«

»

Φεβ 10

-γράφος, -ποιός, -ουργός, -άρχης, -πόνος, -κόπος

Έτοιμοι/ες για νέα συγκομιδή λέξεων;

Μεταβείτε στην αρχική σελίδα του Λεξικού Τριανταφυλλίδη στην «Πύλη για την Ελλήνική Γλώσσα». 

 

 Στη μηχανή αναζήτησης πληκτρολογήστε ένα από τα παραπάνω μορφήματα με τη μορφή %γράφος, %ποιος, %ουργός  κτλ.

Συγκεντρώστε στο «καλάθι» σας τα αποτελέσματα που ανταποκρίνονται στο θέμα που θέλετε να μελετήσετε: π.χ. ουσιαστικά που δηλώνουν επάγγελμα (όπως στην άσκηση της σελ. 82 της Γλώσσας  Β΄ Γυμνασίου).

Αν πάλι έχετε διάθεση να συγκεντρώσετε ακόμη περισσότερες λέξεις (χωρίς όμως να σας δίνεται η σημασία της καθεμιάς)  επισκεφθείτε το «Αντίστροφο Λεξικό»  της  Άννας  Αναστασιάδη- Συμεωνίδη, πάλι στην «Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα».

Tο Αντίστροφο Λεξικό είναι πρόσφορο για αναζήτηση λέξεων βάσει της κατάληξής τους. Πληκτρολογώντας μία οποιαδήποτε κατάληξη θα εμφανιστεί η λίστα των λέξεων του λεξικού με την κατάληξη αυτή. Ισχύουν οι ίδιοι κανόνες πληκτρολόγησης λημμάτων όπως και στο Λεξικό Τριανταφυλλίδη με τη διαφορά ότι δεν απαιτείται η χρήση του % στην αρχή.

Προσοχή, όμως! Αν θέλετε να ληφθεί υπόψη ο τονισμός της λέξης (για παράδειγμα, να δοθούν ως αποτελέσματα μόνον οι λέξεις που τελειώνουν σε -ουργός και όχι όσες τελειώνουν γενικά σε -ουργος) τότε στο Λεξικό αυτό πρέπει να τσεκάρετε/επιλέξετε το σχετικό κουτάκι που υπάρχει κάτω από τη μηχανή αναζήτησης!

 

ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ: Γράψε τη δική σου ιστορία. Επίλεξε έναν φανταστικό ήρωα και αφηγήσου τις περιπέτειές του στη χώρα των …-ποιών ή των -ουργών (όπου συναντά άτομα που ασκούν τα επαγγέλματα ή τις δραστηριότητες  που φανερώνει το πρώτο συνθετικό καθεμιάς από τις λέξεις της προηγούμενης αναζήτησης στα ηλεκτρονικά λεξικά). Μάλιστα, μπορεί το φανταστικό ταξίδι του ήρωά σου να περνά από πολλές χώρες (μια για κάθε κατάληξη)

Καλή διασκέδαση!

 

Η Δήμητρα Ντελαλή μάς έστειλε κάποια από τα αποτελέσματα της αναζήτησής της στο Λεξικό Τριανταφυλλίδη:

-άρχης

αιθουσάρχης: ιδιοκτήτης ή ενοικιαστής αίθουσας θεάτρου ή άλλου θεάματος.

[λόγ. αίθουσ(α) + -άρχης]

γυμνασιάρχης: βαθμός στην υπαλληλική ιεραρχία των καθηγητών της μέσης εκπαίδευσης, διευθυντής γυμνασίου.

[λόγ. γυμνά σι(ον) + -άρχης

 δασάρχης: δημόσιος υπάλληλος, διευθυντής δασαρχείου.

[λόγ. δάσ(ος) + -άρχης]

 εργοστασιάρχης: ιδιοκτήτης εργοστασίου.

[λόγ. εργοστάσι(ον) + -άρχης

 θαλαμάρχης: υπαξιωματικός που είναι υπεύθυνος για την καθαριότητα και την τάξη ενός θαλάμου

  [λόγ. θάλαμ(ος) + -άρχης]

καταστηματάρχης: αυτός που έχει εμπορικό κατάστημα:

[λόγ. καταστηματ- (κατάστημα) –άρχης]

λυκειάρχης: ανώτερος διοικητικός βαθμός εκπαιδευτικού της μέσης εκπαίδευσης, διευθυντής λυκείου.

[λόγ. λύκει(ον) + -άρχης]

 συγκεντρωσιάρχης: αυτός που είναι υπεύθυνος για την οργάνωση συγκεντρώσεων κομματικού χαρακτήρα.

[λόγ. συγκέντρωσι(ς) + -άρχης]

σταβλάρχης: το αξίωμα του προϊσταμένου των βασιλικών στάβλων και ο αντίστοιχος τίτλος.

[λόγ. στάβλ(ος) + -άρχης]

-πώλης

 αδαμαντοπώλης: πωλητής διαμαντιών ή άλλων πολύτιμων λίθων.

