιστα ανάμεσα σε πολλά άλλα δώρα κι ένα αυτοκίνητο, για να επισπευτεί η επάνοδός του. Στην απάντηση του Ποντικού, η οποία επίσης συντάχθηκε συλλογικά από τα παιδιά, αναφέρεται ότι παραμένει μακριά τους όχι γιατί δεν επιθυμεί να τους συναντήσει, αλλά γιατί νοσηλεύεται σε κλινική με τραύμα στο κεφάλι. Τους προσκαλεί μάλιστα να τον επισκεφτούν εκεί. Έπειτα από την εξέλιξη αυτή, καθένας από τους μαθητές, υποδυόμενος το Βάτραχο, κλήθηκε να δώσει το τέλος που επιθυμούσε.  Κάποιος αφηγήθηκε ότι πήρε μαζί του στο νοσοκομείο  ένα παγκάκι (Εικόνα 7) που έφτιαξε όπως του είχε μάθει ο Ποντικός, για να κάθεται ο τελευταίος όταν βγαίνει στον κήπο και τον περίμενε ώσπου ν’ αναρρώσει, οπότε επέστρεψαν οι δυο τους στο δάσος, όπου έμειναν για πάντα. Άλλος έκανε λόγο για ένα δράκο που έφαγε το γιατρό και για αστυνομικούς που πυροβόλησαν το δράκο, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον Ποντικό να επιστρέψει στους φίλους του.

Συμπεράσματα: Όπως συνεπώς αποδεικνύεται από τις συγκροτημένες, ευφάνταστες, πρωτότυπες παιδικές αφηγήσεις που παρατέθηκαν παραπάνω σχετικά με τα τρία έργα του Βέλθουις, το εικονογραφημένο λογοτεχνικό παιδικό βιβλίο, καθώς καθίσταται ιδιαίτερα «ευανάγνωστο» για τους μικρούς αναγνώστες χάρη στον κυρίαρχο ρόλο των εικόνων, θα μπορούσε με την κατάλληλη αξιοποίησή του μέσα στη σχολική τάξη να συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας, να μυήσει τους μαθητές στην ουσία του λογοτεχνικού φαινομένου και να καλλιεργήσει σημαντικά τη φαντασία τους.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνόγλωσση

Αποστολίδου, Β., Χοντολίδου, Ε. (επιμέλεια) (1999), Λογοτεχνία και Εκπαίδευση, Αθήνα: Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός.

Berger, J. (1986), Η εικόνα και το βλέμμα, μτφρ. Ζ. Κονταράτος, Αθήνα: Οδυσσέας.

Καλλέργης, Η.Ε. (1995), Προσεγγίσεις στην Παιδική Λογοτεχνία, Αθήνα: Καστανιώτης.

Κουλουμπή-Παπαπετροπούλου, Κ. (1988), «Η ποίηση στο Νηπιαγωγείο», Η Παιδική Λογοτεχνία και το μικρό παιδί, Αθήνα: Καστανιώτης, 85-102.

Μπενέκος, Α. (1981), Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Ένας σταθμός στην Παιδική Λογοτεχνία, Αθήνα: Δίπτυχο.

Σιδέρη, Α. (1990), «Το αντίδοτο», Δέντρο, τ. 56-57, σσ. 42-44.

Ψαράκη, Β. (1995), «Σχέση Εικόνας και Κειμένου. Η γλώσσα της εικόνας», Παιδική Λογοτεχνία. Θεωρία και Πράξη, επιμ. Α. Κατσίκη-Γκίβαλου, Αθήνα: Καστανιώτης, 129-134.

 

Ξενόγλωσση

Booth W. C. (21987), The Rhetoric of Fiction, Middlesex: Penguin Books

ΙΒΒΥ, (1992), Hans Christian Andersen Award 1992, 25-26.

Iser, W. (51991), The Act of Reading. A Theory of Aesthetic Response, Baltimore and London: Johns Hopkins University Press.

Iser, W. (51990), The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fiction from Bunyan to Beckett, Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press.

Landes, S. (1985), “Picture Books as Literature”, Children’s Literature Association-Quarterly, 10(2), 51-54.

Nodelman, P. (1992), The Pleasures of Children’s Literature, London: Longman.

Tompkins, J.P. (61988), «The Reader in History : The Changing Shape of Literary Repsonse », Reader-Response Criticism. From Formalism to Post-Structuralism, Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press, 201-232.

 

Σημειώσεις

[1]      Ενδεικτικά αναφερόμαστε στην επισταμένη πολυετή προσπάθεια της εξαμελούς Ομάδας Έρευνας για τη Διδασκαλία της Λογοτεχνίας, που συγκροτήθηκε στη Θεσσαλονίκη από εκπαιδευτικούς των τριών βαθμίδων, και οδήγησε στην πρόταση ενός νέου ολοκληρωμένου προγράμματος λογοτεχνικής διδασκαλίας, στοιχεία του οποίου πρωτοπαρουσιάστηκαν στο Πανελλήνιο Συνέδριο που διοργανώθηκε από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τον Οκτώβριο του 1997, με τίτλο «Λογοτεχνία και Εκπαίδευση» (βλ. σχετικά Αποστολίδου Β., Χοντολίδου Ε. 1999: 11-12, 319-390).

[2]      Στην επισήμανση του Berger αναφορικά με τη σπουδαιότητα, την πρωταρχικότητα της εικόνας σε σχέση με τις λέξεις για την παιδική αντίληψη (Berger 1986: 7-9), προσθέτουμε κάτι που είπε η Νίκη Γουλανδρή σε εκδήλωση της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς στην αίθουσα Λόγου της Στοάς του Βιβλίου τον Απρίλη του 2002 για τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Παιδικού Βιβλίου. Σε ερώτηση της Αγγελικής Βαρελλά για τις αναγνωστικές προτιμήσεις της όταν ήταν παιδί, υποστήριξε πως περισσότερο από κάθε άλλο βιβλίο είχε αγαπήσει «Το μαγικό ταξίδι» της Σέλμα Λάγκερλεφ, διότι αν και βρισκόταν σε μια ηλικία που δυσκολευόταν ακόμη να διαβάζει, την γοήτευαν τρομερά οι εικόνες του. Επίσης, στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η παρατήρηση μιας μικρής μαθήτριας του Δημοτικού πως «δεν έχει δει πιο άσχημο βιβλίο» όταν έλαβε ως δώρο ένα λογοτεχνικό έργο χωρίς εικονογράφηση.

[3]      Πρόκειται για α) τα άρθρα μου με γενικό τίτλο «Τα παιδιά διαβάζουν λογοτεχνικά κείμενα» στα τεύχη 23, 24 και 25 του περιοδικού Λαμπηδόνα του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Ασπροπύργου, στο οποίο η πρόσβαση των παιδιών της περιοχής είναι ιδιαίτερα εύκολη, καθώς και για τα: β) «Παρέα με τους ήρωες των βιβλίων. Λογοτεχνικές προσεγγίσεις στο Νηπιαγωγείο», περ. Σύγχρονο Νηπιαγωγείο, τχ. 27, Μάιος-Ιούνιος 2002, σσ. 20-22, γ) «Μαγικές Εικόνες. Μια εφαρμοσμένη πρόταση για τη διδασκαλία της ποίησης σε μικρά παιδιά», περ. Εκπαιδευτική Κοινότητα, τχ. 61, Φεβρουάριος-Απρίλιος 2002, σσ. 21-23, δ) «Με τα γυαλιά της Φαντασίας και το Μαγικό Εισιτήριο. Παιδικές λογοτεχνικές αναγνώσεις», περ. Παράθυρο στην εκπαίδευση του παιδιού, τχ. 15, Μάιος-Ιούνιος 2002, σσ. 191-193 και τχ. 16, Ιούλιος-Αύγουστος 2002, σσ. 45-47.

[4]      Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το 1992 περιελήφθη στον Πίνακα του Διεθνούς Βραβείου Η. C. Andersen  για την προσφορά του στην εικονογράφηση του παιδικού βιβλίου (βλ. στο δελτίο της IBBY 1992: 25-26).

[5]     Όλα τα κείμενα που διδάσκονταν τα παιδιά, επιλέγονταν με βάση την επικαιρότητα ―εποχή, καιρικές συνθήκες, κ.λπ.―. Συνεπώς τα τρία βιβλία του Βέλθουις παρουσιάστηκαν σε χρονικό διάστημα έξι περίπου μηνών.

Προϋποθέσεις, προτάσεις για τη θετική ανταπόκριση των νηπίων στη διδασκαλία της λογοτεχνίας (Εισήγηση σε συνέδριο)

 Προϋποθέσεις και προτάσεις για τη θετική ανταπόκριση  των νηπίων στη διδασκαλία της λογοτεχνίας, με αναφορές σε εφαρμοσμένα εκπαιδευτικά  προγράμματα.

Ελένη ΗλίαΔρ. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ΕΚΠΑ.

Η εισήγηση παρουσιάστηκε στο πανελλήνιο συνέδριο «Εκπαίδευση στον εικοστό πρώτο αιώνα: Θεωρία και πράξη. Αναζητώντας το ελκυστικό και αποτελεσματικό σχολείο», Αθήνα,19-21 Μαϊου 2017.

Περιλαμβάνεται στον α΄ τόμο των πρακτικών (σελ. 443-451), http://www.ekedisy.gr/praktika-2ou-paneliniou-synedriou

Έτος έκδοσης: 2017

ISBN: 978-618-83517-0-7

Περίληψη

Οι λογοτεχνικές αναγνώσεις συντελούν στην ψυχική και κοινωνική ωρίμαση, στην ανάπτυξη της δημιουργικής σκέψης, στην αισθητική καλλιέργεια, στην επαφή με τις διαχρονικές, πολιτισμικές αξίες, στη γλωσσική ανάπτυξη, στην απόκτηση ειδικότερων γνώσεων κ. ο. κ. Κατά συνέπεια ο ρόλος τους στην εκπαιδευτική διαδικασία είναι πολύτιμος και αναντικατάστατος. Η ανάγνωση κάθε λογοτεχνικού κειμένου είναι μια διαδικασία ιδιαίτερα δημιουργι­κή. Γινόμαστε συνδημιουργοί του συγγραφέα, σχηματίζουμε  προσδοκίες για  την εξέλι­ξη της υπόθεσης, ταυτιζόμαστε  με τους  ήρωες, διαμορφώνουμε στάσεις απέναντι στα υπόλοιπα πρόσωπα.  Ως αποτέλεσμα αυτής της  δραστηριότητας, αποκομίζουμε την αίσθηση ότι εμπλεκόμαστε ά­μεσα στα αφηγηματικά δρώμενα, ότι βιώνουμε προσωπικά καταστάσεις και συναισθήματα που αποδίδονται στο κείμενο. Εκείνο δηλαδή που προκύπτει από την επαφή μας με το λογοτεχνικό έργο,  έχει το χαρακτήρα του βιώματος και συντελεί στην αυτογνωσία μας. Η ίδια η φύση της λογοτεχνίας υπαγορεύει τόσο τους στόχους όσο και  τους  τρόπους της διδακτικής προσέγγισής της. Οι επιλογές και οι χειρισμοί τού ίδιου του δασκάλου, οι δικές του πρω­τοβουλίες, η προσωπική του ικανότητα και διάθεση είναι παράγοντες καθοριστικοί  για την επιτυχία της λογοτεχνικής διδασκαλίας. Ειδικότερα στο  Νηπιαγωγείο πραγματοποιείται η πρώτη επαφή των μαθητών με  το λογοτεχνικό φαινόμενο και ουσιαστικά καθορίζεται η μετέπειτα σχέση τους με αυτό και διαμορφώνονται τα αισθητικά κριτήρια τους. Για να βιώσει το σύνολο των μαθητών την αισθητική απόλαυση, τη συγκινησιακή φόρτιση  που η λογοτεχνία προσφέρει, σχεδιάζουμε  ευφάνταστα, ελκυστικά εκπαιδευτικά προγράμματα με παιγνιώδη χαρακτήρα, όπου πρωταρχική θέση κατέχει το «μαγικό»  στοιχείο.  Δίνουμε  στα νήπια τη δυνατότητα να εκφράσουν την αναγνωστική ανταπόκρισή τους στα λογοτεχνικά κείμενα με την ελεύθερη αναδιήγηση του λογοτεχνικού προτύπου,  την αξιοποίησή του ως πηγή έμπνευσης  και κινητήρια δύναμη της φαντασίας τους.

Λέξεις-κλειδιά: λογοτεχνική διδασκαλία, αναγνωστική ανταπόκριση, δημιουργική αναδιήγηση.

1. Εισαγωγή

Η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού κειμένου είναι μία ιδιαίτερα «δημιουργι­κή διαδικασία»

(Iser 1990: 44-45). Γινόμαστε συνδημιουργοί του συγγραφέα, καθώς ανταπο­κρινόμαστε στο ρόλο που εκείνος μας έχει καθορίσει,  σύμφωνα με  τη «φιλολογική μας ικανότητα» (Culler, 1988: 102, 109, 115) αλλά και τη «διάθεση» της στιγμής (Τζιόβας, 1987: 236, 239). Κατά την ανάγνωση ανακαλύπτουμε τα νοήματα που λαν­θάνουν, δημιουργούμε προσδοκίες για  την εξέλι­ξη της υπόθεσης, διαμορφώνουμε στάσεις απέναντι στα διάφορα λογοτεχνικά πρόσωπα.

Ως αποτέλεσμα της εντατικής αντιληπτικής δραστηριότητας που επιτε­λούμε, αποκομίζουμε την αίσθηση ότι εμπλεκόμαστε ά­μεσα στα αφηγηματικά δρώμενα. «Ταυτιζόμενοι» με τους ήρωες (Booth, 1987: 278-281, 378), βιώνουμε προσωπικά καταστάσεις και συναισθήματα που αποδίδονται στο κείμενο. Καθώς η επαφή μας με το λογοτεχνικό έργο έχει το χαρακτήρα του βιώματος, συντελεί στην αυτογνωσία μας.

  1. Στοιχεία εφαρμογής

Σε διάστημα δεκαοχτώ ετών έχουμε σχεδιάσει και υλοποιήσει περισσότερα από είκοσι πέντε διαφορετικά εκπαιδευτικά λογοτεχνικά προγράμματα σε τρία δημόσια νηπιαγωγεία της Δυτικής Αττικής. Από την ενασχόλησή μας με τα προγράμματα αυτά, προκύπτουν οι προτάσεις και οι προϋποθέσεις που διατυπώνονται στη συνέχεια, προκειμένου το σύνολο των νηπίων κάθε σχολικής τάξης  να ανταποκρίνεται θετικά στη  διδασκαλία της λογοτεχνίας.

 3. Κοινοί στόχοι-επιδιώξεις των εκπαιδευτικών λογοτεχνικών προγραμμάτων

  • Η συνειδητοποίηση από τα νήπια της δημιουργικότητας του αναγνωστικού ρόλου.
  • Η καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας ως αποτέλεσμα της απόλαυσης που προσφέρει η λογοτεχνική ανάγνωση.
  • Η εξοικείωση με το λογοτεχνικό φαινόμενο.
  • Η διασφάλιση της καθολικής συμμετοχής των μαθητών και  η  δυνατότητα  έκφρασης-ανταλλαγής των προσωπικών εμπειριών, επιθυμιών και προσδοκιών  τους, αναφορικά με τα κείμενα.
  • Η καλλιέργεια της δημιουργικής σκέψης.
  • Η γλωσσική ανάπτυξη και ειδικότερα η καλλιέργεια της αφηγηματικής ικανότητας.
  • Η κατανόηση της σύνδεσης ανάμεσα στον προφορικό και το γραπτό λόγο, της ιδιότητας του γραπτού λόγου να αναπαριστά τον προφορικό.

 

  1. Μεθοδολογία διδασκαλίας

4.1. Εκπαιδευτικά προγράμματα με παιγνιώδεις δραστηριότητες

Η ίδια η φύση της λογοτεχνίας υπαγορεύει τόσο το στόχο όσο και  τον τρόπο διδασκαλίας της. Ειδικότερα στο Νηπιαγωγείο, όπου πραγματοποιείται η πρώτη επαφή των μαθητών με  το λογοτεχνικό φαινόμενο και ουσιαστικά καθορίζεται η μετέπειτα σχέση τους με αυτό και διαμορφώνονται τα αισθητικά κριτήρια τους, επιδιώκουμε να δημιουργήσουμε τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις εκείνες, που θα επιτρέ­ψουν στα παιδιά να βιώσουν την αισθητική απόλαυση, τη συγκινησιακή φόρτιση την οποία η λογοτεχνία προσφέρει.

Καθώς το κυρίαρχο στοιχείο της παιδικής φύσης είναι η ανάγκη και η διάθεση για παιχνίδι (Χουιζίνγκα, 1989), προτείνεται η  λογοτεχνική διδασκαλία μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα με παιγνιώδη φύση (Ποσλανιέκ, 1992), ώστε η παιγνιώδης ατμόσφαιρα να συνεπάρει το σύνολο των νηπίων. Η χρήση  εκπαιδευτικών, εμψυχωτικών προγραμμάτων, όταν μάλιστα σχεδιάζονται σε σχέση με τη συγκεκριμένη ομάδα νηπίων που θα τα υλοποιήσει, εξασφαλίζει τη δημιουργική συμμετοχή του συνόλου των μαθητών. Η δύναμη του «μαγικού στοιχείου» είναι εξαιρετική. Αν και όλοι γνωρίζουμε πως δεν είναι μαγικό, ωστόσο το αποδεχόμαστε ως τέτοιο, λόγω μιας κοινής σύμβασης, μιας κοινής διάθεσης να παίξουμε. Εντελώς ενδεικτικά παραθέτουμε στη συνέχεια μερικές σχετικές παιγνιώδεις διαδικασίες, τις οποίες έχουμε εφαρμόσει με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα:

  • Παρέα με τους ήρωες των βιβλίων: Οι ήρωες του έργου έρχονται στη σχολική τάξη και μας μιλούν για την ιστορία τους. Πρόκειται για τους ίδιους τους μαθητές, που έχουμε μεταμφιέσει, χρησιμοποιώντας κάποιο χαρακτηριστικό του αντίστοιχου αφηγηματικού προσώπου αντικείμενο. Σε επόμενη φάση το μαγικό ραβδί αγγίζει κάθε μαθητή και τότε εκείνος διαλέγει κάποιο από τα διάφορα χαρακτηριστικά αντικείμενα που βρίσκονται συγκεντρωμένα, προκειμένου να «μεταμορφωθεί» στον αντίστοιχο ήρωα. Έτσι έχει επιλέξει ο ίδιος ο μαθητής τον ήρωα μέσα από την οπτική του οποίου θα αναφερθεί στη λογοτεχνική ιστορία.
  • Το μαγικό εισιτήριο: Ο μαθητής παίρνει από το δάσκαλο ένα αντικείμενο χαρακτηριστικό της αφηγηματικής υπόθεσης, που είναι το εισιτήριό του, για να εισέλθει στον κόσμο της ιστορίας και να επιλέξει το ρόλο του και τη δράση του σε αυτήν. Σε επόμενη φάση το μαγικό εισιτήριο δεν το ετοιμάζει πια ο εκπαιδευτικός και το παρουσιάζει σαν έκπληξη αλλά έπειτα από συζήτηση στην τάξη τα παιδιά προτείνουν και κατασκευάζουν ομαδικά το μαγικό εισιτήριο.
  • Τα γυαλιά της Φαντασίας: Τα παιδιά φορούν τα γυαλιά της κυρίας Φαντασίας, που τους επιτρέπουν να βλέπουν «από μέσα» τον κόσμο της ιστορίας και να αναφέρονται σε αυτόν.
  • Ο ωκεανός της Φαντασίας: Πολύχρωμα υφάσματα και άλλα ετερόκλητα αντικείμενα  απλώνονται σε κάποιο σημείο της σχολικής τάξης. Αποτελούν τον ωκεανό της Φαντασίας, όπου οι μαθητές κάνουν διαδοχικά τη «βουτιά» τους, ώστε να αναδιηγηθούν την αφηγηματική ιστορία. Με την πάροδο του χρόνου προστίθενται καινούρια αντικείμενα, που οι μαθητές φέρνουν, για να εμπλουτίσουν τον ωκεανό. Τα αντικείμενα αυτά μπορεί να έχουν ιδιαίτερη σχέση με την αφηγηματική υπόθεση του έργου που παρουσιάζουμε τη δεδομένη χρονική στιγμή.
  • Τα μαγικά λόγια: οι μαθητές αποστηθίζουν τα μαγικά λόγια, που μπορεί να είναι στίχοι δημοτικών τραγουδιών ή άλλων ποιημάτων, σε σχέση με την αφηγηματική υπόθεση ενός έργου ή φράσεις και στίχοι που οι ίδιοι οι μαθητές συντάσσουν. Εκφέροντάς τα ή γράφοντάς τα, έχουν τη δυνατότητα να εισέλθουν στον κόσμο της ιστορίας και να επιλέξουν το ρόλο και τη δράση τους σε αυτόν.

