«

Νοέ 26

Γιάννη Ρίτσου, «Ο αφανισμός της Μήλος»: μία ανάγνωση

       Του Γιάννη Κονδυλόπουλου (1)

        Το 1969 ο Γιάννης Ρίτσος γράφει την ποιητική σύνθεση «Ο αφανισμός της Μήλος».2 Πρόκειται για έργο με ανάπτυξη σκηνική, ένα χορικό, οι στίχοι του οποίου κατανέμονται σε «Τρεις γριές ξερακιανές, έρημες, δούλες σε ξένο τόπο». Στο εισαγωγικό αφηγηματικό μέρος διαβάζουμε: «Σίγουρα γριές της Μήλος θάναι –κείνες που μας έλεγε ψες-προψές ο γερο-Θουκυδίδης, σαν ήρθε λέει, την τρίτη χρονιά απ’  την Αθήνα με πολλά καράβια ο Φιλοκράτης του Δημέα και ξεθεμέλιωσε το νησί κι έκαψε σπίτια κι εκκλησιές κι έβαλε στο μαχαίρι όλους τους άντρες –γέροντες, νιους και βρέφη, και κουβάλησε σκλάβες τις γυναίκες –γριές και νιόπαντρες, μανάδες, κοριτσόπουλα. […]. Σιγοκουβεντιάζουν σε ξένο χαγιάτι –λίγο λίγο πιο γοργά, πιο ξάστερα –σιγανά πάντα.». Σημειώνεται ότι όπως συμβαίνει και με τα μέλη του χορού μιας αρχαίας τραγωδίας, καμία από τρεις γριές δεν αποτελεί ξεχωριστό χαρακτήρα, στο ποίημα αυτό δεν αναδεικνύεται κάποιο ιδιαίτερο εγώ.

         Η καταστροφή της Μήλου από τους  Αθηναίους το 416 π.Χ., στο μεταίχμιο της παντοδυναμίας τους, λίγους μήνες πριν ξεκινήσουν για την ταπεινωτική εκστρατεία τους στη Σικελία, είναι ένα από τα πιο γνωστά κομμάτια του Θουκυδίδειου έργου λόγω του περίφημου διαλόγου Αθηναίων- Μηλίων. Θυμίζουμε ότι οι Μήλιοι, παλαιοί άποικοι των Λακεδαιμονίων, θεωρούν δίκαιο να παραμείνουν ουδέτεροι στον πόλεμο. Στο αίτημά τους για αυτοδιάθεση, οι Αθηναίοι αντιπαραβάλλουν το δίκαιο της πυγμής, το συμφέρον του ισχυρού. «Έχουμε τη γνώμη για τους θεούς, λένε, και τη βεβαιότητα για τους ανθρώπους ότι κάποιος φυσικός νόμος τους αναγκάζει να επιβάλλουν την εξουσία τους σε κάθε περίσταση που είναι πιο δυνατοί».3 Καλούν τους Μηλίους να μην αφεθούν ούτε  στην τύχη ούτε σε φρούδες ελπίδες για βοήθεια, αλλά να αντικρίσουν κατάματα την κρισιμότητα της κατάστασης (εν προκειμένω, το αθηναϊκό στράτευμα που έχει ήδη στρατοπεδεύσει στο νησί). Τονίζουν ότι  στις πράξεις των ανθρώπων το δίκαιο λαμβάνεται υπόψη μόνο όταν συνοδεύεται από την αναγκαία δύναμη για την επιβολή του, και πως όταν, -όπως στην προκειμένη περίπτωση-  δεν συμβαίνει αυτό «οι δυνατοί κάνουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους κι οι αδύναμοι αποδέχονται όσα είναι υποχρεωμένοι να αποδεχθούν». Σε αυτό το αιώνιο μνημείο κυνισμού και αμοραλισμού, η λέξη «συμφέρον» επανέρχεται διαρκώς στα λόγια των Αθηναίων. Οι Μήλιοι δεν υποχωρούν, και καταστρέφονται.