[λόγ. αδαμαντ- (δες αδάμας) -ο- + -πώλης]

 

βιβλιοχαρτοπώλης: ιδιοκτήτης ή υπάλληλος βιβλιοχαρτοπωλείου.

[λόγ. βιβλιοχαρτο(πωλείον) -πώλης· λόγ. βιβλιοχαρτοπώλ(ης) -ισσα]

 

γαλακτοπώλης: ιδιοκτήτης (ή υπάλληλος) γαλακτοπωλείου.

[λόγ. γαλακτο- + -πώλης]

εφημεριδοπώλης: αυτός που πουλάει εφημερίδες σε κλειστό ή σε υπαίθριο χώρο και παλαιότερα αυτός που, κρατώντας στα χέρια τις εφημερίδες, τις πουλούσε στο δρόμο

[λόγ. εφημεριδ- (δες εφημερίδα) -ο- + -πώλης]

ζυθοπώλης: καταστηματάρχης ζυθοπωλείου.

[λόγ. ζύθ(ος) -ο- + -πώλης]

 Ημιονοπώλης: Αυτός που πουλά μουλάρια:

   [<αρχ. ουσ. ημίονος + πώλης]

 καπνοπώλης: αυτός που πουλάει τσιγάρα και άλλα προϊόντα καπνού ή και είδη για καπνιστές.

[λόγ. καπνο- 2 + -πώλης· λόγ. καπνοπώλ(ης) -ισσα]

 παλαιοβιβλιοπώλης: ο έμπορος παλαιών ή μεταχειρισμένων βιβλίων.

[λόγ. παλαιοβιβλιο(πωλείον) –πώλης]

 υαλοπώλης: ιδιοκτήτης υαλοπωλείου.

[λόγ. υαλο- + -πώλης· λόγ. υαλοπώλ(ης) -ισσα]

 χρωματοπώλης: αυτός που πουλάει χρώματα, που έχει χρωματοπωλείο.

[λόγ. χρωματο- + -πώλης]

-ποιος

αμαξοποιός: τεχνίτης ειδικός στην κατασκευή ή επισκευή αμαξών ή κάρων.

[λόγ. < μσν. αμαξοποιός < άμαξ(α) -ο- + -ποιός (πρβ. ελνστ. ἁμαξοπηγός)]

 αρωματοποιός: αυτός που παρασκευάζει αρώματα.

[λόγ. αρωματ- (άρωμα) -ο- + -ποιός]

βαρελοποιός: αυτός που κατασκευάζει βαρέλια.

[λόγ. βαρέλ(ι) -ο- + -ποιός]

βροχοποιός: αυτός που με διάφορα μέσα (ισχυρίζεται ότι) μπορεί να προκαλέσει βροχή σε περιόδους ξηρασίας.

[λόγ. βροχο-1 + -ποιός ]

 επιγραφοποιός: τεχνίτης που φτιάχνει επιγραφές, δηλαδή ταμπέλες ή πινακίδες.

[λόγ. επιγραφ(ή) -ο- + -ποιός]

κιβδηλοποιός: (παρωχ.) ο παραχαράκτης.

 [λόγ. κίβδηλ(ος) -ο- + -ποιός]

κοσμηματοποιός: αυτός που κατασκευάζει κοσμήματα.

[λόγ. κοσμηματ- (κόσμημα) -ο- + -ποιός]

 σανδαλοποιός: αυτός που κατασκευάζει σανδάλια.

[λόγ. σανδάλ(ιον) -ο- + -ποιός]

 τραγουδοποιός: καλλιτέχνης που γράφει τους στίχους και τη μουσική ελαφρών τραγουδιών.

[λόγ. τραγούδ(ι) -ο- + -ποιος]

ψαθοποιός: επαγγελματίας, τεχνίτης που κατασκευάζει αντικείμενα από ψάθα.

[λόγ. ψάθ(α) -ο- + -ποιός]

 

-γράφος

 ανεμογράφος: (μετεωρ.) όργανο που καταγράφει αυτόματα τη μεταβολή της ταχύτητας και της κατεύθυνσης του ανέμου.

[λόγ. ανεμο-1 + -γράφος 2]

 αρθρογράφος: αυτός που, ως συντάκτης ή ως συνεργάτης, γράφει άρθρα στον τύπο και κυρίως στις εφημερίδες.

[λόγ. άρθρ(ον)1 -ο- + -γράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

 γελοιογράφος : καλλιτέχνης που ασχολείται αποκλειστικά με τη γελοιογραφία.

[λόγ. γελοί(ος) -ο- + -γράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

γεωγράφος: ειδικός επιστήμονας που ασχολείται με τη γεωγραφία.

[λόγ. < ελνστ. γεωγράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

 γραμμογράφος ο [γramoγráfos] Ο18 : γραμμοσύρτης.

[λόγ. γραμμο- 1 + -γράφοςγωνιογράφος: (ναυτ.) όργανο με το οποίο μετριούνται και χαράσσονται οι γωνίες πλεύσεως επάνω στο ναυτικό χάρτη.

