Κώστας Καρυωτάκης

Ο Κ. Γ. Καρυωτάκης (30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928) ήταν Έλληνας ποιητής και πεζογράφος. Θεωρείται ως ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες. Για το έργο του έχουν γραφεί εκατοντάδες εργασίες και βιβλία, πραγματοποιήθηκαν δεκάδες ειδικά συνέδρια.

ΚΕΓ, Θεσσαλονίκη 2014.
Επίμετρο: γραμματολογικές και θεωρητικές παρατηρήσεις (Χρήστος Δανιήλ)
Ποιητής του μεσοπολέμου ο Καρυωτάκης εντάσσεται γραμματολογικά στους νεοσυμβολιστές ποιητές της περιόδου. Στη βιβλιογραφία οι ποιητές αυτοί ονομάζονται και νεορομαντικοί, καθώς το ρεύμα του συμβολισμού εμφανίζει ορισμένα κοινά στοιχεία με τον ρομαντισμό (έμφαση στο ρόλο της μεταφοράς, της εικόνας, του μύθου και του συμβόλου στην ποίηση· ενισχυμένος ρόλος ποιητή που έχει την ικανότητα να βλέπει πίσω από τα αντικείμενα του πραγματικού κόσμου τις ουσίες που κρύβονται στον ιδεατό· ενισχυμένος ρόλος φαντασίας κ.ά.) και έρχεται σε αντίθεση με την απάθεια του παρνασσισμού και την λεπτομερειακή απόδοση της πραγματικότητας του νατουραλισμού, που προηγήθηκαν. Άλλωστε, κατά τον Baudelaire, η ακριβής αποτίμηση καταστρέφει την ανάμνηση και η τέχνη είναι μια μνημονική του ωραίου.

Τα βασικά γνωρίσματα του συμβολισμού εντοπίζονται και στο κύριο σώμα του έργου του Καρυωτάκη. Στην ποίησή του, η κυρίαρχη θεματική αναφέρεται στη διάσταση ανάμεσα στις επιθυμίες και τα ιδανικά του ποιητικού υποκειμένου και στην περιβάλλουσα αντικειμενική πραγματικότητα. Βρίσκεται δηλαδή σε αντιστοιχία με την κυρίαρχη θεματική των Γάλλων συμβολιστών και των καταραμένων ποιητών (απογοήτευση, αίσθημα spleen, ανίας και επιθυμίας φυγής κ.ά.) τους οποίους γνωρίζει καλά, καθώς μάλιστα τους μεταφράζει. Σύμφωνα με τον Ε.Γ. Καψωμένο (1990) η κεντρική θεματική αντίθεση του καρυωτακικού έργου συνίσταται στην πεποίθηση πως ο κόσμος στον οποίο δρα το ποιητικό υποκείμενο είναι απατηλός και νόθος, είναι το φαινόμενο, ενώ ο αλλοτινός κόσμος, ο μακρινός, ο ονειρικός και ο παρελθοντικός, είναι η ουσία. Στην αντίθεση αυτή εδράζονται και τα επιμέρους αντιθετικά θεματικά μοτίβα που καταγράφονται στην ποίηση του Καρυωτάκη: ευτυχισμένο παρελθόν vs δυστυχισμένο παρόν, νοσταλγία ιδανικού παρελθόντος (που ενδεχομένως δεν υπήρξε ποτέ) vs σκληρή σημερινή πραγματικότητα, όνειρα και επιδιώξεις vs ανικανοποίητο και ανεκπλήρωτο αίσθημα.

Και ενώ οι υπόλοιποι νεοσυμβολιστές του μεσοπολέμου παραμένουν (κατά το μάλλον ή ήττον) σε αυτό το επίπεδο της θεματικής, ο Καρυωτάκης με την τρίτη του και τελευταία συλλογή, Ελεγεία και Σάτιρες (1927), κυρίως με την ενότητα Σάτιρες, δείχνει να διαφοροποιείται: υιοθετεί έναν λόγο υπονομευτικό, οξυδερκή, ειρωνικό και σαρκαστικό. Δεν αρνείται την πραγματικότητα που βιώνει για να αναζητήσει το ιδανικό στο όνειρο, αλλά παραμένει εστιασμένος εκεί προκειμένου να την υπονομεύσει και να τη σαρκάσει. Δεν επιλέγει τη συμβολιστική φυγή αλλά τη σύγκρουση. Η θέαση και η καταγραφή της πραγματικότητας είναι τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζεται ο Τέλλος Άγρας (1938) και εντοπίζει στην τελευταία φάση της ποίησης του Καρυωτάκη την ύπαρξη μιας ρεαλιστικής εκφραστικής προοπτικής· διακρίνει μάλιστα τρεις θεματικές κατηγορίες του ρεαλισμού στου Καρυωτάκη: τον φιλολογικό, τον κοινωνικό και τον πολιτικό ρεαλισμό. Η παρατήρηση αυτή δεν σημαίνει ότι ο Καρυωτάκης εγκαταλείπει τη συμβολιστική του εκφραστική για να υιοθετήσει μια ρεαλιστικότερη, παραδοσιακότερη ποιητική. Αντίθετα, μαζί με τα παραδοσιακά εκφραστικά μέσα χρησιμοποιεί στοιχεία που προοιωνίζονται τον επερχόμενο μοντερνισμό. Η ειρωνική ματιά, η (αυτο)σαρκαστική κοινωνική καταγγελία, η αυξημένη δραματικότητα, η χρήση καθημερινού, μη συμβατικώς ποιητικού, λεξιλογίου, ο πολυγλωσσισμός κ.ά είναι στοιχεία που θα βρούμε στην ποίηση της επόμενης του Καρυωτάκη γενιάς, της γενιάς του Τριάντα.

Υπό αυτή την έννοια, ο Καρυωτάκης διαφοροποιείται από τους ποιητές και τις ποιητικές επιλογές της γενιάς του. «Μας εξεπέρασεν όλους, αμέσως κι εξακολουθητικά», κατά την έκφραση του Άγρα, και, χωρίς κάτι τέτοιο να δικαιολογείται από τη θεματική της ποίησής του και το χαμηλόφωνο του ύφους του, λογίζεται στου μείζονες νεοέλληνες ποιητές. Ο πιο μείζων ποιητής από τη χωρία των ελάσσονων του μεσοπολέμου. Μείζων, για τον επιπρόσθετο λόγο ότι ο Καρυωτάκης, μαζί με τον Καβάφη, επηρέασαν και εξακολουθούν να επηρεάζουν, όσο κανείς άλλος, την ποιητική των μεταγενέστερων: της γενιάς του Τριάντα (π.χ. Σεφέρης, Ρίτσος), των μεταπολεμικών (π.χ. Αναγνωστάκης, Πατρίκιος, Ευαγγέλου, Λεοντάρης), τους ακόμη νεότερους (π.χ. Τραϊανός, Πούλιος, Γκανάς).

Ένα στοιχείο που θα πρέπει να λάβει υπόψη του ο εκπαιδευτικός κατά τη διδασκαλία της καρυωτακικής ποίησης είναι πως η ερμηνεία αυτής έχει, ατυχώς ορισμένες φορές, επικαθοριστεί από τα βιογραφικά δεδομένα του ποιητή, και συγκεκριμένα την πράξη της αυτοκτονίας του· με τρόπο άστοχο ερμηνευτικά και άκυρο θεωρητικά, αναζητώνται, με τρόπο αυθαίρετο, στοιχεία στο καρυωτακικό έργο που προοικονομούν το τέλος του βίου του ποιητή· η λογοτεχνία όμως και η ερμηνεία της, πολύ περισσότερο η διδασκαλία της, θα πρέπει να αποσυνδεθούν από ερασιτεχνικές απόπειρες ψυχογράφησης του συγγραφέα και να εστιάζουν στο κατεξοχήν αντικείμενό τους: το ίδιο το ποιητικό έργο. Με το Συμφραστικό Πίνακα Λέξεων ο εκπαιδευτικός έχει στα χέρια του ένα ακόμη εργαλείο προκειμένου να θέσει στο κέντρο του ενδιαφέροντος τα ποιητικά κείμενα και όχι τους μύθους που συνδέονται με αυτά.

[Το επίμετρο αυτό αποτελεί την εισαγωγή του Χρήστου Δανιήλ στη διδακτική πρόταση αξιοποίησης της Ανεμόσκαλας για τη διδασκαλία της καρυωτακικής ποίησης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση].

© 2012 Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας,
Πηγή:https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/biography.html?cnd_id=6