            Ο Ρίτσος διάλεξε το συγκεκριμένο ποίημα για να συμμετάσχει στον αντιδικτατορικό τόμο «Νέα Κείμενα», που εκδόθηκε  το 1971 από τον Κέδρο. Προσφεύγοντας ακόμη μία φορά στην αρχαία Ελλάδα, στην ιστορία ή στους μύθους της, γράφει μια σύνθεση με πολλές συνδηλώσεις για τη σύγχρονη πραγματικότητα.  Όπως συμβαίνει και με άλλα ποιήματα γραμμένα κυρίως μέσα στη δεκαετία του ’60, τους εκτενείς δραματικούς μονολόγους της «Τέταρτης διάστασης», ή με μικρότερα ποιήματα όπως αυτά που συμπεριλαμβάνονται στις «Μαρτυρίες» ή τις «Επαναλήψεις»,  ο χρόνος και εδώ διαστέλλεται και γίνεται ενιαίος, παρελθόν και παρόν συγχωνεύονται. Ας θυμηθούμε στο σημείο την επισήμανση ότι «Στο έργο του Γιάννη Ρίτσου έχουμε ικανά δείγματα προσοικείωσης της μυθικής, καθώς και της καβαφικής ιστορικής μεθόδου. […] Η εφαρμογή της μυθικής μεθόδου πριμοδοτεί τον έμμεσο λόγο.  Έχουμε δηλαδή ένα είδος μετάθεσης. Ο ποιητής συνειδητά απορρίπτει την άμεση αναφορά, ο φακός της ποιητικής μηχανής εστιάζεται στο μυθικό παρελθόν, το οποίο χρησιμοποιείται ως στόχαστρο για να ιδωθεί το ιστορικό παρόν, συνήθως από μια πιο υποψιασμένη ή και πιο πρισματική οπτική γωνία. […] Σε ένα πρώτο επίπεδο, η επιλογή αυτής της μεθόδου συνιστά κατά κάποιον τρόπο και επιλογή ενός προσωπείου […] ένα είδος κάλυψης».4

     Ο ίδιος ο Ρίτσος σε επιστολή του προς τη Χρύσα Προκοπάκη έκανε λόγο για την «καλλιτεχνική του πονηρία» να βάλει τους τρίτους να μιλάνε, για να αποφύγει τον κίνδυνο να «ομιλής[ει] από καθέδρας ως εκπρόσωπος του λαού […] ή της χώρας ή του κόσμου. Συνεχίζοντας λέει ότι το κοινωνικό χρέος τον έκανε να ανταποκρίνεται άμεσα στα ιστορικά γεγονότα της εποχής, παρά τις όποιες αισθητικές του επιφυλάξεις. «Και τότε, […] αισθάνομαι άκρατη περιφρόνηση προς κάθε αισθητική που μπορεί να εμποδίσει ή ν’ αλλοιώσει τη γνήσια, τη δίκαιη […] ανθρώπινη φωνή στον πόνο της ή στην οργή της. Και πριν απ’ τον “Αφανισμό της Μήλος” γράφω τις ολότελα σύγχρονες “Μαντατοφόρες”».5

   Διαβάζοντας πάντως τον «Αφανισμό της Μήλος», αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη για τον ποιητή που δεν ενέδωσε στις όποιες επιφυλάξεις και μας έδωσε ένα σπουδαίο έργο. Διότι πρόκειται για μια σύνθεση όπου συναντάμε τα γνώριμα στοιχεία της ποίησης του Ρίτσου στην πιο καλή τους ώρα: πλούσια εικονοπλαστική δύναμη, στοχαστική διάθεση, καθοσίωση και του πιο μικρού και ασήμαντου πλάσματος της δημιουργίας, αλλά και των πιο ταπεινών στιγμών  της καθημερινότητας, που κάποτε αποκτούν διάσταση μυστική. Το ποίημα αποτελεί έναν ύμνο του Ρίτσου στον τόπο μας και ιδίως στις γυναίκες της αγροτικής Ελλάδας, που ανέκαθεν κατόρθωναν να αντιπαρέρχονται όλες τις δυσκολίες μιας ζωής γεμάτης στερήσεις και υποχρεώσεις. Παρά τον τίτλο του ποιήματος, μέχρι το τελευταίο τρίτο του ουσιαστικά δεν περιγράφεται κανείς αφανισμός. Αντίθετα, καθώς οι τρεις γριές αρχίζουν να ξετυλίγουν το κουβάρι της θύμησης, εμείς ταξιδεύουμε μαζί τους στα χρόνια της ειρηνικής ζωής στο νησί τους.

    Στην αρχή ωστόσο του ποιήματος, αντικρίζοντας το παρελθόν αυτό μέσα από το οδυνηρό παρόν του πένθους, της προσφυγιάς και της σκλαβιάς τους, οι τρεις γυναίκες αναρωτιούνται ακόμη και για την ίδια τους την ύπαρξη: «Υπήρξε τάχα η Μήλο, υπήρξαμε κι εμείς, κι έχουμε χέρια | και κουνάμε τα χέρια και θυμούμαστε; – θυμούνται τάχα οι ποθαμένοι;».

   Ένας ζωντανός-νεκρός ο πρόσφυγας, βιώνοντας ένα ιδιότυπο είδος αλλοτρίωσης από τον εαυτό που άφησε πίσω στην πατρίδα, αποζητά συχνά τη λύτρωση στην απώθηση. Κι όμως η απώθηση αυτή δεν είναι εφικτή, όσο δύσκολη κι  αν ήταν η ζωή εκεί, όσο μικρός κι αν ήτανε ο τόπος του: «Μικρό ήταν το νησί μας (τόπος ήταν –όχι θύμησες κι ονείρατα), νησί ήταν | μικρό σα δαχτυλίδι –πολλά πράγματα δεν είχαμε, πολλά πράγματα δεν ξέραμε·».