[λόγ. γωνιο- + -γράφος]

 δελτιογράφος: 1. αυτός που γράφει σε δελτία. 2. υπάλληλος της βουλής που συντάσσει την περίληψη των πρακτικών που διανέμεται στον τύπο.

[λόγ. δελτί(ον) -ο- + -γράφος 1]

διηγηματογράφος: πεζογράφος που ασχολείται με τη διηγηματογραφία.

[λόγ. διηγηματ- (διήγημα) -ο- + -γράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

 επιθεωρησιογράφος: συγγραφέας θεατρικών επιθεωρήσεων.

[λόγ. επιθεώρησι(ς)2β -ο- + -γράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

 

-ουργός

 αγγειοχειρούργος: χειρούργος ειδικευμένος στις επεμβάσεις σε αγγεία.

[λόγ. αγγειο- 2 + χειρούργος, χειρουργός· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

 αδαμαντουργός: τεχνίτης ειδικός στην κατεργασία διαμαντιών.

[λόγ. αδαμαντ- (δες αδάμας) + -ουργός]

αμαξουργός: αμαξοποιός.

[λόγ. άμαξ(α) + -ουργός]

 εβενουργός: τεχνίτης που επεξεργάζεται τον έβενο.

[λόγ. έβεν(ος) + -ουργός]

 ελασματουργός: αυτός που ασχολείται με την παραγωγή ελασμάτων (και άλλων προϊόντων έλασης).

[λόγ. ελασματ- (έλασμα) + -ουργός]

 λευκοσιδηρουργός: αυτός που κατασκευάζει αντικείμενα από λευκοσίδηρο· φαναρτζής, τενεκετζής, φανοποιός.

[λόγ. λευκοσίδηρ(ος) + -ουργός απόδ. γαλλ. ferblantier]

 μεταξουργός: αυτός που ασχολείται με την παραγωγή και την κατεργασία του μεταξιού.

[λόγ. μέταξ(α) + -ουργός] 

 ταπητουργός: τεχνίτης ειδικός στην κατασκευή χαλιών.

[λόγ. ταπητ- (δες τάπητας) + -ουργός] 

υφαντουργός: τεχνίτης υφαντουργίας. || επιχειρηματίας στον οποίο ανήκει υφαντουργία.

[λόγ. < μσν. υφαντουργός < υφαντ(ό) -ουργός] 

χωματουργός: εργάτης που ασχολείται με χωματουργικές εργασίες.

[λόγ. χωματ- (χώμα) + -ουργός]

 

 

Η Ελεάννα Σκιαδά εργάστηκε με διαφορετικό τρόπο. Έκανε παράλληλη αναζήτηση για την κατάληξη -άρχης στα Λεξικά Τριανταφυλλίδη και Κριαρά:  έτσι, στο δεύτερο λεξικό,  βρήκε  λέξεις που χρησιμοποιούνταν σε κείμενα που γράφτηκαν στην καθομιλουμένη γλώσσα κατά την περίοδο από το 1100 έως το 1669 μ.Χ., αλλά και λέξεις που χρησιμοποιούμε σήμερα (αυτές υπάρχουν στο Λεξικό της Κοινής Νεοελλληνικής (Τριανταφυλλίδη).  Αξίζει, τέλος,  να παρατηρήσουμε τα σημασιολογικά πεδία στα οποία ανήκουν οι λέξεις της μεσαιωνικής δημώδους γραμματείας που αποθησαυρίστηκαν.

 

Η Ελεάννα Σκιαδά γράφει:

Εργάστηκα με παράλληλη αναζήτηση στα Λεξικά Τριανταφυλλίδη  (Κοινής Νεοελληνικής) και Κριαρά (Μεσαιωνικής δημώδους γραμματείας) βλ.   http://www.greek-language.gr/greekLang/index.html

Τα λήμματα από το Λεξικό Κριαρά  (=λέξεις της μεσαιωνικής δημώδους γλώσσας) σημειώνονται με (Κρ)

 

Αγελάρχης:  α) Βοσκός, ποιμενάρχης β)πρόκειται για το ζώο που παίζει ρόλο αρχηγού στην αγέλη, γ) είδος ταχυδρόμου. (Κρ)

Αιθουσάρχης: ιδιοκτήτης ή ενοικιαστής αίθουσας θεάτρου ή άλλου θεάματος.

Αιρεσιάρχης: για ιδρυτή ή για αρχηγό αίρεσης, ιδίως θρησκευτικής. (και στα δύο λεξικά)

Αλυτάρχης: ανώτερος επόπτης σε αθλητικούς αγώνες.

Αντισυνταγματάρχης: α)βαθμός ανώτερου αξιωματικού του στρατού ξηράς, κατώτερος από το συνταγματάρχη και ανώτερος από τον ταγματάρχη. β)(παλαιότ.) βαθμός ανώτερου αξιωματικού της χωροφυλακής, ανώτερος από τον ταγματάρχη και κατώτερος από το συνταγματάρχη.

Αποσπασματάρχης: (στρατ.) διοικητής αποσπάσματος.

Αρχιεράρχης: ανώτατος κληρικός (Κρ)

Αυλάρχης: ο επικεφαλής, ο προϊστάμενος της βασιλικής αυλής.

