Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΦΥΛΟΥ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΠΙΔΟΣΗ

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΦΥΛΟΥ ΣΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΠΙΔΟΣΗ

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Άρθρο  του  Κουρκουλάκου  Ηλία  καθηγητή  φιλολόγου  στο  Πρ. Πειρ. ΓΕΛ Αναβρύτων

Το σχολείο συγκαταλέγεται στους σημαντικούς παράγοντες αγωγής και κοινωνικοποίησης του ατόμου και κατά συνέπεια διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού. Πριν το παιδί πάει σχολείο, η αυτοαντίληψή του, θετική ή αρνητική, βασίζεται κυρίως στις αλληλεπιδράσεις με τους γονείς του και τα υπόλοιπα πρόσωπα του οικογενειακού περιβάλλοντος. Με τη φοίτηση στο σχολείο, τα παιδιά αρχίζουν να ανεξαρτητοποιούνται σταδιακά από τον έντονο συναισθηματικό δεσμό με τις οικογένειες. Οι αλληλεπιδράσεις τους στο περιβάλλον του σχολείου υπόκεινται λιγότερο σε συναισθηματικές καταστάσεις και προσλαμβάνουν σαφέστερο αξιολογικό χαρακτήρα. Με την εισαγωγή του στο σχολείο, το παιδί καλείται να περάσει μια περίοδο προσαρμογής στο νέο περιβάλλον, η οποία είναι καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του, γενικότερα και για την αυτοαντίληψή του, ειδικότερα.

Πιο συγκεκριμένα, στο σχολείο τα παιδιά αποκτούν μια συναισθηματική ανεξαρτησία από τις οικογένειές τους και αυτό γιατί μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον πολλές πράξεις του παιδιού γίνονται επιτρεπτές, πράγμα που δε συμβαίνει με το σχολείο. Αντίθετα, στο σχολείο το παιδί πρέπει να συναγωνιστεί για την κάθε του επιτυχία και η συμπεριφορά του σ’ αυτό είναι πιο τυπική και λιγότερο ανεκτική απ’ ότι στο σπίτι. Επιπλέον, στο σχολείο ο μαθητής ενημερώνεται και αποκτά αντίληψη του ποιος είναι από τις συνεχείς ενισχύσεις, θετικές ή αρνητικές, που ασκούν οι « ουσιώδεις άλλοι», δηλαδή ο δάσκαλος και οι καλοί φίλοι ή συμμαθητές του. Όπως και με τους γονείς στο σπίτι, έτσι και στο σχολείο, το παιδί βρίσκεται σε μια διαρκή συναλλαγή με το δάσκαλο και τους συμμαθητές του αρκετές ώρες κάθε μέρα. Μαθαίνει να εμπιστεύεται το δάσκαλό του, να το σέβεται, να τον αγαπά και να υπολογίζει αυτά που λέει και αυτά που πράττει. Εκτίθεται σε νέες καταστάσεις πιο επίσημες και λιγότερο συναισθηματικές από εκείνες της οικογένειας και μαθαίνει τους κανονισμούς και τους κανόνες που ισχύουν. Το παιδί αντιλαμβάνεται ακόμη και τα κριτήρια με τα οποία κρίνεται και αξιολογείται και που το ίδιο χρησιμοποιεί για να εδραιώσει ή να τροποποιήσει το δικό του σύστημα αξιών.

Από έρευνες και μελέτες σχετικές έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχει σαφής σχέση ανάμεσα στην αυτοαντίληψη και τη σχολική επιτυχία. Η σχέση αυτή δεν έχει προσδιοριστεί με σαφήνεια. Εκείνο που οι ερευνητές φαίνεται να αποδέχονται ευρύτερα είναι ότι οι δυο αυτές μεταβλητές αλληλοκαθορίζονται και βρίσκονται σε αμοιβαία σχέση. Μάλιστα διαπιστώθηκε ότι όσο πιο υψηλή ή θετική είναι η αυτοαντίληψη των μαθητών, τόσο καλύτερη είναι η επίδοσή τους στα μαθήματα ή το αντίθετο. Βέβαια, δεν έχει ακόμη καταστεί σαφές αν η αυτοαντίληψη είναι κυρίως η αιτία της επίδοσης ή αν η αυτοαντίληψη είναι ένα από τα αποτελέσματα της προηγούμενης επίδοσης ή επιτυχίας .

Δηλαδή, ένα άτομο με θετική αυτοαντίληψη αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο και του αρέσει αυτή η εικόνα του εαυτού του . Επίσης, ο Rogers ( 1979) έχει αναφέρει ότι στα άτομα με καλή ψυχική υγεία η « υπάρχουσα εικόνα» του εαυτού τους πλησιάζει στην « ιδανική εικόνα « του εαυτού τους. Τα παιδιά που αποδέχονται τον εαυτό τους (self-accepting) γνωρίζουν τις ικανότητές τους, τα αδύνατα σημεία τους και τα όρια των δυνατοτήτων τους και συγχρόνως διατηρούν την αυτοεκτίμησή τους. Τα παιδιά που απορρίπτουν τον εαυτό τους ( self-rejecting) θεωρούν ότι ο εαυτός τους έχει μικρή αξία και παρουσιάζουν προβλήματα προσαρμογής. Επιπλέον, η ανάπτυξη μιας θετικής εικόνας του εαυτού τους στα παιδιά αποτελεί σημαντικό παιδαγωγικό σκοπό και έχει περιγραφεί σαν ένας από τους κυριότερους στόχους ειδικών προγραμμάτων στα σχολεία για μαθητές, που ανήκουν σε μειονοτικές ομάδες . Η αποτυχία στο σχολείο μπορεί να προκαλέσει αισθήματα ντροπής, θλίψης και απογοήτευσης στα παιδιά , εμποδίζοντάς τα να διατηρήσουν μια θετική στάση για την προσωπική τους αξία. Η βελτίωση της αντίληψης των παιδιών έχει συσχετιστεί με βελτίωση της επίδοσής τους στο σχολείο.

Συστηματικές ανασκοπήσεις των σχετικών ερευνών για την αυτοαντίληψη των παιδιών την προηγούμενη δεκαετία αναφέρονται στην έλλειψη θεωρητικών μοντέλων, στην πληθώρα και ακαταλληλότητα των διαφόρων ερωτηματολογίων που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της αντίληψης, στα μεθοδολογικά προβλήματα, στην εμπειρική έρευνα και στην έλλειψη συμφωνίας στα αποτελέσματα.

Η ΕΠΙΔΟΣΗ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΑΓΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ ΣΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ.

Οι διαφορές στα μαθηματικά μεταξύ των δύο φύλων είναι ένα φλέγον θέμα τα τελευταία χρόνια. Ερωτήματα όπως «είναι τα αγόρια πιο έξυπνα από τα κορίτσια;»,  « είναι τα κορίτσια λιγότερο ικανά απ’ τα αγόρια στα Μαθηματικά;», « κορίτσια και αγόρια σκέπτονται με τον ίδιο τρόπο;», δεν τίθενται γιατί είναι της μόδας, ούτε για να γίνεται απλά συζήτηση. Είναι ερωτήματα ,που εκφράζουν το σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό και παίζουν το ρόλο τους στις σύγχρονες κοινωνίες και απ’ ότι φαίνεται, θα συνεχίσουν να τον παίζουν και στις κοινωνίες του μέλλοντος.

Από τις διάφορες έρευνες φαίνεται ότι ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη βιολογικών, ψυχολογικών ή άλλων διαφορών μεταξύ των δύο φύλων, ακόμη και μεταξύ των μαθητών που η επίδοσή τους είναι πολύ υψηλή, είναι πολύ λιγότερα τα κορίτσια που επιλέγουν σπουδές που έχουν άμεση σχέση με τα Μαθηματικά.

Τα περισσότερα κορίτσια έχουν αναπτύξει για τα μαθηματικά την εικόνα του « ανδρικού χώρου» και επιλέγουν σπουδές και επαγγέλματα, τα οποία, κατά τη δική τους εκτίμηση, δεν χρειάζονται το μάθημα αυτό. Υπάκουα και συνεπή στη δουλειά τους, παρά το ότι δεν χρειάζονται άμεσα τα Μαθηματικά, τα μελετούν ώστε να έχουν έναν καλό βαθμό στο σχολείο, χρεώνοντάς τους όμως το χρόνο που ξοδεύουν γι’ αυτά, το άγχος, το φόβο της αποτυχίας. Η υψηλή σχετικά βαθμολογία τους δε σημαίνει και αγάπη για το μάθημα. Η προτίμηση της άλγεβρας, των ασκήσεων που χρειάζονται πράξεις παρά σκέψη, η σιγουριά των λυμένων ασκήσεων, η δήλωσή τους ότι δεν τα καταλαβαίνουν και τα ξεχνούν εύκολα, δείχνει ότι η κατανόηση των μαθηματικών σταματά σε εργαλειακό επίπεδο, σε απομνημόνευση αλγορίθμων, προκειμένου να οδηγηθούν στο ζητούμενο αποτέλεσμα.

Αντίθετα, τα κορίτσια που επιλέγουν να ακολουθήσουν σπουδές σχετικές με τα Μαθηματικά, επικεντρώνουν τη μελέτη τους σ’ αυτά και τα καταφέρνουν καλύτερα από τα αγόρια της ίδιας ομάδας.

Πέρα από τα χαρακτηριστικά (ατομικά, κοινωνικά κ.α.), που έχουν οι μαθητές και οι μαθήτριες, χαρακτηριστικά που ευνοούν ή όχι την επίδοσή τους και την ανάπτυξη θετικών στάσεων στα μαθηματικά, η Πολιτεία πρέπει να φροντίζει για τη συνεχή βελτίωση των στάσεων και των επιδόσεων, καθώς και για την εξομάλυνση των διαφορών που οφείλονται στο φύλο των μαθητών. Για το σκοπό αυτό έχουν αναπτυχθεί ή θα πρέπει να αναπτυχθούν ακόμα περισσότερα προγράμματα και μέθοδοι διδασκαλίας , τα οποία να έχουν ως στόχο:

α) Την ενημέρωση των εκπαιδευτικών σχετικά με το θέμα « Φύλο των μαθητών και μαθηματικά» και την κατάλληλη εκπαίδευσή τους σε τεχνικές εξομάλυνσης διαφορών σε στάσεις και επιδόσεις που παρουσιάζονται εξαιτίας του φύλου των μαθητών.

β) Τη συγγραφή διδακτικών βιβλίων στα οποία θα αποφεύγονται τα στερεότυπα των φύλων και θα προσεγγίζονται τα μαθηματικά με θέματα εξίσου ενδιαφέροντα για αγόρια και κορίτσια.

Συμβουλευτικά προγράμματα τα οποία θα απευθύνονται σε γονείς και θα έχουν ως στόχο την αλλαγή των στάσεών τους σε θέματα στερεοτύπων. Τα προγράμματα αυτά μπορούν να διεξάγονται είτε μέσω τηλεόρασης ή σε οικογενειακά συμβουλευτικά κέντρα.

Την προσπάθεια να κατανοήσουν οι μαθητές ότι τα μαθηματικά είναι ένας γνωστικός χώρος χρήσιμος για όλα τα επαγγέλματα και προσπελάσιμος από όλους.

Ιδιαίτερα πρέπει να προσεχθεί η περίοδος της μετάβασης από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο, η περίοδος κατά την οποία αρχίζουν να εμφανίζονται ή να μεγεθύνονται οι διαφορές στη συμπάθεια και επιλογή των μαθηματικών, οι οποίες σχετίζονται με το φύλο των μαθητών.

Η ευαισθητοποίηση επίσης των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων είναι απαραίτητη στα προβλήματα της μαθηματικής εκπαίδευσης, που σχετίζονται με το φύλο των μαθητών τους, η ενημέρωσή τους για τις σχετικές έρευνες που γίνονται σ’ ολόκληρο τον κόσμο, καθώς και οι λύσεις ,που έχουν δοκιμαστεί αλλού ή προτείνονται, θα πρέπει να αποτελέσουν το πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση του προβλήματος . Θα πρέπει να ακολουθήσει συστηματική μελέτη του προβλήματος και ανάπτυξη προγραμμάτων προσαρμοσμένων στην ελληνική πραγματικότητα, τα οποία θα έχουν ως στόχο την εξάλειψη των διαφορών που παρουσιάζονται μεταξύ των μαθητών στις στάσεις τους απέναντι στα Μαθηματικά, διαφορών που σχετίζονται με το φύλο τους.

Αφήστε μια απάντηση