     Οι τρεις γερόντισσες περιγράφουν στη συνέχεια πώς βίωναν την καθημερινότητά τους στην πατρίδα τους καθώς κυλούσε ο χρόνος, αφηγούνται στιγμές δύσκολες και στιγμές όμορφες, που όμως τις έζησαν εκεί που επιθυμούσαν, στον τόπο τους. Από την τωρινή τους εξορία διαπιστώνουν: «Καλά ήταν τότες, κι ούτε που το ξέραμε». Το επαναλαμβάνουν λίγο παρακάτω «Καλά ήταν – και πρεπό δεν είναι να ‘μαστε αχάριστες στη ζήση –».

     Ανακαλώντας, λοιπόν, τις στιγμές στην πατρίδα οι γριές θυμούνται τις ελιές, έστω μαραγκιασμένες από την ξηρασία, το ψωμί που μολονότι κυβερνούσανε ολοένα χειρότεροι αρχόντοι ποτέ «δε [τους] έλειψε ολότελα», τη σκληρή δουλειά, τη φροντίδα προς τους άντρες που γυρνούσαν λερωμένοι από τον τρύγο, τις χίλιες δυο καθημερινές ασχολίες της νοικοκυράς. Με μια φωνή συμφωνούν: «δουλεύοντας μεγαλώσαμε, | δουλεύοντας μάθαμε να δουλεύουμε, δουλεύοντας μάθαμε | να ξεχνάμε τα βάσανα, να ξεχνιόμαστε, να ξαναρχίζουμε».

     Κι έπειτα έρχονταν τα καλοκαίρια με εκείνο «το μεγάλο φως του θέρου – εκείνο  σκέπαζε τη σκλαβιά και το χάροντα». «Αχ, πώς πιστέψαμε στο φως οι σκοτεινές, και πώς στη ζήση οι αφανισμένες», μονολογούν. Η νύξη για το ελληνικό φως που, γοητεύοντας, μάλλον τυφλώνει παρά φωτίζει, υπενθυμίζει ότι και τότε, στην προηγούμενη κατάσταση, τα πάντα δεν ήταν ρόδινα.

      Και τότε υπήρχε  φόβος «κείνος ο φόβος | κάθε που βγαίναν όξω τα παιδιά μας, μη και χάσουν τη στράτα και δε ματαγυρίσουν, | […] μη και σκοντάψει πάνου τους ίσκιος τρανός με το μαχαίρι στα δόντια, | […] μη τους χτυπήσει αστροπελέκι όπως ανοίγουνε το στόμα τους να πουν το δίκιο.|[…] Φόβος και τρόμος – ο χειμώνας ερχούντανε– τρέμαμε σύγκορμες‧ | σηκωνόταν η πέτσα μας‧ τα χέρια μας τα χώναμε στα τσουράπια των παιδιώ μας που λείπανε | σάμπως να πιάναμε τα πόδια τους για ναν τους τα ζεστάνουμε, – ζεσταινόμασταν. | […] Μόνε τηράγαμε κατά την πόρτα, μη και μπουν ξαφνικά και μας εύρουν | έτσι ξεχαζεμένες με τα χέρια μας μέσα στα τσουράπια τους. | […] Φτάνει να ‘ρχονταν | κι ας ήταν να μας βρίσκαν και να κόβουμε τα νύχια των ποδιώ μας δίπλα στο τσουκάλι». Οι υπαινιγμοί για τη μετεμφυλιακή περίοδο μέχρι και την περίοδο συγγραφής του ποιήματος είναι κατά τη γνώμη μου στο σημείο αυτό εύγλωττοι.

     Με καρτερία και στωικότητα περνούσε η ζωή των γυναικών αυτών. «Δύσκολα ήταν τα λόγια – ο τόπος στένευε‧ μεγάλωνε η σιωπή. Μες στη σιωπή σαν πιο σίγουρες μοιάζαμε».  Με ενοχή αντιμετώπιζαν τις στιγμές της χαλάρωσης, της περισυλλογής, αλλά και τα γέλια στις νυχτερινές καλοκαιρινές μαζώξεις με τις γειτόνισσες στη ρούγα: «Εμείς δαγκώναμε τα χείλια, | μη μας ξεφύγει γέλιο, μη γροικήσουν μέσα τα παιδιά που κοιμόντανε, | […] μη μας γροικήσει ο άντρας και θαρρέψει πως ξεμωραθήκαμε.» Οι γυναίκες αυτές δεν αντέδρασαν ούτε όταν ανακάλυψαν ότι έλειπαν οι πενταροδεκάρες που αποταμίευαν στην κρυψώνα του τοίχου για τα προικιά της κόρης.