Γειτονιάρχης: γειτονάρχης, ο επικεφαλής συνοικίας. (Κρ)

Γενάρχης: αυτός που θεωρείται ο πρώτος και παλαιότερος πρόγονος μιας φυλής, μιας εθνότητας κτλ. (και στα δύο λεξικά)

Γονικάρχης: ο κάτοχος «γονικού» (Κρ)

Γυμνασιάρχης: βαθμός στην υπαλληλική ιεραρχία των καθηγητών της μέσης εκπαίδευσης, διευθυντής γυμνασίου.

Δασάρχης: δημόσιος υπάλληλος, διευθυντής δασαρχείου.

Εθνάρχης: ηγέτης έθνους. α). κατά την περίοδο της Tουρκοκρατίας, επίσημος τίτλος του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης ως θρησκευτικού, πολιτικού και πνευματικού ηγέτη όλων των Ελλήνων (και των άλλων) ορθοδόξων. β). τίτλος των αρχιεπισκόπων της Kύπρου, επειδή υπήρξαν και πολιτικοί, εθνικοί ηγέτες .γ) τιμητική προσωνυμία πολιτικού ηγέτη που εκφράζει τα οράματα ενός ολόκληρου έθνους και έχει καθολικό κύρος και αποδοχή.

Ειρηνάρχης: ειρηνοποιός. (Κρ)

Εκατοντάρχης: (σπάν.) εκατόνταρχος.

Εκκλησιάρχης: αυτός που έχει τη γενική φροντίδα της εκκλησίας. (Κρ)

Ενωμοτάρχης: α)(παλαιότ.) βαθμός υπαξιωματικού της χωροφυλακής, ανώτερος από τον υπενωμοτάρχη και κατώτερος από τον ανθυπασπιστή. β) (παρωχ., στρατ.) βαθμός υπαξιωματικού του στρατού ξηράς, επικεφαλής ενωμοτίας.

Επιτελάρχης: αξιωματικός επικεφαλής ορισμένου επιτελείου.

Εργοστασιάρχης: ιδιοκτήτης εργοστασίου.

Θαλαμάρχης: (στρατ.) υπαξιωματικός που είναι υπεύθυνος για την καθαριότητα και την τάξη ενός θαλάμου (σε στρατώνα, νοσοκομείο, πλοίο κτλ.).

Θιασάρχης: επιχειρηματίας ηθοποιός που έχει την οικονομική και καλλιτεχνική διεύθυνση ενός θιάσου. 

Ιεράρχης α) Ανώτατος εκκλησιαστικός άρχοντας. β) επίσκοπος. (και στα δύο λεξικά)

Κανονάρχης: (εκκλ.) βοηθός ψάλτη που απαγγέλλει μελωδικά τα τροπάρια κατά στίχους πριν από τη μουσική εκτέλεση. (και στα δύο λεξικά μεταφορικά στον Κριαρά: ο σύμβουλος, ο βοηθός, χρήση που δε διασώθηκε στις μέρες μας)

Καταστηματάρχης: αυτός που έχει εμπορικό κατάστημα.

Κοινοβιάρχης: (Εκκλ.) ηγούμενος κοινοβιακού μοναστηριού. (Κρ)

Κομματάρχης: κομματικός παράγοντας με επιρροή σε τοπικό κυρίως επίπεδο, η οποία πηγάζει από προσωπικές σχέσεις και ιδίως από εκδουλεύσεις προς τους ψηφοφόρους.

Κρατάρχης: κυβερνήτης, ηγεμόνας. (Κρ)

Ληστάρχης: λήσταρχος. (Κρ)

Λιμενάρχης: ο προϊστάμενος των λιμενικών αρχών, ο διοικητής του λιμανιού.

Λυκειάρχης: ανώτερος διοικητικός βαθμός εκπαιδευτικού της μέσης εκπαίδευσης, διευθυντής λυκείου.

Μανδριάρχης: (ειρωνικά) πρόκειται για πατριάρχη. (Κρ) 

Μεγάρχης: μεγάλος άρχοντας.  (Κρ) 

Μονάρχης: το φυσικό πρόσωπο στο οποίο ανήκει η εξουσία σε μια μοναρχία.  (και στα δύο λεξικά)

Ναυάρχης : ναύαρχος. (Κρ)

Νομάρχης: κυβερνήτης διοικητικής περιφέρειας. (και στα δύο λεξικά)

Οικογενειάρχης: παντρεμένος άντρας που έχει αναλάβει τα βάρη και τις ευθύνες της οικογένειας.

Ομαδάρχης: αρχηγός οργανωμένης ομάδας ανθρώπων, ιδίως στρατιωτών, προσκόπων, κατασκηνωτών κτλ.

Παραδεισοκρατάρχης: ο φύλακας του παραδείσου (πρόκειται για τον αρχάγγελο Μιχαήλ). (Κρ)

Σημ. η ηλεκτρονική μορφή της Επιτομής του Λεξικού Κριαρά σταματά στο λήμμα «παραθήκη». Επομένως οι επόμενες λέξεις προέρχονται μόνο από το Λεξικό Τριανταφυλλίδη.

