Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΥ ΔΕΝΔΡΟΥ

H ΙΣΤΟΡΙΑ  ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΥ  ΔΕΝΔΡΟΥ

ΑΠΟ ΤΟΝ  ΚΟΥΡΚΟΥΛΑΚΟ  ΗΛΙΑ  ΦΙΛΟΛΟΓΟ

Σύμφωνα με μερικούς ερευνητές, οι χριστουγεννιάτικες δοξασίες και παραδόσεις, αποτελούν ένα μίγμα από κατάλοιπα της λατρείας του Σατούρνο ( μιας θεότητας που ταυτίζεται με τον Κρόνο) και άλλων δοξασιών που αναμίχθηκαν με τις χριστιανικές, για να ξεχαστεί στο πέρασμα των αιώνων η αρχική τους προέλευση.

Το  δένδρο, σαν χριστουγεννιάτικο σύμβολο , χρησιμοποιήθηκε μετά τον 8ο αιώνα. Εκείνος που καθιέρωσε το έλατο σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν σύμφωνα με την παράδοση, ο Άγιος Βονιφάτιος, που για να σβήσει την ιερότητα που απέδιδαν οι ειδωλολάτρες στη δρύ ,έβαλε στη θέση του έλατο, σαν σύμβολο χριστιανικό και ειδικότερα σαν σύμβολο των Χριστουγέννων.

Φυσικά, στο πέρασμα των αιώνων, το νόημά του χριστουγεννιάτικου δένδρου πήρε  αναρίθμητες  μορφές. Και αρχικά, για να συμβολίσει την ευτυχία που κρύβει για τον άνθρωπο η γέννηση του Χριστού, άρχισε να γεμίζει το δέντρο-σύμβολο με διάφορα χρήσιμα είδη –κυρίως φαγώσιμα και αργότερα ρούχα και άλλα είδη καθημερινής χρήσης, συμβολίζοντας έτσι πρακτικά την προσφορά των Θείων δώρων, για να εξελιχθεί προοδευτικά σ’ ένα απαραίτητο διακοσμητικό είδος της ημέρας αυτής, που αργότερα πήρε και τη θέση της Δωροθήκης –του χώρου δηλαδή που σ’ αυτόν τοποθετούσαν οι συγγενείς και φίλοι τα δώρα τους ο ένας για τον άλλο.

Ο Κάρολος Ντίκενς για την Αγγλία, ο συγγραφέας εκείνης της εποχής, φρόντισε να ξαναπάρουν τα Χριστούγεννα την παλιά χαρούμενη γιορταστική μορφή τους, όσο κανένας άλλος. Κι αν σήμερα σ’ ολόκληρο τον κόσμο το χριστουγεννιάτικο δέντρο θυμίζει αυτή τη μέρα, αυτό σίγουρα οφείλεται στον Ντίκενς, που σε διάφορα έργα του και πιο πολύ στις χριστουγεννιάτικες ιστορίες του, το προβάλλει σαν βασικό χριστουγεννιάτικο σύμβολο.

Στην πατίδα μας, το χριστουγεννιάτικο δέντρο το έφεραν για πρώτη φορά στην Αθήνα οι Βαυαροί και από τότε συνηθίζεται να προτιμάται στις ορεινές περιοχές αντί του νησιώτικου καθιερωμένου καραβιού.

Η  ΙΣΤΟΡΙΑ  ΤΗΣ   ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΤΑΣ

Όταν ο άγιος Βασίλειος ήταν επίσκοπος στην Καισαρεία, ο τότε έπαρχος της Καππαδοκίας πήγε με σκληρές διαθέσεις να εισπράξει φόρους. ΟΙ κάτοικοι φοβισμένοι ζήτησαν την προστασία του ποιμενάρχη τους, του Άγιου Βασίλειου.

-« Σας  προτρέπω ευθύς τους είπε εκείνος να μου φέρει έκαστος ότι πολύτιμο έχει αντικείμενο».

Μάζεψαν πολλά δώρα και βγήκαν μαζί με το Δεσπότη τους οι Καισαρείς να προϋπαντήσουν τον Έπαρχο. Ήταν όμως τέτοια η εμφάνιση και η πειθώ του βασιλείου, που ο Έπαρχος καταπραύνθηκε, χωρίς να θελήσει να πάρει τα δώρα. Γύρισαν πίσω χαρούμενοι και ο άγιος Βασίλειος πήρε να τους ξαναδώσει τα τιμαλφή. Ο χωρισμός όμως ήταν δυσχερής, διότι πολλά όμοια είχαν προσφέρει, δακτυλίους , δηλαδή νομίσματα κ.α.

Ο Βασίλειος τότε σκέφθηκε ένα θαυματουργό τρόπο:

Διέταξε να κατασκευάσουν το βράδυ του Σαββάτου πλακούντα ( δηλ. μικρές πίτες) και στο καθένα έβαλε μέσα ένα αντικείμενο.

Την επόμενη μέρα έδωσε σε κάθε χριστιανό από μια πίτα. Και ιδού το θαύμα ! Εντός του πλακουντίου βρήκε ο καθένας ότι είχε προσφέρει.

Από τότε, λέει η παράδοση, στη γιορτή του Αγ. Βασιλείου κάνουμε κι εμείς πίτες και βάζουμε μέσα νομίσματα.

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΗ-ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΨΕΜΜΑΤΑ

Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά… η γιορτή των παιδιών! αλλά και των εμπόρων!! Η γιορτή του φορτωμένου με κάθε λογής δώρα Αι-Βασίλη, ο οποίος ,καθισμένος πάνω στο έλκηθρό του, που το τραβούν τάρανδοι , βουτάει μέσα από τις καμινάδες στα σπίτια την παραμονή των Χριστουγέννων ή της Πρωτοχρονιάς για ν’ αφήσει όλα αυτά που του έχουν ζητήσει τα παιδιά. πώς να νιώθει άραγε ο Αι- Βασίλης παρακολουθώντας αυτήν την τεράστια διαστρέβλωση του κοινωνικού και πνευματικού του έργου? Τη διαστρέβλωση του βίου του, της αποστολής του, της προσφοράς του στους συνανθρώπους του. Που , από παραστάτης των ανθρώπων στις δύσκολες στιγμές τους, κατέληξε στην υπηρεσία του χρήματος και της εκμετάλλευσης στα χέρια επιτήδειων μάνατζερ, που για να επιτύχουν την αύξηση των πωλήσεων στις επιχειρήσεις τους έστησαν μια βιομηχανία μάρκετιγκ, στοχεύοντας σε ένα κοινό ευκολόπιστο, καλοπροαίρετο, γεμάτο καλοσύνη και αγάπη στα ΠΑΙΔΙΑ.

Ο επίσκοπος Καισαρείας Βασίλειος έζησε βίο ασκητικό, φορώντας ένα μαύρο ράσο, και αφιέρωσε τη ζωή του στην ανακούφιση των αναξιοπαθούντων. Δυστυχώς όμως, εδώ και περίπου έναν αιώνα είμαστε μάρτυρες μιας διαφημιστικής εκστρατείας γύρω από τον Άγιο Βασίλειο, η οποία δεν ασχολείται καθόλου με το πνευματικό του έργο και την προσφορά του, αλλά κινείται γύρω από τα υλικά αγαθά και την ικανοποίηση καταναλωτικών αναγκών.

Το πρόβλημα είναι ότι δημιουργείται ένα ωραίο παραμύθι που απευθύνεται στην ψυχή των παιδιών. Και το να φτιάχνουμε παραμύθια για τα παιδιά δεν είναι κακό. Κακό είναι να παίζουμε με τις ελπίδες και τα όνειρά τους. Να τους παρουσιάζουμε το ψεύτικο σαν αληθινό . Γιατί κάποια στιγμή έρχεται η στιγμή της αλήθειας. Και τότε βλέπουμε στα μάτια τους, αλλά και στην ψυχή τους ζωγραφισμένη την απογοήτευση. Εκείνη τη στιγμή θα πρέπει να τους πούμε « καλώς ήρθατε στον κόσμο των μεγάλων». Γιατί ο κόσμος των μεγάλων έτσι λειτουργεί.

Κάθε φορά που θέλουμε να κρύψουμε την αλήθεια για κάποιο θέμα χρησιμοποιούμε το ψέμα, στήνοντας μηχανισμούς προπαγάνδας.

Σ’ αυτήν την εκστρατεία και το παιχνίδι αποπροσαντολισμού συχνά συμμετέχουν και τα μέσα ενημέρωσης.

Τα μεν παραμύθια χρειάζονται για να περνούν κάποια μηνύματα στα παιδιά, αλλά  και για να τα διασκεδάσουν-την προπαγάνδα, όμως, πρέπει να την αποφεύγουμε. Πρέπει να προσφέρουμε στα παιδιά ως πρότυπα ανθρώπους που έχουν επιδείξει κάποιο έργο, μια κοινωνική προσφορά και μια  πνευματικότητα, διαφορετικά κινδυνεύουμε να τους δημιουργήσουμε λανθασμένα πρότυπα από ανθρώπους ρηχούς, κενούς περιεχομένου από ηθικές αξίες.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗΣ ΚΑΛΤΣΑΣ

Υπήρχε κάποτε ένας ευγενικός και καλόκαρδος κύριος όπου η γυναίκα του είχε πεθάνει από βαριά αρρώστια και τον είχε αφήσει απογοητευμένο με τρείς κόρες να μεγαλώσει. Μετά που έχασε όλα του τα χρήματα σε ανώφελες και κακές επενδύσεις, η οικογένειά του χρειάστηκε να μετακομίσει σε μια χωριάτικη καλύβα, ενώ οι τρείς κόρες του έκαναν μόνες τους το μαγείρεμα, το ράψιμο και το καθάρισμα του σπιτιού.

Όταν ήρθε ο καιρός να παντρευτούν οι κόρες, ο πατέρας έπεσε σε μεγαλύτερη κατάθλιψη εφόσον οι κόρες του δεν θα εύρισκαν να παντρευτούν χωρίς προίκα και χρήματα για να δώσουν στην νέα οικογένεια του συζύγου τους. Μια νύχτα, μετά που οι κόρες είχαν πλύνει και απλώσει τα ρούχα τους και τις κάλτσες τους στο τζάκι για να στεγνώσουν έπεσαν για ύπνο. Ο άγιος  Βασίλης γνώριζε την απόγνωση και την ατυχία του πατέρα και σταμάτησε στο σπίτι του. Κοίταξε μέσα από το παράθυρο και είδε ότι η οικογένεια είχε πέσει για ύπνο. Ο άγιος Βασίλης γνώριζε  την απόγνωση και την ατυχία του πατέρα  και σταμάτησε στο σπίτι του. Κοίταξε μέσα από το παράθυρο και είδε ότι

η οικογένεια είχε πέσει για ύπνο. Επίσης , παρατήρησε και τις κάλτσες των κοριτσιών που κρέμονταν στο τζάκι. Και τότε του ήρθε η έμπνευση και αφού πήρε από το πουγκί του τρία μικρότερα πουγκιά με χρυσό, πήγε και τα πέταξε με προσοχή από την καμινάδα έτσι ώστε να πέσουν μέσα στις κάλτσες.

Το επόμενο πρωϊ που ξύπνησαν οι κόρες, βρήκαν για μεγάλη τους έκπληξη  τις κάλτσες τους να περιέχουν χρυσάφι. Έτσι, ο ευγενής πατέρας τους θα κατάφερνε να δεί τις κόρες του να ζούν ευτυχισμένες και μια καλή ζωή με αυτό το χρυσό, και έζησε πολλά χαρούμενα χρόνια και ο ίδιος.

Τα παιδιά όλου του κόσμου συνέχισαν την παράδοση να κρεμούν κάλτσες τα Χριστούγεννα στο τζάκι τους με την ελπίδα να τους  τις γεμίσει ο Άγιος Βασίλης. Αυτό το έθιμο κρατά σε πολλές χώρες με μικρές παραλλαγές.

Αφήστε μια απάντηση