     Από την άλλη, όλες οι αισθήσεις τους ήταν τότε σε εγρήγορση, για να συλλάβουν τις εικόνες, τους ήχους, τις μυρωδιές της πατρίδας. Όσο ξετυλίγεται το κουβάρι των αναμνήσεων τόσο οι όμορφες εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη και η ζωή στο νησί ξεδιπλώνεται στην ολότητά της. Τα δύο τρίτα του ποιήματος αφιερώνονται, μέσα από μια αφήγηση σε χρόνο παρατατικό, σε εκείνα τα χρόνια της πληρότητας. Όλα αυτά ωστόσο διακόπτονται βίαια, ξαφνικά. Ο παρατατικός δίνει πλέον τη θέση του στον αόριστο, στον αφανισμό.

Α΄ ΓΡΙΑ

Κι άξαφνα φτάσαν ένα σούρουπο μαντατοφόροι, λέει από μια χώρα,

μεγάλη χώρα, απόμακρη, με μιλιούνια καράβια, με μεγάλα άσπρα σπίτια,

Β΄ ΓΡΙΑ

πέτρινοι αθρώποι, λέει, καθούνται ολόρθοι σε αψηλές κολόνες,

κι έχουν πολλά σκολειά από άσπρη πέτρα.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Μας ζώσανε τα φίδια —

πολύ καινούργια ήταν τα ρούχα τους, πολύ γυαλίζανε τα ομορφοπλούμιστα ραβδιά τους,

δεν κοίταζαν ίσα στα μάτια· από ψηλά κοιτάζαν, κάτι βλέπαν

που δεν το βλέπαμε μεις. Τρανά καράβια πενηντάκουπα ήντουσαν

αραδιασμένα μπροστά στο νησάκι μας. Οι ναύτες τους

δεν πάτησαν στη στεριά μας το πόδι τους, δε μπήκαν στις ταβέρνες μας· εκεί

λουφάζαν μέσα στα καράβια καρτερώντας το σινιάλο. Μονάχα

ετούτοι δω οι μαντατοφόροι από την ξένη χώρα, κι ήταν, λέει,

Ρωμιοί κι ελόου τους. […]

     Όσοι ενσαρκώνουν το δίκαιο του ισχυρού νομοτελειακά αφικνούνται την πιο κατάλληλη για τα συμφέροντά τους ώρα. Οι ίδιες πάντα καταστάσεις, οι ίδιες πάντα συμπεριφορές, που δε θα αλλάξουν όσο μένει απαράλλαχτη η φύση του ανθρώπου, όσο αυτοί που παίρνουν  αποφάσεις – είτε ξεκινούν εκ της  Εσπερίας είτε εξ Ανατολών είτε από το διπλανό δωμάτιο –  δεν αφουγκράζονται τον λόγο ποιητών όπως οι τρεις μεγάλοι τραγικοί, αλλά και ο Καβάφης, ο… Θουκυδίδης, ο Ρίτσος. Αποτέλεσμα: πριν φτάσει η στιγμή που θα πληρώσουν οι ίδιοι για την ύβρη τους, οι λαοί υφίστανται δεινά, διώξεις, εξορίες, πολέμους, προσφυγιά.

    Στον χρόνο που απομένει, θα ήθελα να ακουστεί ο λόγος του ποιητή, μέσα από επιλεγμένα αποσπάσματα, εδώ στην ίδια αίθουσα που ακουγόταν κάποτε η παιδική φωνή του.6 Δύο, κατά τη γνώμη μου, απαραίτητες επισημάνσεις πριν από αυτό:

    Καταρχάς, μία χρηστική. Όποιος επιθυμεί να διαβάσει ολόκληρο το ποίημα ή χρήσιμα εισαγωγικά στοιχεία για την ποίηση του Ρίτσου και ειδικότερα τις μεγάλες του συνθέσεις, μπορεί να ανατρέξει εκτός από τις έντυπες εκδόσεις του Κέδρου, και στις ενότητες «Νόστος» και «Πρόσωπα και θέματα της ΝΕ λογοτεχνίας» των «Ψηφίδων για την Ελληνική γλώσσα». Στην πρώτη από αυτές ανθολογούνται 147 αρχαιόθεμα ποιήματα του Ρίτσου, συνοδευόμενα στην ενότητα «Πυξίδα» του ίδιου περιβάλλοντος από υλικό τεκμηρίωσης και βιβλιογραφία.