 

Πατριάρχης: α) εκκλησιαστικός τίτλος ορισμένων αρχιεπισκόπων της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας και αρχηγών των αυτοκέφαλων Ορθόδοξων Εκκλησιών. β) (στην Παλαιά Διαθήκη) οι προπάτορες του ανθρώπινου γένους, και ιδίως οι αρχηγοί του ισραηλιτικού λαού (Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ). γ) ο αρχηγός της πατριάς, ο γενάρχης. γ) (μεταφορικά) ο πρώτος και ο αρχαιότερος, ο ιδρυτής, ο δημιουργός.

Περιπολάρχης: ο επικεφαλής περιπόλου.

Πλανητάρχης: χαρακτηρισμός του Προέδρου των HΠA που θεωρούνται το πιο ισχυρό κράτος στον κόσμο.

Πλωτάρχης: (στρατ.) βαθμός ανώτερου αξιωματικού του πολεμικού ναυτικού και του λιμενικού σώματος, ανώτερος από τον υποπλοίαρχο και κατώτερος από τον αντιπλοίαρχο, αντίστοιχος με τον ταγματάρχη του στρατού ξηράς.

Ποιμενάρχης: (εκκλ.) θρησκευτικός και πνευματικός ηγέτης των πιστών.

Προσωπάρχης: ο διευθυντής του προσωπικού (των υπαλλήλων) σε δημόσια υπηρεσία ή σε ιδιωτική εταιρεία.

Πρωθιεράρχης: (εκκλ.) γενική ονομασία για τον πρώτο ιεραρχικά, μεταξύ των ιεραρχών μιας αυτοκέφαλης εκκλησίας. || αρχιεπίσκοπος.

Σκασιάρχης: αυτός που έχει κάνει σκασιαρχείο.

Σταβλάρχης : το αξίωμα του προϊσταμένου των βασιλικών στάβλων και ο αντίστοιχος τίτλος.

Σταθμάρχης: α) ο επικεφαλής ενός σταθμού {σιδηροδρομικού, σταθμού λεωφορείων κτλ.}. β) σταθμού χωροφυλακής, ο επικεφαλής του κλιμακίου της σε μια χώρα.

Στρατάρχης: τίτλος και αξίωμα του ανώτατου αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων μιας χώρας σε περίοδο πολέμου· αρχιστράτηγος.

Στρατοπεδάρχης: αξιωματικός, διοικητής στρατοπέδου.

Συγκεντρωσιάρχης: αυτός που είναι υπεύθυνος για την οργάνωση συγκεντρώσεων κομματικού χαρακτήρα.

Συνταγματάρχης: α) (στρατ.) βαθμός ανώτερου αξιωματικού του στρατού ξηράς, ανώτερος από τον αντισυνταγματάρχη και κατώτερος από τον ταξίαρχο. || (πληθ.) οι πρωταίτιοι της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967. β) (παλαιότερα) βαθμός ανώτερου αξιωματικού της χωροφυλακής, ανώτερος από τον αντισυνταγματάρχη και κατώτερος από τον ταξίαρχο.

Συσσιτιάρχης: αυτός που είναι υπεύθυνος για το συσσίτιο των στρατιωτών.

Σχολάρχης: α)διευθυντής σχολαρχείου. || παλαιότερη ονομασία διευθυντή σχολής. β) ιδιοκτήτης ιδιωτικού σχολείου.

Σωματάρχης: (στρατ.) ανώτατος αξιωματικός, με βαθμό αντιστράτηγου, διοικητής σώματος στρατού.

Ταγματάρχης: α) (στρατ.) βαθμός ανώτερου αξιωματικού του στρατού ξηράς, ανώτερος από το λοχαγό και κατώτερος από τον αντισυνταγματάρχη. β) (παλαιότερα) βαθμός ανώτερου αξιωματικού της χωροφυλακής, ανώτερος από το μοίραρχο και κατώτερος από τον αντισυνταγματάρχη.

Τελετάρχης: αυτός που έχει την ευθύνη για την οργάνωση και τη διεξαγωγή ενός επίσημου εορτασμού.

Τετράρχης: διοικητής μιας ρωμαϊκής τετραρχίας.

Τμηματάρχης: προϊστάμενος τμήματος δημόσιας υπηρεσίας ή ιδιωτικής επιχείρησης. || βαθμός στην ιεραρχία των δημόσιων υπαλλήλων, ανώτερος από τον εισηγητή και κατώτερος από το διευθυντή.

Τομεάρχης: αυτός που είναι υπεύθυνος ενός τομέα.

Τοπάρχης: αυτός που διοικούσε μια τοπαρχία. || (επέκτ.) ισχυρός τοπικός πολιτικός παράγοντας.

Υπενωμοτάρχης: (παλαιότερα) βαθμός υπαξιωματικού της χωροφυλακής, ανώτερος από το χωροφύλακα και κατώτερος από τον ενωμοτάρχη.

Φεουδάρχης: ηγεμόνας, ιδιοκτήτης φέουδου.

Χοράρχης: αυτός που διευθύνει εκκλησιαστικό χορό.

 

H Μαρία-Παναγιώτα Κακοκέφαλου ασχολήθηκε με τα ουσιαστικά σε -γράφος

αγιογράφος  θηλ. αγιογράφος : ζωγράφος ιερών εικόνων και θρησκευτικών παραστάσεων.

[λόγ. αγιο- + -γράφος 1 (διαφ. το ελνστ. γιόγραφος `βιβλίο της Π.Δ. γραμμένο με θεϊκή έμπνευση΄)· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

αθλητικογράφος  θηλ. αθλητικογράφος  : δημοσιογράφος ειδικός σε αθλητικά θέματα που αρθρογραφεί σε εφημερίδα ή σε περιοδικό· αθλητικός συντάκτης.

[λόγ. αθλητικ(ά) -ο- + -γράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

ανεμογράφος : (μετεωρ.) όργανο που καταγράφει αυτόματα τη μεταβολή της ταχύτητας και της κατεύθυνσης του ανέμου.

[λόγ. ανεμο-1 + -γράφος 2]

ανθρωπογεωγράφος θηλ. ανθρωπογεωγράφος  : αυτός που ασχολείται επιστημονικά με την ανθρωπογεωγραφία.

[λόγ. ανθρωπογεωγραφ(ία) -ος (αναδρ. σχημ.) κατά το σχ.: γεωγραφία – γεωγράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

ανωνυμογράφος  : αυτός που δημοσιεύει ή που στέλνει ανώνυμες επιστολές ή άλλα κείμενα, συνήθ. μειωτικά, για κπ. που δεν έχει το θάρρος να αποκαλύψει το όνομά του.

[λόγ. ανώνυμ(ος) -ο- + -γράφος]

αρθρογράφος  θηλ. αρθρογράφος : αυτός που, ως συντάκτης ή ως συνεργάτης, γράφει άρθρα στον τύπο και κυρίως στις εφημερίδες: Πολιτικός / οικονομικός ~. H κρίση της οικονομίας απασχολεί το σύνολο των οικονομικών αρθρογράφων.

[λόγ. άρθρ(ον)1 -ο- + -γράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

αυτοβιογράφος : συγγραφέας αυτοβιογραφίας: Ο ~ δεν ασχολείται με σύγχρονα γεγονότα παρά μόνο για να ρίξει περισσότερο φως στη δική του ζωή.

[λόγ. αυτοβιογραφ(ία) -ος (αναδρ. σχημ.)]

βιβλιογράφος θηλ. βιβλιογράφος  : αυτός που ασχολείται συστηματικά με τη βιβλιογραφία1.

[λόγ. < γαλλ. bibliograph(e) -ος < biblio- = βιβλιο- + -graphe = -γράφος (διαφ. το αρχ. βιβλιογράφος `αντιγραφέας βιβλίων, δηλ. χειρογράφων΄)· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

βιογράφος θηλ. βιογράφος : αυτός που ασχολείται με τη συγγραφή βιογραφιών: Ο Πλούταρχος είναι ο σημαντικότερος ~ της ελληνικής αρχαιότητας. Ο ~ του Nαπολέοντα.

[λόγ. < γαλλ. biographe < bio(graphie) = βιο(γραφία) -graphe = -γράφος (αναδρ. σχημ.)· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

γελοιογράφος  θηλ. γελοιογράφος : καλλιτέχνης που ασχολείται αποκλειστικά με τη γελοιογραφία.

[λόγ. γελοί(ος) -ο- + -γράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

γεωγράφος θηλ. γεωγράφος : ειδικός επιστήμονας που ασχολείται με τη γεωγραφία: Ο Στράβων ήταν διάσημος ~ της αρχαιότητας.

[λόγ. < ελνστ. γεωγράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

γραμμογράφος ο : γραμμοσύρτης.

[λόγ. γραμμο- 1 + -γράφος]

γωνιογράφος : (ναυτ.) όργανο με το οποίο μετριούνται και χαράσσονται οι γωνίες πλεύσεως επάνω στο ναυτικό χάρτη.

[λόγ. γωνιο- + -γράφος]

δακτυλογράφος  θηλ δακτυλογράφος  : αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με τη δακτυλογράφηση.

[λόγ. < γαλλ. dactylographe < αρχ. δάκτυλο(ς) + graphe = -γράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

δελτιογράφος : 1. αυτός που γράφει σε δελτία. 2. υπάλληλος της βουλής που συντάσσει την περίληψη των πρακτικών που διανέμεται στον τύπο.

[λόγ. δελτί(ον) -ο- + -γράφος 1]

δημοσιογράφος θηλ. δημοσιογράφος  : αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία: Εργάζεται ως ~ σε εφημερίδα / σε ραδιοφωνικό σταθμό / στην τηλεόραση.

[λόγ. δημόσι(ος) -ο- + -γράφος απόδ. γαλλ. publiciste· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

διηγηματογράφος θηλ. διηγηματογράφος : πεζογράφος που ασχολείται με τη διηγηματογραφία: Ο Παπαδιαμάντης ως ~ και ως μυθιστοριογράφος.

[λόγ. διηγηματ- (διήγημα) -ο- + -γράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

δοκιμιογράφος θηλ. δοκιμιογράφος : συγγραφέας δοκιμίων.

[λόγ. δοκίμι(ον) -ο- + -γράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

δοξογράφος : ονομασία που δόθηκε σε Έλληνες συγγραφείς της αλεξανδρινής και της ρωμαϊκής περίοδου, οι οποίοι κατέγραψαν συστηματικά τις θεωρίες των προγενέστερων από αυτούς φιλοσόφων.

[λόγ. < γερμ. Doxograph < αρχ. δόξ(α) `γνώμη΄ -ο- + graph = -γράφος]

δυναμογράφος : όργανο που καταγράφει την παραγόμενη δύναμη.

[λόγ. < γαλλ. dynamographe < dynamo- = δυνα μο- + graphe = -γράφος]

εθνογράφος  θηλ. εθνογράφος  : επιστήμονας ειδικός στην εθνογραφία.

[λόγ. < γαλλ. ethnographe < ethno (graphie) = εθνο(γραφία) -graphe = -γράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

ειδησεογράφος : ο δημοσιογράφος που ασχολείται με τη συλλογή και τη μετάδοση των ειδήσεων· συντάκτης ειδήσεων.

[λόγ. ειδησε- (είδησις) -ο- + -γράφος κατά το δημοσιογράφος]

εικονογράφος  : 1.αυτός που ζωγραφίζει θρησκευτικές εικόνες· (πρβ. αγιογράφος). 2. αυτός που εικονογραφεί, διακοσμεί με εικόνες βιβλία, περιοδικά κ.ά. έντυπα.

[λόγ. < μσν. εικονογράφος, αρχ. σημ.: `ζωγράφος πορτρέτων΄]

ελεγειογράφος  : ποιητής ελεγειών, ελεγειακός ποιητής (με αναφορά συνήθ. στην αρχαία ελληνική ποίηση).

[λόγ. < ελνστ. λεγειογράφος]

ελλειψογράφος : (τεχνολ.) όργανο που χρησιμοποιείται για το σχεδιασμό ελλείψεων.

[λόγ. < γαλλ. ellipsographe < ellipso- < ellips(e) < ελνστ. λλειψ(ις) (δες έλλειψη 1) -ο- + -graphe = -γράφος]

επιγραμματογράφος: αυτός που συγγράφει επιγράμματα· επιγραμματοποιός.

[λόγ. < ελνστ. πιγραμματογράφος]

επιθεωρησιογράφος θηλ. επιθεωρησιογράφος : συγγραφέας θεατρικών επιθεωρήσεων.

[λόγ. επιθεώρησι(ς) -ο- + -γράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

επιπεδογράφος ο : ονομασία ειδικών οργάνων που χρησιμοποιούνται στην επιπεδογραφία.

[λόγ. επίπεδ(ον) -ο- + -γράφος μτφρδ. γαλλ. planigraphe]

επιστολογράφος θηλ. επιστολογράφος : α.αυτός που έχει συντάξει κάποιο γράμμα, κάποια επιστο λή: Ένας τακτικός ~ εφημερίδων. Aπάντηση σε επιστολογράφο. Aνώνυμος ~. β. (σπάν.) αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με τη σύνταξη επιστολών.

[λόγ. < ελνστ. πιστολογράφος `γραμματέας΄ κατά τη σημ. της λ. επιστολογραφία· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

υπερηχογράφος : ιατρικό μηχάνημα με το οποίο γίνονται τα υπερηχογραφήματα.

[λόγ. υπέρηχ(ος) -ο- + -γράφος μτφρδ. αγγλ. ultrasonograph (-graph = -γράφος)]

φασματογράφος: συσκευή για τη φωτογραφική (ή άλλου είδους) απεικόνιση ενός φάσματος: ~ μαγνητικός / μάζας.

[λόγ. φασματ- (φάσμα) -ο- + -γράφος μτφρδ. γαλλ. spectrographe]

φωνόγραφος  & φωνογράφος : 1. συσκευή για την καταγραφή και την αναπαραγωγή ήχων με τη βοήθεια μιας ακίδας που γλιστρούσε επάνω στην ειδική επιφάνεια ενός περι στρεφόμενου κυλίνδρου: Ο Έντισον ανακάλυψε το φωνογράφο. 2. γραμμόφωνο.

[λόγ. < αγγλ. phonograph (και μέσω του γαλλ. phono graphe) < phono- = φωνο- + -graph = -γράφος & μετακ. τόνου για ένδειξη σύνθ.]

φωτογράφος θηλ. φωτογράφος : αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με τη φωτογραφία (λήψη, εμφάνιση, εκτύπωση κτλ.): Επαγγελματίας / ερασιτέχνης ~.

[λόγ. < γαλλ. photo graphe < photograph(ie) = φωτογραφ(ία) -ος (αναδρ. σχημ.)· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

 

φωτοειδησεογράφος θηλ. φωτοειδησεογράφος : ο φωτορεπόρτερ.

[λόγ. φωτο- 2 + ειδησεογράφος μτφρδ. γερμ. Ρhotoreporter· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

φωτοηλιογράφος  : (αστρον.) ειδικό ακίνητο τηλεσκόπιο για τη φωτογράφιση του ηλιακού δίσκου και για τη μελέτη κυρίως της χρωμόσφαιρας, των προεξοχών και του φάσματός του.

[λόγ. < αγγλ. photoheliograph < photo- = φωτο- 1 + heliograph = ηλιογράφος]

χαλκογράφος: τεχνίτης ή καλλιτέχνης που ασχολείται με τη χαλκογραφία.

[λόγ. < ιταλ. calcografo < calco- = χαλκο- + -grafo = -γράφος]

χαρτογράφος: αυτός που ασχολείται με τη χαρτογραφία.

[λόγ. < γαλλ. cartographe < carto- = χαρτο- 2 + -graphe = -γράφος (διαφ. το συγγ. ελνστ. χαρτογράφος `αρχειοφύλακας΄)]

χορογράφος θηλ. χορογράφος : καλλιτέχνης που ασχολείται με τη χορογραφία.

[λόγ. < γαλλ. chorégraphe < chorégraph(ie) = χορογραφ(ία)ος (αναδρ. σχημ.)· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

χρονικογράφος : συντάκτης, συγγραφέας χρονικού1.

[λόγ. χρονικ(όν)1 -ο- + -γράφος]

χρονογράφος θηλ. χρονογράφος: 1.αυτός που έγραψε μια χρονογραφία. 2. αυτός που γράφει χρονογραφήματα.

[λόγ.: 1: ελνστ. χρονογράφος· 2: σημ. γαλλ. chroniqueur (δες χρονικό3)· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

ωκεανογράφος θηλ. ωκεανογράφος : επιστήμονας ειδικός στην ωκεανογραφία.

[λόγ. < γαλλ. océano graphe < océano(graphie) = ωκεανό (γραφία) -graphe = -γράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

 

Η Κατερίνα Λιόλιου επέλεξε σύνθετες  λέξεις σε -ουργός .

 Σύνθετες λέξεις με δεύτερο συνθετικό τη λέξη –ουργός

-ουργός : β’ συνθετικό σε σύνθετα αρσενικά ουσιαστικά· δηλώνει το πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά: 1. με την κατασκευή ή επεξεργασία αυτού που εκφράζει το α’ συνθετικό: μεταλλουργός, υφαντουργός. 2. με την καλλιέργεια ή την εκτροφή αυτού που εκφράζει το α’ συνθετικό: μελισσουργός, αμπελουργός.                                       [λόγ. < αρχ. -ουργός (< ουσ. ἔργον)]

-ουργός -ός -ό : β’ συνθετικό σε σύνθετα επίθετα με λόγια προέλευση· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο προκαλεί τη δημιουργία αυτού που υπάρχει ως α’ συνθετικό: γενεσιουργός.                                                                                                                            [λόγ. < ελνστ. -ουργός < αρχ. -ουργός (δες -ουργός ουσ.)]

 

αδαμαντουργός: τεχνίτης ειδικός στην κατεργασία διαμαντιών.                                   [λόγ. αδαμαντ- (δες αδάμας) + -ουργός]

αυτουργός: αυτός που εκτέλεσε ο ίδιος μια αξιόποινη πράξη: Ο εκτελεστής  ενός εγκλήματος / μιας κλοπής / μιας απάτης. Αυτός που αυτοπροσώπως εκτέλεσε ένα αδίκημα/ που παρακίνησε στην εκτέλεση αδικήματος.                                                     [λόγ. < αρχ. αὐτουργός `που ενεργεί ο ίδιος΄ κατά την αλλ. της σημ. της λ. αυτουργία]

γενεσιουργός -ός -ή -ό : που προκαλεί τη γένεση, τη δημιουργία ενός φαινομένου: Πρέπει να εξετάσουμε τα γενεσιουργά αίτια μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Από πού πηγάζουν τα  αιτία αυτής της τραγικής αντίφασης…                                                             [λόγ. < ελνστ. γενεσιουργός]

εβενουργός : τεχνίτης που επεξεργάζεται τον έβενο. àέβενος : είδος ξύλου από τροπικό δέντρο, πολύ σκληρό και στιλπνό με βαθύ σκούρο χρώμα. Κατασκευάζονται πολυτελή έπιπλα, μουσικά όργανα. Από δάση της  Βραζιλίας / Μαδαγασκάρης.          [λόγ. έβεν(ος) + -ουργός]

πλαστουργός : (λογοτ.) ιδίως για το Θεό, ως δημιουργό του κόσμου, του σύμπαντος. [λόγ. < ελνστ. πλαστουργός `κατασκευαστής καλουπιών]

χωματουργός : εργάτης που ασχολείται με χωματουργικές εργασίες.                                [λόγ. χωματ- (χώμα) + -ουργός]

 

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων