Τα σημαντικότερα εκκλησιαστικά μνημεία της Κύπρου

Πολιτισμός / Θρησκεία

Εκκλησία Παναγίας του Άρακος, βρίσκεται σε κεντρική περιοχή της οροσειράς του Τροόδους, στο γεωγραφικό διαμέρισμα της Πιτσιλιάς, μεταξύ των χωριών Λαγουδερά και Σαράντι. Από το 1985 περιλαμβάνεται, μαζί με εννέα άλλες τοιχογραφημένες βυζαντινές εκκλησίες του Τροόδους, στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Πρόκειται για το καθολικό ομώνυμης Μονής που οικοδομήθηκε μέσα στο δεύτερο μισό του 12ου αιώνα, σε μια περίοδο που ο μοναστικός βίος ανθούσε στην Κύπρο. Σήμερα, εκτός από την εκκλησία, σώζεται και ένα διώροφο μοναστηριακό κτίριο στη βόρεια της πλευρά, το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία του ιερέα. Η εκκλησία ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του μονόκλιτου ναού με τρούλο, του οποίου η στέγη εξωτερικά διαμορφώνεται σε σχήμα σταυρού. Αργότερα, ίσως μέσα στο 14ο αιώνα, η εκκλησία καλύφθηκε με ξύλινη αμφικλινή στέγη, στρωμένη με επίπεδα αγκιστρωτά κεραμίδια. Η προέκταση της στέγης δημιουργεί στις τρεις πλευρές του ναού, εκτός από τη δυτική, μια στεγασμένη στοά κλειστή με ξύλινο δικτυωτό. Ο τρούλος καλύπτεται από ξεχωριστή στέγη, σε αντίθεση με άλλες εκκλησίες της οροσειράς του Τροόδους. Ο ναός εσωτερικά είναι κατάγραφος. Σύμφωνα με επιγραφή που βρίσκεται πάνω από τη βόρεια είσοδο του ναού, η εκκλησία διακοσμήθηκε με δαπάνη του Λέοντος Αυθέντη τον Δεκέμβριο του 1192. Πρόκειται για εξαιρετικής ποιότητας υστεροκομνήνειες τοιχογραφίες, οι οποίες αποτελούν την πιο ολοκληρωμένη σειρά τοιχογραφιών της Μέσης Βυζαντινής περιόδου στην Κύπρο και εκφράζουν τις σύγχρονες τάσεις που διέπουν την τέχνη της Κωνσταντινούπολης. Ο ζωγράφος της Παναγίας του Άρακος ταυτίζεται από μερικούς μελετητές με το Θεόδωρο Αψευδή, ο οποίος στα 1183 ζωγράφισε την Εγκλείστρα του Αγίου Νεοφύτου στην Πάφο.

Εκκλησία της Παναγίας της Ασίνου, βρίσκεται στις βόρειες υπώρειες της οροσειράς του Τροόδους. Είναι κτισμένη στην ανατολική όχθη ενός μικρού χείμαρρου, τρία χιλιόμετρα νοτίως του χωριού Νικητάρι. Σε επιγραφή που χρονολογείται στα 1105/6, και βρίσκεται πάνω από τη νότια είσοδο του ναού, αναφέρεται ότι κτήτορας της Μονής ήταν ο Μάγιστρος Νικηφόρος Ισχύριος, μετέπειτα μοναχός Νικόλαος. Η ίδρυση της Μονής χρονολογείται στα 1099, ενώ συνεχίζει να λειτουργεί και κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, οπότε εγκαταλείπεται. Η εκκλησία αποτελείται από δύο μέρη: το μονόκλιτο καμαροσκεπή κυρίως ναό και το νάρθηκα, ο οποίος προστέθηκε κατά το δεύτερο μισό του 12ου αιώνα. Οι τοιχογραφίες που σώζονται σήμερα ανήκουν σε διαφορετικές χρονολογικές περιόδους. Το παλαιότερο σύνολο χρονολογείται στα 1105/6 και εκφράζει τις νέες τάσεις της ζωγραφικής της περιόδου των Κομνηνών. Οι τοιχογραφίες αυτές απηχούν την τέχνη της Κωνσταντινούπολης, από όπου θα πρέπει να προερχόταν και ο ζωγράφος που τις δημιούργησε, και αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα σύνολα βυζαντινής τέχνης της περιόδου. Η ισχυρή επίδραση της πρωτεύουσας εξηγείται από το γεγονός ότι ο τότε αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός (1081-1118) κατέστησε την Κύπρο τη σημαντικότερη στρατιωτική βάση της νοτιοανατολικής Μεσογείου, λόγω των γεωπολιτικών συνθηκών της εποχής.