       Δεύτερη επισήμανση, χρήσιμη νομίζω για όσα θα ακουστούν στη συνέχεια:

    Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου ορθά διαπιστώνει ότι το αρχαίο πλαίσιο στο ποίημα που μας απασχολεί εδώ λειτουργεί εντελώς προσχηματικά «όλα σε κατάσταση ετεροχρονισμού, δείχνουν πως ό,τι κρατάει ο Ρίτσος από όσα παραδίδει για τη Μήλο ο Θουκυδίδης είναι ένα πολιτικό σύμβολο: το χρέος της αντίστασης στις κυνικές προτάσεις του οιουδήποτε πανίσχυρου ντόπιου ή ξένου, αλλά και η πεποίθηση ότι η ανεξαρτησία και η αξιοπρέπεια πρέπει να διατηρηθούν με κάθε κόστος». Κατά τον Χατζηβασιλείου, ο «Αφανισμός της Μήλος» είναι «το μόνο αρχαιόμυθο (έστω και πολύ προσχηματικά) ποιητικό του σύνολο»  από όσα έγραψε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας «το οποίο παραμερίζει τις εσωστρεφείς αναρωτήσεις περί θανάτου, νοήματος της τέχνης και ματαιότητας των ανθρωπίνων, για να εισέλθει στη σφαίρα της πολιτικής και του πραγματικού-στη σφαίρα της πάλης για την ελευθερία και ανεξαρτησία».7

      Ας ακουστεί, λοιπόν, ο ποιητικός λόγος από το σημείο που τον αφήσαμε:

ΤΡΕΙΣ ΓΡΙΕΣ

Και μαζέψανε τους άντρες και τους γιούς μας
Α΄ ΓΡΙΑ
απάνου στην απάνου τάπια, κει που ’ναι στημένο το παλιό σκουριασμένο κανόνι
Β΄ ΓΡΙΑ
μονόφθαλμο, καλόβολο, απ’ τα χρόνια των παππούδω μας […]

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Τους μαζέψαν κει πάνου,
κι εμείς γύρω τριγύρω κολλημένες στις πόρτες. Ήσυχα μιλήσαν,
(αχ, κείνη η ησυχία που την οσμίζεσαι πριν απ’ τη μπόρα) — τα λόγια τους
δεν τα καταλαβαίναμε — μόνο τον ήχο τους κρατήσαμε. «Παραδοθείτε — λέει, είπανε —
αλλιώς θα σας χαλάσουμε». Πολλά είπαν, μ’ άλλα λόγια τα ’παν —
εμείς αυτό καταλάβαμε: «Παραδοθείτε». —

Α΄ ΓΡΙΑ
Αμ έτσι, στα καλά καθούμενα;
Β΄ ΓΡΙΑ
έτσι με σταυρωμένα χέρια;
ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Ανατηράγαμε τους άντρες μας —
Β΄ ΓΡΙΑ
σφιγμένα τα σαγόνια τους — μουγγοί — σα να κρατάγαν μες στο στόμα τους
ένα τρανό μπουμπουνητό.
Α΄ ΓΡΙΑ
Κι οι άλλοι να λένε και να λένε —
όλο και πιο μικρά τα μάτια τους, όλο και πιο γοργά τα λόγια τους·
ΟΙ ΤΡΕΙΣ
τα στόματά τους όλο και πιο μεγάλα — καταπίναν όλο τον αγέρα μας
και πια δεν είχαμε μεις ν’ ανασάνουμε.
Μαρμαρωμένοι οι εδικοί μας
κάτι είπαν μέσ’ από την πέτρα, κάτι αποκριθήκανε,
Α΄ ΓΡΙΑ
κάτι «τιμή» είπαν, κατιτίς «πατρίδα» […]

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Καλά τα ’παν — γεια στο στόμα τους —
«τιμή», «πατρίδα», και τηρούσαν χάμου τα παπούτσια τους. Κι απέ ένας λόγος
πιο δύσκολος ακόμα, πιο τρανός —«λευτεριά» το ’παν—

Β΄ ΓΡΙΑ
Ναι, «λευτεριά», κι άστραψε ένα μεγάλο μαύρο φως ώς πάνου στα μεσούρανα·
Α΄ ΓΡΙΑ
ναι, «λευτεριά» και τί θα πει δεν ξέραμε — βουρκώσανε τα μάτια μας,
Γ΄ ΓΡΙΑ
βούρκωσε κάτου η θάλασσα, μελάνιασε το περιγιάλι.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Κι άξαφνα
τί ’τανε κείνη η λάμψη, κείνη η αντάρα, ο κουρνιαχτός;  […]  πότε κιόλας πάτησαν οι ξένοι τη στεριά μας;
Πού βρήκανε τις σπάθες οι εδικοί μας; Πέφταν τα τειχιά, λιθάρια σφεντονιούνταν,
Α΄ ΓΡΙΑ
λάδι καυτό κοχλάκιζε στα λούκια, αίμα κυλούσε,
Β΄ ΓΡΙΑ
διπλός εκειός ο λόγος βρόντηξε στον αέρα «Λευτεριά γιά Θάνατος»,
[…]