 

4.2. Ο ρόλος και η στάση του εκπαιδευτικού στα προγράμματα

Για την επίτευξη των προαναφερόμενων διδακτικών στόχων για τη λογοτεχνία, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι επιλογές και οι χειρισμοί του ίδιου του νηπιαγωγού, οι πρω­τοβουλίες και η διάθεση που επιδεικνύει.  Η αντιμετώπιση της διδασκαλίας της λογοτεχνίας ως παιχνιδιού φαντασίας και έκφρασης της προσωπικότητάς του, εμπνέει και παρακινεί τα παιδιά να απελευθερώσουν κι αυτά με τη σειρά τους τη φαντασία τους. (Ηλία, Ε. Α., 2004).

Εφόσον  δάσκαλοι και μαθητές βρισκόμαστε στην ίδια θέση σε σχέση με το λογοτεχνικό κείμενο, αυτήν του αναγνώστη,  έχουμε τα ίδια ακριβώς δικαιώματα στο παιχνίδι της ανάγνωσης. Κατά συνέπεια ο εκπαιδευτικός θα αποφύγει να λειτουργεί σαν αυθεντία, περιορίζοντας τη δυνατότητα των μαθητών του να προσεγγίσουν το λογοτέχνημα ελεύθερα και δημιουργικά. Ασφαλώς ο εκπαιδευτικός είναι εκείνος που διακρίνεται για την αναγνωστική ωριμότητά του. Ωστόσο, η δύναμη της φαντασίας των μαθητών μπορεί θαυμάσια να αναπληρώσει την όποια έλλειψη αναγνωστικών εμπειριών και γνώσεων αναφορικά με ιστορικά και θεωρητικά στοιχεία της λογοτεχνίας.

Μία επιπλέον προϋπόθεση συνιστά ο εκπαιδευτικός να έχει επίγνωση ότι καθώς διαβάζει ο ίδιος για πρώτη φορά το κείμενο στους μαθητές, αυτό που οι μαθητές προσλαμβάνουν δεν είναι απλώς και μόνο το κείμενο αλλά και η προσωπική ανάγνωση του δασκάλου τους σε αυτό. Όταν το κείμενο που παρουσιάζουμε μας συγκινεί ή μας γοητεύει ιδιαίτερα, με την ανάγνωσή μας το υποστηρίζουμε. Αντίθετα, ενώ διαβάζουμε ένα κείμενο που μας είναι αδιάφορο, η ίδια η ανάγνωσή μας συνήθως το υπονομεύει. Κατά συνέπεια, η επιλογή αποκλειστικά αξιόλογων έργων που μας αγγίζουν συναισθηματικά, συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στο αποτέλεσμα της λογοτεχνικής διδασκαλίας μας.

Καθώς δε η φωνή μας είναι καθοριστική για τις αντιδράσεις των μαθητών μας στο κείμενο, καλό θα ήταν να την χρησιμοποιούμε συνειδητά. Για παράδειγμα, με τον τρόπο που την χρωματίζουμε καθώς διαβάζουμε είτε τα διαλογικά μέρη είτε τα αφηγηματικά σχόλια, επηρεάζουμε τους μαθητές-αναγνώστες στη διαμόρφωση της στάσης τους απέναντι στους διάφορους λογοτεχνικούς ήρωες ή στην κρίση τους για την αξιοπιστία του αφηγητή.

Η εικονογράφηση του λογοτεχνικού κειμένου είναι επίσης μια συγκεκριμένη ανάγνωση, που θα μπορούσε να κατευθύνει τη φαντασία των μαθητών-αναγνωστών. Για το λόγο αυτό θα ήταν σκόπιμο να επιλέξουμε την κατάλληλη στιγμή για να την παρουσιάσουμε στα νήπια.

 

4.3. Στάδια και εξέλιξη των εκπαιδευτικών προγραμμάτων

Με την επίδραση του «μαγικού» στοιχείου και τη συμβολή της φαντασίας οι μαθητές εισχωρούν στον κόσμο της λογοτεχνικής ιστορίας και μεταμορφώνονται, υποδύονται δηλαδή τους λογοτεχνικούς ήρωες. Αναδημιουργούν το λογοτεχνικό πρότυπο με βάση τα δικά τους πραγματικά βιώματα  ή ακόμη και τις προϋπάρχουσες αναγνωστικές εμπειρίες τους, σε σχέση με τα ατομικά χαρακτηριστικά τους και τις προσωπικές επιθυμίες τους. Μέσα από την ελεύθερη αναδιήγηση, την αξιοποίηση με άλλα λόγια των διδασκόμενων λογοτεχνικών κειμένων ως ερέθισμα και αφετηρία, κινητήρια δύναμη της φαντασίας και πηγή έμπνευσης για παραγωγή των πρωτότυπων αφηγήσεών τους, τα  νήπια εκφράζουν ουσιαστικά την αναγνωστική ανταπόκρισή τους στο λογοτεχνικό κείμενο.  Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας διατυπώνουν ελεύθερα την ταύτισή τους με συγκεκριμένα αφηγηματικά πρόσωπα, ξαναζούν την αφηγηματική σκηνή που τους έχει συναρπάσει και διαμορφώνουν την εξέλιξη της δράσης σύμφωνα με τις προσωπικές τους εμπειρίες και επιθυμίες.

Οι μαθητές παράγουν τα αφηγηματικά κείμενά τους αναφορικά με το λογοτεχνικό πρότυπο, είτε ομαδικά είτε ατομικά (Huck κ. ά., 1979), με βάση τη διδακτική αρχή της «φθίνουσας καθοδήγησης» (Ματσαγγούρας, 2001: 180-182, 199-203)Αποκρίνονται σε ερωτήσεις του δασκάλου (Pascucci και Rossi, 2002),  οι οποίες διαρκώς μειώνονται, στο βαθμό  που οι δικές τους απαντήσεις γίνονται πληρέστερες, κινούμενες είτε στον άξονα της «δημιουργικής μίμησης» είτε σε αυτόν της «τροποποίησης» είτε σε αυτόν της«ανατροπής» του λογοτεχνικού προτύπου (Ματσαγγούρας, 2001: 215, 220-222).

Η αναγνωστική ανταπόκριση των μαθητών στο παραπάνω πλαίσιο πάντοτε καταγράφεται με παραδοσιακούς ή σύγχρονους τρόπους (γραφή σε χαρτί, γραφή σε υπολογιστή, μαγνητοφώνηση, βιντεοσκόπηση κ.λπ.), για ποικιλότροπη αξιοποίηση. Η αξιοποίηση αυτή (θεατρική απόδοση, δημοσίευση κ.λπ.) συνιστά μία ακόμη προϋπόθεση που θα προσφέρει στους μαθητές επιπλέον «κίνητρο», για να εκφράζουν ελεύθερα τις αναγνωστικές  εντυπώσεις τους κατά τη συμμετοχή τους στα σχετικά προγράμματα  (Ηλία και Ματσαγγούρας, 2006: 312-313).

 

  1. Διδακτικό υλικό

Η λογοτεχνική διδασκαλία μας μέσα από ποικίλα εκπαιδευτικά προγράμματα, περιλαμβάνει πλήθος σύγχρονων και κλασικών πεζών και ποιητικών κειμένων, της Ελληνικής και Ξένης Λογοτεχνίας. Ενδεικτικά αναφέρω τα διάσημα παγκοσμίως πεζογραφήματα Η Πεντάμορφη και το Τέρας, της Ζαν-Μαρί Λεπρένς ντε Μπομόν και Ο Μικρός Πρίγκιπας, του Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ, τα οποία παρουσιάστηκαν στα νήπια σε πιστή απόδοση από το πρωτότυπο έργο. Επίσης, από τα ποιήματα που διδάχτηκαν τα νήπια στο πλαίσιο αντίστοιχων εκπαιδευτικών προγραμμάτων, ας μνημονεύσουμε ενδεικτικά τα Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια από τη συλλογή του Νικολάου Πολίτη, Τα Ρω του Έρωτα, του Οδυσσέα Ελύτη, τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν και την Καταστροφή των Ψαρών, του Διονυσίου Σολωμού.

Εδώ θα παρουσιάσουμε την έκφραση της ανταπόκρισης των νηπίων σε έργα Νεοελλήνων ποιητών και πεζογράφων. Με την επιλογή μας, επιδιώκουμε να αναδειχθεί αποκλειστικά η δύναμη της λογοτεχνικής γραφής και η σημασία των εκπαιδευτικών προγραμμάτων.

5.1. «Η Ξανθούλα»

Στην «Ξανθούλα», ένα «ανθρωποκεντρικό» ποίημα του Διονυσίου Σολωμού, όπως είναι άλλωστε και το σύνολο του έργου του (Καψωμένος, 1998: 23), σε οχτώ τετράστιχες στρο­φές με ολιγοσύλλαβους, ομοιοκατάληκτους στί­χους σε ιαμβικό μέτρο αποδίδεται η αναχώρηση μιας κοπέλας για την ξενιτιά, με έμφαση στα ποικίλα συναισθήματα που προκαλεί στους φίλους της ο αποχω­ρισμός. Το όνομα της, Ξανθούλα, που συνιστά και τον τίτλο του ποιήματος, επαναλαμβάνεται τρεις συνολικά φορές, ομοιοκαταληκτώντας πάντα με τη λέξη «βαρκούλα».

Η χρήση υποκοριστικών,  η τεχνική της επανάληψης και η εικονοπλαστική δύναμη της πένας του Σολωμού χαρακτηρίζουν το ποίημα. Στις εικόνες του κυριαρχεί το λευκό χρώμα

-λευκότατα πανιά, πελάγου αφρό κ.λπ.- και η αφαί­ρεση, όπως για παρά­δειγμα στην περιγραφή της Ξανθούλας, όπου το μόνο στοιχείο που δίνεται για τη μορφή της, είναι τα ξανθά μαλλιά της. Αριστοτεχνικός είναι ο τρόπος που παρου­σιάζεται η βάρκα η οποία μεταφέρει την Ξανθούλα, να απομακρύνεται σταδιακά, ώσπου η εικόνα της θα­μπώνει εντελώς, καθώς αποδίδεται μέσα από την οπτική του ποιητή, ο οποίος την παρακολουθεί συγκινημένος από την ξηρά.

Ο ποιητής έχει φορτιστεί συγκινησιακά από τη σκηνή του αποχωρισμού, από τα συναισθήματα των προσώπων που συμμετέχουν σε αυτήν, αν και συνιστά έναν τυχαίο παρατηρητή. Η συγκίνησή του εκδηλώνεται εκτενώς στις δυόμισι τελευταίες στροφές. Τη συγκινησιακή φόρτιση του ποιητή μοιράζεται και ο αναγνώστης, όπως άλλωστε μαρτυρά η ευρεία διάδοση της Ξανθούλας.

 

5.2. Ο «Τρελαντώνης»

Αν και ο κόσμος στο πέρασμα των χρόνων αλλάζει, ωστόσο κάποια στοιχεία του παραμένουν αναλλοίωτα, σταθερά. Ένα από αυτά είναι ευτυχώς η παιδική φύση. Τα παιδιά εξακολουθούν να αγαπούν το παιχνίδι, να συμπεριφέρονται παρορμητικά με κίνητρο την περιέργειά τους να γνωρίσουν τον κόσμο και να κάνουν σκανταλιές. Τέτοιος ακριβώς είναι και ο ήρωας του μυθιστορήματος της Πηνελόπης Δέλτα, όπως μαρτυρεί  το παρατσούκλι  «Τρελαντώνης»,  που του έχουν προσδώσει.

Η συμπάθεια και ο θαυμασμός των τριών αδερφών του Τρελαντώνη αλλά και η έμπρακτη αναγνώριση των αρετών του από τα ενήλικα μέλη της οικογένειάς του, παρόλο που συχνά ταλαιπωρούνται από τα παθήματα που τού προκαλεί ο ζωηρός χαρακτήρας του, έχει ως συνέπεια τα παιδιά-αναγνώστες να ταυτίζονται μαζί του. Ο μικρός Αντώνης συνιστά για εκείνα ένα λαμπρό λογοτεχνικό πρότυπο. Έτσι το σύνολο των θετικών χαρακτηριστικών του υποβάλλονται αβίαστα.

Από τον Τρελαντώνη παρουσιάστηκαν εκτενή αποσπάσματα εφτά κεφαλαίων. Εδώ επιλέγουμε να αναφερθούμε ενδεικτικά στο κεφάλαιο «Η βάρκα», όπου ο Αντώνης με το φίλο του λύνουν μια βάρκα και ξανοίγονται στη θάλασσα. Όμως ο καιρός αγριεύει, τα κύματα παίρνουν τα κουπιά κι η ζωή τους κινδυνεύει. Οι δικοί τους τούς εντοπίζουν και τους σώζουν.

 

5.3. Η «Αιολική Γη»

Στο πλαίσιο του προβληματισμού και των πειραματισμών μας σχετικά με την  καταλληλότητα για παιδιά αξιόλογων λογοτεχνικών έργων, που δεν έχουν ωστόσο αξιοποιηθεί εκδοτικά προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση, επιλέξαμε για λογοτεχνική διδασκαλία στα νήπια την «Αιολική Γη» του Ηλία Βενέζη. Στο βιβλίο ένα αγόρι αφηγείται τη ζωή του στη μικρασιατική ύπαιθρο την περίοδο έως τους διωγμούς του 1914.

Συνολικά στη διδασκαλία μας χρησιμοποιήσαμε εφτά αποσπάσματα από πέντε κεφάλαια του βιβλίου. Εδώ παραθέτουμε το απόσπασμα που προέρχεται από το κεφάλαιο με τίτλο «Κιμιντένια», στο οποίο αναφέρονται οι αφηγήσεις των νηπίων που θα ακολουθήσουν:

«…μόλις τα χιόνια φεύγανε από τα Κιμιντένια κι η γη πρασίνιζε μας έπαιρνε η μητέρα μας, …και πηγαίναμε να ζήσουμε τους μήνες του Καλοκαιριού στο κτήμα, κοντά στον παππού και στη γιαγιά μας. Η θάλασσα ήταν μακριά από κει, κι αυτό στην αρχή ήταν μεγάλη λύπη για μένα επειδή γεννήθηκα κοντά της. Στην ησυχία της γης θυμόμουν τα κύματα, τα κοχύλια και τις μέδουσες, τη μυρουδιά του σάπιου φυκιού και τα πανιά που ταξιδεύαν» (σ. 30).

 

  1. Παρουσίαση δραστηριοτήτων

6.1. Οι μαγικές εικόνες

Τα παιδιά ακούν την απαγγελία του ποιήματος  του Σολωμού «Η Ξανθούλα», καθισμένα αναπαυτικά ή ξαπλω­μένα, με τη σύσταση  να κρατούν κλειστά τα μάτια τους, ώστε να μη δέχονται ταυτόχρονα άλλα οπτικά ερεθίσματα, που ενδεχομένως θ’ απο­σπούσαν την προσοχή τους. Οι εικόνες που σχη­ματίζονται στη σκέψη των νηπίων στο άκουσμα των στίχων του ποιήματος, ως αποτέλεσμα της εικονοπλαστικής ιδιότητας του ποιητικού λόγου (Μπενέκος, 1981 και Καλλέργης, 1995), που  προσι­διάζει απόλυτα στην παιδική φύση,  χαρακτηρίζονται μαγικές, γιατί είναι διαφορετικές  μεταξύ τους.

  • Σύμφωνα με μια αφήγηση μαθήτριας, όταν οι φίλες της Ξανθούλας με τα παιδιά τους φτάνουν στην αποβάθρα, δεν προλαβαίνουν να την αποχαιρετίσουν κι αρ­κούνται ν’ ατενίζουν τη βάρκα της που απομακρύνεται. Η Ξανθούλα πριν ξεκινήσει για το ταξίδι της, τις περίμενε μάταια για πολλή ώρα στη βροχή, κρατώντας την πολύχρωμη ομπρέλα της.
  • Ένας μαθητής φαντάζεται τον εαυτό του μόνο μες στη νύχτα, να πλέει με τη βάρκα του στ’ ανοι­χτά. Από εκεί βλέπει ψηλά τα φώτα του αεροπλάνου, με το οποίο η Ξανθούλα ταξιδεύει για το εξωτερικό, όπου θα περάσει τις διακοπές της. Η κοπέλα προτίμησε να φύγει νύχτα, για να μην το αντιληφθούν οι φίλοι της και στενοχωρηθούν.
  • Άλλη μαθήτρια, ταυτιζόμενη με την Ξανθούλα, αναφέρει ότι ετοιμάζεται να ταξιδέψει στο εξωτερικό, προκειμένου να επισκεφτεί μια φίλη της εγκατεστημένη εκεί. Όλος ο κόσμος της δίνει ευχές και συμβουλές για το ταξίδι, χωρίς ωστόσο να κρύβει τη λύπη του που θα την αποχωριστεί. Η Ξανθούλα υποφέρει για τη θλίψη που προκαλεί η αναχώρηση της, υπερισχύει ωστόσο μέσα της η αγάπη για τα θα­λασσινά ταξίδια, οπότε δεν αλλάζει την απόφασή της να φύγει.
  • Ενώ στην ανταπόκριση που εξέφρασαν τα νήπια στις παραπάνω περιπτώσεις, κυριαρχεί η σκηνή του αποχωρισμού, άλλες αφηγήσεις επικεντρώθηκαν στην απόλαυση που προσφέρει η επαφή με τη θάλασσα. Κάποιος παρουσιάζει την Ξανθούλα ως κοριτσάκι που συνηθίζει μετά την κυριακάτικη λειτουργία να πηγαίνει στην παραλία με το μπαμπά του, για να κο­λυμπήσει. Συχνά μάλιστα φτάνει ως την αντικρινή στεριά, με αποτέλεσμα ο πατέρας του ν’ ανησυχεί ώ­σπου να επιστρέψει.
  • Ορισμένα νήπια προτίμησαν μια περιπετειώδη εξέ­λιξη, με αίσιο ωστόσο πάντα τέλος. Σε μια αφήγηση η Ξανθούλα παρουσιάζεται ως πεντάχρονο κοριτσάκι με ροζ φόρεμα, που ταξιδεύει μόνο του με καραβάκι προς το σχολείο του. Η αφηγήτρια την παρα­κολουθεί από το παράθυρό της κι όταν βλέπει ότι κινδυ­νεύει απ’ την ξαφνική θαλασσοταραχή, την προσεγγίζει με άλλη βάρκα και την σώζει. Το ίδιο βράδυ η Ξανθούλα διοργανώνει ένα σπουδαίο πάρτι για να γιορτάσει τη διάσωσή της.

 

6.2. Τρελαντώνης Fan Club

Το εκπαιδευτικό πρόγραμμά μας για το έργο της Δέλτα έχει τον τίτλο «Τρελαντώνης FanClub»Στο πλαίσιο του προγράμματος έχουμε χωρίσει τη σχολική τάξη σε πέντε σταθερές πενταμελείς υποομάδες, οι οποίες εκφράζουν συλλογικά την αναγνωστική ανταπόκρισή τους στα διάφορα αφηγηματικά επεισόδια μέσα από την ελεύθερη αναδιήγησή τους. Ακολουθεί η αφήγηση για το κεφάλαιο «Η βάρκα» τριών από τις  υποομάδες:

  • Ο θείος έχει ανέβει σ’ ένα καράβι και περιμένει τη θεία και τα παιδιά, για να ταξιδέψουν στο νησί. Πηγαίνουν εκεί σε μια φάρμα, για να αγοράσουν αυγά, επειδή στο θείο αρέσουν πολύ οι ομελέτες. Ο Αντώνης πηγαίνει μαζί, για να χαζεύει τις κότες. Ο θείος στο ταξίδι ψαρεύει με καλάμι. Η θεία κοιτάζει τη θάλασσα και τα παιδιά παίζουν με τα παιχνίδια που φέρνουν από το σπίτι τους. Όταν φτάνουν στο νησί, παίζουν με την άμμο.
  • Ο Τρελαντώνης σπρώχνει με το χέρι του τη βάρκα του πέρα δώθε. Την έχει βάλει μέσα στη μπανιέρα. Η Πουλουδιά τον ρωτάει αν μπορεί να πάρει κι αυτή τη βάρκα της να παίξουν μαζί. Όμως η βάρκα της Πουλουδιάς δεν προλαβαίνει τη βάρκα του Αντώνη, που είναι πιο γρήγορη. Τότε παίρνει τη βάρκα του και μπαίνει στο παιχνίδι κι ο Αλέξανδρος. Η Αλεξάνδρα τους ψάχνει. Θέλει να τους δείξει ένα μικρό καραβάκι που έχει βρει. Το είχε ο μπαμπάς τους, όταν ήταν παιδάκι. Το δοκίμασαν, κι αυτό ήταν το πιο γρήγορο απ’ όλα.
  • Τα δυο παιδιά, ο Αντώνης με τον Αλέκο είναι μέσα στη βάρκα. Τα κύματα πηγαίνουν τη βάρκα μακριά από τη στεριά. Με τα κουπιά τους δεν μπορούν να την σταματήσουν κι ο Αλέκος αρχίζει να κλαίει. Τα κύματα τούς παρασύρουν όλο και πιο βαθιά. Τώρα θέλει να κλάψει και ο Αντώνης. Όμως ο καιρός ξαφνικά γυρίζει. Τα κύματα πηγαίνουν προς την παραλία και βγάζουν σιγά-σιγά και τη βάρκα τους. Έτσι σώζονται. Όταν γυρίζουν στα σπίτια τους, κανένας δεν έχει καταλάβει όσα έγιναν.

 

6.3. Η Αιολική Γη πάει… νηπιαγωγείο.

Στο πρόγραμμα για το μυθιστόρημα του Βενέζη δώσαμε τον τίτλο «Η Αιολική Γη πάει… Νηπιαγωγείο». Ύστερα από την ανάγνωση κάθε αποσπάσματος, όλα τα νήπια το εικονογραφούν. Στη συνέχεια το καθένα επιλέγει μία από τις ζωγραφιές των συμμαθητών του και αναπτύσσει την ατομική αφήγησή του για το απόσπασμα, με σημείο αναφοράς τη ζωγραφιά που έχει επιλέξει. Έτσι ανάμεσα στο κείμενο και στον αναγνώστη παρεμβάλλεται ο «άλλος» αναγνώστης, ο διάλογος με το λογοτεχνικό κείμενο διευρύνεται.

Το σύνολο των μαθητών έχουν συνεπώς ουσιαστικό κίνητρο να παρακολουθήσουν προσεκτικά την ανάγνωση του κειμένου και κατά συνέπεια την ευκαιρία να το απολαύσουν, καθώς στη συνέχεια θα παρουσιάσουν την αναγνωστική τους ανταπόκριση στη σχολική τάξη. Επίσης τα νήπια επιμελούνται ιδιαίτερα τις ζωγραφιές τους, ώστε αυτές να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των συμμαθητών τους και να χρησιμοποιηθούν στις αφηγήσεις τους. Ακολουθούν ενδεικτικά ατομικές αφηγήσεις δύο νηπίων:

  • Το παιδάκι με τη μαμά του δεν έχουν φύγει για το κτήμα του παππού, γιατί δεν έχουν ακόμη λιώσει τα χιόνια στα Κιμιντένια. Όσο μένει στην πόλη, μαζεύει κοχύλια, για να κάνει κατασκευές όταν θα είναι στο κτήμα. Έτσι θα περάσει τον καιρό του στην εξοχή και όταν θα επιστρέψει στην πόλη, θα πουλήσει τις κατασκευές του στους φίλους του. Τα χρήματα που θα κερδίσει, θα τα δώσει στον παππού, για να αγοράζει εργαλεία για το κτήμα.
  • Στα παιδιά αρέσει πολύ το σπίτι του παππού, γιατί έχει όμορφα χρώματα. Συχνά πηγαίνει και παίρνει από εκεί τα παιδιά ένας πειρατής. Τα βάζει στο καράβι του και ταξιδεύουν σ’ ένα ελληνικό νησί. Ο πειρατής δεν είναι άγριος, δεν αρπάζει θησαυρούς και δεν τον φοβάται κανένας. Έχει αυτό το καράβι, για να πηγαίνει τους ανθρώπους για μπάνιο. Επειδή είναι φίλος του παππού, όταν πηγαίνει στο σπίτι τους, του έχουν δικό του δωμάτιο για να τον φιλοξενούν.

 

  1. Αξιολόγηση

Η συμμετοχή των νηπίων στα διαφορετικά προγράμματα είναι καθολική και ενθουσιώδης. Όπως προκύπτει από την προηγηθείσα ενδεικτική παράθεση της αναγνωστικής ανταπόκρισης των νηπίων σε δύο πεζά και ένα ποιητικό κείμενο, που εκφράστηκε τόσο μέσα από ομαδικές όσο και μέσα από ατομικές αφηγήσεις, η δημιουργικότητα και η πρωτοτυπία  χαρακτηρίζουν την παιδική σκέψη.

Η ελεύθερη και αβίαστη έκφραση της αναγνωστικής προσέγγισης των νηπίων στα λογοτεχνικά έργα, με τη μορφή αφηγηματικών κειμένων τους, που έχουν ως ερέθισμα και αφετηρία τα έργα αυτά,  συνδέεται με το δημιουργικό ρόλο μας κατά την αναγνωστική διαδικασία.

Όλοι οι στόχοι που τέθηκαν σε σχέση με τη λογοτεχνική διδασκαλία σε νήπια στο πλαίσιο εκπαιδευτικών προγραμμάτων με παιγνιώδεις δραστηριότητες, επιτυγχάνονται σε κάθε περίπτωση, επειδή εναρμονίζονται πλήρως αφενός με τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες της λογοτεχνίας και αφετέρου με τη φύση των νηπίων.

8. Βιβλιογραφία

Booth, W.C. (1987). The Rhetoric of Fiction. Middlesex: Penguin Books.

Culler, J. (1988). Literary competence  στο J. P. Tompkins ( Επιμ.), Reader-response criticism. From Formalism to Post-Structuralism, Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press, 101-117.

Ηλία, Ε.Α.  και Ματσαγγούρας Η. Γ. (2006). Από το παιχνίδι στο λόγο: Παραγωγή παιδικών κειμένων μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες. Στο Π. Παπούλια-Τζελέπη, Α. Φτερνιάτη, Κ. Θηβαίος (Επιμ.) στο  Έρευνα και Πρακτική του Γραμματισμού στην Ελληνική Κοινωνία. Πρακτικά Συνεδρίου: Ελληνικά Γράμματα, 307-317.

Ηλία, Ε. Α. (2004). Η ανάγνωση-διδασκαλία της Λογοτεχνίας ως παιχνίδι φαντασίας και έκφραση της προσωπικότητας, Διαδρομές, τ. 15, 167-178.  

Huck, C., Hepler, S. και Hickman, J.  (1979). Children’s Literature in the Elementary School: Holt Rinehart And Winston, 679-713.

Iser, W. (1990). The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fiction from Bunyan to Beckett. Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press.

Καλλέργης, Η. (1995). Προσεγγίσεις στην Παιδική Λογοτεχνία, Αθήνα:  Καστανιώτης.

ΚαψωμένοςΕ(1998).  Διονύσιος Σολωμός. Ανθολόγιο θεμάτων της Σολωμικής Ποίησης (Εισαγωγή – σχόλια).  Αθήνα: Βουλή των Ελλήνων.

Ματσαγγούρας, Η. Γ. (2001). Η Σχολική Τάξη, τ. Β΄ : Κειμενοκεντρική Προσέγγιση του γραπτού λόγου. Αθήνα.

Μπενέκος, Α. (1981). Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Ένας σταθμός στην Παιδική Λογοτεχνία. Αθήνα, 109-166.

Pascucci, M. και Rossi, F. (2002). ΄Oχι μόνο γραφέας, Γέφυρες, τ. 6, 16-23.

Ποσλανιέκ, Κ. (1992). Να δώσουμε στα παιδιά την όρεξη για διάβασμα, μτφρ. Στ. Αθήνη. Αθήνα: Καστανιώτης.

Τζιόβας, Δ. (1987). Μετά την αισθητική. Θεωρητικές δοκιμές κι ερμηνευτικές αναγνώσεις της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Γνώση.

Χουιζίνγκα, Γ. (1989). Ο άνθρωπος και το παιχνίδι, μτφρ. Σ. Ροζάκης – Γ. Λυκιαρδόπουλος. Αθήνα: Γνώση.

Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΜΕ ΕΡΕΘΙΣΜΑ/ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΣΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ (Εισήγηση σε συνέδριο)

Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΜΕ ΕΡΕΘΙΣΜΑ/ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΣΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ.

Ελένη Α. Ηλία, Δρ. Λογοτεχνίας, Νηπιαγωγός, Συγγραφέας.

Η εισήγηση παρουσιάστηκε στο 3ο Συνέδριο του ΙΑΚΕ,  στο Ηράκλειο, 5-7 Μαϊου 2017. Περιλαμβάνεται στο Β΄ τόμο των Πρακτικών (σ.88), http://iake.weebly.com/praktika2017.html

ISBN: 978-618-83501-1-3

Περίληψη

Ως βασικότερο στόχο της αγωγής θέτουμε την καλλιέργεια της δημιουργικής σκέψης. Ο τρόπος για να τον επιτύχουμε, είναι ο σχεδιασμός εκπαιδευτικών προγραμμάτων με την αξιοποίηση της Λογοτεχνίας. Κοινό χαρακτηριστικό εκπαιδευτικών προγραμμάτων και αναγνωστικού ρόλου είναι η δημιουργικότητα. Επιδιώκοντας την καθολική συμμετοχή των μαθητών στα προγράμματα, φροντίζουμε για τη διαμόρφωση φιλικών σχέσεων στη σχολική τάξη, για την κατάλληλη επιλογή και ελκυστική απόδοση των λογοτεχνημάτων, για την εξασφάλιση του αναγνωστικού δικαιώματος των μαθητών να εκφράζονται ελεύθερα για τα κείμενα. Επίσης διατυπώνουμε εφαρμοσμένες προτάσεις για τον παιγνιώδη χαρακτήρα των προγραμμάτων.

Με βάση τη διδακτική αρχή της φθίνουσας καθοδήγησης, οι μαθητές παράγουν αφηγηματικά κείμενα, που τα αξιοποιούμε ποικιλότροπα, με στόχο την περεταίρω ενίσχυση της διάθεσης τους για συμμετοχή. Τέλος παραθέτουμε τα παιδικά κείμενα, οπότε προκύπτουν συμπεράσματα για το βαθμό επίτευξης του στόχου της καλλιέργειας της δημιουργικής σκέψης, με επίκεντρο τη λογοτεχνία.

 

Λέξεις κλειδιάΔημιουργική σκέψη, λογοτεχνία, εκπαιδευτικά προγράμματα.

 1. Εισαγωγή

Στη  σύγχρονη  εποχή της εικόνας και της τεχνολογίας θέτουμε ως πρώτιστο στόχο της εκπαιδευτικής διαδικασίας την ανάπτυξη της δημιουργικής σκέψης των μαθητών μας και αυριανών πολιτών.  Ο Βασίλης Αναγνωστόπουλος επισημαίνει σχετικά με την κυριάρχηση της εικόνας στην εποχή μας, ότι την αισθανόμαστε ως όπιο, έχει γίνει πηγή εξάρτησης και διαρκώς πολλαπλασιάζονται τα θύματά της. Ως μοναδικό αντίδοτο προτείνει τη φιλαναγνωσία, την επαφή με λογοτεχνικά έργα (Αναγνωστόπουλος, 2007).

Αντιμετωπίζοντας την τεράστια  αυτή πρόκληση της καλλιέργειας  της δημιουργικής σκέψης, σχεδιάζουμε στο νηπιαγωγείο ποικίλα εκπαιδευτικά, εμψυχωτικά προγράμματα, που τα θεωρούμε τους πολυτιμότερους  συμμάχους μας στον προσωπικό μας αγώνα για την καλλιέργεια της φαντασίας των μαθητών μας. Κοινό στοιχείο όλων των εφαρμοσμένων προγραμμάτων μας συνιστά η αξιοποίηση σε αυτά της λογοτεχνίας. Το λογοτεχνικό κείμενο τίθεται σε κάθε περίπτωση ως επίκεντρο,  αφετηρία ή ερέθισμα για το εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Το λογοτεχνικό πρότυπο συνιστά το δυνατότερο ερέθισμα της παιδικής –και όχι μόνο- φαντασίας. Εμπνέει, απογειώνει, απελευθερώνει δυνάμεις και ικανότητες. (Ηλία, 2004, σ. 167)  Αναλυτικότερα, ο σταθερός προσανατολισμός μας στο χώρο της λογοτεχνίας  βασίζεται  καταρχάς στην ιδιότητά της  όχι απλώς να μεταδίδει γνώση αλλά αυτό να το επιτυγχάνει, προκαλώντας βιώματα.  Τα αφηγηματικά δεδομένα, π. χ. οι υποδηλωτικές αναφορές κ.λπ., προκαλούν σύνθετες αντιληπτικές διεργασίες, οι οποίες προσφέρουν στον αναγνώστη την αίσθηση ότι εμπλέκεται προσωπικά στον κόσμο του λογοτεχνικού έργου. Ο αναγνωστικός ρόλος στα λογοτεχνικά κείμενα θα μπορούσε κατά συνέπεια να χαρακτηριστεί ιδιαίτερα δημιουργικός ( Iser,  1990, σσ.44-45 ). Ο Jean Alter αναφέρει σχετικά  ότι ο φανταστικός κόσμος κρύβει πολλαπλά νοήματα κι ότι το ενδιαφέρον που παρουσιάζει οποιοσδήποτε κλασικός ή νεότερος συγγραφέας έγκειται ακριβώς στο ότι το έργο του μπορεί να εμπνεύσει διάφορες ερμηνείες (Alter, 1985. 72)Αντίστοιχα, ο Michael Riffaterre θεωρεί ότι η ερμηνεία κάθε λογοτεχνικού κειμένου δεν πρέπει να επιδιώκει να διαλύσει την αμφιλογία, η οποία είναι χαρακτηριστικό της λογοτεχνικής γραφής, καθώς όλες οι λέξεις είναι πολυσημικές (Riffaterre, 1985, σ. 145)

Αξιοποιώντας τη Λογοτεχνία στην Εκπαίδευση, προκύπτει αβίαστα η  αισθητική απόλαυση,  η συγκινησιακή φόρτιση που αισθανόμαστε  ως  αποτέλεσμα της αναγνωστικής δημιουργικότητας.  Με αυτή την προϋπόθεση η λογοτεχνία λειτουργεί στο σχολικό πλαίσιο ως το πλέον σημαντικό μέσο αγωγής. Ας μην ξεχνάμε δε ότι από την αρχαιότητα ακόμη  η λογοτεχνία με την τότε κυρίαρχη μορφή της τραγωδίας, αποσκοπούσε αποκλειστικά στην αγωγή των πολιτών (Tompkins 1988: 204). Στο πλαίσιο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων αξιοποιούμε την ανεξάντλητη φύση της Λογοτεχνίας, το γεγονός δηλαδή ότι η κάθε ατομική ανάγνωση είναι διαφορετική, μοναδική, πρωτότυπη, ανεπανάληπτη και αξίζει να εκφραστεί, ακριβώς επειδή απορρέει από την ιδιαιτερότητα,  τη μοναδικότητα του κάθε αναγνώστη.  Οι θεωρητικοί της ανταπόκρισης συνδέουν την ερμηνεία του κείμε­νου με  τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε συγκεκριμένου αναγνώστη (Τζιόβας, 1987: 236, 239).

 

  1. Επιμέρους στόχοι

Πέρα από το βασικό στόχο της ανάπτυξης της δημιουργικής σκέψης, είναι προφανές ότι στο πλαίσιο των προγραμμάτων τίθενται και επιμέρους στόχοι. Αναφέρεται εδώ ενδεικτικά η γλωσσική ανάπτυξη και ειδικότερα η καλλιέργεια της αφηγηματικής ικανότητας, μέσα από την ανάγνωση λογοτεχνικών έργων και τη δημιουργία από τα παιδιά πρωτότυπων αφηγηματικών κειμένων.  Επίσηςη εξοικείωση με το λογοτεχνικό φαινόμενο. Επιπλέον, η κατανόηση της σύνδεσης ανάμεσα στον προφορικό και το γραπτό λόγο, της ιδιότητας του γραπτού λόγου να αναπαριστά τον προφορικό. Θα μπορούσε να προστεθεί ο στόχος  της προώθησης της επαφής κι επικοινωνίας μεταξύ όλων των νηπίων, με συνέπεια τη δημιουργία ανάμεσά τους ισχυρών φιλικών δεσμών. Καθώς εξασφαλίζεται η ποικιλότροπη παρουσίαση των καθημερινών επιτευγμάτων των μαθητών στο πλαίσιο της διεξαγωγής των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, επιδιώκεται επίσης και επιτυγχάνεται το άνοιγμα του σχολείου στην ευρύτερη κοινωνία. Αυτό συμβάλλει στην επικοινωνία και την κατανόηση ανάμεσα στις διαφορετικές γενιές και προσφέρει σε όλους μας αισιοδοξία και ελπίδα.

 

  1. Αρχές και πρακτικές της διδακτικής μας προσέγγισης

Καθώς με το σύνολο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων που αναπτύσσουμε, αποσκοπούμε πρωτίστως στην καλλιέργεια της δημιουργικής σκέψης και έκφρασης του συνόλου των μαθητών μας, τα προγράμματά μας περιλαμβάνουν οπωσδήποτε την παραγωγή, δημιουργία πρωτότυπων αφηγηματικών κειμένων από τα νήπια, είτε ομαδικών είτε ατομικών (Huck κ. ά., 1979).

Η διασφάλιση της καθολικής  συμμετοχής των μαθητών μας στα εν λόγω προγράμματα, η ανάπτυξη  προβληματισμών  από μέρους τους και  η  δυνατότητα  έκφρασης-ανταλλαγής των προσωπικών εμπειριών, επιθυμιών και προσδοκιών  τους αναφορικά με τα κείμενα, συνιστούν προτεραιότητά μας. Κατά συνέπεια, ως βασική προϋπόθεση για την συμμετοχή στα εκπαιδευτικά προγράμματα τίθεται η δημιουργία άριστης σχέσης και συνεργασίας μεταξύ εκπαιδευτικού και μαθητών, καθώς και η ανάπτυξη ισχυρών δεσμών και  συνεργασιών μεταξύ όλων των συμμαθητών. Είναι προφανές πως όταν το παιδί αισθάνεται ότι βρίσκεται μέσα σε φιλικό, υποστηρικτικό περιβάλλον, δεν διστάζει να συμμετέχει στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα.  Πολύ δε μάλλον  όταν στόχος της συμμετοχής είναι η πρωτοτυπία και η έκφραση της μοναδικότητας  του κάθε ατόμου.  Εφόσον οι  αναστολές των μαθητών διαλύονται,  τα αποτελέσματα της μαθησιακής διαδικασίας βελτιώνονται θεαματικά.

Άλλη παράμετρος που ευνοεί την καθολική συμμετοχή, είναι η συνειδητοποίηση από μέρους όλων μας ότι και  δάσκαλοι και  μαθητές βρισκόμαστε στην ίδια θέση σε σχέση με το οποιοδήποτε κείμενο, αυτήν του αναγνώστη, κι έχουμε τα ίδια ακριβώς δικαιώματα στο παιχνίδι της ανάγνωσης. Εάν ο δάσκαλος δεν λειτουργεί σαν αυθεντία, δεν περιορίζεται η δυνατότητα των μαθητών του να εκφραστούν ελεύθερα και δημιουργικά.

Ιδιαίτερη μνεία θα μπορούσε να γίνει στη σπουδαιότητα της επίγνωσης ότι καθώς διαβάζουμε οι ίδιοι για πρώτη φορά το κείμενο, ειδικότερα  στους μαθητές νηπιακής ηλικίας, αυτό που τα παιδιά προσλαμβάνουν δεν είναι απλώς και μόνο το κείμενο αλλά η προσωπική ανάγνωση του δασκάλου τους σε αυτό. Κατά συνέπεια, είναι σημαντική προϋπόθεση επίσης για την επιτυχία των προγραμμάτων, το κείμενο που παρουσιάζουμε, να μας συγκινεί, να μας γοητεύει ιδιαίτερα, ώστε με την ανάγνωσή μας να το υποστηρίζουμε. Έτσι επιλέγουμε αποκλειστικά αξιόλογα λογοτεχνικά έργα, σύμφωνα με το προσωπικό μας αισθητικό κριτήριο.

Μία ακόμη προϋπόθεση για την επίτευξη του στόχου της καλλιέργειας της δημιουργικής σκέψης του συνόλου των νηπίων μέσα από την επαφή με τα λογοτεχνικά κείμενα, συνιστά το να έχουμε πλήρη συνείδηση κατά την ανάγνωση, ότι η φωνή μας είναι καθοριστική για τις αντιδράσεις των μαθητών μας στο έργο. Για παράδειγμα, με τις παύσεις και τις αυξομειώσεις της βοηθούμε τα παιδιά να εμπλακούν στον αφηγηματικό κόσμο. Με τον τρόπο που την χρωματίζουμε καθώς διαβάζουμε είτε τα διαλογικά μέρη είτε τα αφηγηματικά σχόλια, επηρεάζουμε τους μαθητές-αναγνώστες στη διαμόρφωση της στάσης τους απέναντι στους διάφορους λογοτεχνικούς ήρωες ή στην κρίση τους για την αξιοπιστία του αφηγητή.

Στο πλαίσιο του προγράμματος δίνεται η δυνατότητα σε κάθε μαθητή να βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ολόκληρης της σχολικής τάξης, να ανακαλύψει τον εαυτό του, επιδιώκοντας την επικοινωνία με τους γύρω του και αλληλεπιδρώντας μαζί τους. Με άλλα λόγια η συμβολή, ο ρόλος των συμμαθητών σε αυτού του είδους τις διαδικασίες αποδεικνύεται καθοριστική για την καθολική επιτυχή συμμετοχή στα εκπαιδευτικά προγράμματα.  Η συμμετοχή του καθενός στο πρόγραμμα συνιστά μια απολαυστική εμπειρία και μια πολύτιμη ομαδική κατάκτηση.

Καθώς όμως το κυρίαρχο στοιχείο της παιδικής φύσης  είναι  η ανάγκη και η διάθεση για παιχνίδι  (Χουιζίνγκα, 1989), προκειμένου να εξασφαλίζουμε την καθολική και ενθουσιώδη συμμετοχή των μαθητών, φροντίζουμε  να προσδίδουμε στα εκπαιδευτικά  προγράμματα παιγνιώδη διάσταση, η οποία προσλαμβάνει κατά καιρούς διαφορετικές μορφές. Ο Κριστιάν Ποσλανιέκ, επιδιώκοντας οι δάσκαλοι να ενθαρρύνουν ποικιλότροπα τις διαφορετικές ερμηνευτικές εκδοχές των μελών μιας τάξης, προτείνει σχετικά τη χρησιμοποίηση διαφόρων συγκεκριμένων εμψυχωτικών δραστηριοτήτων (Ποσλανιέκ, 1992).  Η παιγνιώδης ατμόσφαιρα συνεπαίρνει το σύνολο των μαθητών, αναμφισβήτητα δε αυτών στις μικρότερες τάξεις. Η αντιμετώπιση της διδασκαλίας της λογοτεχνίας από το δάσκαλο ως παιχνιδιού φαντασίας και έκφρασης της προσωπικότητάς του, εμπνέει και παρακινεί τα παιδιά να απελευθερώσουν κι αυτά με τη σειρά τους τη φαντασία τους (Ηλία, 2004).

 

  1. 1. Μεθόδευση

Η δύναμη του «μαγικού στοιχείου» είναι εξαιρετική. Αν και όλοι γνωρίζουμε πως δεν είναι μαγικό, ωστόσο το αποδεχόμαστε ως τέτοιο, λόγω μιας κοινής σύμβασης, της διάθεσής μας να παίξουμε. Μερικές σχετικές δραστηριότητες,  που έχουμε εφαρμόσει με εξαιρετικά αποτελέσματα, συνιστούν:

  • Τα γυαλιά της Φαντασίας, που τα παιδιά φορούν, για να βλέπουν «από μέσα» τον κόσμο της ιστορίας και να αναφέρονται σε αυτόν.
  • Το μαγικό εισιτήριο, για να εισέλθει κάποιος στον κόσμο της ιστορίας.
  • Τα μαγικά λόγια, που, εκφέροντάς τα, οι μαθητές  έχουν τη δυνατότητα να εισέρχονται στον κόσμο της ιστορίας.
  • Ο ωκεανός της Φαντασίας, που διαμορφώνουμε στη σχολική αίθουσα, όπου οι μαθητές κάνουν διαδοχικά τη βουτιά τους, ώστε να αναδιηγηθούν την αφηγηματική ιστορία.
  • Το μαγικό ραβδί,  που μεταμορφώνει τους μαθητές στους ήρωες  της ιστορίας.

 

Σε κάθε περίπτωση, αξιοποιούμε τα λογοτεχνικά κείμενα  ως πρότυπα, ως πεδίο έμπνευσης, αναφοράς και ερεθισμάτων. Βάση όλων των εμψυχωτικών, παιγνιωδών δραστηριοτήτων συνιστά η δραματοποίηση. Οι μαθητές καλούνται να εκφράσουν την ταύτισή τους με τα αφηγηματικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στα κείμενα. Η ταύτιση με τα λογοτεχνικά πρόσωπα προσφέρει τη δυνατότητα να βιώνεις προσωπικά τις αφηγηματικές καταστάσεις, να αντιδράς συγκινησιακά σε αυτές και να εκφράζεις χωρίς αναστολές τον εαυτό σου, αναφερόμενος στα συναισθήματα και τις προσδοκίες που σου προξενεί το λογοτέχνημα (Booth, W.C. , 1987: 278-281, 378)

Αφού με την επίδραση του «μαγικού» στοιχείου και τη συμβολή της φαντασίας οι μαθητές εισχωρούν στον κόσμο της λογοτεχνικής ιστορίας, μεταμορφώνονται στους ήρωές της και επιλέγουν  είτε την εκδοχή της δημιουργικής μίμησης είτε αυτήν της τροποποίησης είτε αυτήν της ανατροπής του λογοτεχνικού προτύπου (Ματσαγγούρας, 2001: 215, 220-222), για να εκφράσουν ελεύθερα την ταύτισή τους με συγκεκριμένα αφηγηματικά πρόσωπα, να ξαναζήσουν την αφηγηματική σκηνή που τους έχει συναρπάσει και να διαμορφώσουν την εξέλιξη της δράσης, σύμφωνα με τις προσωπικές τους εμπειρίες και επιθυμίες.

Η δημιουργία από τα νήπια δικών τους ατομικών και ομαδικών πρωτότυπων αφηγηματικών κειμένων, προκύπτει με βάση την αρχή της φθίνουσας καθοδήγησης, που εφαρμόζεται στα κειμενοκεντρικά μοντέλα διδασκαλίας (Ματσαγγούρας, 2001:  180-182, 199-203). Όσο δηλαδή οι απαντήσεις των μαθητών γίνονται πληρέστερες και σαφέστερες τόσο οι σχετικές ερωτήσεις που απευθύνει ο δάσκαλος περιορίζονται.  Η διαδικασία απ’ την οποία προκύπτουν τα παιδικά κείμενα, είναι αυτή των ερωταποκρίσεων. Ο δάσκαλος, που είναι ένας πολύ προσεκτικός ακροατής, διατυπώνει ερωτήσεις, διευκρινιστικές συνήθως, σε σχέση με τις προηγούμενες απαντήσεις που έχει λάβει (Pascucci και Rossi, 2002). Είναι αυτονόητο πως όσο πληρέστερες είναι οι απαντήσεις των νηπίων τόσο περιορίζεται ο αριθμός των ερωτήσεων του δασκάλου.
Η αναγνωστική ανταπόκριση, τα αφηγηματικά κείμενα των μαθητών στο πλαίσιο των διαφόρων εκπαιδευτικών προγραμμάτων πάντοτε καταγράφεται με παραδοσιακούς ή σύγχρονους τρόπους (γραφή σε χαρτί, γραφή σε υπολογιστή, μαγνητοφώνηση, βιντεοσκόπηση κ.λπ.) για ποικιλότροπη αξιοποίηση. Η αξιοποίηση αυτή, π. χ. θεατρική απόδοση, δημοσίευση κ.λπ.,  λειτουργεί για τους μαθητές ως επιπλέον κίνητρο έκφρασης των αναγνωστικών τους εντυπώσεων (Ηλία και Ματσαγγούρας, 2006: 312-313).

 

  1. 2. Επιλογή λογοτεχνικών κειμένων

Η πρώτη επαφή των παιδιών με τη λογοτεχνία στο Νηπιαγωγείο γίνεται συνήθως μέσα από σύγχρονα εικονογραφημένα βιβλία. Εδώ θα αναφερθούμε σε ορισμένες εναλλακτικές επιλογές, καθώς αποδείχτηκαν εξίσου αποτελεσματικές για την επίτευξη του  στόχου μας.
Για παράδειγμα, κάποιο από τα προγράμματά μας βασίστηκε στο  βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα  «Τρελαντώνης», καθώς ο μικρός Αντώνης συνιστά ακόμη ένα λαμπρό λογοτεχνικό πρότυπο. Η συμπάθεια και ο θαυμασμός των τριών αδερφών του αλλά και η έμπρακτη αναγνώριση των αρετών του από τα ενήλικα μέλη της οικογένειάς του, παρόλο που συχνά ταλαιπωρούνται από το ζωηρό χαρακτήρα του, έχει ως συνέπεια τα παιδιά-αναγνώστες να ταυτίζονται μαζί του.

 Άλλοτε επιλέγουμε  αδιαμφισβήτητης αισθητικής ποιότητας  κείμενα από τη Νεοελληνική ή την παγκόσμια λογοτεχνία, όχι  κατ’ ανάγκην χαρακτηρισμένα ως παιδικά. Αν και στις μέρες μας το «παιδικό βιβλίο» γνωρίζει μεγάλη άνθηση και είναι πάμπολλα τα βιβλία που προορίζονται αποκλειστικά για τα παιδιά, δεν αποκλείουμε τα παλαιότερα έργα, που θεωρούμε κατάλληλα, ακόμη και όταν δεν έχουν αξιοποιηθεί εκδοτικά προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Επιλέξαμε, λόγου χάριν, από την Αιολική Γη του Ηλία Βενέζη, όπου ένα αγόρι αφηγείται τη ζωή του στη μικρασιατική ύπαιθρο την περίοδο έως τους διωγμούς του ’14, δύο συνεχόμενα αποσπάσματα όπου μέσα από τις αφηγηματικές τεχνικές της αναδρομής και του εγκιβωτισμού περιγράφεται η μορφή της Γοργόνας και παρατίθεται ο σχετικός θρύλος για τον Μέγα Αλέξανδρο και το αθάνατο νερό (εκδ. Εστία, σσ.119-122). Τέλος, το εγκιβωτισμένο απόσπασμα όπου παρουσιάζεται μια διαφορετική αφηγηματική εκδοχή του παραμυθιού της Κοκκινοσκουφίτσας, που αναφέρεται στον ενθουσιασμό των μικρών ηρώων οι οποίοι ακούν το παραμύθι άλλοτε από τη γιαγιά και άλλοτε από τον παππού τους, καθώς στις αφηγήσεις των δύο γερόντων διαφοροποιούνται πλήρως η αφηγηματική πλοκή, ο τόπος δράσης αλλά και τα χαρακτηριστικά των προσώπων του… «Και της γιαγιάς η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν όμορφη! Μονάχα… αυτό, μονάχα που ήταν… αλλιώτικη». (εκδ. Εστία, σσ. 75-77). Στην εκδοχή του παππού είναι έκδηλη η αγάπη του για το φυσικό περιβάλλον όπου ζει. Η «Κοκκινοσκουφίτσα του παππού» χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο για τους μαθητές μας, προκειμένου να δημιουργήσουν τις δικές τους πρωτότυπες αφηγήσεις με θέμα τη δημοφιλέστατη ηρωίδα.

Και ασφαλώς από τα εκπαιδευτικά προγράμματά μας δεν λείπει η ποίηση. Οι εικόνες που σχηματίζονται στην αντίληψη των νηπίων στο άκουσμα των στίχων, είναι αποτέλεσμα της εικονοπλαστικής ιδιότητας του ποιητικού λόγου. (Μπενέκος, 1981: 109-166). Μεταξύ των ποιητικών έργων τα οποία λειτούργησαν ως ερεθίσματα της παιδικής φαντασίας στη δική μας περίπτωση, αναφέρω ενδεικτικά την Ξανθούλα του Σολωμού, τον Γάτο του Τανταλίδη, τις  συλλογές  Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού του Ρίτσου και Τα ρω του Έρωτα του Ελύτη.

Άλλοτε αφήνουμε στους ίδιους τους μαθητές την ελευθερία της επιλογής. Εδώ οι μαθητές ενθαρρύνονται να φέρει ο καθένας στην τάξη το «αγαπημένο του βιβλίο», εκείνο που θεωρεί το πιο αγαπημένο μεταξύ όλων όσων έχει διαβάσει . Η συγκεκριμένη επιλογή μας δικαιώθηκε μάλιστα απόλυτα, καθώς το αντίστοιχο εκπαιδευτικό πρόγραμμα με τίτλο Αναγνώστες και Φίλοι, που υποβλήθηκε στο διαγωνισμό Καινοτομία και Αριστεία στην Εκπαίδευση το 2013, συμπεριλήφθηκε στα 100 βραβευμένα.

 

 5. Αποτελέσματα

Οποιοδήποτε εφαρμοσμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα δεν δικαιώνεται από τις προθέσεις αλλά αποκλειστικά και μόνο από τα αποτελέσματά του. Θα παρουσιάσουμε λοιπόν στο σημείο αυτό ενδεικτικά μερικά από το πλήθος των κειμένων των νηπίων που δημιουργήθηκαν μέσα από είκοσι πέντε περίπου προγράμματα, τα οποία  πραγματοποιήθηκαν σε διάστημα μεγαλύτερο της δεκαπενταετίας σε δημόσια νηπιαγωγεία της Δυτικής Αττικής,  προκειμένου να αποδειχθούν τα όσα εδώ ισχυριστήκαμε για την καλλιέργεια της δημιουργικής σκέψης.

Ξεκινάμε με το απόσπασμα της Αιολικής Γης για τη Γοργόνα. Γράφει η μικρή μαθήτρια:

-Στην ήρεμη θάλασσα ταξιδεύουν τέσσερα καράβια. Σ’ ένα από αυτά βρίσκεται ένας επιβάτης που έχει ταξιδέψει στους πιο μακρινούς ωκεανούς, έχει περάσει όλη τη θάλασσα και τώρα γυρίζει πίσω στον τόπο του, για να ξαναβρεί τους φίλους του. Όλοι μαζί πηγαίνουν να φάνε και να πιουν, για να γιορτάσουν τη συνάντησή τους. Ο άνθρωπος που ήρθε από τους ωκεανούς μπαίνει να κολυμπήσει. Κάτι νιώθει, νομίζει ότι τον ακουμπά ένα ψάρι. Όμως δεν είναι απλό ψάρι αλλά μια Γοργόνα με ροζ ουρά, που τα μαλλιά της είναι μπλε, όπως το θαλασσινό νερό και τα μάτια της πράσινα. Το βλέμμα της είναι χαρούμενο, γιατί γνωρίζει αυτόν τον άντρα. Τον είχε συναντήσει στα ταξίδια του στους ωκεανούς κι είχε φτάσει ως εκεί, ακολουθώντας το καράβι του. Ο άντρας την πήρε στα χέρια του, την έβγαλε από το νερό και μόλις την ακούμπησε στη στεριά η Γοργόνα έγινε κανονικός άνθρωπος. Οι φίλοι του τότε τον άφησαν κι έφυγαν. Θύμωσαν μαζί του, γιατί ο κανόνας έλεγε ότι οι Γοργόνες απαγορεύεται να βγαίνουν από το θαλασσινό νερό, γιατί η ουρά τους δεν θα ξαναγίνει ποτέ.

Συνεχίζουμε με επεισόδια που αφηγήθηκαν τα νήπια είτε ατομικά είτε σε πενταμελείς υποομάδες,  σε πρώτο πρόσωπο, φτιάχνοντας το Ημερολόγιο του Τρελαντώνη:

– Η θεία μού έφτιαξε γλυκό βατόμουρο, γιατί είπε, είμαι πολύ καλό παιδί σήμερα. Ο Γιάννης  ήρθε να μας επισκεφτεί. Παίξαμε «σκοτεινό δωμάτιο». Κάναμε κοπάνα απ’ το σχολείο κι είπαμε ψέματα ότι έχουμε αρρωστήσει. Η θεία μάς πίστεψε, γιατί με το πιστολάκι που στεγνώνουν τα μαλλιά είχαμε κάνει ζεστό το κούτελό μας. Όταν η θεία έφυγε για τη δουλειά, πήραμε τα κουζινικά, για να παίξουμε μουσική. Επειδή άρεσε πολύ στο Γιάννη, του έδωσα τα κουζινικά να τα πάρει σπίτι του, για να παίζει το αγαπημένο του τραγούδι.

 – Έπαιζα μπάλα. Σκέφτηκα όμως να γελάσω λιγάκι. Παράτησα τη μπάλα και ντύθηκα βρικόλακας. Πήγα στην Αλεξάνδρα. Ήταν στο δωμάτιό της μόνη και ζωγράφιζε. Μόλις με είδε, βγήκε τρέχοντας για να ζητήσει τη βοήθεια της θείας. Της είπε να πάρει τη σκούπα, για να διώξει το βρικόλακα. Έβγαλα τη στολή του βρικόλακα, την έκλεισα στη ντουλάπα και πήγα στην αυλή. Η θεία έψαχνε να βρει τι τρόμαξε την Αλεξάνδρα. Έπαιζα μπάλα, για να μην με καταλάβει. Εκείνη όμως με έστειλε στο δωμάτιό μου για ολόκληρη τη μέρα. Είναι σίγουρη πως το έχω κάνει εγώ. Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Η θεία ήρθε μέσα. Έμοιαζε σαν βρικόλακας και μου έριξε τη δυνατότερη μπάτσα. Της είπα «θεία δεν ήμουνα εγώ», αλλά εκείνη συνέχισε τις μπάτσες. Μέτρησα πεντακόσιες. Ξύπνησα και  τότε μόνο κατάλαβα ότι όλα αυτά έγιναν στ’ όνειρό μου, ήταν ένας εφιάλτης. Αυτή είναι η χειρότερη μέρα της ζωής μου. Ποτέ δεν είχα φάει περισσότερο ξύλο. Συνήθως έτρωγα δυο-τρεις  μπάτσες.

Για τη συνέχεια, θα περάσουμε στο απόσπασμα της Αιολικής Γης και πάλι, αυτήν τη φορά με θέμα την Κοκκινοσκουφίτσα. Παραθέτουμε δύο αφηγήσεις αγοριών που επέλεξαν να ταυτιστούν με το Λύκο:

 – Η Κοκκινοσκουφίτσα έχει ένα φακό, για να βλέπει το δρόμο όταν πηγαίνει στο σπίτι της γιαγιάς της, που είναι στο βουνό, κοντά στο δικό μου σπίτι. Εγώ θέλω αυτός ο φακός να γίνει δικός μου. Θέλω δικό μου και το ρολόι της γιαγιάς. Ό,τι έχουν οι άλλοι, τα ζηλεύω όλα και τα θέλω δικά μου. Έτσι όταν βλέπω την Κοκκινοσκουφίτσα, γίνεται πανικός. Όμως αυτή προλαβαίνει και φωνάζει «μαμά, μαμά!». Εκείνη την ακούει και με κυνηγάει με μια τσουγκράνα της γιαγιάς.

 – Κάθε μέρα μπαίνω στο σπίτι της Κοκκινοσκουφίτσας από το παράθυρο όταν λείπουν όλοι και ψάχνω τα ντουλάπια. Βρίσκω πατάτες, αγγούρια, ντομάτες, ψωμί του τοστ και φτιάχνω σάντουιτς και σαλάτες. Τα τρώω και γυρίζω στο δάσος να κοιμηθώ. Μια μέρα που έλειπαν στο σούπερ μάρκετ, έφτιαχνα μπισκότα. Τους άκουσα που γύρισαν και πήδησα αμέσως από το παράθυρο. Μου είχε χυθεί αλεύρι και άφησα το σπίτι λερωμένο, δεν πρόλαβα να το καθαρίσω. Έτσι κατάλαβαν ότι κάποιος μπαίνει μέσα κι έβαλαν στο σπίτι κάμερα. Από τότε δεν μπορώ να πηγαίνω. Τώρα πια πάω και τρώω στο σπίτι της γιαγιάς. Αν με ανακαλύψουν, ο μπαμπάς της Κοκκινοσκουφίτσας που είναι κυνηγός, θα έρθει στο δάσος να με σκοτώσει.

Και ολοκληρώνουμε με αφήγηση υποομάδας για το ποίημα του Ελύτη «Η Μάγια», που περιλαμβάνεται σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα, το οποίο παρουσιάστηκε και διακρίθηκε στο πρόγραμμα της i-create «100 χρόνια μετά…»:

-Τα αστεράκια που είναι παιδιά της Πούλιας, βρίσκονται στον ουρανό. Λάμπουν, γιατί είναι νύχτα και κοιμούνται κι ονειρεύονται. Τα όνειρα τα κάνουν να λάμπουν. Επειδή είναι κοντά-κοντά, βλέπουν όλα τα ίδια όνειρα. Τώρα βλέπουν έναν κλόουν, που κάνει αστεία και γελάνε. Η μαμά τους η Πούλια μαγειρεύει στα αστεράκια σούπα με τα χόρτα που μάζεψε από τα σύννεφα. Είναι το μόνο φαγητό που τρώνε πολύ. Η Πούλια λάμπει κι αυτή. Δεν λάμπει όταν ονειρεύεται, λάμπει όταν λάμπουν τα παιδιά της . Η Πούλια βρίσκει σπίτι στη γη, γιατί όταν φυσάει στον ουρανό, τα παιδιά της κρυώνουν. Και μέσα στο σπίτι τα αστεράκια λάμπουν τις νύχτες, γιατί συνεχίζουν να βλέπουν όνειρα. Τώρα βλέπουν ότι έχουν πάει σ’ ένα παιδικό πάρτι που ένας μάγος εμφανίζει ζώα. Τα αστεράκια γελούν, επειδή τα ζώα τα γαργαλάνε. Οι άνθρωποι που βλέπουν από μακριά το σπίτι να λάμπει, λένε «ποιος να μένει εκεί πέρα;»

 

6. Συμπεράσματα

Ο βασικός στόχος της καλλιέργειας της δημιουργικής σκέψης και οι επιμέρους στόχοι που θέσαμε αναφορικά με την αξιοποίηση της λογοτεχνίας στην εκπαίδευση, επιτεύχθηκαν πλήρως. Αυτό αποδεικνύεται από την παράθεση των αποτελεσμάτων διαφόρων εκπαιδευτικών προγραμμάτων μας, στα οποία τα λογοτεχνικά κείμενα χρησιμοποιούνται ως ερέθισμα για τη δημιουργία πρωτότυπων αφηγηματικών κειμένων από νήπια.. Το ενδιαφέρον των νηπίων για τα προγράμματα διατηρήθηκε αδιάπτωτο σε όλη τη διάρκειά τους. Εξίσου εντυπωσιακό είναι το ότι όλα τα νήπια παρακολουθούσαν με τεράστιο ενδιαφέρον τις αφηγήσεις των συμμαθητών τους, γεγονός που αποδεικνύεται από την πλήρη συνάφεια, την αλληλουχία, τη συσχέτιση ανάμεσα στις συμμετοχές όλων των νηπίων στην ίδια ομαδική αφήγηση.
Στην ελεύθερη απασχόληση οι ερωταποκρίσεις μεταξύ των νηπίων, οι οποίες αναφέρονταν στο εκάστοτε πρόγραμμα, αναδείχθηκε σε μία από τις προσφιλέστερες δραστηριότητες. Το νήπιο μάλιστα το οποίο ρωτούσε το συμμαθητή του, υποδυόταν ότι κατέγραφε τις απαντήσεις, μιμούμενο την καταγραφή από τη δασκάλα. Οι δε ερωτήσεις του προς το συμμαθητή του ήταν πλήρως σχετικές με τις απαντήσεις που είχαν προηγηθεί.

Τα συγκεκριμένα προγράμματα θεωρούμε ότι θα μπορούσαν άνετα να υλοποιηθούν σε οποιοδήποτε νηπιαγωγείο, καθώς και στις τρεις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, δίνοντας την ευκαιρία στους μικρούς μαθητές να εκφράσουν τα προσωπικά τους στοιχεία ταυτιζόμενοι με τα αφηγηματικά πρόσωπα και διατυπώνοντας τις επιθυμίες τους για την εξέλιξη της πλοκής των διαφόρων λογοτεχνικών κειμένων.

 

7. Βιβλιογραφία

Ελληνόγλωση

Alter, J. (1985). Προς τι η διδασκαλία της λογοτεχνίας; Η Διδασκαλία της Λογοτεχνίας  (Ι.Ν. Βασιλαράκης,  μτφρ.)  Αθήνα: Επικαιρότητα, 63-74.

Αναγνωστόπουλος, Β. Δ.  (2007). Διαδρομές και Φιλαναγνωσία, Διαδρομές, τ. 85, 1.

Ηλία, Ε. Α. (2004). «Η ανάγνωση-διδασκαλία της Λογοτεχνίας ως παιχνίδι φαντασίας και έκφραση της προσωπικότητας», Διαδρομές, τ. 15, 167-178.

Ηλία, Ε.Α.  και Ματσαγγούρας Η. Γ. (2006). Από το παιχνίδι στο λόγο: Παραγωγή παιδικών κειμένων μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες. Στο Π. Παπούλια-Τζελέπη, Α. Φτερνιάτη, Κ. Θηβαίος (Επιμ), Έρευνα και Πρακτική του Γραμματισμού στην Ελληνική Κοινωνία. Αθήνα. Ελληνικά Γράμματα, 307-317.

Ματσαγγούρας, Η. Γ. (2001). Η Σχολική Τάξη, τ. Β΄ : Κειμενοκεντρική Προσέγγιση του γραπτού λόγου. Αθήνα.

Μπενέκος, Α. (1981). Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Ένας σταθμός στην Παιδική Λογοτεχνία. Αθήνα.

Pascucci, M. και Rossi, F. (2002). «΄Oχι μόνο γραφέας», Γέφυρες, τ. 6. 16-23.

Riffaterre, Μ. (1985). Η εξήγηση των λογοτεχνικών φαινομένων. Η Διδασκαλία της Λογοτεχνίας  (Ι. Ν. Βασιλαράκης, μτφρ).  Αθήνα:Επικαιρότητα,  135-164.

Ποσλανιέκ, Κ. (1992). Να δώσουμε στα παιδιά την όρεξη για διάβασμα (Στ. Αθήνη, μτφρ.) Αθήνα: Καστανιώτης.

Τζιόβας, Δ. (1987). Μετά την αισθητική. Θεωρητικές δοκιμές κι ερμηνευτικές αναγνώσεις της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Γνώση

Χουιζίνγκα, Γ. (!989). Ο άνθρωπος και το παιχνίδι (Σ. Ροζάκης – Γ. Λυκιαρδόπουλος, μτφρ.) Αθήνα: Γνώση

Ξενόγλωσση

Booth, W.C. (1987). The Rhetoric of Fiction. Middlesex: Penguin Books.

Huck, C., Hepler, S. και Hickman, J.  (1979). Children’s Literature in the Elementary School. Holt Rinehart And Winston.

Iser, W.  (1990). The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fiction from Bunyan to Beckett. Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press.

Tompkins, J. P. (1988). The reader in history: The changing shape of literary-response στο J. P. Tompkins ( Επιμ.), Reader-response criticism. From Formalism to Post-Structuralism, Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press, 201-232.

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει… Εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τους «δρόμους της προσφυγιάς» (Εισήγηση σε διεθνές συνέδριο)

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει… Εκπαιδευτικό  Πρόγραμμα  για τους «δρόμους της προσφυγιάς»

Ελένη Α. Ηλία, Δρ. Λογοτεχνίας, Νηπιαγωγός

Η εισήγηση παρουσιάστηκε στο 3ο Διεθνές Συνέδριο για την προώθηση της Εκπαιδευτικής Καινοτομίας, στη Λάρισα, 13-15 Οκτωβρίου 2017. Περιλαμβάνεται στον Α΄ τόμο των Πρακτικών ( ISBN: 978-618-82197-6-2), στις σελίδες: 697-702.

Περίληψη

Με στόχο την ευαισθητοποίηση των νηπίων απέναντι στους πρόσφυγες, σχεδιάζουμε και υλοποιούμε εκπαιδευτικό πρόγραμμα, που επικεντρώνεται σε οικείο  στην τάξη μας λογοτεχνικό πρόσωπο, το οποίο αναφέρθηκε από τα ίδια τα νήπια, στην προσπάθειά τους να συμβάλουν στην κατανόηση της έννοιας «πρόσφυγας».  Χαρακτηριστικά του εκπαιδευτικού μας προγράμματος είναι ο παιγνιώδης χαρακτήρας του, η καθολική συμμετοχή των νηπίων σε αυτό και η έκφραση της δημιουργικής σκέψης των νηπίων. Με βάση τη διδακτική αρχή της φθίνουσας καθοδήγησης, οι μαθητές αφηγούνται επεισόδια που δημιουργούν με τη φαντασία τους, με θέμα την περιπέτεια της προσφυγιάς του συγκεκριμένου λογοτεχνικού ήρωα, που θεωρούν ότι ξεκινά όταν ο κήπος του καταστρέφεται.

Λέξεις-κλειδιά:  προσφυγιά,  λογοτεχνικός ήρωας, αφήγηση, δημιουργικότητα.

Εισαγωγή

Η ιδιότητα της λογοτεχνίας να προκαλεί βιώματα ευθύνεται για την επινόηση αυτού του προγράμματος. Αναλυτικότερα, στην τάξη μας επιχειρήσαμε να ορίσουμε την έννοια «πρόσφυγας», στο πλαίσιο μιας χαλαρής συζήτησης με τα νήπια, με στόχο  την ευαισθητοποίησή τους αναφορικά με την παρουσία προσφύγων στην περιοχή μας,  την ανάπτυξη από μέρους τους φιλικών συναισθημάτων και στάσεων  απέναντι στους πρόσφυγες συνανθρώπους μας. Επισημαίνοντας ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τον τόπο που έμεναν, επειδή έχει καταστραφεί κι ενώ αναζητούσαμε σχετικά ερεθίσματα για τους μαθητές μας από την πραγματική ζωή, τα δελτία ειδήσεων κ.ο.κ. , μια μαθήτρια παρατήρησε με ενθουσιασμό: «Όπως το Κοριτσάκι, που έφυγε από τον κήπο του που καταστράφηκε».

Το συγκεκριμένο πρόσωπο για το οποίο έκανε λόγο η μαθήτρια, συνιστά την ηρωίδα ενός αγαπημένου στα νήπια της τάξης μας λογοτεχνικού κείμενου.  Αν και στο εν λόγω κείμενο δεν χαρακτηριζόταν πουθενά η ηρωίδα με τον όρο «προσφυγόπουλο», θεωρήσαμε ότι το παράδειγμά της ήταν ιδεώδες για την επεξήγηση της έννοιας. Χάρη στο συσχετισμό των προσφύγων με ένα ήδη οικείο στα νήπια λογοτεχνικό πρόσωπο, οι πρόσφυγες είχαν πλέον  αποκτήσει οντότητα στην αντίληψη όλων των μαθητών μας, είχαν γίνει πρόσωπα υπαρκτά, γνώριμα, φιλικά.

Ως τίτλο του εκπαιδευτικού μας προγράμματος επιλέξαμε τη στερεοτυπική φράση των παραμυθιών «Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει», ώστε αφενός να αναδείξουμε τη διάσταση της περιπέτειας που συνιστά η προσφυγιά και αφετέρου να προσδώσουμε στο πρόγραμμα το προσφιλές στα παιδιά «μαγικό» στοιχείο.

 Ταυτότητα του προγράμματος

Η  εκπαιδευτική μας  δράση   για το σχ. έτος  2016-2017 πραγματοποιήθηκε  αποκλειστικά στο πλαίσιο του προαιρετικού προγράμματος του Νηπιαγωγείου, που αναπτύσσεται  από  τη  μία μ.μ. έως τις τέσσερις  μ.μ.  σε δημόσιο νηπιαγωγείο της Δυτικής Αττικής. Οι συμμετέχοντες μαθητές είναι δεκαπέντε, από τους οποίους οι δέκα είναι κορίτσια, οι τρεις είναι προνήπια, ένας δεν γνωρίζει καλά την ελληνική γλώσσα και  ένας επαναφορά , επειδή αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα άρθρωσης.

Στόχοι

  • Εξοικείωση των νηπίων με το προσφυγικό φαινόμενο και ευαισθητοποίησή τους στον αγώνα των προσφύγων για καλύτερη ζωή.
  • Τοποθέτηση  του  κάθε νηπίου στο επίκεντρο  της ομάδας των συμμαθητών και κατ’ επέκταση  προώθηση της επαφής και επικοινωνίας  μεταξύ όλων των νηπίων.
  • Συνειδητοποίηση  των λογοτεχνικών έργων και ηρώων ως  σημείων αναφοράς και κατά συνέπεια ανάπτυξη από μέρους των νηπίων φιλαναγνωστικής στάσης.
  • Η  λεκτική ανάπτυξη  και  ειδικότερα η καλλιέργεια  της  αφηγηματικής  ικανότητας .
  • Η καλλιέργεια της δημιουργικής σκέψης των μαθητών.
  • Η κατανόηση της σύνδεσης ανάμεσα στον προφορικό και το γραπτό λόγο, της ιδιότητας του γραπτού λόγου να αναπαριστά τον προφορικό.

Αρχές και μεθόδευση

Αντιδρώντας με ευελιξία, με ερέθισμα την αναφορά της μαθήτριας, σχεδιάσαμε και  υλοποιήσαμε το παρόν εκπαιδευτικό πρόγραμμα, που επικεντρώνει το ενδιαφέρον της τάξης  στον αγώνα επιβίωσης των προσφύγων, αξιοποιώντας ένα αφηγηματικό πρόσωπο. Έτσι, η τεράστια παιδαγωγική δύναμη της λογοτεχνίας, εφόσον μας μεταδίδει εμπειρίες, βιώματα         ( Iser 1990, σσ.104, 281) μέσα από την ταύτισή μας με τους λογοτεχνικούς ήρωες (Booth, 1987, σσ. 278-281, 378), γίνεται στην περίπτωσή μας η αφετηρία για τη μύηση των νηπίων στο προσφυγικό φαινόμενο. Για το συγκεκριμένο λογοτεχνικό πρόσωπο στο οποίο επικεντρώσαμε το πρόγραμμά μας, δεν υπάρχει πουθενά στο σχετικό λογοτεχνικό βιβλίο  (Ηλία, 2012) προσδιορισμός εθνικός ή φυλετικός, ούτε καν αυτό αναφέρεται με κάποιο όνομα παρά μόνο ως «Κοριτσάκι». Έτσι προκύπτει ασφαλώς η εντύπωση  ότι πρόσφυγας  θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε, εφόσον συντρέχουν συνθήκες και προϋποθέσεις.

Η αξιοποίηση του εν λόγω αφηγηματικού προσώπου για την εμπέδωση της έννοιας «πρόσφυγας» και την εξοικείωση των νηπίων με το αντίστοιχο κοινωνικό φαινόμενο του καιρού μας, εμφανίζει επιπλέον το πλεονέκτημα ότι το πρόσωπο αυτό δεν δημιουργήθηκε ad hoc (επί τούτω). Προϋπήρχε και απλώς  η σύγχρονη πραγματικότητα, η συγκυρία που βιώνουμε, υπαγόρευσε τον αντίστοιχο τρόπο θεώρησής του. Κατά συνέπεια, έννοιες και εντυπώσεις αναφορικά με την προσφυγιά, προκύπτουν αβίαστα, φυσικά.

Το αφηγηματικό σημείο του σχετικού έργου στο οποίο  η αναζήτηση ενός άλλου τόπου γίνεται η μοναδική διέξοδος και προοπτική για το Κοριτσάκι-ηρωίδα, συνιστά την αφετηρία της αφήγησης των μαθητών, οι οποίοι καλούνται διαδοχικά να τοποθετηθούν σε μια σειρά κοινών για όλους  ερωτημάτων. Κάθε ερώτημα αντιστοιχεί σε ένα κεφάλαιο  της ιστορίας τους για την προσφυγική πορεία της μικρής ηρωίδας. Η αφήγηση δηλαδή των νηπίων συνιστά μια συνέχεια του λογοτεχνικού κειμένου σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση που τα ίδια τα νήπια το οδήγησαν.

Καθώς  το κυρίαρχο στοιχείο της παιδικής φύσης είναι η ανάγκη και η διάθεση για παιχνίδι (Χουιζίνγκα, 1989, σσ. 20-28), φροντίζουμε  να προσδώσουμε στο εκπαιδευτικό μας πρόγραμμα παιγνιώδη διάσταση (Ποσλανιέκ, 1992, σ. 18).   Κάθε νήπιο λοιπόν πριν  πάρει το λόγο για να απαντήσει στην όποια ερώτηση, γυρίζει την υδρόγειο σφαίρα που βρίσκεται τοποθετημένη στο κέντρο του κύκλου όπου είμαστε καθισμένοι, είτε προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά. Έτσι αναπαριστά τη διαδρομή που θα διανύσει το Κοριτσάκι έως ότου καταλήξει σε κάποιο τόπο, που θα γίνει η νέα του πατρίδα.

Αποσκοπώντας με το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα και στην καλλιέργεια της δημιουργικής σκέψης και έκφρασης του συνόλου των μαθητών μας, με επίκεντρο το θέμα της προσφυγιάς, τα νήπια παράγουν τα πρωτότυπα αφηγηματικά κείμενά τους άλλοτε ομαδικά και άλλοτε ατομικά (Huck κ. ά., 1979: 679-713). Η δημιουργία των κειμένων προκύπτει με βάση την αρχή της φθίνουσας καθοδήγησης, που εφαρμόζεται στα κειμενοκεντρικά μοντέλα διδασκαλίας (Ματσαγγούρας, 2001:  180-182, 199-203). Συγκεκριμένα, η διαδικασία απ’ την οποία προκύπτουν τα παιδικά κείμενα, είναι αυτή των ερωταποκρίσεων. Ο δάσκαλος, που είναι ένας πολύ προσεκτικός ακροατής, διατυπώνει ερωτήσεις, διευκρινιστικές συνήθως, σε σχέση με τις προηγούμενες απαντήσεις που έχει λάβει (Pascucci και Rossi, 2002). Είναι αυτονόητο πως όσο οι απαντήσεις των νηπίων γίνονται πληρέστερες και σαφέστερες τόσο περιορίζεται ο αριθμός των συμπληρωματικών ερωτήσεων του δασκάλου.
Τα αφηγηματικά κείμενα των μαθητών καταγράφονται με παραδοσιακούς ή σύγχρονους τρόπους (γραφή σε χαρτί, γραφή σε υπολογιστή, μαγνητοφώνηση, βιντεοσκόπηση κ.λπ.), για ποικιλότροπη αξιοποίηση. Η αξιοποίηση αυτή, π. χ. θεατρική απόδοση, δημοσίευση κ.λπ.,  λειτουργεί για τους μαθητές ως επιπλέον κίνητρο δημιουργικής έκφρασης (Ηλία και Ματσαγγούρας, 2006: 312-313).

Αναφέρουμε εδώ μερικές από τις ερωτήσεις μας, στις οποίες καταγράψαμε τις απαντήσεις των νηπίων:  Τι  έχει  το  Κοριτσάκι  μαζί  του  στο  ταξίδι  της  προσφυγιάς ; /Με  ποιο  τρόπο  ταξιδεύει ; /Πού  θα  ήθελε  να  πάει ; /Πώς  ονειρεύεται το  μέρος  που  θα  ζήσει ; / Ποιοι είναι οι σύντροφοί του  στους  δρόμους  της  προσφυγιάς; / Οι εμπειρίες του  ταξιδιού / Οι εντυπώσεις  από  τη  νέα  ζωή / Τα συναισθήματα για την παλιά και τη νέα ζωή.

 Αποτελέσματα

Παραθέτουμε εντελώς ενδεικτικά κείμενα νηπίων:

α) για το πώς ονειρεύεται το Κοριτσάκι τον τόπο που θα ζήσει και

β) για  τις εντυπώσεις του από την περιπέτεια της προσφυγιάς.

α) 1. Το Κοριτσάκι ονειρεύεται να φτιάξει έναν άλλο κήπο, που να είναι πολύ πιο μεγάλος από τον παλιό. Θέλει να έχει μέσα ένα άλογο, μία αγελάδα, πεταλούδες, γάτες και έναν σκύλο. Το Κοριτσάκι ονειρεύεται να φροντίζει τα ζώα του μαζί με τον Μικρό Πρίγκιπα. Να ζουν οι δυο τους σε ένα μέρος που να μην υπάρχουν άλλοι άνθρωποι και να κάνουν βόλτες μαζί στην παιδική χαρά. (Ατομική αφήγηση)

  1. Το Κοριτσάκι ονειρεύεται να έχει λεφτά στην καινούρια του ζωή, για να αγοράζει αυτά που θέλει, όπως ένα μικρό κουτάκι με σπόρους, για να τους φυτέψει και να φυτρώσουν παντού μαργαρίτες. Και θα ήθελε να αγόραζε και πολλά κουκλάκια, για να παίζει με αυτά κουκλοθέατρο στο μπαμπά και στη μαμά. (Ατομική αφήγηση)

β) 1. Το Κοριτσάκι είδε μια νύχτα στο δρόμο του ένα δράκο κόκκινο, που από το στόμα του έβγαζε φωτιά. Ο δράκος έριξε φωτιά σε ένα σπίτι, που άρχισε να καίγεται. Η οικογένεια που ήταν μέσα, ειδοποίησε την πυροσβεστική, που έφτασε  γρήγορα. Πρόλαβαν κι έσβησαν τη φωτιά πριν καεί όλο το σπίτι. Κάηκε μόνο το μπάνιο. Ο δράκος αυτός είχε φτερά. Άρχισε να πετάει και έριχνε πέτρες στα σπίτια των ανθρώπων. Το Κοριτσάκι έβλεπε ι τους ανθρώπους που έκαναν δουλειές, για να διορθώσουν τις καταστροφές του δράκου. Έμπαινε στα σπίτια και βοηθούσε. Σε ένα σπίτι είπε στο παιδάκι και στους γονείς του: «Ωραίο είναι το σπίτι σας». Κι αυτοί είπαν στο Κοριτσάκι ότι μπορεί να μείνει εκεί. Όταν ήρθε ο ήλιος, η αστυνομία κυνήγησε το δράκο αλλά αυτός ξέφυγε. Το Κοριτσάκι θυμήθηκε ένα φίλο του, που ήξερε πολλά για δράκους. Είχε μάθει από αυτόν πως όταν ένας δράκος κυβερνάει την πόλη, είναι γιατί θέλει να φάει. Το είπε στην οιογένεια κι η μαμά έφτιαξε σούπα στο δράκο. Από τότε ο δράκος κάθε φορά που πεινούσε, πήγαινε κι έτρωγε στο σπίτι που έμενε το Κοριτσάκι. Έτσι δεν έκανε πάλι κακό στους ανθρώπους. (Αφήγηση υποομάδας)

  1. Το Κοριτσάκι είχε δει ένα σπίτι που είχε σχήμα τριαντάφυλλο. Οι μάστορες το είχαν φτιάξει έτσι για κάποιο κορίτσι, που του άρεσαν  τα λουλούδια. Το σπίτι μύριζε τριαντάφυλλο, γιατί  το κορίτσι που έμενε εκεί, το ψέκαζε με τη δικιά του κολόνια τριαντάφυλλο. Όταν το Κοριτσάκι πέρασε απέξω,  είδε ότι η πόρτα ήταν ανοιχτή και μπήκε. Το μικρό κορίτσι που αυτό ήταν το σπίτι του, όποτε έλειπε, άφηνε την πόρτα ανοιχτή, για να μπαίνει μέσα όποιος του αρέσουν τα λουλούδια. Όταν το Κοριτσάκι μπήκε μέσα, είδε ότι στους τοίχους ήταν ζωγραφισμένα λουλούδια. Το Κοριτσάκι ξάπλωσε  στο κρεβάτι για να ξεκουραστεί. Ύστερα έφαγε δύο γιαούρτια που βρήκε στο ψυγείο και έναν ανανά ολόκληρο που είδε πάνω στο τραπέζι, και συνέχισε το ταξίδι. (Ατομική αφήγηση)

Συμπεράσματα

Τα παιδιά ευαισθητοποιήθηκαν στο θέμα των προσφύγων, καθώς τους ταύτισαν με ένα οικείο τους λογοτεχνικό πρόσωπο, που τα ίδια θεώρησαν ότι βιώνει την εμπειρία της προσφυγιάς. Στο πλαίσιο του προγράμματος εστίασαν το ενδιαφέρον τους στον εσωτερικό κόσμο των προσφύγων, εφόσον προβληματίστηκαν σχετικά και παρουσίασαν τα όνειρα και τις προσδοκίες ενός προσφυγόπουλου για την καινούρια του ζωή, τις αναμνήσεις του από τη ζωή του πριν την περίοδο της προσφυγιάς και τα συναισθήματά του για όλη αυτήν την περιπέτεια.

Το λογοτεχνικό κείμενο έχοντας αφομοιωθεί θαυμάσια, όπως αποδεικνύεται από την αξιοποίησή του από τα ίδια τα νήπια για την κατανόηση της έννοιας της προσφυγιάς, λειτούργησε ως εμπειρία, ως βίωμα και  πρόσφερε ένα ιδανικό ερέθισμα στην παιδική φαντασία για την εξέλιξη της ιστορίας. Ο ενθουσιασμός των παιδιών για τη συμμετοχή στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, διατηρήθηκε αμείωτος.  Η δε αφηγηματική εξέλιξη κάθε παιδιού είναι φανερή, εάν παρακολουθήσουμε τις διαδοχικές αφηγήσεις του.

Εξίσου εύκολα προκύπτει και το συμπέρασμα ότι η φαντασία των νηπίων είναι ανεξάντλητη. Κάθε αφήγηση αναφορικά με το ίδιο ερώτημα/θέμα είναι διαφορετική, πρωτότυπη, ανεπανάληπτη. Όποτε γίνεται αναφορά από κάποιο νήπιο-αφηγητή σε στοιχεία προηγούμενης αφήγησης συμμαθητή του, γίνεται ταυτόχρονα θαυμάσια αξιοποίηση αυτών των στοιχείων.

Η ικανότητα της ακρόασης και της επικοινωνίας αναπτύχθηκε για το σύνολο των νηπίων στο έπακρο, όπως αποδεικνύεται από τη σχέση των αφηγήσεων με το θέμα, από την ποικιλία των αφηγηματικών εκδοχών των νηπίων και από τη δημιουργική αξιοποίηση της συμμετοχής των συμμαθητών στην αφηγηματική διαδικασία.

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα μπορεί να πραγματοποιηθεί με μαθητές νηπιαγωγείου, καθώς και με μαθητές όλων των τάξεων του Δημοτικού αλλά και του Γυμνασίου, με μοναδική προϋπόθεση την αξιοποίηση ενός κατάλληλου λογοτεχνικού ή άλλου ερεθίσματος (π. χ. πίνακα ζωγραφικής, τραγουδιού κ. ο. κ.), το οποίο θα προκύψει αβίαστα.

Βιβλιογραφία

Booth, W.C. (1987). The Rhetoric of Fiction. Middlesex: Penguin Books.

Ηλία, Ε.Α.  και Ματσαγγούρας, Η. Γ. (2006). Από το παιχνίδι στο λόγο: Παραγωγή παιδικών κειμένων μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες. Στο Π. Παπούλια-Τζελέπη, Α. Φτερνιάτη, Κ. Θηβαίος (Επιμ), Έρευνα και Πρακτική του Γραμματισμού στην Ελληνική Κοινωνία. Αθήνα. Ελληνικά Γράμματα, 307-317.

Ηλία, Ε. Α. (2012). Μετά τον Μικρό Πρίγκιπα. Αθήνα: Ηριδανός.

Iser, W.  (1990). The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fiction from Bunyan to Beckett. Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press.

Ματσαγγούρας, Η. Γ. (2001). Η Σχολική Τάξη, τ. Β΄ : Κειμενοκεντρική Προσέγγιση τουγραπτού λόγου. Αθήνα.

Pascucci, M. και Rossi, F. (2002). «΄Oχι μόνο γραφέας», Γέφυρες, τ. 6. 16-23.

Ποσλανιέκ, Κ. (1992). Να δώσουμε στα παιδιά την όρεξη για διάβασμα (Στ. Αθήνη, μτφρ.) Αθήνα: Καστανιώτης.

Χουιζίνγκα, Γ. (!989). Ο άνθρωπος και το παιχνίδι (Σ. Ροζάκης – Γ. Λυκιαρδόπουλος, μτφρ.) Αθήνα: Γνώση

Huck, C., Hepler, S. και Hickman, J.  (1979). Children’s Literature in the Elementary School. Holt Rinehart And Winston.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

προσφυγιά 1

 

Αποτελέσματα του προγράμματος (Το σύνολο των παιδικών κειμένων)

  1. Οι προετοιμασίες για το  ταξίδι

Όταν το  Κοριτσάκι  αποφασίζει να φύγει, σε  μια  ροζ μωβ βαλίτσα με μεγάλες ρόδες βάζει ρούχα και για το Χειμώνα και για το Καλοκαίρι./ Τα τέσσερα παντελόνια του, το ροζ, το μωβ, το πορτοκαλί και το λαχανί./ Παίρνει ακόμη το τάμπλετ του, για να βλέπει την ώρα, να παίζει παιχνίδια και να βλέπει shows./ Από τα βιβλία του παίρνει αυτό που ζωγραφίζει μέσα με τους μαρκαδόρους του./ Από τις κούκλες του παίρνει μόνο τη ροκ σταρ, που του αρέσει περισσότερο, για να κοιμούνται τα βράδια μαζί./ Στη βαλίτσα μέσα έχει και το αγαπημένο του επιτραπέζιο. Είναι με αριθμούς και κάτω από το σύννεφο βάζεις τόσες σταγόνες όσες σου λέει ο αριθμός. /Φοράει ένα κολιέ με μπλε και ροζ χάντρες-λουλουδάκια. /Παίρνει δύο κουτιά γάλα και την αγαπημένη του σοκολάτα, που έχει μέσα τάπες. /Και παίρνει τηλέφωνο ένα φίλο του, για να βοηθήσει να κουβαλήσουν τα πράγματα  μέχρι το δικό του σπίτι. ( Ομαδική αφήγηση)

προσφυγιά 6

  1. Στο δρόμο της προσφυγιάς

Το Κοριτσάκι έφυγε από το σπίτι του φίλου του με λεωφορείο. Όταν κατέβηκε στη στάση, πέρασε μια κουκουβάγια και του είπε: «Έλα να σε πάω όπου θες». Το Κοριτσάκι σκέφτηκε πως θα ήταν ωραία να περνούσε τη θάλασσα πάνω στην κουκουβάγια./ Αλλά πήρε το αεροπλάνο. Όμως τα χρήματα που είχε, τελείωσαν. Όταν προσγειώθηκαν στο αεροδρόμιο,  ένας κύριος που έγραφε τα ονόματα αυτών που  έφταναν, της έδωσε χρήματα, για να μείνει σε ξενοδοχείο. Έμεινε σε κάποιο, που δίπλα του είναι ένα μαγαζί που πουλάει  γλυκά. Το άλλο πρωί άφησε το κλειδί και συνέχισε το δρόμο της./ Μπήκε στο λεωφορείο και κατέβηκε κοντά σε ένα λουνα παρκ./ Επειδή έκανε κρύο, έψαχνε να βρει ένα σπίτι κοντά εκεί, για να μείνει μέχρι ο καιρός να γίνει καλός, για να συνεχίσει το ταξίδι./ Γνωρίζει ένα παιδάκι που γίνονται φίλοι και μένει στο σπίτι του. /Πηγαίνουν μαζί στο λουνα παρκ και το Κοριτσάκι οδηγεί αυτοκινητάκια. Θέλει να μάθει οδήγηση, για να οδηγεί το δικό του αυτοκίνητο όταν θα μεγαλώσει./ Όταν ο καιρός καλυτερεύει, αυτός ο φίλος του δίνει στο Κοριτσάκι το εισιτήριο, για να πάρει το τραίνο και να πάει όπου θέλει./ Το τραίνο περνά μέσα σε ένα τούνελ. Αλλά το Κοριτσάκι δεν φοβάται το σκοτάδι, γιατί δίπλα του κάθεται ένα αγοράκι, που έχει γίνει φίλος της. Όταν το τραίνο βγαίνει από το τούνελ, το Κοριτσάκι που κάθεται στο παράθυρο, βλέπει τον ήλιο στον ουρανό και τα δέντρα και του αρέσει το ταξίδι./ Όταν φτάνει το Κοριτσάκι στο σταθμό, παίρνει ξανά λεωφορείο και πηγαίνει να βρει ένα σπίτι που του είπε κάποιος στο τραίνο.  Βλέπει την ταμπέλα που του είπαν ότι εκεί θα ψάξει για το σπίτι. Κατεβαίνει στη στάση και περπατάει για να το βρει. / Του έχουν πει για να το γνωρίσει, ότι έχει στον κήπο λουλούδια και ένα δέντρο με μήλα. Αυτός που έχει το σπίτι, μένει αλλού και δεν το χρειάζεται.  (Ομαδική αφήγηση )

προσφυγιά 5

  1. Ο τόπος του προορισμού

Το Κοριτσάκι θέλει να μείνει σε ένα ήσυχο νησί, για να μην έχει φασαρία στο κεφάλι του. / Προτιμάει όμως την πόλη, για να έχει πολλά σπίτια. Έτσι, θα μπορεί να κάνει πολλούς φίλους. / Θέλει να μείνει στην Ελλάδα, γιατί εδώ  υπάρχουν πολλά νησιά με πόλεις και πολλά σπίτια στη θάλασσα. / Ένα σπίτι μπροστά στη θάλασσα που το είχε ένας κύριος που τώρα μένει αλλού, / το έχει δώσει στο Μικρό Πρίγκιπα. / Ο Μικρός Πρίγκιπας όμως δεν ήθελε αυτό το σπίτι. Θα ήθελε ένα σπίτι με ψηλό μπαλκόνι, για να μπορεί να βλέπει τους καπετάνιους που κάνουν πόλεμο στα βαθιά, οι κακοί με τους καλούς. / Ο Μικρός Πρίγκιπας το είχε πει αυτό σε μία κυρία, που μένει κοντά εκεί. Όταν η κυρία γνώρισε το Κοριτσάκι και είδε ότι δεν ήξερε πού να μείνει, του είπε να μείνει σ’ αυτό το σπίτι. / Στο Κοριτσάκι αρέσει γιατί είναι μωβ και μπλε και βρίσκεται μπροστά στη θάλασσα./ Η θάλασσα εκεί είναι ήρεμη.  / Το Κοριτσάκι θέλει να μένει σε αυτό το σπίτι και να έχει ένα αμάξι,  να βάζει βενζίνη και να πηγαίνει στο παζάρι. (Ομαδική αφήγηση)

προσφυγιά 15

  1. Το κοριτσάκι ονειρεύεται το μέρος που θα ήθελε να ζήσει

Το Κοριτσάκι θέλει στο μέρος που θα ζήσει όλοι οι άνθρωποι να είναι φίλοι του. Να καλεί στο σπίτι του κάθε μέρα κι έναν καινούριο φίλο, για να παίζουν με κούκλες και κρυφτό. Να πηγαίνει κι εκείνο στα σπίτια των φίλων του που θα έχουν πολλά χαρτιά, για να κόβουν με ψαλιδάκια. Να έχει λίγα χρήματα στην τράπεζα, για να ψωνίζει στο σούπερ μάρκετ,  να νοικιάζει ταινίες και να αγοράζει σπόρους. Θα ήθελε στο χώρο που θα έχει έξω από το σπίτι του να φυτεύει τους σπόρους, για να γεμίσει λουλούδια. (Ατομική αφήγηση)

Το Κοριτσάκι ονειρεύεται να φτιάξει στο σπίτι του Μικρού  Πρίγκιπα που θα μένει, έναν κήπο όλο λουλούδια, για να κάνει ευτυχισμένο και τον Μικρό Πρίγκιπα. Να δουλέψει σε σούπερ μάρκετ, για να έχει χρήματα και να δίνει και στο Μικρό Πρίγκιπα. Να φτιάξουν στο σπίτι ένα ψηλό μπαλκόνι, όπως το ήθελε ο Μικρός Πρίγκιπας. Εκεί να βγαίνει το Κοριτσάκι, να βλέπει πού δεν υπάρχουν λουλούδια και να κατεβαίνει για να φυτέψει κι εκεί. Να κοιτάζει το χιόνι που θα πέφτει όλη τη νύχτα και το πρωί που θα ξυπνάει, όλα να είναι βρεγμένα, γιατί θα έχει βγει ο ήλιος και το χιόνι θα έχει λιώσει. (Ατομική αφήγηση)

Το Κοριτσάκι ονειρεύεται στο καινούριο μέρος που θα ζήσει, να έχει πολλά λουλούδια και ο ήλιος να είναι λαμπερός, για να πηγαίνει στην παιδική χαρά με τις φίλες του. Θέλει να έχει πολλές φίλες, για να παίζουν και να τρώνε μαζί. Και θέλει να γνωρίσει και αγόρια φίλους, για να τους δίνει να παίζουν με τα αμαξάκια που της έχει χαρίσει ο Μικρός Πρίγκιπας πριν φύγει για τον πλανήτη του (Ατομική αφήγηση)

Το Κοριτσάκι ονειρεύεται να ζήσει με χαρά στον καινούριο τόπο. Να πηγαίνει σχολείο και εκεί να φτιάχνουν ιστορίες και να τρώνε. Ονειρεύεται τη δασκάλα να φοράει ροζ και μωβ φορέματα και κοριτσίστικα παπούτσια και τη μαμά του να του μαγειρεύει όλα τα αγαπημένα του φαγητά, φακές, φασόλια, πατάτες, μακαρόνια με κιμά και μακαρόνια σκέτα. Θέλει  να πηγαίνει στα μαγαζιά, για να αγοράζει παιχνίδια και κουλούρια. Να έχει μια κούκλα Μπάρμπι ροκ σταρ για να παίζει στο σπίτι και να παίζει και με χιονόμπαλες απέξω. (Ατομική αφήγηση)

Το Κοριτσάκι ονειρεύεται να είχε στη νέα του  ζωή ένα ζωάκι, ένα κουταβάκι άσπρο και καφέ, για να το χαϊδεύει και να του κάνει παρέα. Κάθε πρωί που το σκυλάκι θα γάβγιζε, το Κοριτσάκι θα ξυπνούσε και θα του έδινε σκυλοτροφή. Μετά θα έπαιζαν κυνηγητό, το Κοριτσάκι θα κυνηγούσε το σκυλάκι. Το μεσημέρι μετά το παιχνίδι, θα έτρωγε πάλι το σκυλάκι. Ονειρεύεται να έπαιρνε το σκυλάκι μαζί του και να έκαναν βόλτα στο πάρκο. Το Κοριτσάκι θα είχε μαζί του κέρματα, θα τα έριχνε στα παιχνίδια κι εκείνα θα έπαιζαν μουσική και θα κουνιούνταν σαν καρουσέλ. Και μόλις θα σκοτείνιαζε και θα γύριζαν σπίτι, το Κοριτσάκι θα τάιζε για άλλη μια φορά το σκυλάκι του. (Ατομική αφήγηση)

Το Κοριτσάκι ονειρεύεται να είχε μαζί του τους παλιούς του φίλους  και να έπαιζαν κρυφτό μέσα κι έξω απ’ το σπίτι και βόλεϊ. Κι ύστερα να κοιμούνταν όλοι μαζί οι συμμαθητές, αγόρια και κορίτσια. Δεν θα ήθελε όμως να πηγαίνει σχολείο. Δεν του αρέσει γιατί βαριέται που κάνουν πολλές ασκήσεις. (Ατομική αφήγηση)

προσφυγιά 9

Το Κοριτσάκι ονειρεύεται να φτιάξει έναν άλλο κήπο, που να είναι πολύ πιο μεγάλος από τον παλιό. Θέλει να έχει μέσα ένα άλογο, μία αγελάδα, πεταλούδες, γάτες και έναν σκύλο. Το Κοριτσάκι ονειρεύεται να φροντίζει τα ζώα του μαζί με τον Μικρό Πρίγκιπα. Να ζουν οι δυο τους σε ένα μέρος που να μην υπάρχουν άλλοι άνθρωποι και να κάνουν βόλτες μαζί στην παιδική χαρά. (Ατομική αφήγηση)

Το Κοριτσάκι ονειρεύεται να έχει λεφτά στην καινούρια του ζωή, για να αγοράζει αυτά που θέλει,  όπως ένα μικρό κουτάκι με σπόρους, για να τους φυτέψει και να φυτρώσουν παντού μαργαρίτες. Και θα ήθελε να αγόραζε και πολλά κουκλάκια, για να παίζει με αυτά κουκλοθέατρο στο μπαμπά και στη μαμά, επειδή αυτό θα τους άρεσε πολύ. (Ατομική αφήγηση)

προσφυγιά 11

Το Κοριτσάκι ονειρεύεται να ζούσε σε έναν ωραίο κήπο με λουλούδια μαζί με ένα άλλο παιδί από τον ίδιο τόπο. Αλλά όχι για πάντα. Θα ήθελε κάποτε να φύγει από εκεί με το τρένο και να γυρίσει πίσω, στο δικό του κήπο. Όμως αυτός ο κύριος που τον χάλασε, να τον είχε ξαναφτιάξει όπως ήταν πριν, με τα δέντρα (Ατομική αφήγηση)

Το Κοριτσάκι ονειρεύεται στο καινούριο μέρος που θα ζήσει, να υπάρχουν λουλούδια και δέντρα με μήλα. Να είναι μαζί του οι ίδιοι φίλοι που είχε παλιά, όταν ζούσε στον κήπο που έχασε. Να το βοηθάνε όλοι μαζί και τα κορίτσια και το αγόρι, για να φτιάχνει τον καινούριο κήπο./  Τα τριαντάφυλλα του κήπου να μυρίζουν πολύ ωραία και το Κοριτσάκι με τις φίλες του να τα κόβουν και να τα παίρνουν μέσα στο σπίτι./ Κι αυτό το σπίτι να είναι στην πόλη, επειδή εκεί τα σπίτια είναι πιο ωραία. (Αφήγηση υποομάδας)

προσφυγιά 3

  1. Γνωριμίες και σύντροφοι του ταξιδιού

Το Κοριτσάκι στο δρόμο της προσφυγιάς γνώρισε ένα άλλο κορίτσι, πιο μεγάλο, που το έλεγαν Μαρία. Έμειναν στο ίδιο ξενοδοχείο κι έπαιζαν μαζί κουκλοθέατρο, κυνηγητό και πάρτι με τσάι. ¨Όταν το Κοριτσάκι βρήκε το σπίτι που θα μείνει στην καινούρια του ζωή, ειδοποίησε την Μαρία πού μένει και την προσκάλεσε να κάνουν παρέα. Η Μαρία θα βρει σπίτι εκεί κοντά και θα κάνουν πάρτι, για να διασκεδάζουν. Όταν ο ουρανός είναι καθαρός, πηγαίνουν βόλτες στη γειτονιά και κάνουν επίσκεψη στις καινούριες φίλες που έχουν γνωρίσει εκεί. Όταν πέφτει χιόνι, φτιάχνουν όλες μαζί χιονάνθρωπο και παίζουν χιονοπόλεμο. (Ατομική αφήγηση)

Το Κοριτσάκι στο ταξίδι του γνώρισε μερικές φίλες, που ήταν κι εκείνες προσφυγούλες. Τα σπίτια αυτών των κοριτσιών τα είχαν γκρεμίσει μια ομάδα κακών ανθρώπων. Αυτοί ήθελαν το μέρος που ήταν τα σπίτια, να γίνει δικό τους. Όταν αυτό έγινε, τα κορίτσια έφυγαν με τους γονείς τους. Σταμάτησαν σε ένα ποταμάκι, για να ξεκουραστούν από το πολύ περπάτημα και εκεί συναντήθηκαν και οι τρεις με το Κοριτσάκι. Ήταν ίσα και συνέχισαν μαζί το ταξίδι τους μέχρι το τέλος. Μιλούσαν για το σχολείο τους και έλεγαν η καθεμία ποιο ζώο της αρέσει καλύτερα. Είπαν για το δελφίνι, το κουταβάκι, τα ψάρια και τις πάπιες. Κι είπαν ότι ξέρουν να γράφουν τις λέξεις ήλιος, λουλούδι, πάπια, δελφίνι, πεταλούδα. (Ατομική αφήγηση)

Το Κοριτσάκι στο δρόμο του γνώρισε κάποιους παππούδες και γιαγιάδες. Πέρασε από εκεί που έμεναν όλοι μαζί, όταν έφυγε από τον καταστραμμένο κήπο. Είχε ακούσει να μιλάνε για αυτό το μέρος οι φίλοι και οι φίλες του, που είχαν πάει πρώτοι εκεί. Πρόσεχαν τις γιαγιάδες και τους παππούδες. Τους βοηθούσαν να προχωράνε στο δρόμο και τους κουβαλούσαν τα ψώνια, γιατί τα παιδιά ήξεραν ότι οι γιαγιάδες και οι παππούδες είναι πάντα καλοί και αγαπάνε τα παιδιά. Το Κοριτσάκι έμεινε μια μέρα κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους και συνέχισε το δρόμο του. Όμως δεν θα τους ξεχάσει ποτέ. Όποτε θα πηγαίνει να τους βλέπει, όλοι θα είναι χαρούμενοι. (Ατομική αφήγηση)

Το Κοριτσάκι γνώρισε στην παιδική χαρά τρία αγόρια μεγαλύτερα από εκείνο, που έμεναν μαζί στο ίδιο σπίτι. Τα αγόρια ρώτησαν το Κοριτσάκι τι κάνει και πού πάει. Τους είπε ότι πάει να αγοράσει χυμό, για να τον πάρει μαζί του σε μια εκδρομή. Όμως αυτά τα παιδιά κατάλαβαν ότι ήταν ψέματα πως το Κοριτσάκι θα πάει εκδρομή. Το Κοριτσάκι είπε έτσι γιατί ντρεπόταν. Τα αγόρια πήραν το Κοριτσάκι στο σπίτι τους, για να κοιμηθεί. Έμεινε μαζί τους για δέκα μέρες μέχρι που ξεκουράστηκε. (Αφήγηση υποομάδας)

Το Κοριτσάκι όταν έφτασε στο καινούριο μέρος, βρήκε πρώτα ένα σπίτι, που δεν έμεινε πολύ. Το σπίτι αυτό δεν του άρεσε, γιατί δεν είχε μπαλκόνια. Μετά βρήκε ένα άλλο σπίτι εκεί κοντά, που είχε μπαλκόνια ψηλά. Το Κοριτσάκι καθόταν στο μπαλκόνι και κοίταζε πότε τον ήλιο στον ουρανό και πότε τα λουλούδια εκεί δίπλα. Μια μέρα είδε τα δίδυμα να περνάνε από κάτω. Αυτά τα αδερφάκια τα ήξερε από τον τόπο του. Ήταν ένα κορίτσι και ένα αγόρι, που έμεναν στην ίδια γειτονιά με το Κοριτσάκι. Όταν είδαν το Κοριτσάκι, σταμάτησαν να μιλήσουν. Του είπαν ότι ο γείτονας, που είχε καταστρέψει τον κήπο που έμενε το Κοριτσάκι, χάλασε και το δικό τους κήπο. Έριξε φάρμακο στα λουλούδια, για να μην φυτρώσουν ξανά. Δεν ήθελε να μείνουν εκεί τα δύο  παιδιά, γιατί έπαιζαν μπάλα και έκαναν φασαρία. Και μια φορά είχαν πετάξει τη μπάλα και έσπασε ένα τζάμι. Το Κοριτσάκι είπε στα παιδιά να μείνουν στο σπίτι που είχε πρώτα. Τα δίδυμα συμφώνησαν, γιατί δεν ήθελαν το σπίτι τους να έχει ψηλό μπαλκόνι. Όταν κοιτάζουν από ψηλά, τρομάζουν. (Ατομική αφήγηση)

Το Κοριτσάκι περνούσε έξω από έναν κήπο. Σταμάτησε και τον κοιτούσε. Έμοιαζε με το δικό του κήπο αλλά δεν είχε τριανταφυλλιές. Το Κοριτσάκι σκέφτηκε ότι θα ήθελε να μένει σε αυτόν τον κήπο. Τότε ήρθαν από την άλλη μεριά δύο παιδάκια, ένα κορίτσι και ένα αγόρι. Το Κοριτσάκι τα ρώτησε: «Μπορώ να μείνω κι εγώ εδώ»; Το αγόρι είπε «όχι», γιατί αυτό έμενε εκεί. Το κορίτσι ήταν φίλη του και είχε πάει να παίξουν μαζί. Το Κοριτσάκι είπε «Δεν πειράζει» και τους προσκάλεσε να περπατήσουν παρέα για λίγο. Τα παιδιά πήραν από το σπίτι τρία μπουκάλια νερό, ένα για το καθένα, και ξεκίνησαν να περπατάνε. Το Κοριτσάκι τους είπε ότι δεν έβρισκε πού να μείνει κι εκείνα απάντησαν: «Όσο συνεχίζεις το δρόμο σου, μπορείς να βρεις». Όταν νύχτωσε, τα παιδιά έπρεπε να γυρίσουν στα σπίτια τους και το Κοριτσάκι έψαξε να βρει ένα μέρος να κοιμηθεί. Ξάπλωσε σε ένα δέντρο και είχε ωραίες σκέψεις, γιατί είχε γνωρίσει αυτά τα παιδιά. Και τα παιδιά όταν γύριζαν πίσω, έλεγαν ότι έκαναν πολύ ωραία βόλτα και ότι το Κοριτσάκι ήταν πάρα-πάρα πολύ καλό.  (Ατομική αφήγηση)

Το Κοριτσάκι περνούσε από ένα χωριό στο βουνό. Μπήκε στην παιδική χαρά και έκανε κούνια. Τότε είδε να έρχεται ένα μεγαλύτερο κορίτσι, που είχε ροζ μαλλιά και μωβ φόρεμα. Στο Κοριτσάκι άρεσαν πολύ τα ροζ μαλλιά. Η κοπέλα ρώτησε το Κοριτσάκι αν ήθελε να πάει μαζί της στο σπίτι της. Το Κοριτσάκι όταν έφτασαν, είδε ότι αυτό  το σπίτι είχε ωραίο κήπο. Ρώτησε αν ανάμεσα στα λουλούδια υπήρχαν πασχαλίτσες. Το μεγάλο κορίτσι απάντησε ότι έχει δει μόνο σαλιγκάρια. Ύστερα έφαγαν μπιφτέκια με μακαρόνια. Η κοπέλα που ζει με τους γονείς της, θα φιλοξενήσει εκεί το Κοριτσάκι για πολύ καιρό. Οι δυο τους θα παίζουν μαζί, θα πηγαίνουν σχολείο και θα βλέπουν τηλεόραση. (Αφήγηση υποομάδας)

  1. Εντυπώσεις της προσφυγιάς

Το Κοριτσάκι ζωγραφίζει ένα δρόμο που πηγαίνει στο καινούριο του σπίτι κι ένα αμάξι που το οδηγεί  ο μπαμπάς του, να περνά σε αυτό το δρόμο. Όλη  αυτήν την πορεία του από τότε που έφυγε από τον κήπο του μέχρι να φτάσει εδώ, την βλέπει σαν βόλτα. Έμαθε ότι μπορεί να πάει παντού, όπου θέλει, σε παιδότοπο ή στο σχολείο.  Έμαθε ότι μπορεί να κάνει αυτό που του αρέσει,  να  ταξιδεύει με αεροπλάνο, να έχει μια οικογένεια, γονείς και αδερφούς και να πιάσει δουλειά. (Ατομική αφήγηση)

Το πιο σπουδαίο για το Κοριτσάκι στο δρόμο της προσφυγιάς, είναι ότι βρήκε μια οικογένεια. Διάλεξε αυτήν την οικογένεια, επειδή είχαν έναν κήπο ίδιο με το δικό της. Όταν το Κοριτσάκι είδε αυτόν τον κήπο, ζήτησε  από τους ανθρώπους που έμεναν εκεί, μια μαμά, έναν μπαμπά και τα δίδυμα κορίτσια τους, να μείνει μαζί τους. Επειδή το Κοριτσάκι το ζήτησε ευγενικά και ήταν πολύ γλυκιά, το δέχτηκαν στην οικογένειά τους. Το Κοριτσάκι είναι πολύ ευχαριστημένο που έχει αποκτήσει αυτήν την οικογένεια, γιατί τα αδερφάκια του είναι πολύ ωραία κι έχουν ωραία ψυχή, δεν φέρονται σαν μωρά. (Ατομική αφήγηση)

προσφυγιά 8

Το πιο σημαντικό από αυτά που έζησε το Κοριτσάκι στο δρόμο της προσφυγιάς, ήταν που γνώρισε τους εξωγήινους. Ένας φίλος του τούς είχε συναντήσει πρώτος.  Με τον πύραυλο που είχε αγοράσει, έστειλε και το Κοριτσάκι στον πλανήτη που ζουν, επειδή ήθελε κι αυτό να τους γνωρίσει. Το Κοριτσάκι είδε πως είναι όπως οι άνθρωποι στη γη. Αλλά αυτοί ζουν διαφορετικά από εμάς. Χοροπηδάνε στα κρυφά, ανεβαίνουν στα τραπέζια και μπορούν να κάνουν ό, τι θέλουν. Όμως εδώ στη γη η μαμά και ο μπαμπάς δεν αφήνουν  εμάς να κάνουμε ό, τι θέλουμε. Οι εξωγήινοι δεν πηγαίνουν στο σχολείο, γιατί δεν τους νοιάζει να μάθουν γράμματα, δεν θέλουν να μάθουν να γράφουν το όνομά τους. Ξέρουν μόνο ένα γράμμα, το άλφα. Έτσι το Κοριτσάκι έφυγε από τον πλανήτη τους και ξαναγύρισε στη γη, γιατί του έλειψε το σχολείο. Στην καινούρια του ζωή πηγαίνει σε ένα σχολείο, που του αρέσει πολύ. (Ατομική αφήγηση)

Το Κοριτσάκι όταν χάλασαν τον κήπο του και έφυγε, για να βρει ένα καινούριο μέρος να μείνει, γνώρισε ένα αγόρι κι έγιναν φίλοι. Το αγόρι έδωσε στο Κοριτσάκι το δικό του σπίτι. Αυτό το αγόρι δεν ήθελε να μείνει στο σπίτι του, γιατί είχε ένα κήπο με ροζ λουλούδια. Τα λουλούδια δεν άρεσαν στο αγόρι, επειδή είναι κοριτσίστικα. Έτσι πήγε να μείνει στο σπίτι που χάλασαν τον κήπο του. Πέρασε ο καιρός και στον κήπο έπεσε χιόνι. Τα λουλούδια αρρώστησαν από το χιόνι και το Κοριτσάκι πήρε ένα φάρμακο, για να τα κάνει καλά. Όμως τα λουλούδια χάλασαν. Τώρα το Κοριτσάκι περιμένει να έρθει η Άνοιξη, για να φυτέψει καινούρια λουλούδια. Αυτή τη φορά θα διαλέξει  λουλούδια που να είναι κόκκινα για να αλλάξει γνώμη το αγόρι για τον κήπο. (Ατομική αφήγηση)

Το Κοριτσάκι ήταν σε ένα δάσος μαζί με άλλα παιδιά, που ήταν κι αυτά προσφυγάκια. Μπήκαν σε αυτό το δάσος, για να χαλαρώσουν και να κόψουν μερικά φρούτα. Ευτυχώς είχαν καλαθάκια, για να τα βάλουν. Εκεί στο δάσος είδαν ένα καταπληκτικό σπίτι. Έκαναν μια ευχή να ανοίξει η πόρτα και η πόρτα άνοιξε αμέσως. Τότε όλα τα παιδιά κατάλαβαν ότι αυτό το σπίτι είναι μαγικό. Μπήκαν μέσα και είδαν στον κήπο ένα σιντριβάνι, που αλλάζει χρώματα. Είδαν και πίνακες, για να ζωγραφίζουν τα παιδιά. Ύστερα έκαναν την ευχή να έχουν πολλά βιβλία και πολλά παιχνίδια κι έγινε κι αυτή η ευχή τους. Έτσι ευχήθηκαν να μείνουν σε αυτό το σπίτι κι έγινε πραγματικότητα. Επειδή βρίσκονται στα μαγικό σπίτι, κάνουν συνέχεια ευχές και όλες γίνονται. Η τελευταία ευχή που έκανε το Κοριτσάκι ήταν να έχει αυτό και όλα τα άλλα παιδιά, πολλά ζευγάρια παπούτσια, άλλο για το Χειμώνα άλλο για την Άνοιξη άλλο για το Καλοκαίρι κι άλλο για το Φθινόπωρο. (Ατομική αφήγηση)

προσφυγιά 2

Το Κοριτσάκι είδε μια νύχτα στο δρόμο του ένα δράκο κόκκινο, που από το στόμα του έβγαζε φωτιά. Έριξε φωτιά σε ένα σπίτι, που άρχισε να καίγεται. Η οικογένεια που ήταν μέσα, ειδοποίησε την πυροσβεστική, που έφτασε πάρα πολύ γρήγορα. Έτσι πρόλαβαν κι έσβησαν τη φωτιά πριν καεί όλο το σπίτι. Κάηκε μόνο το μπάνιο. Ο δράκος αυτός είχε φτερά. Άρχισε να πετάει και έριχνε πέτρες στα σπίτια των ανθρώπων. Το Κοριτσάκι έβλεπε τα σπίτια που ήταν πολύ ωραία και τους ανθρώπους που έκαναν δουλειές, για να διορθώσουν τις καταστροφές του δράκου. Το Κοριτσάκι έμπαινε μέσα στα σπίτια και βοηθούσε στις δουλειές. Σε ένα σπίτι είπε στο παιδάκι και στους γονείς του: «Ωραίο είναι το σπίτι σας». Κι αυτοί είπαν στο Κοριτσάκι ότι μπορεί να μείνει εκεί. Όταν ήρθε ο ήλιος, η αστυνομία κυνήγησε το δράκο αλλά αυτός ξέφυγε. Το Κοριτσάκι σκεφτόταν γιατί ο δράκος τα έκανε αυτά. Θυμήθηκε ένα φίλο του, που ήξερε πολλά για δράκους. Είχε μάθει από αυτόν πως όταν ένας δράκος κυβερνάει την πόλη, είναι γιατί θέλει να φάει. Το είπε στους ανθρώπους κι η μαμά έφτιαξε σούπα στο δράκο. Από τότε ο δράκος κάθε φορά που πεινούσε, πήγαινε κι έτρωγε στο σπίτι που έμενε το Κοριτσάκι. Έτσι δεν έκανε πάλι κακό στους ανθρώπους. (Αφήγηση υποομάδας)

προσφυγιά 12

Το Κοριτσάκι έφτασε σε ένα μέρος ωραίο και καθαρό, που είχε πολλά σπίτια. Εκεί έμεινε μαζί με μια κοπέλα που γνώρισε. Μια μέρα όμως το σπίτι τους έπαθε ζημιά. Έπαιζαν απέξω μπάλα και η μπάλα έσπασε το τζάμι και έπεσε μέσα στο σπίτι. Το Κοριτσάκι έδωσε τη μπάλα στα παιδιά και τους είπε να παίξουν αλλού, για να μην ξανακάνουν ζημιά. Τα παιδιά έφυγαν και το Κοριτσάκι μπήκε να καθαρίσει. Ύστερα έπαιζε μέσα στο σπίτι με ένα μικρό μπαλάκι. Είχε μείνει όμως ένα κομματάκι τζάμι και το Κοριτσάκι γλίστρησε. Έπεσε και έσπασε το χέρι του και το έβαλαν στο γύψο. (Αφήγηση υποομάδας)

Το Κοριτσάκι ζει σε ένα σπίτι, που έχει κήπο με λουλούδια. Στο Κοριτσάκι αρέσει και ο κήπος και το σπίτι. Το σπίτι είναι παλιό αλλά του αρέσει, γιατί έχει πάρα πολλές κούκλες. Μια κούκλα φοράει σκουλαρίκια μωβ και μπλε. Τα χρώματα αυτά αρέσουν πολύ στο Κοριτσάκι κι έτσι μια φορά φοράει τα σκουλαρίκια της κούκλας. Όταν τα βάζει, νιώθει ότι είναι μοντέλο. Κι αυτό κάνει το Κοριτσάκι πολύ χαρούμενο. Έτσι αρχίζει να φοράει τα σκουλαρίκια κάθε μέρα. Επειδή τα φοράει, ξεχνάει και το κακό πουλί, που θέλει να μπει στο παλιό σπίτι. Αυτό το πουλί το Κοριτσάκι το φοβόταν χωρίς τα σκουλαρίκια. Τώρα όμως που το Κοριτσάκι έχει τα σκουλαρίκια, το πουλί φεύγει, πάει μακριά.  (Ατομική αφήγηση)

προσφυγιά 10

Το  Κοριτσάκι είχε δει ένα σπίτι που ήταν άσπρο και είχε σχήμα τριαντάφυλλο. Οι μάστορες το είχαν φτιάξει έτσι, για κάποιο μικρό κορίτσι, που του άρεσαν πολύ τα λουλούδια. Το σπίτι μύριζε τριαντάφυλλο, γιατί αυτό το κορίτσι που έμενε εκεί, το ψέκαζε Δευτέρα,  Τετάρτη και Παρασκευή με τη δικιά του κολόνια τριαντάφυλλο. Όταν το Κοριτσάκι πέρασε από κει, γύριζε γύρω-γύρω από το σπίτι, για να δει αν ήταν κανένας μέσα. Τότε είδε ότι η πόρτα ήταν ανοιχτή και μπήκε. Το μικρό κορίτσι που αυτό ήταν το σπίτι του, όποτε έλειπε, άφηνε την πόρτα ανοιχτή, για να μπαίνει μέσα όποιος του αρέσουν τα λουλούδια. Όταν το Κοριτσάκι μπήκε μέσα, βρήκε το σπίτι σκονισμένο. Αφού το καθάρισε, είδε ότι στους τοίχους ήταν ζωγραφισμένα λουλούδια κόκκινα, κίτρινα, άσπρα και ροζ. Το Κοριτσάκι ξάπλωσε για λίγο στο κρεβάτι για να ξεκουραστεί. Ύστερα έφαγε δύο γιαούρτια που βρήκε στο ψυγείο και έναν ανανά ολόκληρο που είδε πάνω στο τραπέζι, και συνέχισε το ταξίδι. Θυμάται πάντα αυτό το σπίτι και μιλάει συνέχεια για αυτό στους τρεις καλύτερους φίλους του, που έχει παρέα στην καινούρια του ζωή. (Ατομική αφήγηση)

  1. Νέα ζωή, αναμνήσεις και συναισθήματα

Η χώρα που βρίσκεται τώρα το Κοριτσάκι, είναι η Ελλάδα. Σε αυτή τη χώρα περνάει καλύτερα. Από την παλιά του ζωή θυμάται μόνο το ποδήλατό του, που έκανε βόλτες στη γειτονιά. Εκεί όμως δεν υπήρχαν παιδιά. Το Κοριτσάκι προτιμάει την καινούρια του ζωή, που με τους φίλους και τις φίλες του μένουν μαζί στο σπίτι, κάνουν παρέλαση πάνε στις κούνιες,  χορεύουν  Κρητικά και κάνουν ανακύκλωση. (Ατομική αφήγηση)

Στο Κοριτσάκι αρέσει η καινούρια του πατρίδα, που είναι η Αγγλία, γιατί έχει πάει εκεί και η ξαδέρφη του και κάνουν παρέα. Έχει και πιο όμορφα χρωματιστά λουλούδια εκεί και κούκλες που μιλάνε. Λένε ό, τι τους λέει το Κοριτσάκι. Στην Αγγλία νιώθει καταπληκτικά, γιατί βρίσκει τηλεσκόπια, για να κοιτάζει τους πλανήτες, τον Άρη, το Δία, τον Κρόνο, την Αφροδίτη, τον Ουρανό. Βρίσκει και αντίκες, για να στολίζει το σπίτι του. Δεν βρίσκει μόνο ένα λουλούδι ροζ και άσπρο που είχε στην πατρίδα του και στην Αγγλία δεν υπάρχει. Από την παλιά του ζωή θυμάται μόνο τη μητέρα του που έχει σκοτωθεί. Όποτε τη θυμάται, κλαίει. Θα ήθελε να την έβλεπε ξανά.  Ύστερα σταματάει να κλαίει, γιατί έχει κανονίσει να βγει έξω με τις φίλες και τους φίλους του και πρέπει να ετοιμαστεί. (Ατομική αφήγηση)

Το  Κοριτσάκι στην καινούρια του ζωή βρίσκεται στην Ελλάδα. Του αρέσει πολύ, γιατί στο σχολείο του έχει γνωρίσει τους ήρωες της Επανάστασης. Πηγαίνει και σε ένα μαγαζί που έχει μια όμορφη κούκλα. Εκεί πηγαίνει και ένα αγοράκι και παίζουν μαζί οικογένεια. Την κούκλα την έχουν για μωρό. Το Κοριτσάκι δεν έχει τώρα πια άλλη οικογένεια. Καταστράφηκε το σπίτι του και έχασε και την οικογένειά του. Όταν το Κοριτσάκι έχει τα γενέθλιά του, ο μπαμπάς του φίλου του, δίνει στο παιδί του χρήματα, για να αγοράσει στο Κοριτσάκι ό, τι θέλει. Το αγοράκι αγοράζει την κούκλα και λέει στη φίλη του «αυτό είναι για σένα». Τότε και το Κοριτσάκι του δίνει δώρο μια μπάλα. Όταν το Κοριτσάκι θυμάται την παλιά του ζωή, νιώθει λυπημένο. Σκέφτεται τότε το φίλο του και τα δώρα που του κάνουν και νιώθει χαρούμενο. (Ατομική αφήγηση)

Το Κοριτσάκι είναι χαρούμενο στην καινούρια του ζωή, γιατί το αγαπάει ένα μικρό αγόρι. Αυτό το αγόρι το Κοριτσάκι το είχε δει μια φορά στην τηλεόραση να κάνει κάτι καλό. Πήρε στα χέρια του ένα παπάκι και το φρόντισε. Ύστερα η τηλεόραση έδειξε και το Κοριτσάκι να φροντίζει ένα παπάκι που κρατούσε στα χέρια του. Τα παπάκια τα έπαιρναν από μια λίμνη, που ήταν μέσα στον κήπο εκεί κοντά. Τα δύο παιδιά συναντήθηκαν στον κήπο και μίλησαν για τα παπάκια, που είναι καλά. Το αγόρι έδωσε τότε στο Κοριτσάκι λουλούδια από τον κήπο, για να τού δείξει την αγάπη του. Αφού και το Κοριτσάκι αγάπησε το αγόρι, αποφάσισαν να μείνουν στον κήπο μαζί και να δίνουν στα παπάκια φαγητό. (Ατομική αφήγηση)

προσφυγιά 4

Το Κοριτσάκι είναι χαρούμενο με την καινούρια του ζωή, γιατί έχει βρει ξανά ένα κήπο με πολλά δέντρα. Το Κοριτσάκι παίζει στον κήπο κούκλες και κουκλοθέατρο. Θυμάται τον παλιό του κήπο αλλά δεν νιώθει να λείπει κάτι. Έχει και τώρα κούνια. Παίρνει  αγκαλιά την κούκλα μοντέλο και κάνουν κούνια μαζί. Στο καινούριο σπίτι του μέσα στον κήπο, το Κοριτσάκι μένει μαζί με άλλα δύο παιδάκια. (Ατομική αφήγηση)

Το Κοριτσάκι είναι χαρούμενο με την  καινούρια του ζωή, γιατί μπορεί να παίζει με τα λουλούδια που βρίσκει έξω. Παίζει «μ’ αγαπά-δεν μ’ αγαπά» για τον παλιό του κήπο και πετάει ψηλά τα λουλούδια για να πέφτουν πάνω του. Έχει τηλεόραση και βλέπει να χορεύουν Κρητικά και φτιάχνει κατασκευές με χαρτόνια, κόλλες και ψαλίδι. Κοιτάζει από το παράθυρο τα παιδιά που παίζουν στην πλατεία όταν δεν έχει κρύο και τα χαιρετάει, για να γνωριστούν. Έτσι έχει κάνει φίλους τα πέντε παιδιά που παίζουν στην πλατεία. Το Κοριτσάκι πηγαίνει και παίζει μαζί τους μόνον όταν βρίσκει εύκολα τα παιχνίδια τους. Στα δύσκολα παιχνίδια φοβάται μην χτυπήσει. Δύσκολα παιχνίδια είναι το κρυφτό και το κυνηγητό. Εύκολα είναι όταν παίζουν οικογένεια και σπίτι ή όταν παίζουν τον  Ήλιο, τη Γη και τους άλλους πλανήτες. Το Κοριτσάκι φοράει συνέχεια ρούχα, κεντημένα με κλωστές που έχουν τα χρώματα της γης, επειδή του αρέσει να είναι η Γη. Κι έτσι πάντα τα άλλα παιδιά βάζουν το Κοριτσάκι να κάνει τη Γη. (Ατομική αφήγηση)

 

προσφυγιά 14

Το  Κοριτσάκι  θυμάται τον παλιό κήπο και σκέφτεται ότι ήταν άσχημο που έκλεβαν και χαλούσαν τα λουλούδια. Και τώρα όμως γίνεται κάτι άσχημο.  Ένα αγόρι κλέβει τη μπάλα και το πατίνι που έχει το Κοριτσάκι και έχει σκάψει στην παραλία, για να τα θάψει πολύ βαθιά, να μην τα βρει κανένας. Αυτό το αγόρι κλέβει συνέχεια μέχρι να μεγαλώσει, γιατί του αρέσει να έχει τα πιο πολλά παιχνίδια από  όλους. Όταν μεγαλώνει, δεν κλέβει πια, επειδή μαζεύει χρήματα, για να αγοράζει τα παιχνίδια που του αρέσουν. Το Κοριτσάκι  νιώθει καλύτερα στην καινούρια του ζωή, αφού αυτό το αγόρι σταματάει να κλέβει. Αυτοί όμως που χαλάσανε τα λουλούδια του κήπου, δεν σταμάτησαν μέχρι που τον κατάστρεψαν. (Ατομική αφήγηση)