 

Εκκλησία Αγίου Νικολάου της Στέγης, βρίσκεται σε κεντρική περιοχή της οροσειράς του Τροόδους, στο βόρειο τμήμα της κοιλάδας της Σολέας. Είναι κτισμένη στη δυτική όχθη του ποταμού Κλάριου/Καρκώτη, σε απόσταση δύο περίπου χιλιομέτρων νοτιοδυτικά του χωριού Κακοπετριά. Ο Άγιος Νικόλαος της Στέγης αποτελεί μοναδικό, σωζόμενο στην Κύπρο, παράδειγμα καθολικού βυζαντινής Μονής η ίδρυση της οποίας τοποθετείται, κατά πάσα πιθανότητα, στο πρώτο μισό του 11ου αιώνα. Τότε χρονολογείται η εκκλησία, ενώ οι παλαιότερες γραπτές μαρτυρίες που έχουμε για τη μονή, ανάγονται στα τέλη του 13ου-αρχές του 14ου αιώνα. Η μονή αυτή ήκμασε τόσο κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο όσο και κατά τη Φραγκοκρατία, ενώ κατά το 18ο αιώνα επήλθε η παρακμή, με αποτέλεσμα να διαλυθεί μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Από τότε φαίνεται ότι λειτουργούσε ως ξωκλήσι και ως προσκύνημα, όπως και σήμερα. Εκτός από την εκκλησία, δεν σώζονται άλλα κτήρια του μοναστηριού. Ο αρχιτεκτονικός τύπος του ναού ανήκει στην κατηγορία του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο. Ο Άγιος Νικόλαος της Στέγης είναι διακοσμημένος εσωτερικά με τοιχογραφίες που τοποθετούνται χρονολογικά σε διάφορες περιόδους, οι οποίες καλύπτουν ένα διάστημα πέραν των 600 χρόνων.

 

Εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (Αγία Σωτήρα), βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της οροσειράς του Τροόδους, κτισμένη πάνω σε ένα μικρό λόφο που δεσπόζει του ανατολικού τμήματος του χωριού Παλαιχώρι. Η εκκλησία κτίστηκε στις αρχές του 16ου αιώνα και ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του ξυλόστεγου μονόκλιτου ναού. Ο νάρθηκας, που φαίνεται ότι υπήρχε τουλάχιστον από τις αρχές του 17ου αιώνα, εκτείνεται δυτικά και νότια του ναού υπό μορφή στοάς και καλύπτεται από την ίδια αμφικλινή στέγη.

 

Εκκλησία της Παναγίας της Ποδίθου, βρίσκεται σε κεντρική περιοχή της οροσειράς του Τροόδους, στο βόρειο τμήμα της κοιλάδας της Σολέας. Είναι κτισμένη μέσα σε μια στενή και εύφορη κοιλάδα του ποταμού Κλάριου/Καρκώτη, μερικές εκατοντάδες μέτρα βορείως του χωριού Γαλάτα.

 

Εκκλησία της Παναγίας του Μουτουλλά βρίσκεται σε κεντρική περιοχή της οροσειράς του Τροόδους, μέσα στην κοιλάδα της Μαραθάσας. Είναι κτισμένη σε ένα λόφο πάνω από το χωριό Μουτουλλάς. Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή στο βόρειο τοίχο του Ιερού Βήματος, ο ναός κτίστηκε και τοιχογραφήθηκε στα 1280 με δαπάνη του «Ιωάννη του Μουτουλλά» και της συζύγου του Ειρήνης, οι οποίοι απεικονίζονται να κρατούν το ομοίωμα της εκκλησίας. Ενδέχεται, λοιπόν, να πρόκειται για ένα ιδιωτικό παρεκκλήσιο. Η εκκλησία ανήκει στο γνωστό αρχιτεκτονικό τύπο των ξυλόστεγων μονόχωρων ναών της οροσειράς του Τροόδους. O νάρθηκας προστέθηκε σε κατοπινό στάδιο, μετά τις αρχές του 16ου αιώνα, και περιβάλλει τη δυτική και βόρεια πλευρά της εκκλησίας. Η ξύλινη αμφικλινής στέγη καλύπτει και το νάρθηκα. Όσον αφορά το ζωγραφικό διάκοσμο του ναού, αξίζει να αναφερθεί ότι πρόκειται για τις μόνες ακριβώς χρονολογημένες τοιχογραφίες του 13ου αιώνα (1280) που σώζονται στην Κύπρο.

 

Εκκλησία του Αρχάγγελου Μιχαήλ, είναι κτισμένη μέσα στο χωριό Πεδουλάς. Σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή που βρίσκεται πάνω από τη βόρεια είσοδο, η εκκλησία κτίστηκε και τοιχογραφήθηκε στα 1474 με δαπάνη του ιερέα Βασίλειου Χάμαδου. Ο ιερέας εικονίζεται πάνω από την κτητορική επιγραφή, συνοδευόμενος από τη σύζυγο και τις δύο θυγατέρες του, να προσφέρει ομοίωμα της εκκλησίας στον Αρχάγγελο Μιχαήλ.Η εκκλησία ανήκει στον τύπο των ξυλόστεγων μονόχωρων ναών της οροσειράς του Τροόδους. Ο νάρθηκας, που την περιβάλλει από τη νότια και δυτική του πλευρά, χρησίμευε σαν γυναικωνίτης λόγω του μικρού μεγέθους του ναού. Η εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ συγκαταλέγεται ανάμεσα στις λίγες της Κύπρου που διέσωσαν το όνομα του ζωγράφου που τις ιστόρησε. Πρόκειται για τον ντόπιο Μηνά, ο οποίος καταγόταν από την περιοχή της Μαραθάσας. Το ξύλινο γραπτό τέμπλο της εκκλησίας, σύγχρονο με τις τοιχογραφίες, είναι ένα από τα καλύτερα δείγματα του είδους που σώζονται στην Κύπρο. Στο επιστύλιο του τέμπλου αυτού υπάρχει ζωγραφισμένο το οικόσημο του μεσαιωνικού Βασιλείου της Κύπρου. Δίπλα σε αυτό υπάρχει και ο δικέφαλος αετός, σύμβολο των Παλαιολόγων, των τελευταίων βασιλέων του Βυζαντίου.

 

Μονή του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή, βρίσκεται σε κεντρική περιοχή της οροσειράς του Τροόδους, μέσα στην κοιλάδα της Μαραθάσας. Είναι κτισμένη στην ανατολική όχθη του ποταμού Σέτραχου, απέναντι από το χωριό Καλοπαναγιώτης. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς ιδρύθηκε η μονή. Το καθολικό, που είναι αφιερωμένο στον Άγιο Ηρακλείδιο, ανάγεται στον 11ο αιώνα. Το μοναστήρι συνέχισε να υφίσταται μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Από τότε λειτουργεί μόνο ως ναός. Ανήκει στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο και χρονολογείται στον 11ο αιώνα. Κατά το 12ο αιώνα προστέθηκε στη βόρεια του πλευρά, πάνω από τον τάφο του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή, ένα καμαροσκέπαστο ομώνυμο παρεκκλήσιο. Αυτό κατέρρευσε και ξανακτίστηκε σχεδόν εξολοκλήρου το 18ο αιώνα. Στα μέσα του 15ου αιώνα κτίστηκε, στα δυτικά και των δύο προηγούμενων κτισμάτων, ένας κοινός νάρθηκας. Κατά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα προστέθηκε στα βόρεια του παρεκκλησιού του Αγίου Ιωάννη, ένα καμαροσκέπαστο παρεκκλήσιο, γνωστό ως το «λατινικό» παρεκκλήσιο, λόγω της υπόθεσης ότι κτίστηκε για τις λατρευτικές ανάγκες των Λατίνων. Σε άγνωστη χρονική στιγμή, μεταξύ του 15ου και των αρχών του 18ου αιώνα, ολόκληρο το συγκρότημα καλύφθηκε από μια τεράστια ξύλινη στέγη με επίπεδα αγκιστρωτά κεραμίδια. Έτσι, ο τρισυπόστατος αυτός ναός απέκτησε εξωτερικά την όψη ενός μεγάλου ξυλόστεγου κτηρίου. Ο ζωγραφικός διάκοσμος της μονής ανάγεται στον 11ο αιώνα και φθάνει μέχρι και τον 14ο αιώνα. Η διακόσμηση του νάρθηκα είναι , σύμφωνα με επιγραφή, έργο Κωσταντινουπολίτη ζωγράφου που κατέφυγε στην Κύπρο μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης στα 1453. Το ξύλινο τέμπλο του ναού του Αγίου Ηρακλειδίου, το οποίο φέρει γραπτή διακόσμηση, που μιμείται οικόσημα, και χρονολογείται στο 13ο-14ο αιώνα. Πρόκειται για το αρχαιότερο σωζόμενο ξύλινο τέμπλο της Κύπρου. Στο παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή, σώζεται η κάρα του Αγίου, μέσα σε αργυρεπίχρυση λειψανοθήκη https://hellasjournal.com/2016/01/pagkosmia-klironomia-tis-kiprou-istoria-mithos-ke-thriskia/.

 

Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού, βρίσκεται σε κεντρική περιοχή της οροσειράς του Τροόδους, στο νότιο άκρο του χωριού Πελέντρι, η ύπαρξη του οποίου μαρτυρείται από τα τέλη του 12ου αιώνα. Η σημερινή μορφή της εκκλησίας του Τιμίου Σταυρού οφείλεται σε προσθήκες και επεμβάσεις διαφόρων εποχών. Η αρχική της φάση χρονολογείται γύρω στα μέσα του 12ου αιώνα και ανήκε μάλλον στον τύπο του μονόκλιτου ναού με τρούλο. 13) Εκκλησία του Τιμίου Σταυρού του Αγιασμάτι, βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της οροσειράς του Τροόδους, στο γεωγραφικό διαμέρισμα της Πιτσιλιάς, σε απόσταση πέντε περίπου χιλιομέτρων βορειοανατολικά του χωριού Πλατανιστάσα. Πρόκειται για το καθολικό ομώνυμης μονής, που οικοδομήθηκε στα τέλη του 15ου αιώνα. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές η ονομασία «Αγιασμάτι» προέρχεται από τη λέξη Αγίασμα. Άλλη εκδοχή συνδέει την ονομασία με την περιοχή Αγιασμάτι της δυτικής Μικράς Ασίας, μια τοποθεσία που αναφέρεται σε σχέση με την άλωση της Κωνσταντινούπολης στα 1453. Ένα ενδεχόμενο είναι να κατέφυγαν πρόσφυγες από την περιοχή αυτή στην Κύπρο και να ίδρυσαν λίγο αργότερα ένα μοναστήρι στα βουνά του νησιού, δίνοντάς του το ίδιο όνομα με αυτό της ιδιαίτερης τους πατρίδας. Από τα υπόλοιπα μοναστικά κτίσματα, σώζονται σήμερα μόνο κάποια ερείπια κελιών στο νότιο τμήμα του ναού. Πρόκειται για ένα μονόκλιτο ξυλόστεγο ναό, καλυμμένο με επίπεδα, αγκιστρωτά κεραμίδια. Ολόκληρο το εσωτερικό της εκκλησίας, ακόμη και τα τέσσερα δοκάρια που συγκρατούν τη ξύλινη στέγη, είναι ζωγραφισμένο. Οι τοιχογραφίες αυτές έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια και παρουσιάζουν ένα συγκερασμό της βυζαντινής παλαιολόγειας τέχνης και της τοπικής λαϊκής ζωγραφικής, με στοιχεία από την τέχνη της ιταλικής Aναγέννησης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

http://nimac.com.cy/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AC-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CF%8D%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%85/

https://hellasjournal.com/2016/01/pagkosmia-klironomia-tis-kiprou-istoria-mithos-ke-thriskia/

Επιμέλεια για την αναδημοσίευση: Αυγή χαβενετίδη / Σίλια Χιτάϊ / Τάκου Μαργαρίτα (Α4)

Αφήστε μια απάντηση