Α΄ ΓΡΙΑ
Τί λευτεριά; — τί θάνατος; — πού πήγαν τα παιδιά μας; — τρέχαμε
έτσι στα κουτουρού, πάνου κάτου, — ο τόπος άλλαζε, δε φαινότανε
πού βρισκόνταν τα σπίτια μας —
ΟΙ ΤΡΕΙΣ
σπίτια δεν ήταν, μόνο κόκκινες γλώσσες μεγάλες,
Γ΄ ΓΡΙΑ
με μια χαψιά καταπίναν ένα μπαλκόνι, μια στέγη,
Β΄ ΓΡΙΑ
μια σκάφη, μια κληματαριά, μια πόρτα, δυο παράθυρα,
Α΄ ΓΡΙΑ
την εκκλησιά με τα καμπαναριά —φόβος και πόνος·— μήτε φόβος, μήτε πόνος —

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Αχ, πώς το ξεστομίσατε το «Λευτεριά», πώς ξεστομίσατε το «Θάνατος»;
Το διάλεγμα απ’ τα πριν το κάματε — Θάνατος μόνο.

Α΄ ΓΡΙΑ
Αρσενικιά ψυχή δεν έμεινε· — τα μάτια μας δεν ξέρανε να κλάψουν·
Β΄ ΓΡΙΑ
τα πόδια τρέχαν από μόνα τους — δεν ξέραμε πού τρέχαν·
Γ΄ ΓΡΙΑ
το στόμα φώναζε από μόνο του — δεν ξέραμε τί φώναζε·
Β΄ ΓΡΙΑ
τα μάτια βλέπαν από μόνα τους — δεν ξέραμε τί βλέπαν.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Ούλα ένα μαύρο κι ένα κόκκινο· […]

Και μετά την περιγραφή των εικόνων της δηώσεως.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Κι ύστερα τίποτες, — μια βουβαμάρα με ξένα πατήματα· — νύχτωσε.
Εμάς μας δέσανε τα χέρια, μας πετάξαν στα καράβια, απανωτά τη μια στην άλλη,
κλειστά τσουβάλια, μαλακά τσουβάλια — τίποτες δεν ήτανε μες στα τσουβάλια,
Α΄ ΓΡΙΑ
μήτ’ ένα τζοβαϊρικό, μήτε περούνι, μήτε θύμηση — άδειο·
[…] . Εδώ μας κουβάλησαν —δούλες στα ξένα—

Α΄ ΓΡΙΑ
Δεν ξέρουμε τον τόπο· δεν ξέρει το χέρι μας το χέρι της σκούπας,
Β΄ ΓΡΙΑ
το πόμολο της πόρτας, τη γωνιά του τραπεζιού, το χερούλι της στάμνας — ξένα, ξένα —
Γ΄ ΓΡΙΑ
δεν τον ξέρουν τον αέρα τα ρουθούνια μας· τις μυρουδιές δεν τις γνωρίζουνε.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Το στρώμα γιομάτο καρφιά — δεξά ζερβά γυρίσεις — ο ύπνος σε διώχνει·
κι η θύμηση γιομάτη καρφιά — ν’ ακουμπήσεις τη ράχη δεν έχεις·
τοίχος μονός, αψηλός, γωνιά δεν κάνει ν’ απαγκιάσεις μιαν ώρα,
τοίχος γιομάτος καρφιά […]

σκοτείνιασαν τα μάτια μας — δε βλέπουν·
Γ΄ ΓΡΙΑ
τα μάτια μας δε γνωρίζουν τα δέντρα, δε γνωρίζουν τη θάλασσα·
Α΄ ΓΡΙΑ
δεν έχει αλμύρα η θάλασσα, δεν έχει φύκι και ψάρι — δε μυρίζει.

     Το ποίημα, γραμμένο σε δίσεχτα χρόνια, δεν τελειώνει ωστόσο εδώ. Είπαμε: Ο  τόπος που γίνεται θύμηση καταρρακώνει. Αν, μάλιστα, η θύμηση εκπέσει σε λήθη, το τέλος είναι αναπόφευκτο. Όταν όμως η θύμηση ξαναγίνεται τόπος, τόπος συνειδητοποίησης και αυτογνωσίας, τότε επέρχεται ο λυτρωμός. Το τέλος του ποιήματος έδωσε σίγουρα το ελπιδοφόρο μήνυμα στους αναγνώστες της δικτατορίας ότι κανένας αφανισμός δεν συντελείται από τη στιγμή που οι αναμνήσεις μετουσιώνονται σε γνώση, γνώση και απόφαση για αντίσταση σε οποιονδήποτε ή οτιδήποτε προσπαθεί να μας αλλοτριώσει και να μας υποτάξει σε κάθε είδους προσφυγιά, σωματική ή απλώς ψυχοπνευματική. Πριν από το επιλογικό σημείωμα, όπου η Μήλος εμφανίζεται ζωντανή στα μάτια των τριών γυναικών,  διαβάζουμε τους τελευταίους στίχους:

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
Εδώ κρυφά κρυφά, τις νύχτες, στριμωγμένες, έρημες,
με τη μαύρη μαντίλα ριγμένη στα μάτια, να ρωτιόμαστε ακόμα, να ρωτιόμαστε αμίλητες
ύπαρξε τάχα η Μήλο, υπάρξαμε τάχα κι εμείς οι Μηλιώτισσες,
ύπαρξε τάχα το νησί μας, κι ελόου μας μεγαλώσαμε εκεί, και δουλέψαμε,
και παντρευτήκαμε, και κάναμε παιδιά, και πλια δεν τα ’χουμε;

Πώς έγινε;
πώς γίνεται, μαθές, να συλλογιούμαστε ακόμα, να θυμούμαστε;  θα πει, το λοιπό,
πως ύπαρξε η Μήλο κι υπάρξαμε κι ελόου μας, κι είμαστε ακόμα
Α΄ ΓΡΙΑ
και κείνος ο λόγος, ένα δείλι, «πατρίδα», είναι μέσα μας,
Β΄ ΓΡΙΑ
και κείνος ο λόγος, ένα βράδυ, «λευτεριά», μέσα μας, μέσα μας,
Γ΄ ΓΡΙΑ
και κείνος ο άλλος, της λευτεριάς το ταίρι, «θάνατος», βοσκολογάει το σπλάχνο μας,

ΟΙ ΤΡΕΙΣ
σαν το σπόρο του αντρού μας, και φουσκώνει, φουσκώνει, μας γιομίζει —
εχ, γκαστρωμένες πάλε στα βδομήντα μας, στα γδόντα μας, να γεννήσουμε πάλε
πολλά παιδιά, χίλια παιδιά, νησιωτόπουλα, να γεννήσουμε πάλε
τη Μήλο ροδομάγουλη.
Μή, Κύριε, και παραλοΐσαμε;
μή, Κύριε, και ποθάναμε, κι απ’ τ’ άλλο μέρος του κόσμου ξεπροβαίνουμε νυχτοπερπάτητες;

Κύριε, ελέησον, Κύρι’, ελέησον, Κύριε, ελέησον —
κάνουμε το σταυρό μας· —νά, το χέρι μας,— το βλέπουμε,
νά το που κάνει το σταυρό του, νά κι η σκιά του στο πεζούλι — άξιο χέρι
αχ, Κύριε, να κρατήσει  πάλε το ψωμί, το βρέφος, το μαχαίρι, τη σημαία.

 

Επίμετρο

     Το ίδιο θέμα πραγματεύεται ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης στο σπουδαίο ποίημά του «Διάλογος Μηλίων», που συμπεριλήφθηκε στη συλλογή «Δοκίμιν» (Άγρα. 2000) και πρόσφατα στον συγκεντρωτικό τόμο «Ποιήματα 1961-2017» (Ίκαρος, 2019). Ο Χαραλαμπίδης εστιάζει στον κυνικό ρεαλισμό των Αθηναίων (σε αντίθεση με τις φρούδες και αφελείς ελπίδες των Μηλίων για κάποια φυσική ή υπερφυσική βοήθεια στην προσπάθειά τους να κρατήσουν «τη νησιωτική τους ανεξαρτησία»). Η τίσις (λίγα χρόνια αργότερα στη Σικελία) της ύβρεως των Αθηναίων αποτελεί την κορύφωση των γεγονότων και του ποιήματος. Οι συνυποδηλώσεις είναι και εδώ εύγλωττες, από έναν ποιητή που εκκινώντας από την τραγωδία της Κύπρου κατορθώνει να αναγάγει τα γεγονότα του ’74 σε διαχρονική και πανανθρώπινη  καταγγελία του «δικαίου του ισχυρού».

Σημειώνω ότι ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης τίμησε  την Στ’ επιστημονική διημερίδα της Μονεμβασιάς, με την παρουσία του σε όλες τις συνεδρίες και την εισήγησή του με τίτλο «Γίαννης Ρίτσος, έλκων και ελκόμενος», που συμπεριλαμβάνεται πλέον στο Κυριάκος Χαραλαμπίδης (2019), Εν δορί κεκλιμένος. Δοκίμια, μελέτες, άρθρα, συνεντεύξεις, ΑΘήνα: Σοκόλης, σ. 107-118.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Εκφωνήθηκε στην Στ΄ Επιστημονική Διημερίδα με τίτλο «Η πολιτισμική διαδρομή της Μονεμβασίας από τους βυζαντινούς χρόνους έως τη σύγχρονη εποχή», που διοργανώθηκε από το Γραφείο Σχολικών Συμβούλων ΔΔΕ Λακωνίας, τον Σχολικό Σύμβουλο Φιλολόγων κ. Μ. Στεργιούλη, τον Δήμο Μονεμβασίας και τη Σχολική Επιτροπή ΔΕ Δ. Μονεμβασίας «Γιάννης Ρίτσος», σε συνεργασία με το Γυμνάσιο Μονεμβασίας «Γιάννης Ρίτσος», το Γενικό Λύκειο Μονεμβασίας και τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Λακωνίας, στη Μονεμβασιά στις 5 και 6 Μαΐου 2018. Διατηρήθηκε ο προφορικός χαρακτήρας.
  2. Τα παραθέματα που δίνονται εδώ προέρχονται από τον ιστοχώρο με τίτλο «Νόστος: ο αρχαιοελληνικός μύθος στην παγκόσμια λογοτεχνία» των «Ψηφίδων για την Ελληνική Γλώσσα» του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας. Βλ. τις έντυπες εκδόσεις: Γιάννης Ρίτσος [1974] 1980, Ο αφανισμός της Μήλος, Αθήνα: Κέδρος. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιάννης Ρίτσος. [1975] 1992. Ποιήματα Δ΄ (1938-1971). 11η έκδ. Αθήνα: Κέδρος.
  3. Θoυκυδίδη, Ιστορίαι, V 105, Μετ.: Α. Γεωργοπαπαδάκου, Θεσσαλονίκη: Μαλλιάρης-Παιδεία, σ. 337. Το χωρίο στο πρωτότυπο κείμενο: «ἡγούμεθα γὰρ τό τε θεῖον δόξῃ τὸ ἀνθρώπειόν τε σαφῶς διὰ παντὸς ὑπὸ φύσεως ἀναγκαίας, οὗ ἂν κρατῇ, ἄρχειν.» Πβλ. και τη μετάφραση του Άγγελου Βλάχου: «Από ό,τι μπορεί κανείς να εικάσει για τους θεούς και από ό,τι είναι βέβαιο για τους ανθρώπους, πιστεύομε ότι και οι θεοί και οι άνθρωποι ακολουθούν πάντα έναν απόλυτο νόμο της φύσης, να επιβάλλουν πάντα την εξουσία τους αν έχουν τη δύναμη να το επιτύχουν.» στο http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=73&page=185.
  4. Μιχάλης Πιερής, «Ρίτσος-Σεφέρης. Συγκλίσεις και αποκλίσεις στη “μυθική μέθοδο”». Στο Διεθνές Συνέδριο. Ο ποιητής και ο πολίτης Γιάννης Ρίτσος. Οι εισηγήσεις, επιμ. Αικατερίνη Μακρυνικόλα, Στρατής Μπουρνάζος, Μουσείο Μπενάκη — Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2009, σ. 83-84. βλ. για το ίδιο θέμα και το εξής: «Η […] παρουσία του μύθου στις μεγάλες συνθέσεις της Τέταρτης διάστασης θα σημάνει το όριο και την κορφή μιας νέας εκφραστικής κατάχτησης του Ρίτσου: Εδώ, η συστηματική εκμετάλλευση του μύθου συναπαρτίζει μιαν εξαιρετικά πολύπλοκη σύνθεση, στην οποία ο μύθος αποτελεί το βασικό ποιητικό φορείο, το δοχείο στο οποίο θα χυθούν και θ’ αναμιχτούν δυο ακόμα στοιχεία, το αυτοβιογραφικό και το ιστορικό». Βλ. Γιώργος Βελουδής (1984), «Αυτοβιογραφία, μύθος και ιστορία στο έργο του Γιάννη Ρίτσου». Στο Προσεγγίσεις στο έργο του Γιάννη Ρίτσου, Αθήνα: Κέδρος, σ. 70-71.)  Βλ. επίσης, για τον ρόλο του μύθου στην ευρωπαϊκή, την ελληνική λογοτεχνία και ιδιαίτερα στην ποίηση του Ρίτσου στο Π. Μπήαν, «Ο μύθος στα νεοελληνικά γράμματα και ο Φιλοκτήτης του Ρίτσου». Στο Αντίθεση και Σύνθεση στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, Κέδρος, Αθήνα 1980, 63-76, ιδίως σ. 63-8. 
  5. Υπογραμμίσεις δικές μου. Βλ. Χρύσα Προκοπάκη (επιμ.) (1991). «Γιάννη Ρίτσου, Ένα γράμμα του, για την ποίησή του». Περ. Νέα Εστία, τεύχος 1547 (Χριστούγεννα 1991), βλ. πρόσφατα, στην ειδική έκδοση από εφ. Το Βήμα σ. 98-101, ιδίως σ. 99.
  6. Υπενθυμίζεται ότι ο χώρος που πραγματοποιήθηκε η διημερίδα ήταν ο ναός του Αγίου Νικολάου στο Κάστρο της Μονεμβασιάς, όπου στεγαζόταν το δημοτικό σχολείο στο οποίο είχε φοιτήσει ο Ρίτσος.
  7. Βλ. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, «Ο Ρίτσος ως πολιτικός ποιητής επί δικτατορίας. Σχόλια για τον Αφανισμό της Μήλος». Περ. Η λέξη, τεύχος 182 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2004), 728-733, το παράθεμα από τη σ. 732.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΔΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων